ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 900/2025, 26/11/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Yπόθεσης: 900/2025, 26/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 900/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

Κατηγορούμεvος

 

Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.

Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Ευαγγέλου.

Κατηγορούμενος: παρών.

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και στο αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324 (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).   

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 04-08/12/2022 στον Κόρνο της Επαρχίας Λάρνακας διέρρηξε και εισήλθε στην εξοχική κατοικία τρίτου προσώπου και έκλεψε διάφορα οικιακά σκεύη, εργαλεία και ηλεκτρικές συσκευές συνολικής αξίας €1660 περίπου περιουσία του εν λόγω προσώπου.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στην εξοχική κατοικία του προσώπου που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, δηλαδή με τη χρήση άγνωστου αιχμηρού αντικειμένου προκάλεσε ζημιές στο εξωτερικό αλουμινένιο ρολό του παραθύρου της κατοικίας και στη συνέχεια στο ίδιο το παράθυρο αξίας €300 περίπου.    

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:

 

«Τα γεγονότα έχουν ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Αναφέρω περαιτέρω ότι στις 8 Δεκεμβρίου του 2022 καταγγέλθηκε από τη Λένια Πετρακίδη η οποία είναι ιδιοκτήτρια οικίας η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] στον Κόρνο μεταξύ 4 με 08/12 άγνωστοι είχαν διαρρήξει την οικία της και είχαν κλέψει τα αντικείμενα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες κατηγορίας 1 και είχαν προκαλέσει κακόβουλη ζημιά αφού έσπασαν εξωτερικό αλουμινένιο ρολό, ζημιά αξίας ως περιγράφεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2. Μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στη σκηνή μεταξύ και αυτών ο μάρτυρας κατηγορίας 7 όπου προχώρησαν σε δειγματοληψία, εξέτασαν επιστημονικά την σκηνή και μετά διαπιστώθηκε ότι ταυτίστηκε ο κατηγορούμενος με τη σκηνή. Ως εκ τούτου, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του στις 20/02/23 και στις 22/02/23 συνελήφθηκε όπου λήφθηκε από αυτόν κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει. Να αναφέρω Εντιμοτάτη, ότι δεν έχει αποζημιωθεί η παραπονούμενη.»

 

Τέθηκε περαιτέρω από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου εντούτοις εκτίει ποινή φυλάκισης η οποία του επιβλήθηκε στις 14/5/2023 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της υπόθεσης υπ’ αριθμό 8870/23. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Κατηγορούσα αρχή ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει να ληφθεί υπόψη η παρούσα υπόθεση στην ανωτέρω αναφερόμενη υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας σήμερα εκτίει ποινή ο κατηγορούμενος πλην όμως για άγνωστους λόγους ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης δεν προωθήθηκε προκειμένου να ληφθεί υπόψη στην  υπόθεση υπ’ αριθμό 8870/23.

 

Τέθηκε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος αποφυλακίζεται στις 14/11/2026 καθώς και ότι η ποινή που του επιβλήθηκε έχει ισχύ από τις 8/4/2025 ημερομηνία την οποία τελούσε υπό κράτηση σε εκείνη την υπόθεση.

 

Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 31 ετών, άγαμος και άτεκνος, ενώ σε ηλικία 7 ετών έχασε τη μητέρα του σε τροχαίο δυστύχημα. Κατόπιν του πιο πάνω θλιβερού συμβάντος ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να μεγαλώσει με τη γιαγιά του ήτοι τη μητέρα της μητέρας του ενώ ο πατέρας του παντρεύτηκε ξανά και απέκτησε άλλα 2 αδέλφια από τον γάμο του πατέρα του. Έχει 4 αδέλφια εκ των οποίων τα δύο με τη βιολογική του μητέρα και τα άλλα 2 από το γάμο που τέλεσε ο πατέρας του με τη μητριά του. Η μητέρα του απεβίωσε όταν ο αδελφός του ήταν 2 μηνών και η αδελφή του 8 χρονών. Σε ηλικία 16 ετών ο κατηγορούμενος τσακώθηκε με τη γυναίκα του πατέρα του ήτοι τη μητριά του αφού η σχέση τους δεν ήταν καθόλου καλή ενόψει του γεγονότος ότι η τελευταία ασκούσε βία στον κατηγορούμενο επί καθημερινής βάσεως. Το γεγονός αυτό οδήγησε τον κατηγορούμενο να εγκαταλείψει την πατρική του οικία και να αναζητήσει δουλειά. Στα 16 του χρόνια ακόμα και την περίοδο που πήγαινε σχολείο βοηθούσε τον πατέρα του τα Σάββατα στο κρεοπωλείο και σε ηλικία των 16 ετών αναγκάστηκε να φύγει από το σχολείο και βρήκε δουλεία ως κρεοπώλης και λάμβανε περί τα €1.200 εκ των οποίων σημαντικό ποσό κατέβαλλε για να καλύψει το ενοίκιο του. Πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος εργαζόταν όλοι οι εργοδότες του και οι συνάδελφοί του είχαν πει τα καλύτερα τόσο για την απόδοσή του αλλά και για τον χαρακτήρα του. Μετά από όσα επισυνέβησαν στη ζωή του κατηγορούμενου παρασύρθηκε και οδηγήθηκε στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, ουσιαστικά ως ευάλωτος χρησιμοποίησε τα ναρκωτικά ενόψει της κακής του ψυχολογικής κατάστασης.

 

Περαιτέρω, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και την ειλικρινή του μεταμέλεια και όπως επιδείξει στον κατηγορούμενο τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.

 

Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 294 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Σε ότι αφορά το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324 (1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης δύο χρόνων.

 

Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).

 

Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).

 

Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).

 

Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:

 

«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92. 

Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.

 

Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:

 

«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:

 

«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα,  (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»

 

Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).

 

Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος διέρρηξε την οικία τρίτου προσώπου και έκλεψε τα αντικείμενα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες κατηγορίας 1 συνολικής αξίας €1660 περίπου ενώ περαιτέρω προκάλεσε κακόβουλη ζημιά αφού έσπασε εξωτερικό αλουμινένιο ρολό του παραθύρου της οικίας, ζημιά ύψους €300 περίπου.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και το γεγονός ότι δεν έχει λάβει χώρα αποζημίωση του θύματος σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία.  

 

Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).

 

Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά (1992) 2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 211), την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, καθώς και τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στο περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά ανωτέρω, καθώς και τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου και στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω.

 

Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής.

 

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος (βλ. μεταξύ άλλων, Djionis v. The Police (1984) 2 C.L.R. 5964, Varnava v. Police (1984) 2 C.L.R. 349, Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 47, Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, 143, 144) , Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2ΑΑΔ σελ. 443, Παραρέ Μιχάλης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257, Βέλιου ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 76,Θεοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 288/2015, ημερ. 14/6/2016, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022)

 

Υπό το φως των πιο πάνω καλά εμπεδωμένων αρχών καθίσταται εν προκειμένω σαφές ότι το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη στο πλαίσιο της υπόθεσης 8870/23 αποτελεί παράγοντα που δύναται να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής και επομένως δύναται να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου στην όλη ποινική μεταχείριση του Κατηγορούμενου.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.

 

Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.

 

Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο  θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.

 

Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:

 

Στην 1η  κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών,

Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.

 

Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:

 

«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»

 

Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο  και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.

 

Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία  στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.

Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος  διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).

 

Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.

 

Απομένει να εξεταστεί ο χρόνος έναρξης της έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155:

 

«Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.»

 

Στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, ο Κατηγορούμενος σήμερα εκτίει ποινή στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης αρ. 8870/23. Διαπιστώνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υπόθεσης (βλ. σχετικά Βέλιου ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 76, Παραρέ ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 257). Τούτο διότι η παρούσα υπόθεση εκκρεμούσε κατά τον χρόνο επιβολής της ποινής του Κατηγορούμενου.

 

Λαμβάνοντας, συνεπώς, υπόψη μου το σύνολο των όσων ανωτέρω καταγράφονται και των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και διατηρώντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και της αναλογικότητας της ποινής, κρίνω ότι ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις η έκδοση διαταγής για τη συντρέχουσα εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση με την ποινή που ο Κατηγορούμενος, όπως τέθηκε ενώπιον μου, σήμερα εκτίει. Τούτο διότι, είμαι της γνώμης ότι σε περίπτωση έκδοσης διαταγής για διαδοχική έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, η συνολική ποινή που ο Κατηγορούμενος θα κληθεί να εκτίσει θα είναι δυσανάλογη, λαμβανομένου υπόψη ότι του επιβλήθηκαν ήδη οι πιο πάνω αναφερόμενες ποινές καθώς και το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να λαμβάνετο υπόψη για σκοπούς επιβολής της ποινής που ήδη εκτίει ο Κατηγορούμενος.

 

Ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται από το άρθρο 117(2) του Κεφ. 155, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση, συντρέχει με τη ποινή φυλάκισης που σήμερα εκτίει και του επιβλήθηκε στην υπόθεση υπ’ αριθμό 8870/23 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο