ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 17452/2024
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Γιάλλουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Λαζαρίδου
Κατηγορούμενος: παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και στο αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 5/11/2024 στη Λάρνακα διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία τρίτου προσώπου και έκλεψε διάφορα αντικείμενα ως αυτά καταγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας συνολικής αξίας €920 περίπου περιουσία του τρίτου προσώπου.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία κατακρατούσε την περιουσία ως αυτή καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας συνολικής αξίας €141,54 περίπου γνωρίζοντας ότι ήταν κλοπιμαία περιουσία.
Για σκοπούς πληρότητας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 2 και 3 για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός και παράνομη κατοχή περιουσίας πλην όμως σε σχέση με αυτές ανακοινώθηκε αναστολή της ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα και ο κατηγορούμενος έχει απαλλαγεί από τις κατηγορίες 2 και 3.
Με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής, εγκρίθηκε αίτημα από πλευράς του Κατηγορούμενου, το οποίο υποβλήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ώστε να ληφθούν υπόψη, για σκοπούς επιβολής ποινής οι ακόλουθες 3 υποθέσεις:
(1) Η υπόθεση με αριθμό 5643/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,
(2) Η υπόθεση με αριθμό 9142/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας,
(3) Η υπόθεση με αριθμό 10149/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:
«Τα γεγονότα στην 17452/24. Τα γεγονότα ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω αναφέρω ότι στις 5 Νοεμβρίου του 2024 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από την Αντρούλλα Σιέκερη η οποία είναι ιδιοκτήτρια κατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] 12 στη Λάρνακα ότι διαρρήχθηκε η κατοικία της και κλάπηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία, όλα συνολικής αξίας 920 ευρώ. Μέλη του ΤΑΕ μετέβηκαν στην οικία της παραπονούμενης και διαπίστωσαν ότι είχαν πετύχει οι δράστες είσοδο και έξοδο από πλαϊνή αλουμινένια πόρτα την οποία παραβίασαν και έσπασαν την κλειδωνιά με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου. Εντός του σαλονιού της οικίας της παραπονούμενης υπήρχε κύκλωμα βιντεοπαρακολούθησης το οποίο κατέγραψε τις κινήσεις του δράστη. Αστυφύλακας του ΤΑΕ Λάρνακας επιθεώρησε το κλειστό κύκλωμα και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ενόψει του ότι τον είχε χειριστεί σε προηγούμενες υποθέσεις. Ως εκ τούτου, εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου το 2024 ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισης, λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και αναφέροντας ότι ο λόγος ο οποίος προχώρησε σ' αυτήν την πράξη ήταν επειδή ήταν άνεργος και στερείτο εισοδήματος. Περαιτέρω, να πω ότι ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου η περιουσία η οποία αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 4 η οποία είχε δηλωθεί ως κλοπιμαία περιουσία.
Γεγονότα όσον αφορά την υπόθεση 9142/25: τα γεγονότα έχουν ως αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω να αναφέρω ότι στις 17 Σεπτεμβρίου του 2025 ο μάρτυρας κατηγορίας 1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία όπου ανέκοψε όχημα το οποίο βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Σε έρευνα η οποία έγινε στο σακίδιό του το οποίο είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος ανευρέθηκε η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών ως αυτή αναφέρεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 2 καθώς επίσης και μια γυάλινη ρίγα με ίχνη μεθαμφεταμίνης, λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία ανέφερε ότι στις 10 Σεπτεμβρίου του 2024 είχε προμηθευτεί την ποσότητα της πρώτης κατηγορίας.»
Γεγονότα όσον αφορά την υπόθεση 10149/25: να σημειωθεί ότι έχουν ανασταλεί οι κατηγορίες 2 - 5. Τα γεγονότα στην πρώτη κατηγορία ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω αναφέρω, ότι στις 03/12/24 καταγγέλθηκε από τον Γιώργο Προδρόμου ο οποίος είναι ιδιοκτήτης κατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] 25 στις Κόκκινες ότι είχαν διαρρήξει την κατοικία του και είχαν κλέψει δύο φωτογραφικές μηχανές άγνωστης αξίας, μεταξύ των ημερομηνιών 2 με 3 Δεκεμβρίου του 2024. Μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στην κατοικία και διαπίστωσαν ότι ο δράστης είχε πετύχει είσοδο από πλαϊνό παράθυρο σαλονιού το οποίο ήταν κλειστό αλλά όχι κλειδωμένο και έξοδο από ξύλινη μπαλκονόπορτα. Να αναφέρω ότι εξετάστηκε επιστημονικά η σκηνή και απομονώθηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, στις 14/06/25 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου, συνελήφθηκε και παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Τα γεγονότα στις κατηγορίες 6 και 7. Στις 9 Δεκεμβρίου του 2024 καταγγέλθηκε από τον Αντρέα Θεοδούλου, ιδιοκτήτη αποθήκης στην οδό [ ] 15 στην Αραδίππου ότι μεταξύ των ημερομηνιών 8 με 9 Δεκεμβρίου του 2024 είχαν διαρρήξει την αποθήκη του και είχαν κλέψει τα αντικείμενα της κατηγορίας 6. Να αναφέρω ότι μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Αραδίππου μετέβηκαν στην αποθήκη και διαπίστωσαν ότι οι δράστες είχαν πετύχει είσοδο από πλαϊνό παράθυρο το οποίο παραβίασαν με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου, αναφέρω ότι η σκηνή δακτυλοσκοπήθηκε και ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και ο κατηγορούμενος όταν του λήφθηκε κατάθεση παραδέχτηκε αναφέροντας ότι "την κουβέντα τούτην που λαλείς θυμούμαι την, παραδέχουμαι την". Τα γεγονότα της κατηγορίας 8. Στις 27/10/24 καταγγέλθηκε από τον Γουιθ Κεθ Αντουαρ ο οποίος είναι ιδιοκτήτης κατοικίας η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] 11 στην Πύλα στις 27 Οκτωβρίου 2024 διάρρηξαν την κατοικία του και έκλεψαν τα αντικείμενα της κατηγορίας 8, μετέβηκαν μέλη της αστυνομίας στη σκηνή όπου διαπίστωσαν ότι οι δράστες είχαν πετύχει είσοδο από παράθυρο κουζίνας το οποίο παραβιάστηκε με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου, η σκηνή εξετάστηκε επιστημονικά, λήφθηκε επίχρισμα από το εσωτερικό παράθυρο της κουζίνας το οποίο παράθυρο της κουζίνας είναι αυτό που παραβιάστηκε το οποίο εξετάστηκε και ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, συνελήφθηκε και παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Και τα γεγονότα στις κατηγορίες 9 και 10 ως το κατηγορητήριο, ακολούθως αναφέρω ότι στις 10 Δεκεμβρίου του 2024 καταγγέλθηκε από το Παναγιώτη Κάπελλο ότι άγνωστοι είχαν εισέλθει στην κατοικία στην οδό [ ] 43 στο Μενεού με σκοπό να κλέψουν και προκάλεσαν κακόβουλη ζημιά στην αλουμινένια πόρτα ζημιά αξίας 730 ευρώ. Μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στη σκηνή και διαπίστωσαν ότι οι δράστες είχαν πετύχει είσοδο αφού αφαίρεσαν δύο αλουμινένιες σχάρες στην αλουμινένια πόρτα στην οποία είχε προκληθεί και κακόβουλη ζημιά. Αναφέρω ότι εξετάστηκε επιστημονικά η σκηνή και αφού αξιολογήθηκαν τα αποτελέσματα ταυτίστηκε με γενετικό υλικό του κατηγορούμενου ο οποίος συνελήφθηκε και παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων.
Γεγονότα όσον αφορά την υπόθεση 5643/25: Στις 5 Σεπτεμβρίου του 2024 καταγγέλθηκε από τον Αντώνη Μουστάκα οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας Δημήτρης Μουστάκα και η οποία ασχολείται με οικοδομικά υλικά και βρίσκεται στην οδό Καλού Χωρίου Κλαυδιά ότι μεταξύ των ημερομηνιών 4 -05/09/24 άγνωστοι έσπασαν με τη βία τη σιδερένια καγκελόπορτα του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης ζημιά αξίας 200 ευρώ και έκλεψαν τα οχήματα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας, δύο οχήματα συνολικής αξίας 35 χιλιάδων ευρώ. Κατά τη διάρκεια εξετάσεων εξασφαλίστηκε μαρτυρία από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης γειτονικής κατοικίας και από αξιολόγηση λήφθηκε πληροφορία από κλειστά κυκλώματα, μετά από πληροφορία η οποία λήφθηκε εντοπίστηκαν τα δύο από τα πιο πάνω φορτηγά να βρίσκονται σταθμευμένα σε ξεχωριστά σημεία σε διαφορετικούς δρόμους όπου εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από μέλη της αστυνομίας. Λήφθηκε γραπτή πληροφορία ότι τα πρόσωπα τα οποία ενέχονταν στην κλοπή ένας εξ αυτών ήταν ο κατηγορούμενος, όπου να αναφέρω ότι μετά που αξιολογήθηκε και το κλειστό κύκλωμα επιβεβαιώθηκε η πληροφορία, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε του λήφθηκε κατάθεση στην οποία παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει.»
Περαιτέρω, τέθηκε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 4 προηγούμενες καταδίκες ως ακολούθως:
(1) Με την καταδίκη στην υπόθεση 4452/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ημερομηνία καταδίκης 04/02/20, για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας το οποίο διαπράχθηκε τον Απρίλιο του 2019 όπου επιβλήθηκε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 9 μηνών,
(2) Με την καταδίκη στην υπόθεση 772/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, ημερομηνία καταδίκης 24/02/20, για αδικήματα διάρρηξης καταστήματος και διάπραξη κλοπής, διάρρηξης κατοικίας εν καιρώ νυκτός τα οποία διαπράχθηκαν τον Μάρτιο του 2018 όπου επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 χρόνια και 3 ½ χρόνια αντίστοιχα.
(3) Με την καταδίκη στην υπόθεση 10991/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνία καταδίκης 06/10/22 για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής που διαπράχθηκε την περίοδο Απρίλιο του 2014 μέχρι Ιανουάριο του 2020 όπου του επιβλήθηκε 2 μήνες φυλάκιση με 3ετη αναστολή. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη και η υπόθεση 8861/2021 που αφορούσε αδίκημα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και
(4) Με την καταδίκη στην υπόθεση 15129/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνία καταδίκης 30/10/23, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, της κλοπής από κατοικία και κατοχής πυροβόλου όπλου που διαπράχθηκαν τον Ιανουάριο του 2020 όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή φυλάκισης 10 μηνών με 3ετη αναστολή.
Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος είναι 39 ετών και έχει δύο ενήλικα αδέλφια. Ο πατέρας του είναι συνταξιούχος μάγειρας και η μητέρα του έχει προβλήματα υγείας και αδυνατεί να εργασθεί. Μετά την αποφοίτηση του από την Τεχνική Σχολή Αγίου Λαζάρου στον κλάδο συγκολλητής υπηρέτησε μόνο για 6 μήνες στην εθνική φρουρά λόγω της ανάγκης να εργασθεί. Την περίοδο 2008-2012 διατηρούσε κατάστημα με αλουμίνια. Μετά τον χωρισμό του επιβαρύνθηκε η ψυχική του υγεία και αδυνατούσε να εργασθεί. Ακολούθως, εργάσθηκε σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Από τον γάμο του απέκτησε ένα παιδί ηλικίας 14 ετών.
Περαιτέρω, η συνήγορος του κατηγορούμενου εξέφρασε την απολογία και μεταμέλειά του. Επεσήμανε την άμεση παραδοχή του σε όλες τις υποθέσεις που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και πρόσθεσε ότι στο χρονικό διάστημα που είναι έγκλειστος στις Κεντρικές Φύλακες έχει καταλάβει τα λάθη που έχει διαπράξει και έχει μετανιώσει. Λόγω της εξάρτησής του από τα ναρκωτικά δημιουργήθηκαν πάρα πολλά προβλήματα στην οικογένειά του και τώρα λόγω του ότι ο ίδιος έχει απεξαρτηθεί έχει ξαναμιλήσει και με τον πατέρα του και είναι σε πολύ καλό δρόμο ούτως ώστε να αποκατασταθούν οι μεταξύ τους οικογενειακές σχέσεις. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος πιστεύει ότι μετά την αποφυλάκισή του θα μπορέσει να εξεύρει κάποια εργασία ώστε να συντηρεί τον εαυτό του αφού μέχρι την αποφυλάκισή του ο ίδιος ήταν άστεγος και διέμενε σε εγκαταλελειμμένα υποστατικά προκειμένου να αφήσει πίσω την ζωή που έκανε και τις παρέες που έκανε οι οποίες τον έσπρωξαν στα ναρκωτικά και συγκεκριμένα σε σκληρά ναρκωτικά. Η συνήγορος του κατηγορούμενου τόνισε περαιτέρω τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές και ζήτησε από το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του Κατηγορούμενου.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. Σε ότι αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).
Στην υπόθεση Gheorghe Lucian κ.α. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 824, επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα:
«Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92.
…
Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών.
Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.»
Περαιτέρω, στην υπόθεση Hussein v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19, ECLI:CY:AD:2019:B206, επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης:
«Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής:
«Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 824).»
Σε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ECLI:CY:AD:2017:B468, ημερομηνίας 18.12.2017). Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας (1993) 2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας (2016) 2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας (2016) 2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 545).
Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος διέρρηξε την οικία τρίτου προσώπου στην οποία εισήλθε από πλαϊνή αλουμινένια πόρτα την οποία παραβίασε σπάζοντας την κλειδαριά με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου και έκλεψε τα αντικείμενα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας συνολικής αξίας €920 περίπου. Περαιτέρω είχε στην κατοχή του την περιουσία που καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας γνωρίζοντας ότι ήταν κλοπιμαία περιουσία.
Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και το γεγονός ότι δεν έχει λάβει χώρα αποζημίωση του θύματος σε σχέση με την κλοπιμαία περιουσία της 1ης κατηγορίας παρά την εκφρασθείσα εκ μέρους του κατηγορούμενου επιθυμία του για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την εκφρασθείσα εκ μέρους του λύπη και απολογία του για τη συμπεριφορά και τις πράξεις του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, ενώπιον των οποίων παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, συμβάλλοντας έτσι στην ταχεία ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας καθώς και τα όσα η συνήγορος του ανέφερε επιπρόσθετα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου.
Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην Balampanidιs (ανωτέρω) λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής
Δεν παραγνωρίζω, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 4 προηγούμενες καταδίκες, οι 3 εκ των οποίων αφορούν παρόμοιας φύσεως αδικήματα, σημειώνοντας παράλληλα ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών είναι παράγοντας ο οποίος περιορίζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει στον κατηγορούμενο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου, αφού οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού που επιδεικνύει ένας κατηγορούμενος έναντι των νόμων της Πολιτείας (βλ. Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 79/2019 ημ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B173, ECLI:CY:AD:2021:B173).
Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 565 επαναλήφθηκαν τα εξής:
«Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας (1976) 2 Α.Α.Δ. 63).»
Οι προηγούμενες λοιπόν καταδίκες του κατηγορούμενου δεν τίθενται για να τιμωρηθεί για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, αλλά επηρεάζει την επιείκεια που θα τύγχανε αν δεν βαρυνόταν με αυτές. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί στο πλαίσιο της στάσης και του σεβασμού του προς τον Νόμο, ότι τόσο οι προηγούμενες καταδίκες του όσο και οι 2 εκ των 3 υπόθεσεων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής αφορούν αδικήματα κατά της περιουσίας. Από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προβάλλει η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου αφού μετά την αποφυλάκιση του συνέχισε την ίδια παραβατική συμπεριφορά ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος διέπραξε τα επίδικα αδικήματα εντός της περιόδου της τριετούς αναστολής της ποινής που του είχε επιβληθεί στο πλαίσιο των υποθέσεων 10991/21 (ημερομηνία καταδίκης 06/10/22) και 15129/20 (ημερομηνία καταδίκης 30/10/23).
Είναι επίσης νομολογημένο ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων και έχοντας συγχρόνως κατά νου πως «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 1), παραθέτω ως καθοδηγητικές και ενδεικτικές και τις ακόλουθες αποφάσεις.
Στην υπόθεση Κλεοβούλου ν Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 485, o κατηγορούμενος, ηλικίας 27 ετών, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε τέσσερις κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας με σκοπό την κλοπή, κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.Το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας ανήρχετο στο πόσο των £2.795 από το οποίο επιστράφηκε ποσό £760. Ο κατηγορούμενος βαρύνετο με πέντε προηγούμενες καταδίκες για παρόμοια αδικήματα. Επίσης, λήφθηκαν υπόψη 10 παρόμοιες υποθέσεις όπως και μια άλλη που αφορούσε κλοπή οχήματος. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, η οποία δεν κρίθηκε υπερβολική.
Στην υπόθεση Piliev ν Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ 587, ο κατηγορούμενος, λευκού ποινικού μητρώου, κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής σε πέντε συνολικά κατηγορίες, ήτοι σε δύο για διάρρηξη κατοικίας, κατά παράβαση των Άρθρων 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δύο για κλοπή από κατοικία, κατά παράβαση του Άρθρου 266(β) του Κεφ. 154 συνολικής αξίας Λ.Κ. 7.124 και μία για παραμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανευρέθη μόνο μικρό μέρος των κλοπιμαίων. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο χρόνων σε σχέση με τις κατηγορίες της διάρρηξης κατοικίας η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην υπόθεση Ilie κ.ά ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 280 οι τρεις κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Διέρρηξαν και εισήλθαν στην οικία συγκεκριμένου προσώπου με σκοπό την κλοπή και έκλεψαν από την οικία αυτή το ποσό των €680 και ρολόγια και χρυσαφικά αξίας περίπου €220, περιουσία του κατόχου της κατοικίας. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2 ετών και 18 μηνών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στην Hussein ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 252/2018, ECLI:CY:AD:2019:B206, ημερομηνίας 31.5.2019, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν παραδοχής του, σε έξι κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπής και σε τέσσερις κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Λήφθηκαν επίσης υπόψη τα γεγονότα άλλων τριών υποθέσεων. Το σύνολο της κλαπείσας περιουσίας ανερχόταν στο ποσό των €30.000 και ουδέν ποσό επιστράφηκε στους δικαιούχους. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση.
Στην Ψωμά v. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 40, ο Εφεσείων κρίθηκε ένοχος για κλεπταποδοχή κλαπέντος χαλκού (890kg) αξίας Λ.Κ.800 (€1.385 περίπου), του οποίου διαπραγματευόταν την πώληση. Ήταν 35 ετών με λευκό μητρώο, οικογενειάρχης, εργαζόμενος σε νυκτερινή εργασία πατέρας τριών παιδιών σχολικής ηλικίας, τα οποία φρόντιζε και διακινούσε στα σχολεία τους ενόσω εργαζόταν η σύζυγός του. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδόθηκε η πρέπουσα σημασία στις προσωπικές του συνθήκες και γενικότερα ότι η σοβαρότητα του εγκλήματος δεν αποτιμήθηκε σε σωστά πλαίσια, οπότε μείωσε τη 12μηνη φυλάκιση σε 6μηνη.
Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 24 μηνών,
Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.
Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο είναι άμεσες.
Απομένει το ζήτημα του κατά πόσο, θα λάβει χώρα ενεργοποίηση εν όλω ή εν μέρει ή καθόλου της εκτέλεσης από τον κατηγορούμενο των ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν: (1) με την καταδίκη του στην υπόθεση 10991/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπου στις 06/10/22 του επιβλήθηκε 2 μήνες φυλάκιση με 3ετη αναστολή και (2) με την καταδίκη του στην υπόθεση 15129/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου στις 30/10/23 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη την ποινή φυλάκισης 10 μηνών με 3ετη αναστολή, ενόψει της διάπραξης από τον κατηγορούμενο των ποινικών αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης εντός της περιόδου της τριετούς αναστολής.
Η εξουσία λήψης μέτρων για ανασταλείσα φυλάκιση διέπεται από το Άρθρο 4(1) του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδ. 1(α), το Δικαστήριο διατάσσει την εκτέλεση (ενεργοποίηση) της ανασταλείσας ποινής εκτός εάν είναι της γνώμης ότι αυτό θα ήταν άδικο λαμβανομένων υπ' όψιν, αφενός όλων των περιστάσεων οι οποίες μεσολάβησαν από την αναστολή της και αφετέρου των περιστάσεων υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί το νέο αδίκημα, οπότε αναφέρει τους λόγους μιας τέτοιας επιλογής (μη ενεργοποίησης ολόκληρης της ποινής). Με βάση τα εδ. (1)(β), (γ), (δ) το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την εκτέλεση μέρους της ανασταλείσας ποινής ή την επέκταση της περιόδου αναστολής κατ' ανώτατον όριο μέχρι δύο έτη ή να μην λάβει οποιοδήποτε μέτρο (Louca v. Republic (1986) 2 C.L.R. 141, Βασιλειάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 409, Χριστούδκιας v. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 52, Χριστοφίδης v. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148).
Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της ενεργοποίησης ανασταλείσας ποινής φυλάκισης συνοψίσθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Ιακώβου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 159/2024, ημερ. 8.11.2024 ως ακολούθως:
«(α) Εξασφαλίζοντας αναστολή εκτέλεσης φυλάκισης κάποιος κατηγορούμενος, έχει μέσω αυτής την ευκαιρία να αποφύγει την άμεση φυλάκιση, υπό τον όρο ότι και αυτός θα τιμήσει την εμπιστοσύνη την οποία επιδεικνύει το Δικαστήριο [(Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].
(β) Σε περίπτωση παράβασης των όρων αναστολής το πρωταρχικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται από το (δεύτερο) Δικαστήριο είναι το κατά πόσον η παράβαση αυτή είναι για οποιονδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητά της μειώνεται εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών. Εξ ου και το ότι η ενεργοποίηση συνδέεται κατ' εξοχήν με τους λόγους μη τήρησης των όρων αναστολής και όχι με την ομοιότητα μεταξύ του νέου αδικήματος και εκείνου για το οποίο είχε ανασταλεί η ποινή.
(γ) Οι όροι αναστολής και η τήρησή τους συνιστούν το υπόβαθρο επί του οποίου διετάχθη η αναστολή οπότε όταν αυτό καταρρέει (εξαιτίας της παράβασης), έπεται ότι εξαφανίζεται και ο πρωταρχικός λόγος που υπήρχε για τη μη ενεργοποίησή της [(Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].
(δ) Στην απουσία κατάλληλων περιστατικών τα οποία μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης των όρων αναστολής, η ενεργοποίηση πρέπει κατά κανόνα να διατάσσεται [(Louca, Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].
(ε) Σε περίπτωση παράβασης όρων η ενεργοποίηση φυλάκισης καθίσταται επιβεβλημένη και ενδεδειγμένη ενέργεια αφού είχε ήδη δοθεί η ευκαιρία και για να μην απολέσει η φυλάκιση με αναστολή το νόημά της, ήτοι για να μην εξασθενήσει ή να εξουδετερωθεί η αποτελεσματικότητά της ως σωφρονιστικό μέτρο [(Βασιλειάδης, Χριστοφίδης, (ανωτέρω)]. Ο δε κατηγορούμενος δεν μπορεί να παραπονεθεί, διότι παραβαίνοντας τους όρους της αναστολής έθεσε εκουσίως σε κίνδυνο την ελευθερία του, την οποία και στερείται από δική του εσκεμμένη πράξη [(Louca, (ανωτέρω), Χριστούδκιας, (ανωτέρω)].»
Στην παρούσα περίπτωση δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η παράβαση των όρων αναστολής εκ μέρους του κατηγορούμενου ήταν για οποιονδήποτε λόγο δικαιολογημένη ούτε ότι η βαρύτητά της μειώθηκε εξαιτίας οποιωνδήποτε περιστατικών και συνεπώς κρίνω πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να διαταχθεί η μη ενεργοποίησή της. Σύντομα μετά το ευεργέτημα της αναστολής και της εμπιστοσύνης, την οποία επέδειξε στον Κατηγορούμενο το χορηγήσαν την αναστολή Δικαστήριο, διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης καθώς επίσης και των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Δεν έχει προβληθεί ούτε προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο θα δημιουργείτο έστω η σκέψη ότι μια τέτοια παράβαση των όρων αναστολής ήταν δικαιολογημένη. Τα δε περιστατικά της υπόθεσης όχι μόνο δεν μειώνουν τη βαρύτητα της παράβασης αλλά την επιτείνουν αφού καταδεικνύουν την εμπλοκή του Κατηγορούμενου ξανά σε αδικήματα κατά περιουσίας.
Έχω επίσης κατά νου ότι στη βάση της αρχής της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, όταν επιβάλλεται ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την πρώτη, το Δικαστήριο έχει καθήκον αφενός να βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό και αφετέρου ότι αυτό το σύνολο ποινών είναι ανάλογο προς το διαπραχθέν αδίκημα, ούτως ώστε η συνολική ποινή να είναι δίκαιη για τον κατηγορούμενο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Χριστοφόρου v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443 Παπαχρίστου v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 62, Ηρακλέους v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 327, Σωτηριάδου v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 356, Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 628, Ηρακλέους v. Αστυνομίας (2019) 2 Α.Α.Δ. 534, Ηρακλέους v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 175/18, ημερ. 15.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B185, ECLI:CY:AD:2019:B185, Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.22, ECLI:CY:AD:2022:B287, ECLI:CY:AD:2022:B287.)
Περαιτέρω, έχοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της παρούσας, περιλαμβανομένου του ότι τα αδικήματα αυτής διαπράχθηκαν 12 και 24 περίπου μήνες πριν την εκπνοή της περιόδου αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Υπόθεση 10991/21 και στην Υπόθεση15129/20 αλλά και της ομοιότητας των αδικημάτων στα οποία του επιβλήθηκε η εν λόγω ποινή με αυτά της παρούσας εφόσον αφορούσε και πάλι αδικήματα κατά της περιουσίας, και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως λάβει χώρα ενεργοποίηση μέρους της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε, ήτοι της ποινής φυλάκισης συνολικού χρόνου 10 μηνών που του επιβλήθηκε στην Υπόθεση 15129/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Έχοντας κατά νουν το θέμα ενεργοποίησης της ποινής του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο εξέτασε με μεγάλη προσοχή και στο κατάλληλο στάδιο ενώ αποφάσιζε για το είδος και ύψος της ποινής, το κατά πόσον το σύνολο της ποινής που θα προκύψει μετά από την ενεργοποίηση των ποινών φυλάκισης του κατηγορούμενου θα παραβίαζε την αρχή της συνολικότητας, καθιστώντας έτσι την ποινή υπερβολική.
Ως εκ των άνω διατάσσεται η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης 10 μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, στην Ποινική Υπόθεση υπ' αριθμό 15129/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η ενεργοποιηθείσα ποινή φυλάκισης να εκτελεστεί μετά την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε στην παρούσα.
Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αφενός το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό και αφετέρου ότι αυτό το σύνολο ποινών είναι ανάλογο προς το διαπραχθέν αδίκημα, ούτως ώστε η συνολική ποινή να είναι δίκαιη για τον κατηγορούμενο.
Σύμφωνα με το άρθρο 117 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης του Κατηγορούμενου, μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που αυτός βρίσκεται σε προφυλάκιση, ήτοι από την από τις 20/12/24 μέχρι 02/07/25 και ακολούθως από 3/09/2025 μέχρι σήμερα.
Περαιτέρω εναντίον του Κατηγορούμενου εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της παραπονούμενης στην κατηγορία 1 για το ποσό των €920. Η εκτέλεση του διατάγματος αποζημίωσης αναστέλλεται από σήμερα μέχρι και για περίοδο 2 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του Κατηγορούμενου.
Στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες υποθέσεις: (1) η υπόθεση με αριθμό 5643/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, (2) η υπόθεση με αριθμό 9142/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και (3) η υπόθεση με αριθμό 10149/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο