ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Yπόθεσης: 546/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
ν.
ALEXIOS ARTZANIDIS
Κατηγορούμεvος
Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.
Για τον Κατηγορούμενο: Η κα. Ν. Τσικλαούρη.
Κατηγορούμενος: παρών.
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή στο αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία) και στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4η κατηγορία).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 9/12/2019 και ώρα 03:30 στα Κελιά στην Επαρχία Λάρνακας έκλεψε από τρίτο πρόσωπο το ποσό των €60 αφού χρησιμοποίησε εναντίον του πραγματική βία.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 9/12/2019 στην Λάρνακα συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο να διαπράξουν κακούργημα ήτοι την προμήθεια ναρκωτικών.
Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τέθηκαν από πλευράς κατηγορούσας αρχής και παρατίθενται αυτολεξεί:
«Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Περαιτέρω να αναφέρω ότι την 9.12.19 περί ώρα 06:15 το πρωί λήφθηκε πληροφορία στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης από το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λάρνακας ότι εκεί βρίσκεται τραυματισμένο πρόσωπο το οποίο παραπονέθηκε ότι δέχτηκε μαχαιριά στην πλάτη. Ο ΜΚ3 μέλος του αστυνομικού σταθμού μετέβηκε στο νοσοκομείο και από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον Μ.Κ. 1, παραπονούμενο της παρούσας υπόθεσης ο οποίος οδηγήθηκε στο χειρουργείο για χειρουργική επέμβαση. Την ίδια μέρα ο ΜΚ3 παρέλαβε ως τεκμήρια ένα τσαντάκι μέσης που φορούσε ο ΜΚ1, ένα σακάκι παραλλαγής τα οποία παρέλαβε για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Την 10.12.19 ο ΜΚ3 έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ. 1 στην οποία ανέφερε κάποια γεγονότα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβηκε ο τραυματισμός του, όμως λόγω της κατάστασης του αυτή δεν ολοκληρώθηκε. Την 12.12.19 ο ΜΚ3 έλαβε κατάθεση από τον Μ.Κ. 2 στην οποία ανέφερε ότι ο ΜΚ1 γύρω στις 4:00 το πρωί ενώ ήταν μαζί στο γκαράζ κάποιου τρίτου προσώπου στα Κελιά του είπε ότι θα αναχωρήσει για την οικία του και έφυγε με το ποδήλατο του. Μετά από πάροδο 30 λεπτών επέστρεψε ο ΜΚ1 και του φώναξε "Blacky γρήγορα πάρε με νοσοκομείο και εμαχαιρώσαν με". Ο ΜΚ3 μετέφερε τον ΜΚ 1 στο νοσοκομείο. Την 13.12.19 ο ΜΚ1 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι άγνωστο πρόσωπο το οποίο του ανέφερε ότι είναι φίλος άλλου φίλου του Μ.Κ. 1 με το όνομα Σπάρτακος με αριθμό τηλεφώνου, συγκεκριμένου αριθμού τηλεφώνου του παράγγειλε ναρκωτικά αξίας 60 ευρώ. Ο ΜΚ1 είπε στο πρόσωπο το οποίο του τηλεφώνησε σε ότι σε μια ώρα θα το είχε έτοιμο. Ο ΜΚ1 αφού προμηθεύτηκε 1 γραμμάριο ναρκωτικών ουσιών μετέβηκε στο γκαράζ του φίλου του όπου εκεί ανέμενε το πρόσωπο το οποίο του τηλεφώνησε για να του δώσει τα ναρκωτικά. Μετά από μια ώρα περίπου ο ΜΚ1 δέχτηκε νέο τηλεφώνημα από το πρόσωπο που του παράγγειλε τα ναρκωτικά και διευθέτησαν συνάντηση κοντά στο γκαράζ που διέμενε ο ΜΚ1 για να γίνει παράδοση. Μετά από λίγη ώρα επικοινώνησε το πρόσωπο εκ νέου μαζί του, του ανέφερε ότι βρισκόταν στο μέρος και τότε ο ΜΚ1 μετέβηκε στο σημείο. Ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι ήταν 2 άτομα, ο οδηγός και συνοδηγός και ο συνοδηγός βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο και τον ανέμενε ενώ ο άλλος καθόταν στη θέση του οδηγού. Από εξετάσεις που έγιναν μετά το περιστατικό, διαπιστώθηκε ότι το πρόσωπο που τηλεφώνησε στον Μ.Κ. 1 για να παραγγείλει τα ναρκωτικά ήταν ο κατηγορούμενος και ήταν και ο οδηγός του αυτοκινήτου. Αφού ο συνοδηγός ο οποίος βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο πλησίασε τον Μ.Κ. 1 του έδωσε το ποσό των 60 ευρώ και τότε ο ΜΚ1 του έδωσε τα ναρκωτικά. Τότε με την παράδοση των χρημάτων αυτό το άτομο, ο συνοδηγός του εν λόγω οχήματος τράβηξε τα λεφτά από το τσαντάκι του Μ.Κ. 1 και του έδωσε μια γροθιά στο αριστερό μάτι αποσπώντας του τα 60 ευρώ. Τότε ο ΜΚ1 αντέδρασε και άρχισαν να αλληλοχτυπιούνται. Σε κάποια στιγμή ο ΜΚ1 ένιωσε πόνο στην πλάτη και είδε το εν λόγω πρόσωπο να κρατεί μαχαίρι και να το κρύβει. Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος ως οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε από το αυτοκίνητο και αφού είδε τι συνέβηκε μαζί με τον συνοδηγό εισήλθαν ξανά στο αυτοκίνητο και εγκατέλειψαν το μέρος αφήνοντας τον Μ.Κ. 1 τραυματισμένο στο μέρος. Ο ΜΚ1 παρέδωσε και το κινητό του τηλέφωνο για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων για εξαγωγή των τηλεφώνων, του τηλεφώνου που δέχτηκε ο ΜΚ1, εξασφαλίστηκε μαρτυρία από πληροφοριοδότη της Aστυνομίας ότι ο χρήστης του εν λόγω τηλεφώνου που επικοινώνησε με τον ΜΚ1 ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος του ζήτησε να του βρει άτομο για να αγοράσει τα ναρκωτικά. Εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου το οποίο εκτελέστηκε την 19.10.20. Με συγκατάθεση του παρέδωσε το κινητό του τηλέφωνο για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων. Την 20 Δεκεμβρίου λήφθηκε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο του 2019 τηλεφώνησε σε κάποιο πρόσωπο για να αγοράσει ναρκωτικά και μετά αρνήθηκε να αναφέρει τι επεσυνέβηκε μετά την ανταλλαγή των ναρκωτικών. Την ίδια μέρα λήφθηκε εκ νέου ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία τοποθέτησε τον εαυτό του στη σκηνή μαζί με το δεύτερο πρόσωπο που ήταν συνοδηγός αλλά αρνήθηκε να αποκαλύψει το όνομα του και τα στοιχεία του. Παραδέχθηκε ότι ο σκοπός της συνάντησης ήταν η αγορά από τον Μ.Κ. 1 ποσότητας ναρκωτικών.»
Τέθηκε περαιτέρω από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 50 ετών και κατάγεται από τη Γεωργία. Έχει ολοκληρώσει τη σχολική του εκπαίδευση στη Γεωργία και ακολούθως φοίτησε σε πανεπιστήμιο στη Ρωσία αποκτώντας πτυχίο ορθοδοντικού. Το 1994 και αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του πήγε στην Ελλάδα όπου γνώρισε τη σύζυγο του από τη Γεωργία και τέλεσε γάμο. Το 1997 ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και στη συνέχεια αποφάσισε να παραμείνει μόνιμα. Το 2000 ήρθε στην Κύπρο και η σύζυγος του. Ο κατηγορούμενος εργάστηκε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ως σερβιτόρος ενώ στη συνέχεια ξεκίνησε να απασχολείται ως εργάτης στις οικοδομές. Από τη συνεχή ενασχόληση του στον τομέα των οικοδομών απέκτησε μεγάλη εμπειρία και γνώσεις. Αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί αυτόνομα ως οικοδόμος και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα ως αυτοεργοδοτούμενος. Η σύζυγος του απασχολείται στον τουριστικό τομέα και συγκεκριμένα σε ξενοδοχείο στον Πρωταρά. Το ζεύγος έχει αποκτήσει 3 παιδιά ηλικίας 16, 14 και 6 ετών. Στην Κύπρο διαμένει και η μητέρα του η οποία βοηθά στη φροντίδα των παιδιών. Σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του ο κατηγορούμενος πριν 3 χρόνια υπέστη έμφραγμα για το οποίο σήμερα τυγχάνει παρακολούθησης από ειδικούς.
Η συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του αναφέρθηκε περαιτέρω στην παραδοχή του κατηγορούμενου ως ένδειξη της μεταμέλειας του για τα αδικήματα που διέπραξε και στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου επισημαίνοντας ότι η διάπραξη των επίδικων αδικημάτων ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Περαιτέρω, σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ζήτησε από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την έλλειψη προσχεδιασμού εκ μέρους του κατηγορούμενου. Πρόσθεσε ότι όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση αφού το τρίτο παιδί του ήταν νεογέννητο και ο αποχωρισμός από τη σύζυγο και την οικογένεια του ήταν στρεσογόνος και τραυματικός. Όπως ανέφερε, όλο αυτό μαζί με το γεγονός ότι βρέθηκε εμπλεκόμενος πρώτη φορά στη ζωή του σε τέτοια υπόθεση ήταν η αιτία να πάθει έμφραγμα ο κατηγορούμενος και να νοσηλευτεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Έκτοτε ταλαιπωρείται ενώ οι γιατροί του, όπως ανέφερε η συνήγορος του, του είχαν πει πως προκλήθηκε και/ή επιδεινώθηκε η κατάσταση του λόγω άγχους. Ήταν η εισήγηση της ότι υπό αυτές τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος τιμωρήθηκε για την υπό αναφορά υπόθεση κάνοντας αναφορά σε εξωδικαστική τιμωρία. Τέλος, αναφέρθηκε και στην πάροδο αρκετού χρόνου από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων ενώ εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης.
Άκουσα με προσοχή τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιόν μου, τόσο στο πλαίσιο της έκθεσης των γεγονότων, όσο και για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής. Προχωρώ να εξετάσω και να παραθέσω τους παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της αρμόζουσας ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 527, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans (2005) 2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση του άρθρου 281 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων ενώ αν ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο ή συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή αν κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, τραυματίσει, κτυπήσει, πλήξει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε άλλη μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση, στη βάση τόσο της έκθεσης του αδικήματος της ληστείας όσο και των γεγονότων που τέθηκαν ως προς τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος που παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος, η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτής της ισόβιας φυλάκισης. Σε ότι αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοείται ποινή φυλάκισης 7 χρόνων.
Όπως τέθηκε στην Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632 «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά. (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129). Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οι συνθήκες τέλεσης ενός αδικήματος συνιστούν το βασικότερο παράγοντα προσδιορισμού της σοβαρότητας του αδικήματος με ανάλογες επιπτώσεις στην επιμέτρηση της ποινής (Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 161/2020, ECLI:CY:AD:2022:B182, 11/5/2022).
Χωρίς αμφιβολία, τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα και βρίσκονται σε ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορά τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτών της παρούσας υπόθεσης (βλ. Abunazha v. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 83, Ιωάννου v Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 171, Rangajeeva v Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 485, Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 854, Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κύρρη, Ποινική Έφεση αρ. 70/2022, 7/2/2023).
Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι ληστείες, κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, 106, Αντάρτης v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 138, Παναγίδης v Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 104, Αbed v Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 128, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 272, Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 11/2021, 4/11/2022).
Ιδιαίτερα σε ότι αφορά το αδίκημα της ληστείας, αυτό αποτελεί αποτρόπαιο έγκλημα που προκαλεί κυρίως αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες. Παράλληλα δημιουργεί ανησυχία, αγωνία και προβληματισμό στην κυπριακή κοινωνία αφού προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις. Είναι αδίκημα, το οποίο ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και βλάβης στο θύμα. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος έγκειται στο ότι συνδυάζει κλοπή περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη και/ή κάτοχο της με πρόκληση σωματικού πόνου και τρόμου στο θύμα κατόπιν άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας σ' αυτό. Το θύμα καθίσταται έρμαιο στις διαθέσεις του εγκληματία, ο οποίος ενεργεί από θέση ισχύος. Είναι αδίκημα που ενέχει επίδειξη βίας με σκοπό τον εκφοβισμό και εξαναγκασμό του θύματος και παραβιάζει κάθε έννοια πολιτισμένης συμπεριφοράς (βλ. Μακρή v. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 15 και Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 50).
Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής όπως και το ύψος του ποσού ή η αξία της κλαπείσας περιουσίας είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής, η οποία σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd ed, 2007, σελ. 114). Στην Abed, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι σε «εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής». Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι περιθωριακής σημασίας (βλ. επίσης Dygdalowicz, ανωτέρω, Χριστοφής v Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 71 και Τσαπατσάρης, ανωτέρω).
Η χρήση βίας, γενικά, κατά συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του (βλ. ΓΕ v Τόκκαλος (2001) 2 ΑΑΔ 95 και Θεοχάρους ν Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575, 580).
Περαιτέρω, σε ότι αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για προμήθεια ναρκωτικών, θα πρέπει να λεχθεί ότι η διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά είναι καθημερινό φαινόμενο και οι συνέπειες οι οποίες επιφέρουν επηρεάζουν άμεσα και πολλές φορές καταλυτικά όχι μόνο τη ζωή του χρήστη αλλά και της οικογένειας του ενώ φθείρει ταυτόχρονα και τον κοινωνικό ιστό. Τα ναρκωτικά έχουν εξαπλωθεί παντού και το πρόβλημα που δημιουργούν και συνεχίζουν να δημιουργούν είναι τεράστιο και πολυδιάστατο. Η πολύ μεγάλη συχνότητα διάπραξης τους, κάτι για το οποίο επίσης λαμβάνω γνώση από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μαζί με την κοινωνική απαξία που τα χαρακτηρίζουν, καλούν στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Κλεομένης ν. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350, Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 171/20 ημερομηνίας 8/7/22, ECLI:CY:AD:2022:B287, Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110).
Στρεφόμενη στις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων όπως αυτές προκύπτουν από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μου, σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος είχε επικοινωνήσει με τρίτο πρόσωπο προκειμένου να τον προμηθεύσει με ναρκωτικές ουσίες και διευθέτησε συνάντηση προκειμένου να λάβει χώρα η επίδικη προμήθεια ναρκωτικών ουσιών από τον προμηθευτή με τον οποίο επικοινώνησε. Ο κατηγορούμενος μετέβη στον χώρο που θα λάμβανε χώρα η προμήθεια των ναρκωτικών ουσιών οδηγώντας όχημα με συνοδηγό τρίτο πρόσωπο. Αφού έλαβε χώρα η παράδοση των ναρκωτικών στον συνοδηγό και η παράδοση των χρημάτων στον προμηθευτή, ο συνοδηγός του οχήματος τράβηξε τα λεφτά από το τσαντάκι του προμηθευτή και άσκησε βία εναντίον του αποσπώντας του τα 60 ευρώ και χρησιμοποιώντας μαχαίρι με το οποίο του κτύπησε στην πλάτη. Εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος ως οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε από το αυτοκίνητο και αφού είδε τι συνέβη εισήλθαν μαζί με τον συνοδηγό ξανά στο αυτοκίνητο και εγκατέλειψαν τη σκηνή αφήνοντας το ανωτέρω αναφερόμενο πρόσωπο τραυματισμένο στο μέρος, αδιαφορώντας πλήρως για την κατάσταση της υγείας του θύματος. Το πρόσωπο που τραυματίστηκε υποβλήθηκε και σε χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση του τραυματισμού του.
Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2) (2001) 2 ΑΑΔ 285).
Προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο (βλ. μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας v. Λουκά (1992) 2 ΑΑΔ 241, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Κύρκος ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 211), την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία οδήγησε στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η οποία, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), την απολογία και την εκφρασθείσα μεταμέλεια του, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές παρά το ότι αυτή δεν ήταν πλήρης υπό την έννοια ότι δεν αποκάλυψε ποτέ το όνομα του συνοδηγού, καθώς και τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας στο περιεχόμενο της οποίας έγινε αναφορά ανωτέρω. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου και τα όσα η συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αγόρευσης της και στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω.
Αναμφίβολα, η επιβολή ποινής φυλάκισης θα έχει αρνητικό αντίκτυπό στα παιδιά αλλά και στην οικογένεια του κατηγορούμενου γενικότερα είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής λαμβάνονται μεν υπόψη, αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 540). Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)).
Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, αφού έχουν παρέλθει 6 έτη από τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Το αντικειμενικό δεδομένο της παρέλευσης χρόνου αποτελεί μετριαστικό παράγοντα βάσει της νομολογίας, η οποία αντανακλάται στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276:
"Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αραμπίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 110/2011, ημερ. 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα".
Την ίδια στιγμή σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ότι εξαιτίας του χρόνου που έχει παρέλθει έχει υπάρξει διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου.
Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω ιδιαιτέρως υπόψη μου τον περιορισμένο ρόλο του κατηγορούμενου στη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας υπό την έννοια ότι αυτός δεν είχε ηγετικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη του αδικήματος καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν τέθηκαν στοιχεία καλά οργανωμένου και προσχεδιασμένου τρόπου δράσης εκ μέρους του κατηγορούμενου γεγονός που διαφοροποιεί την υπό εξέταση περίπτωση από άλλες υποθέσεις αυτού του είδους αφού δεν έχουν τεθεί τέτοιες επιβαρυντικές περιστάσεις σε σχέση με τον κατηγορούμενο.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις εισηγήσεις της συνηγόρου του κατηγορούμενου σε σχέση με την εξωδικαστική τιμωρία σημειώνω ότι η εξωδικαστική τιμωρία είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ως μετριαστικός παράγοντας κατά την επιβολή ποινής (βλ. Sentencing in Cyprus 2nd ed. G.M.Pikis, σελ.64). Το στοιχείο όμως της εξωδικαστικής τιμωρίας, ως παράγοντας μετριασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ’ εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες όπως για παράδειγμα πειθαρχικές ή επαγγελματικές συνέπειες (βλ. Πετρίδης ν. Αστυνομίας (2016) 2Α ΑΑΔ 44, Scorteanu ν. Αστυνομίας (2014) 2A AAΔ.15). Στην παρούσα περίπτωση αυτό το οποίο τέθηκε ήταν ουσιαστικά η κακή ψυχολογική και σωματική κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο κατηγορούμενος μετά την κράτηση του στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και του άγχους το οποίο βίωσε και το οποίο επιβάρυνε την κατάσταση της υγείας του κατά την εισήγηση της συνηγόρου του. Ως εκ τούτου, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε συγκεκριμένο το οποίο, στη βάση των πιο πάνω αρχών, θα μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο της εξωδικαστικής τιμωρίας και να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου. Η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου λαμβάνεται βεβαίως υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτίμησης των προσωπικών συνθηκών του κατηγορούμενου.
Σε σχέση με το ζήτημα του προβλήματος υγείας του κατηγορούμενου σημειώνω ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Attorney General v. Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93. Στην υπόθεση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.67/24 ημερομηνίας 26/4/24). Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης, απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ 239, Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/17, ημερομηνίας 27/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321 και Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19/10/2021.
Τα πιο πάνω συνάδουν με την πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ που αναγνωρίζει ότι η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου συνοδεύεται αναπόφευκτα από το στοιχείο του πόνου και ενέχει το στοιχείο του εξευτελισμού. Ζήτημα, όμως, παραβίασης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 3 της Σύμβασης μπορεί να τεθεί στις περιπτώσεις όπου ο πόνος και η ταλαιπωρία, που προκύπτει από κάποια ασθένεια, σωματική ή ψυχική, επιδεινώνεται ή υφίσταται κίνδυνος να επιδεινωθεί από τις συνθήκες κράτησης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Rooman v. Belgium ( G.C.) προσφυγή 18052/11, ημερομηνίας 31/1/2019, παρ.142-144. Σύμφωνα δε και πάλι με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, κρίσιμο είναι το κατά πόσο το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο σε σχέση με την κατάσταση ατόμου το οποίο πάσχει από σωματική ή πνευματική ασθένεια και εάν η δοκιμασία της κρατήσεως, αυτή καθαυτή, αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επίπονη λόγω της αδυναμίας του ατόμου να υποστεί ένα τέτοιο μέτρο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Mouisel v. France, προσφυγή 67263/01, ημερομηνίας 14/11/2002, παρ. 40, Rivière v. France, προσφυγή 33834/03, ημερομηνίας 11/7/2006 παρ. 64 και Kotsaftis v. Greece, προσφυγή 39780/06, ημερομηνίας 12/6/2008, παρ.50.
Συνεπώς και στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορούμενου οποιοδήποτε ιατρικό δεδομένο που να βεβαιώνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με την κατάσταση υγείας του. Τα όσα έχει θέσει η συνήγορος του και αφορούν το θέμα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, στο βαθμό που υποστηρίζεται από τα ιατρικά πιστοποιητικά και που λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, δεν είναι τέτοιας υφής που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική αντιμετώπιση ως προς το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Είναι προβλήματα που δύνανται να αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη αγωγή από το σωφρονιστικό ίδρυμα (βλ. Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 1186).
Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ, 1, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ, 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ, 36).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραθέτω ως ενδεικτικές τις ακόλουθες αποφάσεις.
Στην Κουλουντή ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 870 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και ληστεία κατά παράβαση των Άρθρων 371, 282, 283, και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Είχαν κλαπεί από την παραπονούμενη διάφορα αντικείμενα και χρηματικό ποσό συνολικής αξίας περί τα €500. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε συντρέχουσα ποινή φυλάκισης 2 ετών στην 1η και 2η κατηγορία. Ο εφεσείων ήταν 23 ετών (22 ετών κατά τη διάπραξη του αδικήματος), με λευκό ποινικό μητρώο και από τη συμμετοχή του στη διάπραξη των αδικημάτων δεν προκλήθηκε κανένας τραυματισμός ή σωματική βλάβη σε οποιονδήποτε πρόσωπο. Αποζημίωσε την παραπονούμενη και περαιτέρω, κρίθηκε ότι επήλθε αλλαγή στις προσωπικές του περιστάσεις. Κατ’ έφεση η ποινή που επιβλήθηκε στο αδίκημα της ληστείας μειώθηκε από 2 χρόνια σε 1 χρόνο φυλάκισης και η ποινή που επιβλήθηκε στην κατηγορία της συνομωσίας παραμερίστηκε.
Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2003) 2 ΑΑΔ, 83, ο Εφεσείων κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν σχεδόν 16 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Πρωτόδικα του επιβλήθηκε για το αδίκημα της ληστείας ποινή φυλάκισης 2 ετών. Ο Εφεσείων καταχώρισε έφεση τόσο κατά της ποινής όσο και για τη μη αναστολή αυτής. Ενώπιον του Εφετείου η έφεση κατά της ποινής απεσύρθη και περιορίστηκε μόνο στη μη αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση σημείωσε πως επρόκειτο για σοβαρή μορφή ληστείας, καλά προγραμματισμένη, που διενεργήθηκε με τη χρήση μαχαιριού προς εκπλήρωση των άνομων σκοπών των ληστών, έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση δια βίου.
Στην Ποράς κ.α. ν. Αστυνομίας (2005) 2 ΑΑΔ, 452, οι κατηγορούμενοι, ηλικίας 20 και 19 ετών αντίστοιχα, παραδέχθηκαν ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου το αδίκημα της ένοπλης ληστείας. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 4 και 3 ½ ετών. Το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη του τον πρόχειρο σχεδιασμό του εγκλήματος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν (ομοιώματα όπλων), την εξέλιξη (ουδείς τραυματίστηκε), το πολύ νεαρό της ηλικίας τους και τα ιδιαίτερα προβλήματα που αυτοί αντιμετώπιζαν, έκρινε ότι αισθητά μικρότερης έκτασης ποινή θα εξυπηρετούσε όλους τους σκοπούς. Κατ΄ επέκταση μείωσε τις ποινές σε 3 και 2 ½ έτη αντίστοιχα.
Στην Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, 17/2/2021 οι εφεσείοντες 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν παραδοχής σε αδικήματα συνωμοσίας για διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 4, 29 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ληστείας κατά παράβαση των άρθρων 4, 20, 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση των άρθρων 4, 20 και 324(1) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Πρωτόδικα, επιβλήθηκε στον 1ον Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 17 μηνών στην κατηγορία της ληστείας και στον 2ον Εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4 ετών. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το γεγονός ότι ο 1ος Εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εν αντιθέσει με τον 2ον Εφεσείοντα, ο οποίος είχε δύο προηγούμενες καταδίκες και ο οποίος, ζήτησε, να ληφθούν υπόψη, και λήφθηκαν, άλλες δύο ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε. Οι ποινές επικυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι στο σημείο αυτό στο ζήτημα της αρμόζουσας, υπό τις περιστάσεις, ποινής για τον Κατηγορούμενο.
Συνεκτιμώντας, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, τη συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, καταλήγω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο είναι, αναπόφευκτα, αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω σε σχέση με τον Κατηγορούμενο είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της.
Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο θα παραγνώριζε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, αφού δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτροπής τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και επίδοξων παραβατών, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι πρόκειται για αδικήματα τα οποία διαπράττονται με ιδιαίτερα ανησυχητική συχνότητα.
Συνακόλουθα, σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και έχοντας περαιτέρω κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ασκώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλονται στον Κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές:
Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών,
Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών.
Δεδομένου ότι πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσης, τα οποία διαπράχθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, οι πιο πάνω ποινές να συντρέχουν.
Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω αν υπάρχουν λόγοι αναστολής της ποινής φυλάκισης δυνάμει των προνοιών του περί της Υφ’ όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/1972). Η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία και ασκείται με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου.
Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938-939:
«Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Έχω επίσης κατά νου ότι η όποια επιείκεια έχει επιδείξει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προς καθορισμό της, δεν επηρεάζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει, κατά το στάδιο της κρίσης περί αναστολής της ποινής, ξεχωριστά όλα τα περιστατικά που αφορούν τον Κατηγορούμενο και τα οποία θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και να επιδράσουν με βάση τον σχετικό νόμο Ν. 95/72, ως τροποποιήθηκε.
Η πορεία εξέτασης θέματος αναστολής της εκτέλεσης της ποινής προϋποθέτει και επιβάλλει, όπως και στην Ιωσήφ (ανωτέρω) εντοπίζεται, την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος, των προσωπικών περιστάσεων ενός κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης συνολικά. Η τελική κρίση θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα πρέπει να εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου, η αναγκαιότητα αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή η απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Έχοντας εξετάσει τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης υπό το φως των σχετικών αρχών της Νομολογίας, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης του Κατηγορούμενου. Κατέληξα στα πιο πάνω αφού έλαβα υπόψη μου τις οικογενειακές και προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου αφενός και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφετέρου. Τα γεγονότα είναι τέτοια που, παρά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, τις ενδεχόμενες συνέπειες στους οικείους του και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες όπως αυτοί αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνονται εκ νέου υπόψη, δεν δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Συγκεκριμένα, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της επιβολής ποινής για τα αδικήματα της φύσης αυτής, τα οποία είναι εξαιρετικά σοβαρά, λόγω, μεταξύ άλλων, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και της ανάγκης αποτροπής των παραβατών και του κοινού. Συνεπώς, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα, τόσο στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 1, όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες σε ό,τι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1996) 2 ΑΑΔ 303).
Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο είναι άμεση.
Σε ότι αφορά τα προσωπικά αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ήτοι ρούχα και κινητά τηλέφωνα αυτά να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα τεκμήρια αυτά να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ………………………..
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο