ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MARIYA NEDODATOK κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 10524/2025, 20/11/2025
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. MARIYA NEDODATOK κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 10524/2025, 20/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Yπόθεσης: 10524/2025

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

 

Κατηγορούσα Αρχή

ν.

 

1.   MARIYA NEDODATOK

2.   ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΑΠΩΝΑΣ

Κατηγορούμεvοι

 

Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ζ. Κούμουρου.

Για τους Κατηγορούμενους: Αυτοπροσώπως.

Κατηγορούμενοι: παρόντες.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

1.           Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 255, 266 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία).

 

2.           Κλοπή εκ κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 20, 255 και 266 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2η κατηγορία).

 

3.           Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154  (3η κατηγορία).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 13/9/2025 στη Λάρνακα συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κλοπή.  Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία έκλεψαν από την κατοικία της Yiulia Tkachyk από την Ουκρανία διάφορα κοσμήματα συνολικής αξίας €1300, διάφορα ρούχα συνολικής αξίας €70 και το χρηματικό ποσό των €80 περιουσία του ανωτέρω αναφερόμενου προσώπου. Τέλος, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία εισήλθαν σε περιουσία που ήταν στην κατοχή της Yiulia Tkachyk από την Ουκρανία, δηλαδή στην κατοικία της με σκοπό να διαπράξουν το αδίκημα της κλοπής.

 

Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε 2 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με το άρθρο 74 (1) (γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, οι Κατηγορούμενοι τήρησαν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα. Κατατέθηκαν τέλος 10 τεκμήρια.

 

Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]  Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο.[2]

 

Πρώτος μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η αστυφύλακας 4575 Θέκλα Θρασυβούλου (ΜΚ1) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 1). Αναφέρθηκε στην καταγγελία που έγινε από την παραπονούμενη και στην κατάθεση που έλαβε από την ίδια. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τους Κατηγορούμενους. Η ΜΚ1 αναφέρει στην κατάθεση της όσα συνοπτικά της ανέφεραν τόσο η παραπονούμενη όσο και οι κατηγορούμενοι σε σχέση με τα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο  την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 και ως Τεκμήριο 3 και 4 την ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης 1 στη ρωσική και ελληνική γλώσσα αντίστοιχα.

 

Δεύτερη μάρτυρας για την κατηγορούσα Αρχή ήταν η παραπονούμενη Yiulia Tkachyk (ΜΚ2) η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της στη Ρωσική γλώσσα το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 5) και κατέθεσε επίσης τη μετάφραση της κατάθεσης της στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 6). Περαιτέρω, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και συμπληρωματική κατάθεση της στη Ρωσική γλώσσα το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε (Τεκμήριο 7) και κατέθεσε επίσης τη μετάφραση της συμπληρωματικής της κατάθεσης στην Ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 8). Συνοπτικά, η ΜΚ2 αναφέρει στις καταθέσεις της ότι διαμένει μαζί με την κόρη της στην Αραδίππου και εργάζεται σε εταιρεία η οποία ασχολείται με ενοικιάσεις οχημάτων. Αναφέρεται στη γνωριμία της με την Κατηγορούμενη 1 μετά από ένα τηλεφώνημα που έλαβε και την επαφή που ανέπτυξαν και διατηρούσαν για ένα χρονικό διάστημα 6 μηνών. Ακολούθως αναφέρει ότι την πήρε τηλέφωνο στις 9/9/2025 όταν η κατηγορούμενη 2 ήθελε να μεταβεί στην Ουκρανική Πρεσβεία στις 12/9/2025 και η ίδια προθυμοποιήθηκε να την πάρει στη Λευκωσία. Εν τέλει δεν την μετέφερε η ίδια και κάνει αναφορά σε συνάντηση που είχαν στο σπίτι της η παραπονούμενη, οι κατηγορούμενοι και ένας φίλος των κατηγορουμένων που τον έφεραν για να της τον γνωρίσουν. Στο σπίτι της έκαναν μπάρμπεκιου και μιλούσαν και λόγω του ότι ήπιαν ποτά της ζήτησαν να διανυκτερεύσουν στην οικία της και δέχθηκε. Ακολούθως, αναφέρει ότι στις 13/9/2025 στις 06:40 ξύπνησε και είχε δει ότι είχαν φύγει από το σπίτι οι κατηγορούμενοι αλλά είχε μείνει ο φίλος τους. Πήγε στην κουζίνα και είδε ότι έλειπε ένα βραχιόλι το οποίο το είχε σε ένα ερμαράκι δίπλα από τον νεροχύτη της κουζίνας. Στη συνέχεια πήγε στο υπνοδωμάτιο της στο οποίο είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ με την κόρη της και διαπίστωσε ότι από το κομοδίνο έλειπαν ένα ζευγάρι λευκόχρυσα σκουλαρίκια σε σχήμα καρδιάς και €800 σε μετρητά που βρίσκονταν στο συρτάρι του κομοδίνου.  

 

Στη συμπληρωματική της κατάθεση Τεκμήριο 8 ανέφερε ότι όλο το βράδυ υπήρχε κίνηση από όλους σε διάφορα μέρη του σπιτιού και δεν έβλεπε συνεχώς τους παρευρισκόμενους, ούτε γνωρίζει αν μπήκε κάποιος στο δωμάτιο της. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο φίλος των κατηγορουμένων δεν είχε μείνει μόνος στο σπίτι της αφού πήγαν μαζί στο αεροδρόμιο όταν ξύπνησαν το πρωί όπου είχε η ίδια μία δουλειά. Στις 14/9/2025 συνειδητοποίησε ότι έλειπε και μία τσάντα με ρούχα.

 

Περαιτέρω, οι καταθέσεις του Przemyslaw Sadowski που ήταν μαζί με την παραπονούμενη και τους κατηγορούμενους το επίδικο βράδυ κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου ως Τεκμήρια 9 και 10. Συνοπτικά αυτός αναφέρει ότι την Κατηγορούμενη 1 την γνωρίζει εδώ και 7 χρόνια. Της προσέφερε βοήθεια για στέγαση όπου διέμενε σε κάποιο δωμάτιο που της πρόσφερε από τις 8/9/2025 μέχρι και τις 13/9/2025 όπου δεν επέστρεψε. Περαιτέρω αναφέρεται στην επίσκεψη του ίδιου και των κατηγορουμένων στην οικία της παραπονούμενης για να γνωρίσει την παραπονούμενη και ότι τον κατηγορούμενο 2 τον είχε γνωρίσει πρώτη φορά στις 12/9/2025. Επειδή είχαν καταναλώσει ποτό στις 12/9/2025 διανυκτέρευσαν όλοι στο σπίτι της παραπονούμενης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το επόμενο πρωί ξύπνησε και είδε την παραπονούμενη ταραγμένη και του είχε πει ότι οι κατηγορούμενοι είχαν φύγει και έλειπαν πράγματα από την οικία της. Περαιτέρω ανέφερε στη συμπληρωματική του κατάθεση Τεκμήριο 10 ότι δεν είχε πει όλη την αλήθεια στην αρχική του κατάθεση λόγω του ότι φοβήθηκε και πρόσθεσε ότι είχε πάρει από την τσάντα της παραπονούμενης 5 ευρώ με άδεια από την παραπονούμενη και τα έδωσε στην κατηγορούμενη 1 για να αγοράσει τσιγάρα. Πρόσθεσε ότι είχε δει τους κατηγορούμενους τα ξημερώματα της 13/9/2025 που έφυγαν από το σπίτι της παραπονούμενης και τον ρώτησε ο κατηγορούμενος 2 εάν ήθελε να τον πάρουν Λεμεσό αλλά ο ίδιος ήθελε να μείνει για να συνεχίσει τη γνωριμία με την παραπονούμενη. Τέλος ανέφερε ότι το επίδικο βράδυ καθώς καθόταν στο μπαλκόνι είδε την κατηγορούμενη 2 να μπαίνει στο δωμάτιο της παραπονούμενης όπου έμεινε για πολύ λίγα λεπτά και στη συνέχεια βγήκε και του είπε ότι πεινούσε. Ανέφερε τέλος ότι όταν βγήκε από το δωμάτιο δεν την είδε να κάνει κάτι παράξενο.

 

Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης.

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό.[6]

 

Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι η αποδοχή κάποιων μαρτύρων ως αξιόπιστων δεν εξυπακούει πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας αφού η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους.[7] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[8]  

 

Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την Αστυφύλακα 4575 Θέκλα Θρασυβούλου (ΜΚ1) ήταν  θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα και πειστικότητα. Η ΜΚ1 επεξήγησε ουσιαστικά τις ανακριτικές ενέργειες που έλαβε στο πλαίσιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Συνακόλουθα, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή.  

 

Σε ότι αφορά την ΜΚ2 η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε δεν ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά, διαπιστώνω ότι αυτή δεν χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Η μαρτυρία της, χαρακτηρίζεται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη αυθορμητισμού ενώ ταυτόχρονα περιέπεσε σε αντιφάσεις αναιρώντας τα λεγόμενα της και τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις της παρά την αρχική υιοθέτηση τους. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της.

 

Αντεξεταζόμενη και ερωτηθείσα εάν είχε δει το βραχιόλι της στο ερμαράκι της κουζίνας όπως αναφέρει στην κατάθεση της Τεκμήριο 5 και 6 και το οποίο κατ’ ισχυρισμό κλάπηκε, διαφοροποίησε τη θέση της λέγοντας προφορικά ότι δεν το είχε δει  παρά τη σχετική περί τούτου αναφορά που κάνει στην κατάθεση της προσθέτοντας ότι υπάρχουν σημεία στην κατάθεση της που δεν ισχύουν όπως ανέφερε, ότι δεν είναι γραμμένα ορθά και ότι είναι μπερδεμένα χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει ποια είναι αυτά τα σημεία.

 

Μάλιστα, διαφοροποιώντας της αρχική τοποθέτηση της ότι είχε το βραχιόλι της σε ένα ερμαράκι στην κουζίνα ανέφερε ότι είναι η κατηγορούμενη 2 που της είπε ότι το έβαλε πάνω σε ένα ραφάκι και ότι η ίδια δεν το είχε δει παρά τη σχετική περί τούτου αναφορά που γίνεται στην κατάθεση της.

 

Ακολούθως, ερωτηθείσα σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της αν είχε δει το τρίτο πρόσωπο που ήταν μαζί τους το επίδικο βράδυ επ΄ ονόματι Przemyslaw Sadowski άλλως Σλάβα να κρύβει κάτι και παρά την μη ύπαρξη οποιασδήποτε τέτοιας αναφοράς στην κατάθεση της ανέφερε ότι τον είχε δει όταν επέστρεψαν από την Αστυνομία την επόμενη μέρα να βγάζει από τη σκάλα που βρίσκεται στην είσοδο της πολυκατοικίας ένα κουτί με τσιγάρα και παρά το ότι δέχθηκε ότι θεώρησε ύποπτη αυτήν την κίνηση εντούτοις δεν σκέφτηκε να τον ρωτήσει τι ήταν αυτό που πήρε από τη σκάλα και για ποιο λόγο βρισκόταν κάτω από τη σκάλα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ούτε εξήγησε για ποιο λόγο όχι μόνο δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά περί τούτου στις καταθέσεις της αλλά αντίθετα η τοποθέτηση της στις καταθέσεις της ήταν ότι δεν είχε δει το Σλάβα να έχει οτιδήποτε μαζί του πέραν από μία τσάντα με λίγα ρούχα.  

 

Περαιτέρω, ερωτηθείσα σε σχέση με την ώρα που αναχώρησε ο Σλάβα από την οικία της ανέφερε και πάλι ότι δεν είναι σωστή η κατάθεση της και σε περαιτέρω ερώτηση ως προς του που θα έπρεπε να βασιστεί κάποιος ανέφερε και πάλι ότι δεν είναι σωστά γραμμένα στην κατάθεση της χωρίς και πάλι να διευκρινίζει τι ακριβώς δεν είναι σωστό στην κατάθεση της.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της ΜΚ2 και καθιστούν ακροσφαλή την αποδοχή της μαρτυρία της από το Δικαστήριο. Η ΜΚ2 ενώ αρχικά υιοθέτησε ως ορθά και αληθή τα όσα ανέφερε στις καταθέσεις της εντούτοις, στη συνέχεια, αντεξεταζόμενη αναίρεσε το περιεχόμενο των καταθέσεων της στην ολότητα τους λέγοντας ευθαρσώς ότι τα όσα εκεί καταγράφονται δεν είναι ορθά και είναι μπερδεμένα. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της ΜΚ2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της, καταλήγω ότι η μαρτυρία της δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία της και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας της εν λόγω μάρτυρος σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της να καθίσταται ακροσφαλής.[9]

 

Έχω αναφέρει προηγουμένως ότι οι κατηγορούμενοι επέλεξαν, ως είχαν απόλυτο  δικαίωμα, να παραμείνουν σιωπηλοί χωρίς να προσκομίσουν και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον τους αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου.[10]

 

Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή των κατηγορουμένων, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου.[11]

 

Ο κατηγορούμενος 2 στην κατάθεση του αναφέρεται στη σχέση του με την Κατηγορούμενη 1 και ότι αυτή του ζήτησε στις 12/9/2025 να την μεταφέρει στην Πρεσβεία της Ουκρανίας στη Λευκωσία για να παραλάβει το διαβατήριο της. Περαιτέρω αναφέρεται στην επίσκεψη του στον Σλάβα όπου είχε διανυκτερεύσει το προηγούμενο βράδυ η κατηγορούμενη 1 και στο γεγονός ο Σλάβα επρόκειτο να την μεταφέρει στην Πρεσβεία και στην επιστροφή θα πήγαιναν στο σπίτι κάποιας φίλης της για να της γνωρίσει τον Σλάβα. Προσφέρθηκε να τους μεταφέρει ο ίδιος Λευκωσία και να του βάλει βενζίνη ο Σλάβα πράγμα που έγινε. Πέρασαν από την Πρεσβεία και ακολούθως ήρθαν Λάρνακα και πήγαν σπίτι της παραπονούμενης όπου έκαναν μπάρμπεκιου και ήπιαν διάφορα ποτά. Ακολούθως αναφέρεται στο γεγονός της διανυκτέρευσης όλων των προσώπων στην οικία της παραπονούμενης και της αναχώρησης του ίδιου και της κατηγορούμενης 1 το πρωί. Ρώτησε την Καττηγορούμενη 1 εάν έκανε οτιδήποτε και αυτή του απάντησε ότι δεν έκανε τίποτα. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τα αντικείμενα που κατ’ ισχυρισμό έλειπαν από την οικία της παραπονούμενης.  

 

Η κατηγορούμενη 1 στην κατάθεση της αναφέρεται στη σχέση της με τον Κατηγορούμενο 2 καθώς και με τον Przemyslaw Sadowski άλλως Σλάβα. Περαιτέρω αναφέρεται στη γνωριμία της με την παραπονούμενη και την επαφή που είχαν. Αναφέρεται και αυτή στην μετάβαση της στην Πρεσβεία της Ουκρανίας με τον Σλάβα και τον κατηγορούμενο 2 και την επίσκεψη στην οικία της παραπονούμενης στην οποία είχαν διανυκτερεύσει. Περιγράφει τα όσα διαμείφθηκαν εκείνο το βράδυ όπου μαγείρευαν. Προσθέτει ότι εκείνο το βράδυ η παραπονούμενη και ο Σλάβα πήγαν στο δωμάτιο της παραπονούμενης κάποιες φορές όπου συνευρέθηκαν ερωτικά πράγμα το οποίο άκουσε. Ακολούθως αναφέρεται στην αναχώρηση τους πλην του Σλάβα το πρωί στις 13/9/2025 και στην κλήση που έλαβε από την παραπονούμενη όπου την ρωτούσε που είναι η καδένα της και η κατηγορούμενη 1 της είπε ότι την βρήκε η κόρη της στο πάτωμα και την έβαλαν μαζί με την κόρη της στην κουζίνα. Ερωτηθείσα για τα αντικείμενα που κατ’ ισχυρισμό έλειπαν από την οικία της παραπονούμενης ανέφερε ότι η ίδια δεν έκανε κάτι και δεν γνωρίζει κάτι για αυτά. Στη συνέχεια, κάνει αναφορά στο γεγονός ότι όταν συνέλαβαν τον Κατηγορούμενο 2 η ίδια πήρε τηλέφωνο την παραπονούμενη και η παραπονούμενη την ενημέρωσε ότι κατήγγειλε και τους τρεις και την ρώτησε τι θέλει για να αποσύρει την καταγγελία επειδή θεωρούσε άδικο να πάει κάποιος άδικα φυλακή και η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ήθελε €2000 για να αποσύρει την καταγγελία. 

 

Έχοντας κατά νου τις αναφορές των κατηγορουμένων στις καταθέσεις τους, οι ίδιοι αρνούνται την οποιαδήποτε εμπλοκή στη διάπραξη των αδικημάτων που τους καταλογίζονται.

 

Tο βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[12] Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[13] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[14] 

 

Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου  καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη.[15]

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246 επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι:

 

«Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στην Τούμπας v. Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Εν προκειμένω έχει απορριφθεί η μαρτυρία της παραπονούμενης, και η λοιπή μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που έγινε αποδεκτή ουδόλως βοηθά στη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους. Τούτο διότι η μαρτυρία της ΜΚ1 περιορίστηκε απλώς στις ανακριτικές ενέργειες που έλαβε και στη λήψη των καταθέσεων από την παραπονούμενη και τους κατηγορούμενους χωρίς η ίδια να έχει γνώση σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, το περιεχόμενο των καταθέσεων του Przemyslaw Sadowski άλλως Σλάβα οι οποίες κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους επίσης δεν βοηθά στη στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους. Τούτο διότι η μοναδική αναφορά που γίνεται ως προς το ότι το επίδικο βράδυ είδε την Κατηγορούμενη 1 να μπαίνει σε κάποια φάση για λίγα λεπτά στο δωμάτιο της παραπονούμενης και ότι όταν βγήκε από το δωμάτιο δεν την είδε να κάνει κάτι παράξενο, από μόνη της δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα και ταυτόχρονα ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία πως η κατηγορούμενη έκλεψε τα αντικείμενα τα οποία κατ’ ισχυρισμό κλάπηκαν.

 

Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί, σε επίπεδο εικασιών. Αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ' αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του.[16]

 

Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης που δόθηκε για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις κατηγορίες που έχουν προσαφθεί στους Κατηγορούμενους 1 και 2.

 

Συνακόλουθα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

 

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………..

Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35

[2] G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου (2001) 1Γ ΑΑΔ 1924).

[3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.

[4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

[5] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Κυριάκου ν. Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ, 499.

[6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/2011, ECLI:CY:AD:2017:A202, ημερομηνίας 31.5.2017.

[7] Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., Πολ. Έφεση 269/12, Λεμονάρης Αιμίλιος ν. Γιάννη Βιολάρη (2016) 1 ΑΑΔ 378

[8] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997)  1 Α.Α.Δ. 614)

[9] (βλ. Ομήρου v. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 98, 101, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας (1998) 2 ΑΑΔ 449, 452, Νικολάου v Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390, 408 και Δημητρίου v. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 326, 349). 

 

[10] Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 590.

[11] Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022.

[12] Charitonos and others v. The Republic (1971) (1971) 2 CLR 40, Woolmighton v. D.P.P. (1935) AC 462.

[13] Λοϊζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 434).

[14] Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401.

[15] Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και  Kafalos v. The Queen 19 CLR 121).

[16] Ξενοφώντος Κύπρος ν. KN Zoo Bar Restaurant Ltd και Άλλων (2016) 1 ΑΑΔ 2786.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο