ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Ε.Δ.
Αρ. Υπ. 1325/2022
Μεταξύ:
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΛΕΣΥΒΙΧ
Παραπονούμενης
-και-
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ ΧΟΥΒΑΡΤΑΣ
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 17.12.2025
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χρήστου
Για Κατηγορούμενο: κ. Αλεξάνδρου
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αφορούν σε κατ’ ισχυρισμό ανυπακοή σε διάταγμα επικοινωνίας που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, σε διάφορες ημερομηνίες, ενώ είχε την φύλαξη και την φροντίδα των ανήλικων τέκνων που απόκτησε με την Παραπονούμενη, παράνομα δεν τα παράδωσε στην Παραπονούμενη με αποτέλεσμα να παράκουσε το πιο πάνω διάταγμα ημερομηνίας 22.12.2021 με το οποίο διαταζόταν να τα παραδώσει.
Το επίμαχο διάταγμα, το οποίο σημειώνω ήταν προσωρινό, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και διαλάμβανε τα εξής:
«1. ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ, με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία της Αιτήτριας με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, ........, ........... και .........., ως ακολούθως:
(α) Κάθε Δευτέρα, από η ώρα 3:00 μ.μ. μέχρι η ώρα 7:00 μ.μ., της ίδιας ημέρας, του δικαιώματός της αρχομένου τη Δευτέρα 27.12.2021.
(β) Κάθε Τετάρτη, από η ώρα 3:00 μ.μ. μέχρι η ώρα 7:00 μ.μ., της ίδιας ημέρας, του δικαιώματός της αρχομένου τη Τετάρτη 29.12.2021.
(γ) Κάθε Σάββατο ή Κυριακή, εναλλάξ, από η ώρα 10:00 π.μ. μέχρι η ώρα 6:00 μ.μ, της ίδιας ημέρας, του δικαιώματός της αρχομένου την Κυριακή 26.12.2021.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση διατάσσεται όπως παραδίδει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στην Αιτήτρια στον τόπο διαμονής του κατά τις πιο πάνω ημέρες και ώρες επικοινωνίας και παραλαμβάνει αυτά από την Αιτήτρια, στο ίδιο μέρος, κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας της.
Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως επιστρέφει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στον Καθ’ ου η αίτηση στον τόπο διαμονής του κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας της.
Τα πιο πάνω Προσωρινά Διατάγματα θα ισχύουν μέχρι την τελική εκδίκαση της ανταπαίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου...»
(Η απάλειψη των ονομάτων των ανηλίκων έγινε από το παρόν Δικαστήριο)
Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι το πιο πάνω διάταγμα ακυρώθηκε με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου κατόπιν σχετικών εφέσεων στις 7.7.2022 (Τεκμήριο 6)
Μαρτυρία
Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δυο μάρτυρες στο Δικαστήριο. Την ίδια την παραπονούμενη (ΜΚ1) και την Ν.Π. (ΜΚ2) η οποία είναι φίλη της παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος κατάθεσε στο Δικαστήριο ανωμοτί δήλωση (Έγγραφο Α) και κάλεσε προς υπεράσπιση του τρεις μάρτυρες, τον Αστ. 307(ΜΥ1) του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, τον Γ.Λ (ΜΥ2) του γραφείου Παιδείας Δημοτικής Εκπαίδευσης στην Πάφο και τον Χ.Χ. (ΜΥ3) Βοηθό Υπαστυνόμου στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου επίσης.
Αναφορικά με την ΜΚ1, για σκοπούς της παρούσας αναφέρω ότι υιοθέτησε και κατάθεσε γραπτή δήλωση στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1) μέσω της οποίας πρόβαλε τους δικούς της ισχυρισμούς. Σύμφωνα με τα όσα κατάθεσε αναγκάστηκε στις 20.10.2020 για τους λόγους που αναφέρει στο Τεκμήριο 1 να εγκαταλείψει την συζυγική κατοικία και ο γάμος της με τον κατηγορούμενο λύθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου στις 22.3.2023.
Το διάταγμα το οποίο κατ’ ισχυρισμό παραβίασε ο Κατηγορούμενος σε διάφορες ημερομηνίες εκδόθηκε στις 22.12.2021 (Τεκμήριο 2) στην παρουσία του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3).
Σύμφωνα επίσης με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος από την ημέρα έκδοσης του διατάγματος (Τεκμήριο 2) αρνείτο και δεν παρέδιδε τα παιδιά στην παραπονούμενη στις ώρες και ημέρες που καθόριζε το εν λόγω διάταγμα και αρνείτο σκόπιμα να συμμορφωθεί με αυτό, θέλοντας να την εκδικηθεί για τον χωρισμό τους. Ανάφερε ακόμη ότι το εν λόγω διάταγμα ακυρώθηκε στις 7.7.2022 με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6).
Τα παιδιά τους, είπε, είχαν άριστη σχέση μαζί της πριν την έκδοση του επίδικου διατάγματος αλλά μετά την έκδοση του, ο Κατηγορούμενος τρομοκρατούσε τα παιδιά και τους υπέβαλλε να μην την βλέπουν, να μην επικοινωνούν με αυτή και να μην έχουν επαφές μαζί της. Κάθε φορά που πήγαινε να τα παραλάβει στις ημέρες και ώρες που όριζε το διάταγμα είτε ερχόταν ο Κατηγορούμενος για να τις πει ότι τα παιδιά δεν θα παν μαζί της είτε το μεγαλύτερο τους παιδί το οποίο φαινόταν στο ύφος του και ξεκάθαρα από τις κινήσεις του παιδιού ότι ο Κατηγορούμενος κρυβόταν πίσω από την πόρτα για να βεβαιωθεί ότι θα πει το παιδί αυτά που του υπέβαλλε. Κάθε φορά που αρνείτο να της τα παραδώσει έκανε καταγγελία στην Αστυνομία.
Η ΜΚ2 κατάθεσε ως φίλη της ΜΚ1 η οποία ισχυρίστηκε ότι συνόδευε την ΜΚ1 τους πρώτους δυο μήνες συνέχεια όταν πήγαινε να παραλάβει τα παιδιά στην πολυκατοικία που διέμεναν. Η ΜΚ2 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο ο κατηγορούμενος δεν δίνει τα παιδιά στην ΜΚ1 και έτσι η τελευταία δεν είχε συναντήσεις με αυτά. Όταν πήγαινε εκεί μαζί με την ΜΚ1 είπε, ο Κατηγορούμενος έφερνε τα παιδιά. Δεν θυμάται ακριβώς πόσες φορές, αλλά ήταν σχεδόν κάθε φορά και έμενε στο αυτοκίνητο και περίμενε. Ενώ περίμενε στο αυτοκίνητο η παραπονούμενη ήταν μπροστά στην είσοδο. Εκείνη μπορούσε να ακούει τι γινόταν. Ήθελε να πηγαίνει μαζί της για είναι φίλες.
Ο Κατηγορούμενος κατάθεση ανωμοτί δήλωση (Έγγραφο Α) έκτασης 5 σελίδων στην οποία, μεταξύ άλλων, σχολιάζει την μαρτυρία της ΜΚ1 θέλοντας να επισημάνει ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Τονίζει δε ότι κάθε φορά είχε διαθέσιμα τα παιδιά τους για να τα παραλάβει η ΜΚ1 όμως τα παιδιά δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την ΜΚ1 λόγω των όσων είχαν βιώσει ένεκα της συμπεριφοράς της και της αδιαφορίας της.
Ο ΜΥ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο κατάλογο εγγραφών στο ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων της Αστυνομίας που αφορά τους διαδίκους (Τεκμήριο 9), Κατά την επίμαχη περίοδο μεταξύ 26.12.2021 και 31.1.2022 ήταν τοποθετημένος στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό. Ο ΜΥ1 ανάφερε ότι έγιναν αρκετές καταχωρήσεις στο ημερολόγιο και γνώρισε κατ’ ιδίαν τους διαδίκους στον Αστυνομικό Σταθμό. Αναφέρθηκε δε σε δυο περιστατικά στις 26.12.2021 και 27.12.2021 όπου και στις δυο περιπτώσεις τα παιδιά ρωτήθηκαν από την Αστυνομία και από κοινωνική λειτουργό και δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την μητέρα τους (ΜΚ1). Είχε επίσης αναφέρει ότι η ΜΚ1 δεν προέβαινε σε καταγγελίες αλλά απλά ζητούσε να καταγράφονται τα περιστατικά.
Ο ΜΥ2 ανάφερε ότι μεταξύ 20.10.2020 και 10.11.2020 η ανήλικη κόρη των διαδίκων απουσίασε 11 ημέρες από το σχολείο της. 5 ημέρες μέσα στον Οκτώβριο και 6 στον Νοέμβριο. Την ίδια περίοδο απουσίαζε ακόμη ένα παιδί αλλά δεν γνωρίζει τον λόγο για την απουσία των δυο αυτών παιδιών.
Ο ΜΥ3 ανάφερε ότι επιθεώρησε το Τεκμήριο 9 από το οποίο απουσίαζαν καταχωρήσεις και τις παρουσίασε (Τεκμήρια 11, 12, 13) εξηγώντας παράλληλα ότι ο ΜΥ1 δεν εντόπισε κάποιες καταχωρήσεις. Αναφέρθηκε επίσης στην επιστολή (Τεκμήριο 5) που είχε συντάξει ο ίδιος και απέστειλε στον δικηγόρο της ΜΚ1. Ανάφερε επίσης ότι σε όλες τις αναφορές που έγιναν στον Αστυνομικό Σταθμό, φάνηκε ξεκάθαρα ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την μητέρα τους και αυτό παρά την συμβολή του γραφείου ευημερίας. Πρόσθεσε ότι δεν ήταν αντικείμενα για να τα πάρουν με το ζόρι και όταν δυο γονείς προσέρχονται στην Αστυνομία και καλείται το γραφείο ευημερίας και τα παιδιά αρνούνται να ακολουθήσουν την μητέρα τότε δεν είναι η ίδια περίπτωση με την περίπτωση όπου ένας εκ των δυο γονέων δεν συμμορφώνεται με το διάταγμα. Τα παιδιά των διαδίκων δεν ήταν σε βρεφική ή νηπιακή ηλικία.
Αγορεύσεις
Και οι δυο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.
Αξιολόγηση
Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες. Ολόκληρη η μαρτυρία τους έχει καταγραφεί στα πρακτικά και έχει αποτιμηθεί στο σύνολο της. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, έχοντας εξετάσει επίσης το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και έλαβα υπόψη την εικόνα τους στο Δικαστήριο (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ 447, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη (2002) 1 Α.Α.Δ 401, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ 173, Κυπριανού ν Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ 816).
Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες δεν καταστρέφουν την όλη αξιοπιστία του μάρτυρα, την οποία το Δικαστήριο δεν εξετάζει αποσπασματικά (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ 320).
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να καταγράψω όσα αποκόμισα από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία.
Μαρτυρία ΜΚ1
Αρχίζοντας από την ΜΚ1 αναφέρω ότι η μαρτυρία της στο βαθμό που αφορά την έκδοση του επίδικου διατάγματος και στη μη συμμόρφωση με αυτό από την ημερομηνία έκδοσης του μέχρι την ημερομηνία ακύρωσης του δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτή.
Σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της προτού προχωρήσω θα πρέπει να επισημάνω ότι η θέση που προώθησε η ΜΚ1 με την κυρίως εξέταση της, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος αρνείτο να της παραδώσει τα παιδιά ενώ στην αντεξέταση προέκυψε ότι τα ίδια τα παιδιά δεν ήθελαν να την ακολουθήσουν.
Συνεχίζοντας, μαρτυρία της ΜΚ1 αποτελείται από γενικές και αόριστες αναφορές και ήταν εμφανές ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για κάθε ημερομηνία που αφορούν οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Ήταν επίσης εμφανής η προσπάθεια της να επιρρίψει κάθε ευθύνη στον Κατηγορούμενο για την μη τήρηση των όρων του διατάγματος χωρίς όμως να έχει δώσει στο Δικαστήριο τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Ως είχε αναφέρει μάλιστα και η ίδια στην αντεξέταση της ότι δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία γιατί δεν θυμάται και δεν κατάγραφε σε κάθε ημερομηνία τι γινόταν (βλ. πρακτικά 17.1.2025 σελ. 4). Είναι μεν μη αμφισβητούμενο από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν έχει συμμορφωθεί ο κατηγορούμενος με τους όρους του διατάγματος, θα ανάμενε όμως το Δικαστήριο από την ΜΚ1, να ήταν σε θέση να τοποθετηθεί συγκεκριμένα επί των ημερομηνιών για τις οποίες προβάλλει παράπονο ότι δεν συμμορφώθηκε ο κατηγορούμενος με το διάταγμα, δεδομένης και της θέσης της ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να την ακολουθήσουν γιατί τα καθοδηγούσε και τα επηρέαζε ο Κατηγορούμενος.
Υπενθυμίζω ότι, το ένα παιδί δεν φαίνεται να έχει και αρνείται επικοινωνία μαζί της ακόμη και μετά την ενηλικίωση. Η ΜΚ1 δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει που υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία και είχε προσπαθήσει να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Μετάβαλε έπειτα την θέση της αναφέροντας ότι, το ίδιο παιδί δεν της αποκάλυψε σε ποια μονάδα υπηρετούσε και αφού τον ρώτησε αν μπορεί να πάει να μιλήσει μαζί του της απάντησε αρνητικά (βλ. πρακτικά 17.12.2024 σελ. 17). Συνεπώς επικοινώνησε μαζί του. Ακόμη όμως και στην απουσία του Κατηγορούμενου, το παιδί δεν ανταποκρίθηκε στην προσπάθεια της μητέρας να το βρει για να μιλήσουν. Δέχθηκε επίσης σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης ότι και τα άλλα παιδιά ζήτησαν να μην τα βλέπει, όπως για παράδειγμα η μικρή της κόρη είχε αναφέρει ότι δεν θέλει να την βλέπει για αυτά που της έκανε και ότι την φοβάται (βλ. πρακτικά 10.1.2025 σελ. 9) και πρόβαλαν παράπονα για την συμπεριφορά της (πρακτικά 10.1.2025 σελ. 10).
Όποτε ζητείτο από την ΜΚ1 να δώσει λεπτομέρειες έκανε γενικές αναφορές ότι ο Κατηγορούμενος καθοδηγούσε τα παιδιά και τα έβαζε να διαβάζουν χαρτιά του Δικαστηρίου, ότι της έλεγαν πως τα κτυπούσε, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πίσω από την πόρτα για να βεβαιώνεται ότι θα έλεγαν αυτά που ήθελε να της πουν. Όταν όμως της τέθηκε ότι στον Αστυνομικό Σταθμό στην παρουσία λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και Αστυνομικών τα παιδιά παρόλο που είχαν ξεχωριστή συνάντηση με αστυνομικούς και λειτουργό αρνούνταν να την ακολουθήσουν ανάφερε ότι δεν θυμάται να της είπαν συγκεκριμένο λόγο. Στην αντεξέταση της είχε δεχθεί επίσης ότι όταν τηλεφωνούσε στην Αστυνομία ζητούσε να καταγραφεί ότι τα παιδιά δεν επιθυμούσαν να πάνε μαζί της (βλ, πρακτικά 14.12.2024 σελ. 20). Υπενθυμίζω και τονίζω ότι στην δήλωση της (Έγγραφο Α) κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης της η θέση που προώθησε ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέτρεπε σε εκείνη να έχει επαφή με τα παιδιά σκόπιμα και με δόλο θέλοντας να την εκδικηθεί γιατί χώρισαν. Θέση η οποία ασφαλώς είναι αντίθετη με αυτήν στην αντεξέταση της ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να την ακολουθήσουν.
Όταν ρωτήθηκε εάν ανέβαινε στο διαμέρισμα για να παραλαμβάνει τα παιδιά είπε ότι δεν ανέβηκε. Ήταν, είπε, πάντα στην είσοδο ο Κατηγορούμενος (βλ. πρακτικά 17.12.2024 σελ. 27). Έπειτα είπε ότι ήταν συνήθως εκεί ο Κατηγορούμενος και τις περισσότερες φορές και ήταν και συγγενείς του εκεί και έπρεπε να κάνει καβγά για να πάει πάνω (βλ. πρακτικά 17.12.2024) σελ. 28). Ακολούθως είπε όταν κατέβαινε κάποιο παιδί ο Κατηγορούμενος κρυβόταν πίσω από τις πόρτες (βλ. πρακτικά 17.12.2024 σελ. 29). Σε άλλα σημεία ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος γελούσε ειρωνικά, ότι κρατούσε την μικρή κόρη μακριά για να μην της μιλήσει (βλ. πρακτικά 17.1.2025 σελ. 4) ότι κάποιες φορές κατέβαινε ο Κατηγορούμενος και της έλεγε ότι δεν θα έρθουν τα παιδιά και κάποιος φορές κάποιο από τα παιδιά. Είναι προφανές ότι εδώ η ΜΚ1 αναφερόταν σε διάφορες ημερομηνίες. Πρόσθεσε όμως ότι την πρώτη φορά που πήγε να παραλάβει τα παιδιά ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε να καταγράψει ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να την ακολουθήσουν ενώ ως αναφέρω πιο πάνω η ίδια δέχθηκε ότι δήλωνε εκείνη στην Αστυνομία ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να πάνε μαζί της. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά 17.12.2024 σελ.29 – 30 το οποίο αποδίδει χαρακτηριστικά ως παράδειγμα κατά την κρίση μου την αοριστία και γενικότητα που διακατείχε την μαρτυρία της ΜΚ1:
«Ε...Τι εννοείς προσπαθούσε, κυρία; Εμπόδιζε τον κάποιος; Τι εννοείς προσπαθούσε να τηλεφωνήσει της Αστυνομίας; Φώναζες εσύ; Έγινε κάποια ένταση και προσπαθούσε και δεν έβρισκε τηλέφωνο να τηλεφωνήσει; Εξήγησε μας.
Α. Όχι δεν έγινε κάποια ένταση αλλά προσπαθούσε να καταγράψει ότι τα παιδιά δεν θέλουν να έρθουν.
Ε. Πως προσπαθούσε να το καταγράψει; Με στυλό; Με πένα; Με μολύβι;
Α. Έπαιρνε τηλέφωνο την Αστυνομία.
Ε. Είδες εσύ ότι καλούσε με το κινητό του την Αστυνομία κυρία;
Α. Δεν έβλεπα τον αριθμό που καλούσε αλλά καταλάβαινα από τις κινήσεις του, από την ανησυχία του αυτό το πράγμα.
Ε. Δηλαδή είναι οι σκέψεις που έκανες στο δικό σου μυαλό, όχι γιατί άκουσες τον Κατηγορούμενο να λέει «κύριε Αστυφύλακα είμαι στο τάδε μέρος και έχω αυτό το θέμα». Δεν άκουσες εσύ κάτι. Έτσι εξέλαβες εσύ με το δικό σου μυαλό.
Α. Μπορεί να μην θυμάμαι ακριβώς τι έλεγε και πως αντιλήφθηκα ότι έπαιρνε την Αστυνομία, αλλά για να το λέω μάλλον το είχα καταλάβει ή προσπαθούσε να μιλήσει με την Αστυνομία και το άκουγα ή...»
Έχοντα υπόψιν τα πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι σε καίρια σημεία, η μαρτυρία της έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία της ΜΚ2 με την οποία θα ασχοληθώ πιο κάτω.
Πρέπει επίσης να προστεθεί και το εξής. Ενώ ο συνήγορος της υπόβαλλε προς το Δικαστήριο ότι στην παρούσα υπόθεση εκδικάζεται μια μητέρα που για χρόνια στερείται τα παιδιά της, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να μην αναφερθεί ότι, προκάλεσε εντύπωση η παθητική σχεδόν χωρίς συναίσθημα, στάση της ΜΚ1 και η απουσία οποιασδήποτε αντίδρασης σε ερωτήσεις και υποβολές που την ήθελαν να είναι βίαιη προς τα παιδιά της και κακή μητέρα. Της τέθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κλείδωσε τον Α στο καπό του αυτοκινήτου (πρακτικά 17.12.2024 σελ. 32) και ότι κτυπούσε, μεταξύ άλλων, τον Γ. με ζώνη (πρακτικά 17.12.2024 σελ. 33), ότι με το νέο διάταγμα βλέπει τα παιδιά μόνο 10-15 λεπτά γιατί βιάζεται να πάει στο γυμναστήριο (πρακτικά 10.1.2025 σελ. 5), ότι άφηνε την μικρή κόρη μόνη της στο σπίτι και δεν της έδινε κανονικά φαγητό (πρακτικά 10.1.2025 σελ. 7), ότι έκλεισε το μεσαίο παιδί στο ερμάρι (πρακτικά 10.1.2025 σελ. 10), ότι δεν τους κατακράτησα χρήματα που δικαιούνταν (πρακτικά 10.1.2025 σελ. 13) για να αναφέρω μερικά παραδείγματα. Προβληματίζει η εικόνα αυτή εάν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για την μητέρα των παιδιών που ζητεί την τιμωρία του πατέρα επειδή της τα στέρησε (κατά την ίδια).
Από την εικόνα που έχω αποκομίσει, είναι προφανές ότι το πρόβλημα επικοινωνίας που έχει με τα παιδιά της δεν προκύπτει μόνο από την μη τήρηση του διατάγματος αλλά και από την στάση της ίδιας. Από την εικόνα που αποκόμισα μέσα από την εκτεταμένη αντεξέταση της ΜΚ1, τα αίτια γιατί δεν ήθελαν τα παιδιά να πηγαίνουν με εκείνη, είναι βαθύτερα και δεν μπορεί να έχουν προκύψει αποκλειστικά λόγω της οποιαδήποτε συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου.
Μαρτυρία ΜΚ2
Η ΜΚ2 είναι φίλη της ΜΚ1 η οποία κλήθηκε από την τελευταία για να δώσει μαρτυρία ως το άτομο που την συνόδευε και έβλεπε ή και άκουγε τι συνέβαινε όταν η ΜΚ1 πήγαινε για να παραλάβει τα παιδιά της ως προνοούσε το επίδικο διάταγμα. Αντί όμως να επιβεβαιωθεί η ΜΚ1 από την ΜΚ2 εν τέλει διαφάνηκε ότι υπήρχε διάσταση στη μαρτυρία τους. Αν και συνέκλιναν ως προς την άρνηση των παιδιών να ακολουθήσουν την ΜΚ1, στο βαθμό δε που η μαρτυρία αφορούσε στις οποιεσδήποτε ενέργειες αποδόθηκαν στον Κατηγορούμενο από την ΜΚ1 θεωρώ ότι υπήρξε πλήρης αντίθεση μεταξύ των δυο. Δεν θεωρώ ότι η ΜΚ2 προσήλθε στο Δικαστήριο με μόνο σκοπό να εξυπηρετήσει την φίλη της. Δεν είναι όμως δυνατόν μετά από όσα μαρτύρησε η ΜΚ2 να έχουν και οι δυο πει την αλήθεια ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να έχουν γεννηθεί περισσότερα ερωτήματα παρά να έχουν δοθεί απαντήσεις. Και το πιο πάνω συμπέρασμα δικαιολογείται κατά την κρίση μου από όλα όσα ακολουθούν:
Αρχικά, η ΜΚ2 ανάφερε ότι συνόδευε συνεχώς την ΜΚ1 τους πρώτους δυο μήνες και ότι έμενε στο αυτοκίνητο και περίμενε ενώ άκουγε και έβλεπε τι γινόταν και όταν ρωτήθηκε πόσο μακριά ήταν έδειξε από το εδώλιο του μάρτυρα μέχρι τον τοίχο απέναντι, δηλαδή σχετικά κοντινή απόσταση. Στην αντεξέταση της είπε ότι άκουγε τα παιδιά να μιλούν στην ΜΚ1. Η ΜΚ1 τα ρωτούσε πως είναι και τι κάνουν και αυτά απαντούσαν. Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί τι έλεγαν. Δεν θυμόταν να πει επίσης αν κάποια φορά δεν ήταν εκεί και τα τρία παιδιά. Υπενθυμίζω ότι θέση της ΜΚ1 ήταν πως κάποτε κατέβαινε ένα παιδί, κάποτε κατέβαινε ο Κατηγορούμενος.
Η ΜΚ2 όμως ανάφερε κάτι πολύ σημαντικό και αυτό ήταν ότι θυμάται την ΜΚ1 να ζητά πάντα από τα παιδιά να την ακολουθήσουν, θέση η οποία είναι παντελώς αντίθετη από την όλη μαρτυρία της ΜΚ1. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά 19.3.2025 σελ. 13-14:
«Ε. Όταν πηγαίνατε εκεί και κατέβαινε η φίλη σας, ζητούσε από τα παιδιά να την ακολουθήσουν;
Α. Εννοείτε η Κατερίνα να ζητούσε στα παιδιά.
Ε. Ναι;
Α. Δεν θυμάμαι, δεν μπορώ να σας πω με ακρίβεια αλλά θυμάμαι ότι κάποιες φορές τα ρωτούσε θέλετε να έρθετε μαζί μας σπίτι;
Ε. Υπάρχουν δηλαδή φορές που δεν έλεγε στα παιδιά αυτό που έχετε πει μόλις τώρα;
Α. Ναι.»
Ε. Δηλαδή, αν έχω καταλάβει καλά κυρία μάρτυς, κάποιες φορές η φίλη σας έλεγε στα παιδιά είσαστε καλά και τα παιδιά έλεγαν κάτι που δεν θυμάστε λέτε στο Δικαστήριο, και η φίλη σου έφευγε και έμπαινε στο αυτοκίνητο και έφευγε;
Α. Μπορείτε να ξανά επαναλάβετε;
(επαναλαμβάνεται η ερώτηση από τη στενοτυπίστρια)
Α. Ναι.
Ε. Άρα με βάση την τελευταία τοποθέτηση σας κυρία μάρτυς, κάποιες από τις φορές λέτε που πηγαίνατε στο μέρος, αυτό που έκανε η φίλη σας ήταν ούτε καν να ζητά από τα παιδιά να την ακολουθήσουν, σωστά;
Ναι.»
Εύλογα διερωτάται κάποιος γιατί πήγαινε εκεί η ΜΚ1 εάν δεν επρόκειτο να ζητήσει από τα παιδιά να την ακολουθήσουν ή εάν είχε κάποιο άλλο σκοπό. Είπε μάλιστα ότι στον χώρο έμεναν περίπου 5 λεπτά, κάποτε παραπάνω κάτι το οποίο επίσης προβληματίζει καθότι εάν η ΜΚ1 ρωτούσε τα παιδιά πως είναι και αν είναι καλά και έπειτα τα ρωτούσε εάν θα πάνε μαζί της και αυτά της έλεγαν όχι σημαίνει ότι απλά έφευγε ενώ αν δεν τους ζητούσε να την ακολουθήσουν τότε ο σκοπός της ήταν να της πουν όχι για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία; Δεν έμεινε ως εκεί όμως η ΜΚ2 εφόσον σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασης της αναφορικά με την παρουσία του Κατηγορούμενου ήρθε πάλι σε αντίθεση με την ΜΚ1. Παραθέτω το απόσπασμα από τα πρακτικά της ίδιας ημερομηνίας σελ. 16:
«Ε. Στις τόσες φορές που πήγες στο μέρος που δεν ξέρω, ο πατέρας ήταν πάντοτε εκεί ή έτυχε φορές που ήταν μόνο τα παιδιά;
Α. Με τον πατέρα ήταν.
Ε. Είσαι σίγουρη; Πάντοτε;
Α. Για το μόνο που δεν είμαι σίγουρη για τις τελευταίες φορές
Ε. Και για αυτές τις φορές που λέτε ήταν ο πατέρας που είσαι σίγουρη ότι ήταν, άκουσες τον πατέρα να λέει κάτι;
Α. Όχι
Ε. Δηλαδή ο πατέρας ήταν πάντοτε σιωπηλός σε όλες τις περιπτώσεις που πήγες μαζί με τη φίλη σου στο μέρος για να παραλάβει τα παιδιά;
Α. Ναι έτσι ήταν»
Υπενθυμίζω ότι ως καταγράφω κατά την αξιολόγηση της ΜΚ1, η τελευταία είχε πει ότι, ο Κατηγορούμενος γελούσε ειρωνικά, έδινε χαρτιά στα παιδιά να της διαβάσουν, κρυβόταν πίσω από τις πόρτες, δηλαδή απέδωσε ενέργειες στον Κατηγορούμενο, που σύμφωνα με την θέση στην οποία βρισκόταν η ΜΚ2, εφόσον είπε ότι άκουγε και έβλεπε, λογικά θα έπρεπε να τις είχε παρατηρήσει.
Επιπρόσθετα όταν της υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν συνεπέστατος με το διάταγμα και είχε πάντοτε τα παιδιά παρόντα συμφώνησε ότι στην αρχή ήταν συνεπέστατος και πρόσθεσε ότι τις τελευταίες φορές που ήταν αυτή παρούσα ο Κατηγορούμενος έλειπε. Κατά συνέπεια, εφόσον στις αρχές ο Κατηγορούμενος ήταν συνεπέστατος με το διάταγμα τούτο κατά λογική προσέγγιση σημαίνει ότι έπραξε οτιδήποτε έπρεπε να πράξει. Για τις φορές που η ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι απουσίαζε πλανώνται διάφορα ερωτήματα όπως το, εάν απουσίαζε πως επηρέαζε τα παιδιά; Εάν δεν ήταν εκεί γιατί δεν πήρε τα παιδιά η ΜΚ1; Απουσίαζε αλλά τα παιδιά ήταν εκεί έτοιμα να τα παραλάβει η ΜΚ1; Απουσίαζε παντελώς ή ήταν πάνω στο διαμέρισμα;
Ως προς την στάση των παιδιών, η ΜΚ2 αρχικά είπε δεν θυμόταν τι έλεγαν στην ΜΚ1. Έπειτα όμως είπε ότι είχε ακούσει κάποιες φορές τα παιδιά να λένε στην ΜΚ1 ότι δεν θέλουν να την ακολουθήσουν και να φύγει αλλά δεν έχει ακούσει για ποιον λόγο. Πέραν της γενικότητας της μαρτυρίας της ΜΚ2 στο σημείο αυτό, εύλογα διερωτάται κάποιος, πως είναι δυνατόν η ΜΚ2 να συνοδεύει την φίλη της γιατί ήθελε να την στηρίξει, να έρχεται στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία υπέρ της γιατί όπως είπε πρέπει να έχει σύνδεση με τα παιδιά της, αλλά να μην την έχει ρωτήσει ή να μην γνωρίζει γιατί αρνούνταν τα παιδιά της να την ακολουθήσουν (βλ. πρακτικά 19.3.2025 σελ. 16).
Μάρτυρες Υπεράσπισης
Προχωρώντας στους μάρτυρες υπεράσπισης, αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν έχει προσφέρει οτιδήποτε στην υπόθεση. Η ΜΚ1 και η ΜΚ2 δεν αρνήθηκαν ότι το μικρότερο παιδί έμενε με την ΜΚ1 στο σπίτι της ΜΚ2 για κάποιο διάστημα και δεν πήγαινε στο σχολείο. Αυτή όμως η μαρτυρία δεν αφορά στον επίδικο χρόνο και ως εκ τούτου θεωρώ την οποιαδήποτε ενασχόληση μου αχρείαστη.
Στρεφόμενος στους ΜΥ1 και ΜΥ3, δεν έχω δισταγμό να αποδεχθώ την μαρτυρία τους ως μάρτυρες της αλήθειας. Σε κανένα σημείο δεν έδειξαν αμεροληψία, δεν δίστασαν όπου σημειώθηκε λάθος στα αρχεία τους να το υποδείξουν και να εξηγήσουν τον λόγο και δεν είχαν οποιοδήποτε συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης.
Υπενθυμίζω ότι αμφότεροι οι μάρτυρες έχουν ασχοληθεί με τις καταχωρήσεις των εκατέρωθεν παραπόνων και καταγγελιών μεταξύ ΜΚ1 και Κατηγορούμενου και τα παρουσίασαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 9, 11, 12 και 13. Το γεγονός ότι ο ΜΥ1 δεν έλαβε άδεια ή εξουσιοδότηση να παρουσιάσει το Τεκμήριο 9 στο Δικαστήριο δεν θεωρώ ότι με οποιοδήποτε τρόπο ακυρώνει την μαρτυρία του καθότι ο ΜΥ3 όντας ανώτερο στέλεχος της Αστυνομίας σε σχέση με τον ΜΥ1 δεν απέρριψε το Τεκμήριο 9 όταν έδωσε την δική του μαρτυρία, αντίθετα ενίσχυσε την μαρτυρία του ΜΥ1 προσθέτοντας τα Τεκμήρια 11, 12 και 13 τα οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνονταν στο Τεκμήριο 9.
Από την μαρτυρία των δυο προκύπτει ότι αβίαστα ότι όσες φορές έγινε παράπονο ή καταγγελία είτε από την μια πλευρά ή την άλλη, έγινε λόγω της άρνησης των παιδιών να ακολουθήσουν την μητέρα. Έχει προκύψει επίσης ότι σε αρκετές περιστάσεις τα ίδια τα παιδιά (ως καταγράφεται στα πιο πάνω Τεκμήρια) επιβεβαίωσαν στους Αστυνομικούς ή σε Κοινωνική Λειτουργό ότι δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την μητέρα.
Έχει ιδιαίτερη σημασία για το Δικαστήριο η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ3 ως προς το σημείο αυτό ότι δεν επρόκειτο για παιδιά στην ουσία τα οποία ήταν πολύ νεαρά ούτως ώστε να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν πως ενεργούσαν. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΥ1 είχε δει και συνομιλήσει με τα παιδιά αναφέροντας στην αντεξέταση του ότι όταν τα είδε «γνώριζαν τι τους γίνετουν, τα ρώτησα, ήταν μεγάλα παιδιά για εμένα είχαν βούληση» (βλ. πρακτικά ημερ. 8.8.2025 σελ. 20). Ο δε ΜΥ3 όταν του υποβλήθηκε από τον κ. Χρίστου ότι θα έπρεπε η Αστυνομία να διώξει τον Κατηγορούμενο απάντησε ότι σε «όλες τις αναφορές, εκατέρωθεαν φαίνεται ξεκάθαρα ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να πάνε με τη μητέρα τους. Αυτό αναγράφεται και επιβεβαιώνεται και από τη συμβολή του Γραφείου Ευημερίας στο θέμα. Ως εκ τούτου, τα παιδιά δεν ήταν αντικείμενα για να μπορέσει η Αστυνομία ή το γραφείο να τα πάρει με το ζόρι, με τη βία και να γίνει συμμόρφωση στο διάταγμα, και γι’ αυτόν τον λόγο δεν προχώρησε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση, λαμβάνοντας κατά κύριο λόγο την επιθυμία και των 2 πλευρών για καταγραφή των διάφορων υποθέσεων. Αυτό φαίνεται και από το ημερολόγιο» (βλ. πρακτικά 18.9.2025 σελ. 24)
Και πρόσθεσε απαντώντας στην αμέσως επόμενη ερώτηση «όταν καλείται το Γραφείο Ευημερίας και τα παιδιά αρνούνται να πάνε με την μητέρα όπως ορίζει κάποιο δικαστικό διάταγμα, δεν είναι η ίδια περίπτωση με οποιαδήποτε άλλη που ο ένας εκ των 2 γονέων δεν συμμορφώνεται. Να σημειώσω ότι τα παιδιά τους ήταν αν δεν κάνω λάθος 15, 12, 8 και δεν μιλούσαμε για βρεφική ή νηπιακή ηλικία» (βλ. πρακτικά 18.9.2025 σελ. 24).
Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι οι καταχωρήσεις στο ημερολόγιο της Αστυνομίας έχουν γίνει με βάση όσα ανάφεραν κάθε φορά οι διάδικοι εκ των οποίων μόνο η ΜΚ1 έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Έχει δεχθεί όμως η ΜΚ1 στην αντεξέταση της πως όταν τηλεφωνούσε στην Αστυνομία ζητούσε να καταγραφεί ότι τα παιδιά δεν επιθυμούσαν να πάνε μαζί της (βλ, πρακτικά 14.12.2024 σελ. 20). Πέραν τούτου ο ΜΥ1 έχει προβεί ο ίδιος σε καταχώρηση στο Τεκμήριο 9 και επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την μητέρα ενώ ο ΜΥ3 εκτός από συντάκτης της επιστολής Τεκμήριο 5 που περιλάμβανε τα παράπονα δεν έχω αμφιβολία ότι είχε γνώση της διαφοράς μεταξύ ΜΚ1 και Κατηγορούμενου καθώς και γνώση σε σχέση με την στάση των παιδιών έναντι της ΜΚ1 και ως εκ τούτου δεν διστάζω να αποδεχθώ την μαρτυρία και των δυο ως αξιόπιστη.
Ως προς την ανωμοτί δήλωση του Κατηγορούμενου, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην Α.Δ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερομηνίας 22.6.2016 τα εξής:
«Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1090Ε). »
Δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα ως προς το πως θα προσεγγίσει το Δικαστήριο μια τέτοια δήλωση. Η αποδεικτική αξία μιας ανωμοτί δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων για να καταλήξει ποια βαρύτητα θα αποδώσει στην ανωμοτί δήλωση ενός κατηγορούμενου και για να αποφασίσει αν θα της αποδώσει βαρύτητα αφού την εξετάσει να έχει υπόψη και τα σημεία των γεγονότων τα οποία δε αμφισβητήθηκαν ή παράμειναν αναντίλεκτα και η εξέταση της να μην γίνει αποσπασματικά (βλ. Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 354, Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερομηνίας 17.5.2018).
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, αν πρέπει να σχολιαστεί κάτι είναι ότι στο βαθμό που αυτή αφορά σχολιασμούς διαφόρων σημείων της μαρτυρίας της ΜΚ1 με τα οποία διαφωνεί ο Κατηγορούμενος και επιχείρηση αντίκρουσης τους δεν μπορεί να τις αποδοθεί βαρύτητα. Στο βαθμό όμως που αφορά στην στάση των παιδιών και ειδικότερα στην άρνηση τους να ακολουθήσουν την ΜΚ1 συνάδει κατά μεγάλο μέρος με την αποδεχθείσα μαρτυρία και προβάλλει πλέον ως μια πειστική εκδοχή.
Ευρήματα
Από όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα καθώς και από την πιο πάνω αξιολόγηση προκύπτουν τα πιο κάτω ως ευρήματα του Δικαστηρίου:
Η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος από τον γάμο τους απόκτησαν τρία παιδιά.
Στην πορεία του γάμου τους προέκυψαν διάφορα προβλήματα με αποτέλεσμα να επέλθει λύση του γάμου τους.
Στις 22.12.2021 εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου (Τεκμήριο 2). Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία του Κατηγορούμενου και του επιδόθηκε τον Μάιο του 2022.
Το επίδικο διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ από τις 22.12.2021 μέχρι 7.7.2022 οπότε και ακυρώθηκε κατόπιν απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6).
Για όσο χρόνο βρισκόταν σε ισχύ, οι όροι του εν λόγω διατάγματος δεν τηρήθηκαν.
Από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας προκύπτουν επίσης τα πιο κάτω ευρήματα.
Αμφότεροι οι διάδικοι προβήκαν σε αναφορές προς την Αστυνομία ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να ακολουθήσουν την μητέρα τους και τηρήθηκαν σχετικά ημερολόγια (Τεκμήρια 9, 11, 12 και 13)
Τα παιδιά είχαν συναντήσεις τόσο με μέλη της Αστυνομίας όσο και με Κοινωνική Λειτουργό και δεν δέχθηκαν να ακολουθήσουν την μητέρα τους.
Σήμερα η ΜΚ1 δεν έχει επικοινωνία με τον μεγαλύτερο υιό της ο οποίος έχει ενηλικιωθεί λόγω άρνησης του τελευταίου να έχει επαφή μαζί της.
Νομική Πτυχή
Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου ν Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482).
Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12(4) του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218).
Επί του προκειμένου, σχετικό με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι το άρθρο 137 (ανωτέρω) το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.»
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι:
(α) έχει εκδοθεί διάταγμα από Δικαστήριο,
(β) ότι το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα έχει να λάβει γνώση της έκδοσης και του περιεχόμενου του,
(γ) το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα να μην έχει συμμορφωθεί με αυτό και
(δ) να υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος.
Για να είναι επιβλητό όμως το διάταγμα, πρέπει να είναι αναγκαστικό ή διατακτικό ή απαγορευτικό, καθότι αναγνωριστικά των δικαιωμάτων φύσης διατάγματα δεν είναι επιβλητά (βλ. Πετράκη ν. Πετράκη (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 911, Νεοφύτου ν. Αρέστη, Έφεση Αρ. 4/2019, ημερ. 29.11.2021). Συνεπώς εξαρτάται από την διατύπωση και του όρους του επίμαχου διατάγματος για να διαπιστώσει το Δικαστήριο κατά πόσο αυτό είναι αναγνωριστικό ή προστακτικό ούτως ώστε να επιδέχεται αίτησης παρακοής.
Στην Πετράκη (ανωτέρω) έγινε αναφορά στην D v. D. [1991] F.C.R. 323 όπου εκεί λέχθηκαν τα εξής:
«What is fundamental in each case is that an order can only be enforced by committal if it is an order requiring a person to do an act or to abstain from doing an act.
Thus an order which makes a declaration of rights cannot be enforced by committal against a person who chooses to ignore it....»
Στην υπό κρίση περίπτωση, έχω την άποψη ότι, το επίδικο διάταγμα δεν ρυθμίζει απλώς την επικοινωνία που θα δικαιούται η ΜΚ1 να έχει με τα παιδιά της. Προχωρά και επιβάλλει στον Κατηγορούμενο (εκεί Καθ’ ου η Αίτηση) διατάζοντας τον όπως, στις ημέρες και ώρες που έχει καθορίσει, να παραδίδει τα παιδιά στην ΜΚ1 (εκεί Αιτήτρια) σε συγκεκριμένο χώρο και ακολούθως να τα παραλαμβάνει από εκείνη. Συνεπώς είναι επιβλητό και δεκτικό ανυπακοής.
Υπενθυμίζω ότι η έκδοση του επίδικου διατάγματος καθώς και η μη συμμόρφωση με τους όρους του ουδέποτε αποτέλεσαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί ότι έλαβε γνώση ο Κατηγορούμενος εφόσον εκδόθηκε στην παρουσία του. Επειδή όμως έγινε αναφορά από τον κ. Αλεξάνδρου ως προς το ότι το διάταγμα επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο αρκετούς μήνες μετά σημειώνω τα πιο κάτω.
Από το λεκτικό του άρθρου 137 ανωτέρω δεν προκύπτει η οπισθογράφηση και η επίδοση του διατάγματος να αποτελούν προϋπόθεση όταν ο Κατηγορούμενος είναι παρών στην έκδοση του διατάγματος. Παραπέμπω στην υπόθεση Police v. Kyriakides (1988) 2 Α.Α.Δ. 172 όπου λέχθηκαν τα εξής:
«In criminal proceedings there is no general provision either in the Criminal Procedure Law or the Rules made thereunder making the service of the order, upon the person against whom it is made a prerequisite to proceedings for disobedience under section 137 of the Criminal Code, Cap. 154.
An examination of the wording of section 137 and in particular of the words «an Order... issued or given by any Court», to be found therein shows that no service is required and our answer to the question posed is in the negative, that is that no service of an order upon the person against whom same is made in his presence is required as an essential prerequisite to the offence under section
137 of the Code.»
Στην βάση όλων των ανωτέρω τα υπό αναφορά (α), (β) και (γ) ανωτέρω έχουν στοιχειοθετηθεί.
Απομένει εξεταστεί κατά πόσον αποδεικνύεται ότι υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή στο διάταγμα, η οποία να συνοδεύεται με πρόθεση καταστρατήγησης του διότι το αποτέλεσμα της ίδιας της ανυπακοής δεν είναι αρκετό (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1085, Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.α. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 472, Ελένη Κωνσταντίνου ν. Κώστας Ξιούρου, Έφεση Αρ. 3/12, ημερομηνίας 9.5.2014, Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α. (2009) 2 Α.Α.Δ. 634).
Διατάγματα όπως το επίδικο εκδίδονται προς όφελος των ανήλικων παιδιών αναγνωρίζοντας την σημασία που ενέχει η επικοινωνία μεταξύ παιδιού και γονέων παρά την μεταξύ τους διάσταση. Για αυτό κυρίως τον λόγο στην υπόθεση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου (2011) 1 ΑΑΔ 293 επισημάνθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο:
«Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι γονείς έχουν συλλογική ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά τους. Η καταφυγή σε αντιμετώπιση των όποιων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με, «εμπορικούς όρους» σαφώς δεν οδηγεί σε επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο «η παράδοση» δεν έπρεπε να αντικρίζεται από την εφεσείουσα ως μηχανιστική ενέργεια, αλλά, ως υποχρέωση θετικής ενέργειας, που αντίκριση της οποίας επέβαλλε όχι μόνο τη φυσική της παρουσία, που στην προκείμενη περίπτωση δεν υλοποιήθηκε, αλλά και στη δική της ενθάρρυνση και προτροπή, που ούτε αυτό υπήρχε, έτσι ώστε να υλοποιήσει την αναληφθείσα εκ συμφώνου υποχρέωση με το Διάταγμα «για παράδοση».»
Όταν όμως ένα ποινικό Δικαστήριο εκδικάζει υπόθεση ανυπακοής ή καταφρόνησης περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο ο Κατηγορούμενος προέβη σε παρακοή του διατάγματος και δεν εξετάζει τους λόγους για τους οποίους αρχικά εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα (βλ. Ρασπόπουλου ν. Μακρή Ποινική Έφεση 287/15, ημερομηνίας 11.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B171).
Βεβαίως το αδίκημα είναι πιθανόν να στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται ότι η στάση ή η συμπεριφορά του ανάγεται σε εσκεμμένη προσπάθεια του να μην εκτελεστεί το διάταγμα. Εξού και το πρόσωπο το οποίο έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο, έχει υποχρέωση να εξεύρει τους κατάλληλους τρόπους για να συμμορφωθεί με το διάταγμα και σε περίπτωση που επικαλείται αδυναμία να συμμορφωθεί με το διάταγμα φέρει και το βάρος να την αποδείξει (βλ. Σύγγραμμα The Law of Contempt - Borrie & Lowe σελ. 322). Εκεί όπου προβάλλεται δικαιολογία για την μη συμμόρφωση, το βάρος βρίσκεται στο μέρος που προβάλλει την δικαιολογία να αποδείξει ότι αυτή είναι εύλογη, υπό τις περιστάσεις στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ξιούρου ανωτέρω).
Στις περιπτώσεις όπως στην παρούσα, που το διάταγμα δεν έχει εκτελεστεί λόγω της άρνησης των παιδιών να ακολουθήσουν την μητέρα κάθε φορά που πήγαινε να τα παραλάβει, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει από που προκύπτει η στάση αυτή των παιδιών. Στην υπόθεση Α.Θ. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφ. 51/2022 ημερ. 18.10.2022 το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε τα εξής σημαντικά:
«To ζήτημα της μη ηθελημένης συμμόρφωσης λόγω της αρνητικής στάσης των παιδιών, περιλαμβανομένου και του βάρους απόδειξης όταν εγείρεται τέτοιο ζήτημα, εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Γ.Κ. ν. Ε.Ζ., Εφ. ΔΟΔ Αρ. 8/21, ημερ. 13.5.2021:
«Είναι γεγονός, συνεχίζει το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι όταν προκύπτει ζήτημα σοβαρής και σθεναρής άρνησης του τέκνου να συμμορφωθεί σε δικαστική απόφαση, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ούτε το δικαστήριο, ούτε ο υπόχρεος της επικοινωνίας γονέας, έχουν δικαίωμα να το πειθαναγκάσουν να την υποστεί, διότι αυτό θα ήταν τελικά αντίθετο στο συμφέρον του (ό.π. 117, ΑΠ 429/2002 ΕλλΔνη 2002, 1622, ΑΠ 499/1994 ΕλλΔνη 1995, 141 και ΝοΒ 1195, 555). Συμπλήρωσε αναφέροντας, πολύ ορθά, ότι «η πίεση που μπορεί να υποστεί το παιδί δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο της επιτρεπτής επέμβασης στην προσωπική του σφαίρα .το παιδί δεν μπορεί να είναι παιδί-βαλίτσα ή παιδί-πακέτο, το οποίο μπορεί να παραλαμβάνεται, να παραδίδεται, να «αρπάζεται», να «επιστρέφεται», σαν να ήταν αντικείμενο και όχι πρόσωπο».
Σημείωσε όμως παράλληλα την νομολογιακή αρχή ότι όταν ένα τέτοιας φύσεως διάταγμα δεν εκτελείται συνεπεία της αρνητικής στάσης και συμπεριφοράς του ίδιου του ανήλικου, το δικαστήριο «οφείλει να ενδιατρίψει και να διαπιστώσει τα αίτια μιας τέτοιας στάσης και απόφασης και κατά πόσο η άρνηση του ανήλικου μορφώθηκε εξ ιδίων ή ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον εφεσείοντα» (Ιακώβου ν. Γεωργίου, Έφεση ΔΟΔ 4/14, ημερ. 2.6.2017).
Σε σχέση με την ευχέρεια με την οποία ένας ανήλικος που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, μπορεί να επηρεαστεί από τους γονείς και τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις τους ώστε να αποφεύγεται ο σχηματισμός εχθρότητας του παιδιού προς τον άλλο γονέα κατά τρόπο που να αντιβαίνει προς το συμφέρον του, το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Αρείου Πάγου ΑΠ 1910/2005:
«Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξ άλλου της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιλογή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.»
Συνεπώς η αρνητική στάση των παιδιών, συνέχισε, ορθά, το δικαστήριο, δεν οδηγεί άνευ ετέρου και στην απαλλαγή του πατέρα, αλλά θεώρησε ότι είχε την υποχρέωση να αναζητήσει τους λόγους για τους οποίους τα παιδιά αντιδρούν, ώστε να διαφανεί κατά πόσον αυτοί οφείλονται σε υπαίτιες, επί σκοπώ ενέργειες του πατέρα.»
Έχω ήδη καταγράψει ανωτέρω κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων ότι τα παιδιά αρνούνταν να ακολουθήσουν την μητέρα. Αυτές ήταν και οι αναφορές που γίνονταν στην Αστυνομία, αυτό διαπίστωσε τόσο η Αστυνομία όσο και Κοινωνικός Λειτουργός στις συνομιλίες που είχαν με τα παιδιά.
Ως έχω επίσης αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ1 τα αίτια για τα οποία δεν ήθελαν τα παιδιά να πηγαίνουν με εκείνη, είναι βαθύτερα και δεν μπορεί να έχουν προκύψει αποκλειστικά λόγω της οποιαδήποτε συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου.
Σημειώνεται επιπροσθέτως των ως άνω ότι έχει προκύψει από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ3 ότι επρόκειτο για παιδιά τα οποία είχαν τόσο αντίληψη όσο και βούληση δική τους. Δεν είναι περίπτωση δηλαδή όπου τα ανήλικα παρουσίαζαν «ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση» (βλ. Α.Θ. ανωτέρω) ούτως ώστε κάποιο από αυτά να «υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς» (βλ. Α.Θ. ανωτέρω). Υπενθυμίζω ότι το μεγαλύτερο παιδί που έχει πλέον ενηλικιωθεί μέχρι σήμερα αρνείται να έχει οποιαδήποτε επαφή με την ΜΚ1.
Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μου ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο σύμφωνα με την οποία να έχει με οποιοδήποτε τρόπο προτρέψει τα παιδιά να ακολουθήσουν την μητέρα τους. Υπενθυμίζω όμως και επισημαίνω ότι πέραν μιας αναφοράς στην πρώτη καταχώρηση στο Τεκμήριο 9, ήταν σύμφωνη η ΜΚ1 ότι τα παιδιά έλεγαν πως δεν ήθελαν να την ακολουθήσουν. Υπενθυμίζω επίσης ότι τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία από την ΜΚ2 ότι δεν ζητούσε πάντα από τα παιδιά την ακολουθήσουν. Δεν έχουν επίσης διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ασφαλώς το γεγονός ότι παρά την αποτυχία της ΜΚ1 αλλά και της ΜΚ2 να δώσουν τις απαραίτητες λεπτομέρειες στο Δικαστήριο, η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ3 ήταν πιο συγκεκριμένη για κάποιες ημερομηνίες ως προς τη μη τήρηση του επίδικου διατάγματος. Το βάρος όμως απόδειξης για κάθε ημερομηνία βρισκόταν στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής και όχι της Υπεράσπισης. Σε κάθε όμως περίπτωση η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι τα παιδιά δεν ακολουθούσαν την μητέρα λόγω της δικής τους άρνησης.
Αξιολογώντας συνεπώς όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δημιουργούνται αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου σε σχέση με το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος δεν έκανε όσα έπρεπε να κάνει από πλευράς του γεγονός το οποίο θα πρέπει να επενεργήσει προς όφελος του ως προς την πρόθεση του να παρακούσει το διάταγμα. Επισημαίνεται συναφώς και επιπροσθέτως των ως άνω ότι, ουδείς εκ των ΜΥ1 και ΜΥ3 έχει αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την συμπεριφορά της ΜΚ1 ή του Κατηγορούμενου έναντι των παιδιών και είχαν κάθε ευκαιρία να το πράξουν. Και οι δυο αναφέρθηκαν συγκεκριμένα σε άρνηση των παιδιών. Η μαρτυρία που προήλθε από την ΜΚ1 και την ΜΚ2 σε σχέση με την επιρροή που ασκούσε ο Κατηγορούμενος στα παιδιά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ειδικά από τη στιγμή που η μαρτυρία που προσέφερε η ΜΚ2 ήταν στην τελική, στον βαθμό που αφορά την στάση του Κατηγορούμενου έναντι του διατάγματος σε μεγάλο βαθμό αντίθετη με αυτήν της ΜΚ1. Ενώ η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς ΜΥ1 και ΜΥ3 τους οποίους έχω αποδεχθεί την μαρτυρία τους ως ανεξάρτητους μάρτυρες δεν κάνει σε κανένα σημείο αναφορά στην συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Αντίθετα, έδειξε ότι επρόκειτο για παιδιά με ίδια βούληση. Οτιδήποτε περαιτέρω, θα ισοδυναμούσε σε εικασίες από πλευράς Δικαστηρίου, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται.
Τα έξοδα της διαδικασίας θα είναι υπέρ του Κατηγορούμενου ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.).…………………..
Λ. Χαβιαράς Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο