ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Λ. ΧΑΒΙΑΡΑ, Ε.Δ.
Αρ. Υπ. 5445/2022
Μεταξύ:
ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Κατηγορούσα Αρχή
-και-
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Κατηγορούμενου
Ημερομηνία: 26.9.2025
Για την Κατηγορούσα Αρχή: Δρ. Ποιητής με κ. Αναξαγόρου
Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μιτσίδης με κα. Μιτσίδου
ΑΠΟΦΑΣΗ
Το κατηγορητήριο
Ο κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με κατηγορίες για ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση των άρθρων 20(3)(α), 20(5) και (6) του Κεφ. 96. Συγκεκριμένα, ως μεταβλήθηκε το κατηγορητήριο, κατηγορείται ότι κατά την 13.1.2012 και μέχρι σήμερα, επέδειξε ανυπακοή προς το Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.1.2012 το οποίο εκδόθηκε στην παρουσία του στα πλαίσια της υπόθεσης 18426/10 του Ε.Δ. Λάρνακας, σύμφωνα με το οποίο διατάχθηκε να κατεδαφίσει οικοδομές.
Νομιμοποίηση του Παραπονούμενου να προωθεί την παρούσα
Κρίνω ορθότερο όπως προτού προχωρήσω με την παράθεση και εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, εξετάσω αρχικά την εισήγηση της υπεράσπισης ότι ένεκα της τροποποίησης του Κεφ.96 (τροποποιητικός αρ. 89(Ι)/24), ο Δήμος Λάρνακας δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα υπόθεσης και ότι θα έπρεπε να προωθείται από τον Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λάρνακας.
Την 1.7.2024 τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος 89(Ι)/2024 πιο πάνω. Σύμφωνα με τον περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο 37(Ι)/2022 συστάθηκαν επαρχιακοί οργανισμοί αυτοδιοίκησης με διευθυντή αδειοδότησης ανάπτυξης του κάθε επαρχιακού οργανισμού αυτοδιοίκησης. Για την Λάρνακα, εντός της επαρχίας της οποίας φαίνεται να έχουν κατ’ ισχυρισμό διαπραχθεί τα αδικήματα που περιλαμβάνει το υπό κρίση κατηγορητήριο αρμόδια πλέον αρχή είναι ο Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησης Λάρνακας.
Σύμφωνα με το άρθρο 30(4) του Κεφ.96 οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη διαδικασία ή/και αγωγή εκκρεμούσα ή/και δημιουργηθείσα ή/και αφορώσα σε ζήτημα το οποίο ηγέρθη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω νόμου, συνεχίζεται ή/και ασκείται από την καινούρια αρμόδια αρχή.
Ουδέποτε τέθηκε ζήτημα ότι όταν καταχωρίστηκε το παρόν κατηγορητήριο, αρμόδια Αρχή δεν ήταν ακόμη ο Δήμος Λάρνακας, ούτε έχει προκύψει να παραμερίστηκε το επίδικο διάταγμα. Συνεπώς η διαδικασία η οποία καταχωρήθηκε ορθά, διασώζεται (βλ. κατ’ αναλογία Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν. 1. Samoa Clothing Industry κ.α. (2000) 2 Α.Α.Δ. 89).
Συνεπώς, η εισήγηση της υπεράσπισης δεν ευσταθεί.
Μαρτυρία
Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα κατηγορίας, τον Α.Κ. του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης (ΜΚ1) και για τον Κατηγορούμενο μετά που κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπιση του καταθέσαν ο Ν.Ν. ο οποίος είναι υιός του Κατηγορούμενου (ΜΥ1) και η Κ.Χ. (ΜΥ2) ενώ ο Κατηγορούμενος, ως είχε δικαίωμα, τήρησε τη σιωπή του.
Ολόκληρη η μαρτυρία έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και είναι υπόψιν μου. Ως διαφαίνεται πιο κάτω τόσο από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα όσο και από τις δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων η παράθεση και αξιολόγηση ολόκληρης της μαρτυρίας καθίσταται αχρείαστη εφόσον δεν θα εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν την φύση του υπό εξέταση αδικήματος (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490, Ιωάννου ν. Αληφαντή κ.α., Ποινική Έφεση 163/17 κ.α., ημερομηνίας 7.10.2019).
Στην πλειοψηφία τους τα επίμαχα γεγονότα δεν αμφισβητούνται και τα πιο κάτω συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και τα παραθέτω κάνοντας ταυτόχρονα ανάλογα ευρήματα:
- Στις 13.1.2012 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της υπόθεσης 18426/10 του Ε.Δ. Λάρνακας στην παρουσία του Κατηγορούμενου με το οποίο διατασσόταν όπως εντός δυο μηνών από 13.1.2012 κατεδαφίσει τις οικοδομές που αναγράφονται στο εν λόγω διάταγμα (Τεκμήριο 1).
- Πρόκειται για οικοδομές που βρίσκονται εντός ακινήτου με αρ. τεμαχίου 633, Φ./Σχ. ΧL/64: E2, τμήμα Η, ενορία Αγίου Νικολάου στην Λεωφ. Αρτέμιδος στην Λάρνακα εντός του οποίου λειτουργείται περίπτερο.
- Με επιστολή 23.4.2019 μέσω δικηγόρων, ο Παραπονούμενος ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι προτίθετο την 8.7.2019 να προχωρήσει με κατεδάφιση των παράνομων οικοδομών καλώντας τον να συμμορφωθεί μέχρι την 8.6.2019 (Τεκμήριο 3).
- Η πιο πάνω επιστολή απαντήθηκε από Δικηγόρο με επιστολή 27.5.2019 εκ μέρους του Κατηγορούμενου, του ΜΥ1 και ενός νομικού προσώπου (Τεκμήριο4).
- Ο ΜΥ1 απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 3.6.2019 προς τον Δήμαρχο Λάρνακας (Τεκμήριο 5) στην οποία ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι η επιστολή αφορά το επίμαχο ακίνητο το οποίο είχε παραχωρηθεί το 1928 στον Κατηγορούμενο, ότι έγιναν προσπάθειες εξεύρεσης εναλλακτικού χώρου μέσω της υπηρεσίας διαχείρισης Τ/Κ περιουσιών και ότι ζητείται κατάστημα στον χώρο εστίασης στην υπό ανέγερση δημοτική αγορά με ειδικούς όρους παραχώρησης.
- Με επιστολή του ο Παραπονούμενος Δήμος ημερομηνίας 31.10.2019 ενημέρωσε τον ΜΥ1 ο ότι εγκρίθηκε το αίτημα να παραχωρηθεί κατάστημα στον Κατηγορούμενο στην νέα Δημοτική Αγορά ώστε να αποχωρήσει από το επίμαχο ακίνητο και ζητούσε να ενημερωθεί για την χρήση που επιθυμούσε ο Κατηγορούμενο να ασκήσει στο κατάστημα που θα του παραχωρείτο και με επιστολή 25.1.2021 ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος ότι εγκρίθηκε η παραχώρηση καταστήματος σε αυτόν και ζητείτο όπως υποδείξει την χρήση που επιθυμούσε και συμπληρώσει σχετικό συνημμένο δείγμα (Τεκμήριο 7).
- Με νέα επιστολή μέσω δικηγόρων ημερομηνίας 16.6.2022 ενημερώθηκε ο Κατηγορούμενος ότι ο Παραπονούμενος προτίθετο να κατεδαφίσει τις παράνομες οικοδομές στις 19.9.2022 και του δόθηκε προθεσμία συμμόρφωσης μέχρι τις 19.8.2022 (Τεκμήριο 9)
- Από τις 13.1.2012 μέχρι σήμερα δεν υπήρξε συμμόρφωση με το πιο πάνω διάταγμα
Η μαρτυρία του ΜΚ1 περιστράφηκε στην μεγαλύτερη έκταση της γύρω από τα ήδη μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως αναφέρονται ανωτέρω και στην κατάθεση του επίδικου διατάγματος αλλά και αλληλογραφίας. Σε γενικές γραμμές ο ΜΚ1 άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και η ουσιαστικότερη πτυχή της μαρτυρίας του, ότι δηλαδή έχει εκδοθεί διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου με το οποίο ο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί μέχρι σήμερα δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή.
Η υπεράσπιση μέσω του ΜΥ1 κυρίως προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς που ανατρέχουν χρονικά τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Έλαβα υπόψιν μου το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ1, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου ότι πρόκειται για τον υιό του κατηγορούμενου. Με την μαρτυρία του ΜΥ1 η Υπεράσπιση επιχείρησε να καταδείξει ότι ο πραγματικός έλεγχος ή διαχείριση του περιπτέρου από το 2006 μέχρι και μετά την έκδοση του επίδικου διατάγματος δεν ασκείτο από τον κατηγορούμενο παρουσιάζοντας μεγάλο αριθμό πληρωμών τελών / αποδείξεων / χρεώσεων (Τεκμήρια 11-32) καθώς και ότι δεν ήταν δυνατό να υπάρξει συμμόρφωση με το επίδικο διάταγμα από πλευράς Κατηγορούμενου.
Σημειώνω όμως ότι, οποιοιδήποτε ισχυρισμοί αφορούν στο κατά πόσον ορθά ή λανθασμένα εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου καθώς και οποιοιδήποτε ισχυρισμοί και έγγραφα / τεκμήρια τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το ποιος κατείχε ή διαχειριζόταν ή λειτουργούσε ή επωφελείτο από το περίπτερο, καθώς επίσης και εάν ενήργησε μόνος του ο Κατηγορούμενος χωρίς να ενημερώσει τον ΜΥ1 ή να ενημερωθεί ορθά ο Κατηγορούμενος από δικηγόρο αλλά και το κατά πόσον ήταν άδικη η έκδοση του, ανατρέχουν στους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Συνεπώς στο βαθμό που αυτοί αφορούν τα πιο πάνω δεν δύναται να εξεταστούν. Πέραν των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 μάλλον εξυπηρέτησε την κατηγορούσα αρχή περισσότερο παρά την υπεράσπιση για τους λόγους που πραγματεύομαι σε κατοπινό στάδιο της παρούσας απόφασης.
Υπό αυτή την σκοπιά ούτε η μαρτυρία της ΜΥ2 έχει εξυπηρετήσει με οποιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση αφού δεν έχει σημασία για σκοπούς διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου ποιος εργάζεται ή λειτουργεί το περίπτερο ή αν ο Κατηγορούμενος μεταβαίνει εκεί.
Νομική Πτυχή – Ευρήματα
Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, με αποδεκτή μαρτυρία, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου (2002) 2 ΑΑΔ 71, Λοϊζου ν Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363 και Σωτηριάδης ν Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 482).
Ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 12(4) του Συντάγματος (Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, σελίδα 218).
Αναφορικά με την υπό κρίση περίπτωση σχετικό είναι το εδάφιο (5) του άρθρου 20 του πιο πάνω Νόμου το οποίο προνοεί ότι:
«Οποιοδήποτε πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (3) ή (3Α), το οποίο δεν υπακούει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή προχώρησε στην εκτέλεση ή εκτέλεσε το διάταγμα αυτό, και υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο ποινές της φυλάκισης και της χρηματικής.»
Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι (α) έχει εκδοθεί διάταγμα από Δικαστήριο, (β) ότι το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα έχει να λάβει γνώση της έκδοσης και του περιεχόμενου του, (γ) το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα να μην έχει συμμορφωθεί με αυτό και (δ) να υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος.
Όταν ένα ποινικό Δικαστήριο εκδικάζει υπόθεση ανυπακοής ή καταφρόνησης περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσο ο Κατηγορούμενος προέβη σε παρακοή του διατάγματος και δεν εξετάζει τους λόγους για τους οποίους αρχικά εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα (βλ. Ρασπόπουλου ν. Μακρή Ποινική Έφεση 287/15, ημερομηνίας 11.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:B171) Για σκοπούς εκδίκασης ποινικής υπόθεσης, στα πλαίσια της οποίας η άγνοια του νόμου δεν συνιστά υπεράσπιση, δεν απαιτείται οπισθογράφηση ή επίδοση του διατάγματος στον Κατηγορούμενο όταν αυτός ήταν παρών κατά την έκδοση του διατάγματος (Police v. Kyriakides (1988) 2 CLR 172, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1085, ALBA CORPORATE ENTERPRISES LIMITED v. Σκορδή Ποινική Έφεση 54/17, ημερομηνίας 10.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B531). Εκείνο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι υπήρξε ηθελημένη ανυπακοή στο διάταγμα, η οποία να συνοδεύεται με πρόθεση καταστρατήγησης του διότι το αποτέλεσμα της ίδιας της ανυπακοής δεν είναι αρκετό (Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.α. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 472, Mouzouris v. Xylopaghou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, Μακρή (ανωτέρω), Ελένη Κωνσταντίνου ν. Κώστας Ξιούρου, Έφεση Αρ. 3/12, ημερομηνίας 9.5.2014, Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α. (2009) 2 Α.Α.Δ. 634). Το πρόσωπο το οποίο έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο, έχει υποχρέωση να εξεύρει τους κατάλληλους τρόπους για να συμμορφωθεί με το διάταγμα και σε περίπτωση που επικαλείται αδυναμία να συμμορφωθεί με το διάταγμα φέρει και το βάρος να την αποδείξει.
Επί του προκειμένου, από το πλαίσιο των μη αμφισβητούμενων γεγονότων ως καταγράφονται ανωτέρω και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, εκδόθηκε διάταγμα το οποίο περιήλθε στην γνώση του Κατηγορούμενου και με το οποίο δεν υπήρξε συμμόρφωση. Επομένως εκείνο που απομένει να εξεταστεί από την μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι κατά πόσο η δικαιολογία που δόθηκε για την μη συμμόρφωση με το επίδικο διάταγμα συνιστά υπεράσπιση. Υπενθυμίζω προς τούτο ότι στο στάδιο που ο Κατηγορούμενος, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του (στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων) επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία και να τηρήσει τη σιωπή του.
Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος συνήψε συμφωνία ενοικίασης με τον Δήμο τις 17.11.1982 η οποία ανανεώνεται μέχρι σήμερα (Τεκμήριο 11). Είπε επίσης ότι το υποστατικό το κατείχε ο Κατηγορούμενος μέχρι το 2006 και ότι έκριναν μαζί με τον Κατηγορούμενο όταν συνταξιοδοτήθηκε ότι η επιχείρηση του περιπτέρου θα βοηθούσε την οικογένεια και ανάλαβε ο ΜΥ1.
Στην επιστολή Τεκμήριο 4 η οποία στάλθηκε στις 27.5.2019 από δικηγόρο εις το όνομα τόσο του ΜΥ1 και του Κατηγορούμενου, πέραν της διαμαρτυρίας, μεταξύ άλλων, για την επιθυμία του Δήμου να εφαρμοστεί το επίδικο διάταγμα, ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 καλούν τον Δήμο να τους «υποδείξει τις ενέργειες που απαιτούνται για εξασφάλιση των αναγκαίων πολεοδομικών αδειών για νομιμοποίηση του περιπτέρου. Σε κάθε δε περίπτωση ζητούν να τους δοθεί εύλογη προθεσμία προκειμένου να προβούν σε διευθετήσεις τόσο για την εξεύρεση με την βοήθεια» του Δήμου άλλου διαθέσιμου χώρου για την επιχείρηση του περίπτερου όσο και να λάβει χώρα η μετακίνηση εξοπλισμού.
Στις 3.9.2019 ο ΜΥ1 ενημερώνει τον Δήμο με επιστολή (Τεκμήριο 5) ότι έγιναν προσπάθειες εξεύρεσης εναλλακτικού χώρου μέσω της υπηρεσίας διαχείρισης Τ/Κ περιουσιών χωρίς να καταστεί δυνατό και με το Τεκμήριο 6 ο Δήμος σε απάντηση του Τεκμήριου 5 ενημερώνει τον ΜΥ1 ότι εγκρίνει την παραχώρηση καταστήματος στην νέα Δημοτική Αγορά στον Κατηγορούμενο η οποία δεν απαντήθηκε ( βλ. πρακτικά της αντεξέτασης του ΜΥ1 σελ. 18 ημερ. 21.7.2025)
Προστίθεται στα πιο πάνω η επιστολή Τεκμήριο 7 ημερομηνίας 25.1.2021, η οποία απευθύνεται από τον Δήμο στον Κατηγορούμενο με την οποία τον ενημερώνει πλέον προσωπικά, μεταξύ άλλων, ότι εγκρίθηκε η παραχώρηση σε αυτόν καταστήματος στην νέα Δημοτική Αγορά ώστε να εγκαταλείψει το περίπτερο.
Ζητούσε επίσης ο Δήμος όπως μέχρι 3.2.2021 ενημερωθεί γραπτώς για τη χρήση που επιθυμεί ο Κατηγορούμενος να έχει το παραχωρηθέν κατάστημα και του επισυνάπτει δείγμα προς συμπλήρωση. Δεν υπήρξε ανταπόκριση (βλ. πρακτικά αντεξέτασης ΜΥ1 ημερ. 21.7.2025 σελ. 18)
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, από όσα έχουν αναφερθεί κυρίως στην μαρτυρία και αντεξέταση του ΜΥ1 είμαι της γνώμης ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπεράσπιση αδυναμίας συμμόρφωσης. Εξηγώ.
Είτε το διάταγμα δεν εφαρμόστηκε επειδή δεν είχε στην κατοχή του το περίπτερο ο Κατηγορούμενος, είτε γιατί χρεωνόταν από τον Δήμο διάφορα τέλη άλλο πρόσωπο είτε γιατί με ενέργειες μέσω δικηγόρου ο ΜΥ1 επιχείρησε να εξεύρει άλλο υποστατικό, η ουσία είναι ότι ακόμη και όταν ο Δήμος συμφώνησε να παραχωρήσει άλλο υποστατικό, δεν συμφώνησε να το παραχωρήσει όχι στον ΜΥ1 αλλά στον Κατηγορούμενο.
Ο Κατηγορούμενος είχε καθήκον να εξεύρει τρόπο να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Πέραν του ότι την επιχείρηση δεν την λειτουργούσε πλέον κάποιο ξένο για τον Κατηγορούμενο πρόσωπο – κάτι το οποίο θεωρητικά θα δυσχέραινε το έργο του – ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παρά του ότι ο Δήμος του προσέφερε άλλο κατάστημα για να εγκαταλειφθεί το περίπτερο ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην επιστολή του Δήμου, παρά του ότι επίσης με την επιστολή Τεκμήριο 4 ομού μετά του ΜΥ1 ζητούσε οδηγίες από τον Δήμο και ταυτόχρονα εξασφάλισε παράταση χρόνου ενώ εκκρεμούσε το επίδικο διάταγμα.
Σημειώνω επιπρόσθετα ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε η οποία έστω να υποδηλώνει ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε με κάποιο τρόπο να συμμορφωθεί με το επίδικο διάταγμα. Ούτε προέκυψε από την μαρτυρία να εμποδίστηκε με κάποιο τρόπο από τον ΜΥ1 να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Ας μην λησμονούμε επίσης ότι παράμεινε στην ουσία ανεξήγητο από πλευράς Κατηγορούμενου γιατί τα πιο πάνω συνιστούσαν παράγοντες που δεν επέτρεπαν στον Κατηγορούμενο να συμμορφωθεί εφόσον ο ίδιος δεν έδωσε μαρτυρία.
Τα πιο πάνω συνθέτουν κατά την κρίση μου ένα σύνολο ενεργειών, χειρισμών και παραλείψεων, τις οποίες κατά την κρίση μου δεν μπορεί να τις επικαλείται ο Κατηγορούμενος ως αδυναμία συμμόρφωσης με το διάταγμα. Από όσα τέθηκαν ενώπιον μου και στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ηθελημένα παράκουσε το διάταγμα ο Κατηγορούμενος.
Εισήγηση για Κατάχρηση
Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι η απόφαση του Δήμου να διώξει τον Κατηγορούμενο μετά την πάροδο 10 ετών από την έκδοση του επίδικου διατάγματος συνιστά περίπτωση κατάχρησης των διαδικασιών του Δικαστηρίου, καλώντας το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση.
Στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd (1977) 2 All ER 566, υπόθεση στην οποία γίνεται μνεία στην Χαραλαμπίδης ν. Κομωδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522, ο Λόρδος Denning Μ.R., ανάφερε ότι σε μια πολιτισμένη κοινωνία, οι νομικές διαδικασίες είναι ο μηχανισμός διατήρησης της τάξης και την απονομής δικαιοσύνης. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν ορθά ή μπορεί να καταχρώνται. Ο μηχανισμός χρησιμοποιείται ορθά όταν επιστρατεύεται για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ανθρώπων ή την επιβολή δίκαιων αξιώσεων. Καταχράται όταν εκτρέπεται από την αληθινή του πορεία, ώστε να εξυπηρετήσει τον εκβιασμό ή την καταπίεση, ή όταν ασκείται πίεση για την επίτευξη ενός αθέμιτου σκοπού. Όταν λοιπόν καταχράται, συνιστά αδικοπραξία, ένα άδικο γνωστό στον νόμο. Οι δικαστές μπορούν και θα επέμβουν να το σταματήσουν. Κάποιες φορές η κατάχρηση μπορεί να διαφανεί από τα πρώτα βήματα (της διαδικασίας) στο δικαστήριο. Άλλες φορές η κατάχρηση μπορεί να διαφανεί με εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία ότι, η νομική διαδικασία χρησιμοποιείται για ένα ανάρμοστο σκοπό. Στην όψη της, σε οποιαδήποτε υπόθεση, η νομική διαδικασία μπορεί να παρουσιάζεται να είναι καθόλα ορθή και ενδεδειγμένη. Το τι μπορεί να την καταστήσει άδικη, είναι ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιείται. Εάν γίνεται για ασκηθεί πίεση ώστε να επιτευχθεί κάποιος σκοπός ο οποίος αυτός καθ’ εαυτός είναι ανάρμοστος, τότε προκύπτει άδικο κατά τον νόμο.
Σημειούται ότι τα πιο πάνω βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τις αρχές που έχει θέση η δική μας νομολογία με βάση την οποία το Δικαστήριο πρέπει να παρεμποδίζει και αναστέλλει περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι αυτές είναι ξεκάθαρα καταπιεστικές ή καταχρηστικές με το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού να βρίσκεται στους ώμους εκείνου που επικαλείται την κατάχρηση (βλ. Σπύρου ν. Ξενή (2015) 2 Α.Α.Δ. 757, Χαραλαμπίδης (ανωτέρω), Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD (1996) 1 Α.Α.Δ. 911, Διευθυντής Φυλακών ν Περέλλα (1995) 1 ΑΑΔ 217).
Στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. (1992) 1 A.C. 34, «καθορίστηκε η κατάχρηση της διαδικασίας ως κάτι τόσο άδικο και λάθος που το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει σε ένα κατήγορο να προχωρήσει με μια κατά τ’ άλλα κανονική διαδικασία. »
Επί του προκειμένου, αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε το 2012. Έκτοτε, πέραν των επιστολών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ δικηγόρων - στις οποίες γίνεται αναφορά σε προηγούμενα σημεία της παρούσας – ο Δήμος είχε ειδοποιήσει σε δυο περιπτώσεις τον Κατηγορούμενο να συμμορφωθεί διαφορετικά θα προχωρούσε ο ίδιος στην κατεδάφιση και δεν το έπραξε. Υπενθυμίζω ότι εγκρίθηκε και η παραχώρηση άλλου ακινήτου στον Κατηγορούμενο την οποία προφανώς δεν αποδέχθηκε εφόσον δεν μετακινήθηκε το περίπτερο.
Δεν μπορεί να μην σχολιαστεί το γεγονός ότι ως προκύπτει από την επιστολογραφία (Τεκμήρια 4, 5, 6, 7) ο Κατηγορούμενος φέρει μερίδιο ευθύνης για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης. Ο Δήμος επέδειξε ανοχή στην μη συμμόρφωση με το διάταγμα αλλά και επιείκεια. Ακόμη όμως και με την ανοχή του Δήμου δεν φαίνεται να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα οποιαδήποτε δικαιώματα του Κατηγορούμενου. Δεν μπορεί όμως η ανοχή να αποδώσει και δικαιώματα στον Κατηγορούμενο. Αντιθέτως, μετά την πάροδο τόσων ετών αναμενόταν από τον Κατηγορούμενο να συμμορφωνόταν με το διάταγμα ή να άρει την παρανομία (βλ. κατ’ αναλογία Ηλιάδη ν. Δήμου Λάρνακας (1998) 2 Α.Α.Δ. 75 στον οποίο θυμίζω δόθηκαν και εναλλακτικές «λύσεις» από πλευράς Δήμου.
Επιπρόσθετα, η υπεράσπιση εμμέσως πλην σαφώς επιχείρησε να θέσει ως ζήτημα κατάχρησης και το γεγονός ότι ο Δήμος εξακολουθούσε παρά την μη συμμόρφωση με το διάταγμα να χρεώνει και να εισπράττει τέλη. Από πλευράς κατηγορούσας αρχής είχε υποβληθεί στον ΜΥ1 ότι το ενοικιαστήριο που είχε ο Κατηγορούμενος με τον Δήμο έληξε χωρίς να ανανεωθεί. Σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω ότι υπήρχαν διαπραγματεύσεις μεταξύ Κατηγορούμενου, ΜΥ1 και Δήμου μέχρι και την έγκριση να παραχωρηθεί άλλο ακίνητο στον Κατηγορούμενο η υλοποίησης της οποίας ουδέποτε επήλθε.
Εφαρμόζονται κατ’ αναλογία θεωρώ τα όσα εξετάστηκαν στην υπόθεση A. & P. KKARAS ESTATES LTD ν. A. & A. TOPHAROS CATERING LTD κ.α. (2002) 2 Α.Α.Δ. 400. Στην υπόθεση αυτή πρωτόδικα, στα πλαίσια ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης που καταχώρησαν οι ιδιοκτήτες των υποστατικών, οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για κατοχή και χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης καθώς και παρακοής διατάγματος για κατεδάφιση παράνομων υποστατικών. Το Δικαστήριο στηριζόμενο στις υποθέσεις Βασιλείου ν. Μακρίδη (2000) 2 Α.Α.Δ. 133 και M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd (2000) 2 Α.Α.Δ. 717 είχε αθωώσει τους Κατηγορούμενους λόγω κατάχρησης της διαδικασίας αφού διαπίστωσε ότι η δίωξη έγινε μετά που αποτύχαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ιδιοκτητών και Κατηγορούμενων για αύξηση του ενοικίου που οι τελευταίοι κατέβαλλαν στους ιδιοκτήτες ως ενοικιαστές των υποστατικών. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάτρεψε, μερικώς, την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας ότι:
«Τα εσώτερα ελατήρια των κατηγόρων - εφεσειόντων, που δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, δεν είχαν θέση στη συζήτηση της υπόθεσης. Σκοπός των εφεσειόντων ήταν, έστω και αργά, να εφαρμοστεί το διάταγμα του Δικαστηρίου.»
Έπεται ότι η δεν μπορεί να συνιστά κατάχρηση η δίωξη για μη συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς κατηγορούσας αρχής ή συμπεριφορά που να συνιστά εκβιασμό. Συνάμα με την διαπίστωση ότι με την παρούσα δίωξη δεν παραβλάφτηκαν τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου, η εισήγηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.
(Υπ.)...................................
Λ. Χαβιαράς, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο