Αστυνομίας ν. Χριστάκη Τομάζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24142/19, 27/1/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομίας ν. Χριστάκη Τομάζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 24142/19, 27/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 24142/19

Μεταξύ:

Αστυνομίας

Κατηγορούσας Αρχής

-και-

1. Χριστάκη Τομάζου

2. Σάββα Άδωνη

3. Κυριάκου Χατζηχρυσάνθου

4. Ανδρέα Ιωάννου

5. Μάμα Χατζηγεωργίου

6. Ανδρέα Ιωσήφ

Κατηγορουμένων

Ημερομηνία:                                                            27η Ιανουαρίου, 2026

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή:                          κος. Μ. Ζαρής

Για Κατηγορούμενους 1, 2, 4 και 5:       κος. Μ. Σπύρου

Κατηγορούμενοι παρόντες

Ποινή για Κατηγορούμενους 1, 2, 4 και 5

Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5 κρίθηκαν, κατόπιν παραδοχής τους, ένοχοι σε 3 κατηγορίες (Κατηγορίες 3, 4 και 5 επί του Κατηγορητηρίου) που αφορούν σε κατάχρηση εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση των Άρθρων 4, 20, 105 και 106 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (το «Κεφ. 154»).

Συγκεκριμένα το Άρθρο 105 του Κεφ. 154 προνοεί ότι:

«Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος.

Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά (7) χρόνων.»

Σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Κεφ. 154:

«Όταν στον Κώδικα αυτό δεν προβλέπεται ειδικά ποινή για οποιοδήποτε πλημμέλημα, τα πλημμελήματα τιμωρούνται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και με τις δύο αυτές ποινές».

Προτού παραθέσω σύνοψη των γεγονότων όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, κρίνω σκόπιμο ν’ αναφερθώ στο χρόνο κατά τον οποίο το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για τα πιο πάνω αδικήματα: Η υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019, ενώ τα υπό αναφορά αδικήματα, σύμφωνα με το Κατηγορητήριο και τα γεγονότα, διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2007 και 2011. Κατά την καταχώριση, δόθηκε σχετική συγκατάθεση για συνοπτική εκδίκαση από το Γενικό Εισαγγελέα, εν όψει της προβλεπόμενης υπό του Άρθρου 105 του Κεφ. 154 ποινής, όπως αυξάνεται σε περίπτωση που η κατάχρηση εξουσίας αποβλέπει σε κέρδος. Ειρήσθω εν παρόδω, στις 25.11.25 οι Κατηγορίες 1 και 2 διακόπηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Οι Κατηγορούμενοι, αρχικά δεν παραδέχθηκαν τις Κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και η υπόθεση ορίστηκε γι’ Ακρόαση. Η Ακρόαση αναβλήθηκε σε διάφορες περιπτώσεις και για διάφορους λόγους, οι οποίοι, ως διαφαίνεται από το Δικαστηριακό φάκελο, πότε αφορούσαν το πρόγραμμα όπως διαμορφώθηκε ένεκα της έκτακτης κατάστασης που προκάλεσε η πανδημία του κορωνοϊού ή και τα μέτρα αντιμετώπισής της, πότε ζητήματα που αφορούσαν ιατρικά προβλήματα κάποιων εκ των Κατηγορούμενων, πότε ζητήματα νομικής εκπροσώπησής τους ή και αιτήματα που προωθούντο γι’ αναστολή ποινικής δίωξης. Ήταν μόλις στις 4.4.25 που οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5 ζήτησαν κι έλαβαν άδεια ν’ αλλάξουν απάντηση και να παραδεχθούν στις κατηγορίες 4 και 5. Στις 22.9.25 η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 3 διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και στις 25.11.25 οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5 παραδέχθηκαν και στην Κατηγορία 3, κι όπως ήδη ανέφερα, διακόπηκαν εναντίον τους οι Κατηγορίες 1 και 2. Σημειώνω, για σκοπούς πληρότητας, ότι η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 6 εκκρεμεί για Προγραμματισμό.

Αυτά ως προς το ιστορικό της διαδικασίας, τα οποία σκιαγραφούν και την μακρόχρονη πορεία της υπόθεσης από την καταχώριση μέχρι και σήμερα, η οποία πρόκειται να ληφθεί υπόψη κατά τη ποινολογική μεταχείριση των Κατηγορούμενων.

Έρχομαι τώρα στα γεγονότα: Μεταξύ των ετών 2007 και 2014, ο Κατηγορούμενος 1 διετέλεσε κοινοτάρχης και οι Κατηγορούμενοι 2, 4 και 5 μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου της κοινότητας Παλιομετόχου. Σχετικά με την Κατηγορία 3, κατόπιν καταγγελίας, διεξήχθη έρευνα στη βάση της οποίας αποκαλύφθηκε ότι οι εν λόγω Κατηγορούμενοι διόρισαν την αδελφότεκνη του Κατηγορούμενου 1 σε μόνιμη θέση στο Κοινοτικό Συμβούλιο Παλιομετόχου. Το θέμα ξεκίνησε με απόφαση που λήφθηκε κατά την 9.9.2009 κατόπιν, αρχικά, προκήρυξης προσφοράς γι’ αγορά υπηρεσιών γραφέα. Η αδελφότεκνη του Κατηγορούμενου 1 υπέβαλε τη χαμηλότερη και της κατακυρώθηκε. Έπειτα, στις 31.8.2010, οι εν λόγω Κατηγορούμενοι ανανέωσαν την εργοδότηση της αδελφότεκνης του Κατηγορούμενου 1, χωρίς όμως οποιαδήποτε αναφορά σε παράταση και, εν τέλει, στις 26.1.2011 την προσέλαβαν σε μόνιμη θέση για ν’ ασκεί καθήκοντα γραφέα. Αντί όμως να την προσλάβουν ως γραφέα, την προσέλαβαν ως γενικό βοηθό ωρομίσθιο δηλαδή εργάτη, θέση που θα μπορούσε να πληρωθεί απευθείας από το κοινοτικό συμβούλιο. Όλα τα πιο πάνω έγιναν σε συνεδρίες, παρουσία του Κατηγορούμενου 1 και δίχως να ληφθεί οποιαδήποτε έγκριση από την Επαρχιακή Διοίκηση ή από το Υπουργείο Εσωτερικών.

Σχετικά με την Κατηγορία 4, περί το έτος 2007, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, υπό τις ιδιότητες που περιγράφηκαν προηγουμένως, αποφάσισαν την ασφαλτόστρωση ιδιωτικών δικαιωμάτων διάβασης, τα οποία δεν εξυπηρετούν σκοπούς δημόσιας ωφέλειας, την οποία υλοποίησαν μεταξύ των ετών 2009 και 2010 καταβάλλοντας συνολικά το ποσό των €270,018 σε ιδιωτική εταιρεία, στην οποία το έργο ανατέθηκε απευθείας χωρίς τη νόμιμη διαδικασία προκήρυξης προσφορών. Οι 16 εκ των 52 διαβάσεων που περιλήφθηκαν στο έργο ανήκαν σε συγγενικά πρόσωπα του Κατηγορούμενου 1.

Ως προς την Κατηγορία 5, οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, υπό τις ιδιότητες που περιγράφηκαν προηγουμένως, στις 29.1.2008, κατακύρωσαν προσφορά, η αξία της οποίας υπερέβαινε το μέγιστο όριο για το οποίο δεν απαιτείται προκήρυξη, σε συγγενή άλλου μέλους του κοινοτικού συμβουλίου, σε συνεδρία μάλιστα που το εν λόγω μέλος ήταν παρόν. Οι δύο προσφορές που έλαβε το κοινοτικό συμβούλιο για το πιο πάνω θέμα προέρχονταν από προσφοροδότες που είχαν και μεταξύ τους συγγένεια, αλλά και, ως προανέφερα, συγγένεια με το αναφερόμενο μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Το ποσό που πληρώθηκε στον «επιτυχόντα» ανέρχετο στις €7005,21.

Ουδείς εκ των Κατηγορούμενων 1, 2, 4 και 5 παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώπιον των αστυνομικών αρχών.

Τέλος, σύμφωνα με τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, άπαντες οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5 είναι λευκού ποινικού μητρώου.

Για τους Κατηγορούμενους ετοιμάστηκαν αντίστοιχες εκθέσεις του γραφείου ευημερίας, τις οποίες λαμβάνω υπόψη μου, ως διαφαίνεται πιο κάτω στην παρούσα.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων, παρέδωσε εκτενές γραπτό κείμενο, τ’ οποίο και συνόψισε και προφορικά. Μέσα από τις 19 του σελίδες γίνεται μια εμπεριστατωμένη εισήγηση αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες που, κατά το συνήγορο, θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του επιβάλλοντας ποινή.

Συνοψίζω την ικανή αγόρευση του συνηγόρου, έχοντας την λάβει υπόψη μου στην πλήρη μορφή της. Ξεκινά από τις προσωπικές περιστάσεις ενός εκάστου εκ των Κατηγορούμενων 1, 2, 4 και 5 κι έπειτα επεκτείνεται στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, με κοινά στοιχεία την παραδοχή των Κατηγορουμένων στις Κατηγορίες, το λευκό τους ποινικό μητρώο παρά τις ηλικίες τους, την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη των αδικημάτων, την δηλωθείσα απολογία και μεταμέλειά τους και ότι σε καμία εκ των υπό εξέταση περιπτώσεων οι Κατηγορούμενοι έλαβαν οποιοδήποτε προσωπικό όφελος. Ως προς την Κατηγορία 3, ο συνήγορος εισηγείται ότι το λάθος - όπως το ονομάζει - των πελατών του ήταν αφενός ότι έλαβαν την απόφαση διορισμού της αδελφότεκνης του Κατηγορούμενου 1, τρέφοντας την πεπλανημένη αντίληψη ότι λόγω της εργασίας της στην ίδια θέση για πέραν των 52 εβδομάδων, θα μπορούσαν να ενεργήσουν όπως ενήργησαν κι αφετέρου τ’ ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν παρόν κατά τη συνεδρία στην οποία αποφασίστηκε ο διορισμός. Σε κάθε περίπτωση ήταν η εισήγησή του ότι από το διορισμό ουδείς είχε προσωπικό όφελος. Για τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος της 4η Κατηγορίας, γίνεται εισήγηση ότι το εφαλτήριο για την απόφαση των Κατηγορούμενων ήταν η διευκόλυνση πρόσβασης συγχωριανών τους στα σπίτια τους, ενώ κάθε ασφαλτόστρωση εξυπηρετούσε πέραν του ενός σπιτιού. Αναδεικνύεται επίσης ότι ασφαλτοστρώσεις έγιναν και από το προηγούμενο κοινοτικό συμβούλιο κι έτσι οι Κατηγορούμενοι διατηρούσαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ενεργούν με τον ίδιο τρόπο, ενώ η διαδικασία έγινε κατόπιν προκήρυξης προσφορών και κατακύρωσης στο χαμηλότερο προσφοροδότη. Τέλος και όσων αφορά το αδίκημα της 5ης Κατηγορίας προβάλλεται ότι αυτό διαπράχθηκε υπό το καθεστώς χρονικής πίεσης για την επιδιόρθωση του συγκεκριμένου τοίχου, αλλά και κατόπιν λήψης προσφορών, με το έργο να κατακυρώνεται στον χαμηλότερο προσφοροδότη.

Το φάσμα των γεγονότων που παρατέθηκε ενώπιον μου δεν περιλαμβάνει ισχυρισμό ότι οποιοσδήποτε εκ των Κατηγορούμενων αποκόμισε ίδιο όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Υπάρχει πράγματι σαφής διαχωρισμός, εκ της Νομοθεσίας, μεταξύ αδικήματος που διαπράττεται με σκοπό το κέρδος και αδικήματος όπου τέτοιο επιπρόσθετο στοιχείο δεν εντοπίζεται.

Παρά ταύτα, η σοβαρότητα των αδικημάτων τη διάπραξη των οποίων παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι είναι, θεωρώ, αδιαμφησβήτητη αφού η προβλεπόμενη ποινή που προκύπτει από συνδυαστική ανάγνωση των Άρθρων 105 και 35 του Κεφ. 154, είναι ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο έτη ή πρόστιμο. Η κατάχρηση εξουσίας προς ενέργεια αυθαίρετων πράξεων δεν παύει, ανεξάρτητα από το κατά πόσο σκοπεί ή απολήγει σε αποκόμιση ιδίου οφέλους, ν’ αποτελεί αδίκημα που ενέχει το στοιχείο της διαπλοκής και της προαγωγής πελατειακών σχέσεων κι ευνοιοκρατίας. Σε μια ευνομούμενη κοινωνία οι πολίτες πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης από δημόσιους λειτουργούς. Αδικήματα, όπως το υπό εξέταση, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος δικαίου, δημιουργούν την εντύπωση ότι υπάρχουν πολίτες διαφόρων ταχυτήτων και διαβρώνουν τον κοινωνικό ιστό. Οι κατέχοντες δημόσιες θέσεις κι αξιώματα έχουν πρόσθετο καθήκον να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα των θεσμών που υπηρετούν και παράλληλα ν’ αποδεικνύουν εμπράκτως ότι οι σύγχρονες κοινωνίες στηρίζονται στην αξιοκρατία, ενώ παράλληλα ν’ αποτάσσουν – και πάλι εμπράκτως - την αδιαφάνεια και το νεποτισμό, φαινόμενα που έχουν, στις πλείστες των περιπτώσεων, έως και ολέθριες επιπτώσεις.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, μέσα από τη Νομολογία, αναδείκνυε διαχρονικά την αναμενόμενη συμπεριφορά δημόσιων λειτουργών.

Στην Georghiou v The Republic (1984) 2 CLR 65, το Δικαστήριο ανέφερε, σ’ ελεύθερη μετάφραση από την Αγγλική:

«Έχει κατ’ επανάληψη λεχθεί, κι επαναλαμβάνουμε εκ νέου, ότι όσο ψηλότερο το αξίωμα, τόσο υψηλότερο είναι και το καθήκον του να τηρεί το Νόμο και πράγματι να δίδει, με τη συμπεριφορά του, το παράδειγμα για τήρηση του Νόμου».

Ενώ στην Polydorou v The Police (1984) 2 CLR 48, εντοπίζεται το εξής απόσπασμα, ελεύθερα μεταφρασμένο:

« Πρόσωπα στην υπηρεσία του δημοσίου θα πρέπει πάντοτε, αλλά ειδικά στους δύσκολους αυτούς καιρούς, να επιδεικνύουν την πίστη και ειλικρίνεια που παρονομάζει την υπηρεσία τους. Πρόσωπα που αποδεικνύονται ανάξια της εμπιστοσύνης που τους εναπόθεσε η χώρα τους θα πρέπει να τιμωρούνται με τρόπο που ν’ αποτρέπει άλλους ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.»

Στην Ποινική Έφεση 64/2017 (μέρος των συνεκδικαζομένων Εφέσεων 53/2017, 66/2017 και 68/2017) Ρίκκος Ερωτοκρίτου ν Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15.12.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο – τότε ως εφετείο –, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση για, μεταξύ άλλων, επιβολή ποινής φυλάκισης 1½ έτους για το αδίκημα τις κατάχρησης εξουσίας, ανέφερε τα εξής:

«Η κοινωνία εναποθέτει τις ελπίδες της για προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων της στους θεσμικούς αξιωματούχους. Aναμένει - και δικαιούται - από αυτούς άμεμπτη και υποδειγματική συμπεριφορά κατά την επιτέλεση των καθηκόντων τους. Πολύ περισσότερο, από όσους κατέχουν υψηλές θέσεις, οι οποίες, αναπόδραστα, συνδέονται με ανάλογο επίπεδο ευθύνης. Υπό το πρίσμα αυτό,  έκνομες ενέργειες που ιδίως φέρουν το στίγμα του δεκασμού, της διαπλοκής και της διαφθοράς, δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη αυστηρότητα από τα Δικαστήρια, τα οποία δεν θα ήταν άξια της αποστολής τους και της εμπιστοσύνης του κοινού, αν αφίσταντο από το καθήκον τους για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, προς αντιμετώπιση τέτοιας φύσεως εγκλημάτων».

Ενώ προηγουμένως στην Μαλικκίδης ν Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, εντοπίζεται και παρατίθεται ως σχετικό το εξής απόσπασμα:

«[…] είναι νομίζουμε πρόδηλο ότι σε αδικήματα τέτοιας φύσεως, με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου».

Ως προς το ορθό της προσέγγισης που καθιστά επιβεβλημένη την αποτροπή σε αδικήματα όπως και τα υπό κρίση παραπέμπω στην Ποινική Έφεση 121/17, Αριστοδήμου ν Δημοκρατίας, ημερομηνίας 21.9.2017, ενώ στις Ποινικές Εφέσεις 125/17, 127/17, 129/17, 130/17 και 131/17 Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α. ν Δημοκρατίας, ημερομηνίας 26.4.2018, αναφέρεται σχετικά το εξής:

«Είναι γεγονός - και το διαπιστώνουμε καθημερινά - από τις υποθέσεις που άγονται ενώπιον μας, ότι αδικήματα διαφθοράς ταλανίζουν ιδιαίτερα τη χώρα μας.  Το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την έντονη απαξία ιδίως επί του ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων πλήττει καίρια την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, έχει διακηρύξει την ανάγκη αυστηρής προσέγγισης στο θέμα της ποινής με κυρίαρχο στόχο την αποτρεπτικότητα για προστασία του κοινωνικού συνόλου από εγκληματικές συμπεριφορές τέτοιου είδους, συμπεριφορές που ως εκ της φύσεως τους αλλά και του γεγονότος ότι διαπράττονται από θεσμικούς ή άλλως πως αξιωματούχους, καταλήγουν να είναι ιδιαίτερα βλαπτικές για την ίδια τη δημοκρατία».

Τούτων λεχθέντων, η επιβολή ποινής εμπεριέχει ένα έργο στάθμισης μεταξύ του ευρύτερου συμφέροντος της δικαιοσύνης μέσω της τιμωρίας του παραβάτη στο πλαίσιο που προνοεί ο Νόμος από τη μία πλευρά και της εξατομίκευσης του ύψους ή και του είδους της τιμωρίας τούτης για το συγκεκριμένο παραβάτη από την άλλη. Το Δικαστήριο ξεκινά την επιμέτρηση της ποινής από το μέγιστο ύψος που προβλέπεται από το Νόμο[1], ενώ βάσει καθιερωμένης αρχής της Νομολογίας, όταν υπάρχει αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, το έργο εξατομίκευσης της δεν πρέπει να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής[2].

Λαμβάνω λοιπόν υπόψη μου και συνυπολογίζω τα εξής ελαφρυντικά για εν έκαστο εκ των Κατηγορουμένων 1, 2, 4 και 5:

Για τον Κατηγορούμενο 1:

-       Το γεγονός ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ίδιο και οικονομικό όφελος από τα αδικήματα, χωρίς να διέλαθε της προσοχής μου ότι για τη θέση του Κοινοτάρχη, στην οποία διετέλεσε για δύο θητείες, αμοιβόταν, αλλά και ότι εκ της φύσεώς τους τ’ αδικήματα που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε παρέχουν τη δυνατότητα στον αδικοπραγήσαντα να έχει έμμεσα οφέλη,

-       το γεγονός ότι είναι σήμερα 62 ετών και άτομο λευκού ποινικού μητρώου και ότι παρέμεινε χωρίς άλλες καταδίκες και κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τα επίδικα γεγονότα μέχρι σήμερα,

-       την παραδοχή του πριν το στάδιο της Ακρόασης, παράγοντας που συνέβαλε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, χωρίς μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να παραδεχθεί έστω τις κατηγορίες που, εν τέλει, παραδέχθηκε πολύ ενωρίτερα,

-       την απολογία και μεταμέλειά του, όπως μεταφέρθηκε δια του συνηγόρου του και

-       το γεγονός ότι τ’ αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2007 – 2014 κι η υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019 ενώ το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή το έτος 2026,

Για τον Κατηγορούμενο 2:

-       Το γεγονός ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ίδιο και οικονομικό όφελος από τα αδικήματα, χωρίς να διέλαθε της προσοχής μου ότι εκ της φύσεώς τους τ’ αδικήματα που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε παρέχουν τη δυνατότητα στον αδικοπραγήσαντα να έχει έμμεσα οφέλη,

-       το γεγονός ότι είναι σήμερα 58 ετών και άτομο λευκού ποινικού μητρώου και ότι παρέμεινε χωρίς άλλες καταδίκες και κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τα επίδικα γεγονότα μέχρι σήμερα,

-       την παραδοχή του πριν το στάδιο της Ακρόασης, παράγοντας που συνέβαλε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, χωρίς μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να παραδεχθεί έστω τις κατηγορίες που εν τέλει παραδέχθηκε πολύ ενωρίτερα,

-       την απολογία και μεταμέλειά του όπως μεταφέρθηκε δια του συνηγόρου του,

-       το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, το οποίο αφορά σε ανίατη ασθένεια για την οποία χρειάζεται θεραπεία τρεις φορές το χρόνο και το οποίο δεν του επιτρέπει να εργάζεται, μ’ αποτέλεσμα να συντηρείται κυρίως από την οικογένειά του και

-       το γεγονός ότι τ’ αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2007 – 2014 κι η υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019 ενώ το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή το έτος 2026.

Για τον Κατηγορούμενο 4:

-       Το γεγονός ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ίδιο και οικονομικό όφελος από τα αδικήματα, χωρίς να διέλαθε της προσοχής μου ότι εκ της φύσεώς τους τ’ αδικήματα που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε παρέχουν στον αδικοπραγήσαντα τη δυνατότητα να έχει έμμεσα οφέλη,

-       το γεγονός ότι είναι σήμερα 70 ετών και άτομο λευκού ποινικού μητρώου και ότι παρέμεινε χωρίς άλλες καταδίκες και κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τα επίδικα γεγονότα μέχρι σήμερα,

-       την παραδοχή του πριν το στάδιο της Ακρόασης, παράγοντας που συνέβαλε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, χωρίς μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να παραδεχθεί έστω τις κατηγορίες που εν τέλει παραδέχθηκε πολύ ενωρίτερα,

-       την απολογία και μεταμέλειά του όπως μεταφέρθηκε δια του συνηγόρου του,

-       το γεγονός ότι, προ τριετίας, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στο ισχίο κι έκτοτε δεν εργάζεται ενώ ο ίδιος λαμβάνει σύνταξη κι επίδομα συνολικά περί τα €430,

-       το γεγονός ότι πολέμησε κατά την εισβολή του 1974 και

-       το γεγονός ότι τ’ αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2007 – 2014 κι η υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019 ενώ το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή το έτος 2026.

Για τον Κατηγορούμενο 5:

-       Το γεγονός ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ίδιο και οικονομικό όφελος από τα αδικήματα, χωρίς να διέλαθε της προσοχής μου ότι εκ της φύσεώς τους τ’ αδικήματα που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε παρέχουν στον αδικοπραγήσαντα τη δυνατότητα να έχει έμμεσα οφέλη,

-       το γεγονός ότι είναι σήμερα 71 ετών και άτομο λευκού ποινικού μητρώου και ότι παρέμεινε χωρίς άλλες καταδίκες και κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από τα επίδικα γεγονότα μέχρι σήμερα,

-       την παραδοχή του πριν το στάδιο της Ακρόασης, παράγοντας που συνέβαλε στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, χωρίς μου διαφεύγει ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να παραδεχθεί έστω τις κατηγορίες που εν τέλει παραδέχθηκε πολύ ενωρίτερα,

-       την απολογία και μεταμέλειά του όπως μεταφέρθηκε δια του συνηγόρου του,

-       το γεγονός ότι πολέμησε κατά την εισβολή του 1974,

-       το πρόβλημα ακοής που αντιμετωπίζει καθώς και τα προβλήματα υγείας της συζύγου του και

-       το γεγονός ότι τ’ αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2007 – 2014 κι η υπόθεση καταχωρίστηκε το έτος 2019 ενώ το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή το έτος 2026

Εξέτασα βεβαίως και τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων πρόβαλε στην αγόρευσή του αναφορικά με το κίνητρο των Κατηγορούμενων κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, ότι δηλαδή τ’ αδικήματα διαπράχθηκαν λόγω επιπολαιότητας - τις ονόμασε «μπακαλοδουλειές» - και ότι οι Κατηγορούμενοι υπέπεσαν σε σφάλματα και τελούσαν υπό πεπλανημένες αντιλήψεις ως προς τους ισχύοντες κανονισμούς.

Με οδηγό όμως τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις συγκεκριμένες εισηγήσεις. Εξηγώ: Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, κατά τη θητεία τους ως πρόεδρος και μέλη κοινοτικού συμβουλίου αντίστοιχα, καταχράστηκαν την εξουσία που τους εμπιστεύθηκαν οι πολίτες, προβαίνοντας σε μια σειρά παράνομων ενεργειών. Ως προς τα γεγονότα που αφορούν την 3η κατηγορία, πέραν της απόφασης διορισμού της αδελφότεκνης του Κατηγορούμενου 1 σε συνεδρία που και ο ίδιος ήταν παρόν, παρακάμφθηκε τεχνηέντως και η απαιτούμενη έγκριση της Επαρχιακής Διοίκησης, αφού η συγκεκριμένη υπάλληλος προσλήφθηκε ως εργάτης για ν’ ασκεί καθήκοντα γραφέα. Είναι γι’ αυτό το λόγο που το ζήτημα εκφεύγει του πλαισίου της απλής μονιμοποίησης ενός προσωρινού υπαλλήλου χωρίς την προκήρυξη προσφορών. Δεν πρόκειται δηλαδή για διαδικαστικό ατόπημα, αλλά γι’ απόφαση να ευνοηθεί συγγενής του Κατηγορούμενου 1 με τρόπο ούτως ώστε η απόφαση αυτή να μην ελεγχθεί από την Επαρχιακή Διοίκηση και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία σε άλλο πρόσωπο να υποβάλει αίτηση για να διεκδικήσει μόνιμο διορισμό.

Ούτε η 4η Κατηγορία μπορεί βάσιμα να θεωρηθεί ως απλή παράκαμψη διαδικασιών βασιζόμενη σε παλαιά πρακτική άλλου συμβουλίου. Ούτε το γεγονός ότι το προηγούμενο συμβούλιο δεν διώχθηκε ποινικά θα μπορούσε να αιτιολογήσει την απόφαση που οι Κατηγορούμενοι έλαβαν, αλλ’ ούτε και είναι δυνατό ν’ αποτελέσει λόγο για να τους δοθεί επ’ αυτού έκπτωση στην ποινή. Κάτι τέτοιο θα εισήγαγε, ως μετριαστικό παράγοντα, τις, άνευ συνεπειών, πιθανώς παράνομες δραστηριότητες τρίτων και θα έστελνε μόνο λανθασμένα μηνύματα. Σ’ αυτή την περίπτωση οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, χωρίς ν’ ακολουθήσουν τις ενδεδειγμένες διαδικασίες προσφορών κι ενόσω διαχειρίζονταν κοινοτικό χρήμα, το δαπάνησαν για να βελτιώσουν 52 ιδιωτικά περάσματα, 16 εκ των οποίων αφορούσαν σε συγγενικά πρόσωπα του Κατηγορούμενου 1. Εντός του πλαισίου, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορούμενων ότι αποτελεί μετριαστικό παράγοντα το αποτέλεσμα μια κι η ενέργεια ωφέλησε έστω ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας που οι Κατηγορούμενοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσαν, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο που καταμαρτυρεί ότι οι πόροι της κοινότητας, ή εν πάση περιπτώσει το δαπανηθέν ποσό των €270,018, πρόκυψαν αποκλειστικά από την είσπραξη κοινοτικών τελών των συγκεκριμένων ιδιωτών που επωφελήθηκαν από τη βελτίωση των περασμάτων, ούτως ώστε να είναι δυνατό να θεωρήσω την δαπάνη ως ενέχουσα, έστω και παραπλεύρως ή παρεπιπτόντως, οποιοδήποτε δημόσιο όφελος. Αντ’ αυτού, εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι κοινοτικό χρήμα δαπανήθηκε για την ικανοποίηση ιδιωτικών συμφερόντων.

Ως προς τα γεγονότα της 5ης κατηγορίας αυτή υποδηλώνει και πάλι τον αδιαφανή τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5, μια προχώρησαν στην ανάθεση έργου σε σύγαμπρο άλλου μέλους του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου, χωρίς προκήρυξη προσφορών ως όφειλαν ενόψει της αξίας του. Η δε απόφαση λήφθηκε παρουσία του συγκεκριμένου μέλους. Αυτή τη φορά πράγματι οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 4 και 5 έλαβαν, έστω άνευ προκήρυξης, προσφορές από δύο άτομα. Πλην όμως διαπιστώνεται ότι οι μοναδικοί δύο προσφοροδότες ήταν και μεταξύ τους σύγαμπροι και το έργο κατακυρώθηκε στον ένα εκ των δύο, ο οποίος υπέβαλε προσφορά περί τα €500 χαμηλότερη από τον άλλο. Σημειώνω ότι η προσφορά που εν τέλει έγινε αποδεχτή αφορούσε το ποσό των €7005,21 πλέον ΦΠΑ. Επομένως, δεν συμφωνώ ότι το απλό γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι δέχθηκαν κι έλαβαν τις δύο προσφορές από τους δύο σύγαμπρους που τύγχαναν και σύγαμπροι τότε μέλους του Συμβουλίου, ελαφραίνει τη θέση τους ως προς την κατακύρωση της προσφοράς στον ένα απ’ αυτούς.

Οι πιο πάνω περιστάσεις καταδεικνύουν ότι η έκνομη δράση των Κατηγορούμενων 1, 2, 4 και 5 θα πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί με την αρμόζουσα αυστηρότητα, εν όψει και της διαπιστωθείσας ανάγκης για τη συμβολή του Δικαστηρίου στην αποτροπή μελλοντικών επίδοξων παραβατών. Δεν παραγνωρίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο οι προσωπικές τους περιστάσεις και οι λοιποί μετριαστικοί παράγοντες, αλλά θεωρώ ότι στο σύνολο των περιστάσεων αυτοί μπορούν να επιδράσουν μόνο ως προς το ύψος της ποινής που πρόκειται να τους επιβάλω, αλλ’ όχι ως προς το είδος της.

Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι μοναδική αρμόζουσα ποινή για τους Κατηγορούμενους, έχοντας λάβει τόσο τα γεγονότα που εκτέθηκαν, όσο και τους μετριαστικούς παράγοντες, είναι εκείνη της φυλάκισης. Θεωρώ ότι οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θ’ αντικατόπτριζε ούτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε τη σοβαρότητα των συγκεκριμένων ενεργειών των εδώ Κατηγορουμένων, αλλ’ ούτε και τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής.

Για τους λόγους που προανέφερα, αλλά έχοντας συνυπολογίσει και τη σοβαρότητα κάθε μίας εκ των Κατηγοριών ξεχωριστά, σταθμίζοντας τοιουτοτρόπως την επίδραση που τα γεγονότα που τις συναποτελούν έχουν στο κοινωνικό σύνολο, επιβάλλω σε κάθε ένα εκ των Κατηγορούμενων 1, 2, 4 και 5 τις εξής ακόλουθες συντρέχουσες ποινές:

Για την 3η Κατηγορία:                   ποινή φυλάκισης 3 μηνών

Για τη 4η Κατηγορία:                     ποινή φυλάκισης 5 μηνών

Για την 5η Κατηγορία:                   ποινή φυλάκισης 2 μηνών

Εν όψει των ποινής που έχω επιβάλει στους Κατηγορούμενους, προχωρώ να εξετάσω εάν συντρέχουν, στη βάση του Άρθρου 3 του Περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως Εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972 (Ν.95/1972) λόγοι αναστολής της εκτέλεσης τους.

Η αρχή ότι το Δικαστήριο δέον να εξετάζει το σύνολο των περιστάσεων συζητήθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161 και μετέπειτα στην Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ 449. Το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και όπως ειπώθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930 η υιοθέτηση γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα. Στην Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση 277/2018, ημερομηνίας 10.5.19, ECLI:CY:AD:2019:B179, αναφέρθηκε ότι:

«βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης».

            Η σοβαρότητα των αδικημάτων, όχι μόνο ως προκύπτει από την προβλεπόμενη εκ του Νόμου ποινή, αλλά και από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, είναι αδιαμφισβήτητη. Ομοίως κι η ανάγκη για γενική αποτροπή. Όπως όμως συνάγεται από τα όσα προανέφερα - η ανάγκη για ειδική αποτροπή έχει, εν προκειμένω, ατονήσει. Προς τούτο επαναλαμβάνω ότι τα υπό εξέταση αδικήματα διαπράχθηκαν, το τελευταίο, το έτος 2011, ενώ η υπόθεση καταχωρίστηκε εναντίον των Κατηγορούμενων μόλις το 2019, χωρίς να έχει επεξηγηθεί το χρονικό χάσμα των οκτώ ετών που τις χωρίζει. Η δε καθυστέρηση στην έναρξη κι ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν θα μπορούσε ν’ αποδοθεί αποκλειστικά στους Κατηγορούμενους. Συνυπολογίζω επίσης ότι οι Κατηγορούμενοι, έστω και στο στάδιο που το έπραξαν, παραδέχθηκαν τις εναπομείνασες κατηγορίες ενώπιον του Δικαστηρίου, καταδεικνύοντας καθ’ αυτό τον τρόπο ότι, έστω και την υστάτη, έχουν μετανοήσει για τις πράξεις τους. Επιπρόσθετα, δεν μπορώ παρά να επαναφέρω στο συλλογισμό μου και τις ηλικίες των Κατηγορουμένων σε συνδυασμό πάντοτε με τ’ ότι άπαντες είναι πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου κι ότι παρά τις ηλικίες τους παρουσιάζονται ενώπιον Δικαστηρίου για πρώτη φορά. Βαρύνουσα επίσης σημασία κατά την απόφανση επί του ζητήματος της αναστολής εκτέλεσης των ποινών, δίδω και στο γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι, δρώντας κατά τον τρόπο που περιέγραψα και χωρίς ν’ αποκλείω τη ανοιχτή δυνατότητα να έχουν έμμεσο όφελος, δεν αποκόμισαν άμεσο ίδιο όφελος κι ότι οι πράξεις τους δεν φαίνεται ν’ αποσκοπούσαν σ’ αυτό. Είμαι, εντός του πλαισίου, διατεθειμένος ν’ αναγνωρίσω - κι αναγνωρίζω - ότι η διάπραξη των αδικημάτων αποτελούσε ένα μελανό σημείο στις ζωές των Κατηγορούμενων. Αποφασίζω, λόγω των πιο πάνω, να τους δώσω μια δεύτερη ευκαιρία και, χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο να υποβαθμίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη ούτως ώστε η ν’ ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια μου υπέρ της αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης.

Η εκτέλεση των ποινών φυλάκισης που επέβαλα στους Κατηγορούμενους αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

(επεξηγείται η έννοια της αναστολής ποινής φυλάκισης στους Κατηγορούμενους)

 

…………………………

Π. Αγαπητός

Επαρχιακός Δικαστής

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής  

 

 



[1] (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632)

[2] (βλ. Souilmi ν. Της Αστυνομίας (1992) 2 A.A.Δ. 248)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο