ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 12499 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Π. Α.
_________________________
Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Καζάκος, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινές σε τέσσερις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου, που αναφέρονται στο ότι την 11.5.2025, στην τοποθεσία που αναφέρεται, στο χωριό Παρεκκλησιά, στη Λεμεσό, έλαβε χώρα η φόνευση θηράματος, ήτοι ενός λαγού, κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου κυνηγιού, μεταξύ της δύσης και της χαραυγής του ηλίου, ήτοι ώρα 21:20, σε απαγορευμένη περιοχή του εν λόγω χωριού, και με τη χρήση του αυτοκινήτου τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται. Η φόνευση του συγκεκριμένου λαγού, στον χρόνο, τον τόπο και με τον τρόπο που έγινε, δίδει βάση σε διάφορα αδικήματα με βάση τον περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο 152(Ι)/2003, στο άρθρο 88 του οποίου προβλέπεται γενική ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία χρόνια ή και χρηματική ποινή μέχρι τις €20.000,00, η οποία εφαρμόζεται εάν δεν προβλέπεται άλλη συγκεκριμένη ποινή. Αυστηρότερη ποινή προβλέπεται για το αδίκημα της 1ης Κατηγορίας, με βάση το άρθρο 48 § 5, το οποίο προβλέπει πως πρόσωπο το οποίο καταδιώκει, φονεύει ή συλλαμβάνει θήραμα από τη δύση μέχρι τη χαραυγή του ηλίου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα χρόνια ή και χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000.
Ο νόμος προστατεύει συγκεκριμένα έννομα αγαθά, την άγρια πανίδα και τη δημόσια τάξη. Τα θηράματα δεν είναι ιδιοκτησία οποιουδήποτε· είναι κοινός φυσικός πόρος. Ο νομοθέτης ποινικοποιεί ορισμένες συμπεριφορές, για να διασφαλίσει τη βιολογική αναπαραγωγή και ισορροπία των ειδών, ειδικά στις κλειστές περιόδους, που τα ζώα αναπαράγονται ή είναι πιο ευάλωτα. Το κυνήγι είναι μία αυστηρά ρυθμισμένη δραστηριότητα. Όταν κάποιος παραβιάζει τους κανόνες του, μεταξύ άλλων ως προς τη χρονική περίοδο, την ώρα, τον τόπο ή και τα μέσα, παρανομεί απέναντι στη φύση, αλλά και σε όλους τους υπόλοιπους, οι οποίοι δείχνουν την αναγκαία εγκράτεια και τους τηρούν.
Έχω υπόψη μου τις αρχές της επιμέτρησης των ποινών. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[1]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα έχουν καταγραφεί πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Είχε γίνει αντιληπτό το όχημα να κινείται στην περιοχή, έγινε ανακοπή του, κατά την οποία ακούστηκε θόρυβος και εντοπίστηκε σε θάμνο, σε άσπρο σακούλι, ο λαγός, ζεστός, φρεσκοσκοτωμένος, με τραύμα στο κεφάλι, έγινε παραδεκτό ότι τον πέταξαν έξω από το όχημα εκείνη την ώρα. Είχε επιβληθεί εξώδικο πρόστιμο, το οποίο δεν καταβλήθηκε. Έγινε αναφορά, κατά τον μετριασμό, πως το όχημα βρέθηκε στην περιοχή κατόπιν απώλειας του προσανατολισμού, χωρίς επαρκή σήμανση, και ότι ήταν ατύχημα. Επίσης, αναφέρθηκε πως το όχημα κινείτο μεν με προσοχή, αλλά, «αίφνης βρέθηκε στους τροχούς του οχήματος το ζώον», γεγονός που πήρε συναισθηματικά βαρέως ο Καρτηγορούμενος. Έγιναν αναφορές ακόμα και στον Πλάτωνα. Διευκρινίστηκε, πάντως, πως δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και πως οτιδήποτε αναφέρθηκε κατά τον μετριασμό, δεν κρούει στην παραδοχή του Κατηγορούμενου, περί φόνευσης, και στη βάση αυτής της διευκρίνισης προχώρησε η διαδικασία. Στο ίδιο περιστατικό, συντρέχουν σωρευτικά πολλαπλές παραβιάσεις του νομοθετικού πλαισίου, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, και συγκεκριμένα η θήρα κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου, η οποία συνιστά τη σοβαρότερη επιβαρυντική συνθήκη, η τέλεση της πράξης κατά τις νυχτερινές ώρες (μεταξύ δύσης και χαραυγής), η πραγματοποίησή της σε απαγορευμένη περιοχή, καθώς και η χρήση μηχανοκίνητου οχήματος. Η σωρευτικότητα αυτή αυξάνει τη συνολική απαξία της συμπεριφοράς, καθότι συνεπάγεται πολλαπλές προσβολές των προστατευόμενων έννομων αγαθών. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια ως προς το ισχύον καθεστώς χρονικών περιόδων, ωρών ή περιοχών θήρας, τα οποία ήταν σαφώς καθορισμένα και μπορούσαν να τηρηθούν. Δεν έγινε χρήση πυροβόλων όπλων ούτε προέκυψε αυξημένος κίνδυνος για τρίτους, πλην όμως η φόνευση τελέστηκε με τη χρήση αυτοκινήτου, το οποίο, ως μέσο, διευκολύνει την τέλεση της παράνομης πράξης και ενισχύει την αποτελεσματικότητά της. Η συμπεριφορά φέρει στοιχεία παρορμητικότητας. Ως προς το αποτέλεσμα, η παράνομη πράξη αφορούσε τη θανάτωση ενός και μόνον προστατευόμενου θηράματος και δεν συνδέεται με πολλαπλή ή συστηματική θήρα, στοιχείο που περιορίζει την έκταση της προσβολής στο συγκεκριμένο περιστατικό. Ο λαγός, μολονότι αποτελεί προστατευόμενο είδος, δεν υπάγεται σε κατηγορία ειδικής ή αυστηρότερης προστασίας λόγω κινδύνου εξαφάνισης, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά για σκοπούς αντικειμενικής στάθμισης της βλάβης. Περαιτέρω, δεν προκύπτει τραυματισμός ανθρώπου, πρόκληση κινδύνου για τρίτους ή περιβαλλοντική ζημία πέραν του συγκεκριμένου αποτελέσματος. Η απαξία του τρόπου τέλεσης της πράξης είναι αυξημένη, πλην όμως η συγκεκριμένη έκταση της βλάβης, όπως αυτή προκύπτει από τα δεδομένα της υπόθεσης, παραμένει περιορισμένη. Ο συνδυασμός αυτός δικαιολογεί την επιβολή ποινής σαφώς κατώτερης του ανώτατου προβλεπόμενου ορίου, με έμφαση σε ποινή μη στερητική της ελευθερίας.
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, περιλαμβανομένης της νεαρής ηλικίας (24 ετών), των οικογενειακών συνθηκών που αναφέρονται και στα προβλήματα υγείας της μητέρας του Κατηγορούμενου και την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων της οικογένειας. Η οικονομική δυσπραγία ήταν και ο λόγος που δεν ήταν εφικτή η πληρωμή του εξώδικου προστίμου, στο ύψος που επιβλήθηκε.
Επίσης, λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υπάρχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο ούτε στοιχεία προηγούμενης εγκληματικής δραστηριότητας[6].
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η σχετικά άμεση παραδοχή, τόσο στην Αστυνομία, με την οποία υπήρχε συνεργασία, όσο και στο Δικαστήριο[7], υπό τις περιστάσεις που υπήρξαν. Είναι ενδεικτική μεταμέλειας[8] και συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Γι’ αυτό, δίδει τη μέγιστη ελαφρυντική επίδραση.
Οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά επιδρούν δραστικά στο είδος και την έκταση της ποινής που θα επιβληθεί, η οποία, όμως, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ανάλογη με την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη χρηματική ποινή. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, σε συνάρτηση με το νεαρό της ηλικίας και την απουσία ποινικού μητρώου, ότι επρόκειτο για μεμονωμένη απερισκεψία, προκρίνεται, σε αυτή την περίπτωση, η επιβολή, συνδυαστικά, μειωμένης χρηματικής ποινής και εγγύησης για την τήρηση του συγκεκριμένου νόμου σε βάθος χρόνου, ως ανταποκρινόμενη καλύτερα στους σκοπούς των ποινών. Δεν θα επιφέρει οικονομική εξόντωση, αλλά θα βοηθήσει και στην ουσιαστική συμμόρφωση με το περιεχόμενο και τις διατάξεις της συγκεκριμένης νομοθεσίας, η οποία παραβιάστηκε με τέτοιον πολυεπίπεδο τρόπο. Συναφώς και το ύψος της εγγύησης διαμορφώνεται ανάλογα, εντός του πλαισίου αναλογικότητας που δίδει και η προβλεπόμενη στον νόμο χρηματική ποινή. Θα επιβληθεί ποινή μόνον στην 1η Κατηγορία, για τους σκοπούς της οποίας έχουν ληφθεί υπόψη και οι υπόλοιπες κατηγορίες. Σημειώνεται ότι το ύψος του εξώδικου προστίμου δεν επιδρά με οποιονδήποτε τρόπο στην κρίση του Δικαστηρίου.
Επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Στην 1η Κατηγορία: Χρηματική Ποινή €500. Επιπλέον, η υπογραφή εγγύησης ύψους €5.000 για την τήρηση του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152(Ι)/2003, για χρονική περίοδο 24 μηνών από σήμερα.
Η 2η Κατηγορία, η 3η κατηγορία και η 4η Κατηγορία, έχουν ληφθεί υπόψη στην 1η Κατηγορία, επομένως καμία περαιτέρω ποινή στις κατηγορίες αυτές.
Στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη και τη συνολική ποινική επιβάρυνση, δεν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί οποιοσδήποτε βαθμός ποινής ή να εκδοθεί οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.
Εξηγείται ότι: η εγγύηση έχει την πρακτική λειτουργία της αναστολής της χρηματικής ποινής, και ενέχει μία δεύτερη ευκαιρία. Εάν κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που ισχύει, δηλαδή των 24 μηνών, διαπραχθεί οποιοδήποτε άλλο αδίκημα με βάση τον νόμο αυτό, που διέπει την προστασία και διαχείριση των άγριων πτηνών και των θηραμάτων, τότε, σε περίπτωση καταδίκης, εκτός από την ποινή που ενδεχομένως να επιβληθεί για το νέο αδίκημα, το Δικαστήριο μπορεί πρόσθετα να ενεργοποιήσει το σύνολο ή μέρος της εγγύησης αυτής. Πρόκειται για ποινή, για επιβάρυνση, που δεσμεύει για τους επόμενους 24 μήνες, να τηρείται ο συγκεκριμένος νόμος.
Λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, η χρηματική ποινή των €500 να πληρωθεί εντός 2 μηνών από σήμερα.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:
· Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ψωμά ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου (2001) 2 ΑΑΔ 304, Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 211.
[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[8] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας (2016) 2 ΑΑΔ 719, Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 146/2020, 22.12.2021, M. C. T. ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 222/2020, 14.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:B386.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο