ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ. Α., Υπόθεση αρ. 14786 / 2025, 20/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σ. Α., Υπόθεση αρ. 14786 / 2025, 20/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 14786 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

Σ. Α.

 

 

_________________________

Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης για την Κατηγορούσα Αρχή

Κ. Πιερούδη (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινές στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Οι Κατηγορίες 2 έως και 5 αφορούν την παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, δηλαδή 1,07 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης και ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλαδή 0,20 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη, τον Οκτώβριο του 2025. Η Κατηγορία 6, η οποία προστέθηκε μετά τη διακοπή της Κατηγορίας 1 (κλοπή), αφορά παράνομη κατοχή περιουσίας, με αναφορά σε ένα όχημα μάρκας Mercedes, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται.

 

Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, όπως είναι η μεθαμφεταμίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι μέχρι τα 12 έτη φυλάκιση ή και χρηματική ποινή[1]. Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, όπως είναι η κάνναβη, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι μέχρι οκτώ έτη φυλάκιση ή και χρηματική ποινή[2]. Όμοιας φύσης και έκτασης είναι και η προβλεπόμενη ποινή για την χρήση των ουσιών αυτών. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή. Για την παράνομη κατοχή περιουσίας, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τους 6 μήνες.

 

Έχω υπόψη μου τις αρχές επιμέτρησης των ποινών. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[3]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα πραγματικά περιστατικά έχουν εκτεθεί αναλυτικά (Τεκμήριο Α). Συνοπτικά, καταγγέλθηκε η κλοπή αυτοκινήτου, το οποίο ήταν σταθμευμένο πλησίον της οικίας της καταγγέλλουσας. Το όχημα εντοπίστηκε σε κατοπινό στάδιο εν κινήσει, με παραβατική οδική συμπεριφορά που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων, να οδηγείται από τρίτο, ανήλικο πρόσωπο. Ο ανήλικος υπέδειξε και το πρόσωπο από το οποίο έλαβε το όχημα, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος ύψους €200. Η καταγγέλλουσα, σε μεταγενέστερη κατάθεσή της, ανέφερε ότι η πόρτα του συνοδηγού ήταν σπασμένη και δεν κλείδωνε και ότι υπήρχε δεύτερο κλειδί εντός του οχήματος, χωρίς ωστόσο να έχει παραδώσει κλειδί ή να έχει επιτρέψει τη χρήση του οχήματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Η σύλληψη έγινε κατόπιν της υπόδειξης από τον ανήλικο και υπήρξε άρνηση της διάπραξης κλοπής, αναφέρθηκε η γνωριμία με τον ανήλικο, ο οποίος επέμεινε στις δικές του θέσεις. Κατά τη σύλληψη, εντοπίστηκαν οι ελεγχόμενες ουσίες που αναφέρονται στις Κατηγορίες 2 έως 5, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, κατέχονταν για προσωπική χρήση.

 

Εκ των όσων έχουν λεχθεί, σημειώνεται ότι, ως προς τα αδικήματα που σχετίζονται με τις ελεγχόμενες ουσίες, δεν συντρέχουν παράγοντες από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 30 του ν. 29/77, οι οποίοι να τα καθιστούν «ιδιαίτερα σοβαρά», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται σοβαρότητας. Δεν προκύπτει ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης ή ομαδικής δράσης, ούτε διακίνηση των ουσιών ή τέλεση των αδικημάτων σε χώρους ή υπό ιδιότητες που προσθέτουν στην απαξία τους, ενώ δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε μορφή εμπορικής εκμετάλλευσης. Οι ποσότητες των ουσιών ήταν περιορισμένες και δεν προκύπτουν ενδείξεις διακίνησης. Πλην όμως, η κατοχή ελεγχόμενων ουσιών, και ιδίως ουσίας τάξεως Α΄ όπως η μεθαμφεταμίνη, παραμένει αντικειμενικά σοβαρή, ακόμη και όταν αφορά περιορισμένες ποσότητες και προσωπική χρήση. Τούτο οφείλεται όχι μόνον στη βαρύτερη ποινική μεταχείριση που προβλέπει ο νομοθέτης για τις ουσίες τάξεως Α΄, αλλά και στη φύση της επικινδυνότητάς τους, καθόσον πρόκειται για ουσίες με υψηλό βαθμό εξαρτησιογόνου δράσης και αυξημένη δυνατότητα πρόκλησης σοβαρής βλάβης στη σωματική, ψυχική και κοινωνική λειτουργικότητα του χρήστη. Η κατοχή τέτοιων ουσιών, ακόμη και σε μικρές ποσότητες, ενσωματώνει αντικειμενικά αυξημένο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και συμβάλλει, έστω και έμμεσα, στη διατήρηση της παράνομης αγοράς τους, στοιχείο που το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας του αδικήματος.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο συνεκτιμά, ως αντικειμενικό παράγοντα προσδιορισμού της συνολικής σοβαρότητας, το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκαν τα αδικήματα. Οι πράξεις δεν έλαβαν χώρα απομονωμένα, αλλά εντάχθηκαν σε μία αλληλουχία γεγονότων που περιλάμβανε τη χρήση κλοπιμαίου οχήματος από ανήλικο πρόσωπο και την εκδήλωση επικίνδυνης οδικής συμπεριφοράς, στοιχεία τα οποία, ανεξαρτήτως της ποινικής τους αυτοτέλειας ή της απόδοσης ευθύνης, καταδεικνύουν ότι το περιστατικό εκτυλίχθηκε σε περιβάλλον αυξημένης πραγματικής διακινδύνευσης για τρίτους. Παράλληλα, η συνύπαρξη περισσότερων και ετερογενών αδικημάτων, που προσβάλλουν διαφορετικά έννομα αγαθά, ενισχύει τη συνολική κοινωνική απαξία της εγκληματικής συμπεριφοράς.

 

Σε σχέση με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, σημειώνεται ότι η ποινικοποίησή του αποσκοπεί πρωτίστως στην προστασία της περιουσιακής ασφάλειας και στη διαφύλαξη της έννομης τάξης έναντι της κυκλοφορίας και διατήρησης αντικειμένων χωρίς νόμιμη αιτία κατοχής. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση, το περιορισμένο χρονικό διάστημα της παράνομης κατοχής, η απουσία περαιτέρω αξιοποίησης ή ουσιώδους περιουσιακού οφέλους και η μη σύνδεση με άλλη εγκληματική δραστηριότητα περιορίζουν αισθητά την αντικειμενική απαξία του συγκεκριμένου αδικήματος.

 

Έχουν αναφερθεί προηγούμενες καταδίκες (Τεκμήριο Β). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση 20205/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την 23.1.2025, για κλοπή και κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, αδικήματα που διαπράχθηκαν την 17.1.2020, είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή. Επίσης, στην υπόθεση 7007/2025 του ίδιου Δικαστηρίου, την 22.7.2025, για κλοπή που διαπράχθηκε την 26.5.2025, είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή. Οι προηγούμενες καταδίκες αφαιρούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να επιδείξει την επιείκεια που θα μπορούσε να είχε επιδείξει σε περίπτωση λευκού ποινικού μητρώου, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για αδικήματα κατά της περιουσίας, συνδεόμενα και με τη χρήση ελεγχόμενων ουσιών.

 

Λαμβάνονται, επίσης, υπόψη, στον βαθμό που είναι εφικτό, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν. Αυτές περιλαμβάνουν τη μακρόχρονη χρήση ουσιών από νεαρή ηλικία, τα προβλήματα υγείας που απορρέουν από αυτήν, τις επανειλημμένες προσπάθειες απεξάρτησης και την αποτυχία της τελευταίας, καθώς και τα οικονομικά προβλήματα και τον τρόπο ζωής. Παρά τη διατήρηση σχέσεων με την πατρική οικογένεια, προκύπτει προφανής ανάγκη περαιτέρω στήριξης, σε επίπεδο καθημερινότητας.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή ενοχής, υπό τις περιστάσεις που αυτή έλαβε χώρα και μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών της ειδικής και γενικής αποτροπής. Διευκρινίζεται ότι, εάν στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονταν μόνον οι κατηγορίες που αφορούν την κατοχή των ελεγχόμενων ουσιών, λόγω των περιορισμένων ποσοτήτων που προορίζονταν για προσωπική χρήση, θα μπορούσε να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης. Ωστόσο, η συνύπαρξη της κατηγορίας για παράνομη κατοχή περιουσίας, σε συνδυασμό με το βεβαρυμμένο ποινικό μητρώο για αδικήματα κατά της περιουσίας, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής, επηρεάζοντας και την έκτασή της.

 

Το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή μόνον ως προς την 6η Κατηγορία, λαμβάνοντας υπόψη, κατά τη διαμόρφωσή της, και τις υπόλοιπες κατηγορίες, ώστε να αποτυπώνεται συνολικά η εγκληματική συμπεριφορά χωρίς υπέρμετρη συσσώρευση ποινών.

 

Η ποινή φυλάκισης τριών μηνών κρίνεται επαρκής υπό τα δεδομένα της υπόθεσης.

 

Επιβάλλονται:

 

6η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης τριών μηνών.

 

Στις Κατηγορίες 2, 3, 4 και 5 δεν επιβάλλεται χωριστή ποινή, καθόσον λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής στην 6η Κατηγορία.

 

Δεν εκδίδεται οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.

 

Η ποινή φυλάκισης να υπολογιστεί ότι αρχίζει από την 24.10.2025, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

 

Ενόψει και της πραγματικής έκτισης της ποινής της φυλάκισης, δεν συντρέχει λόγος αναστολής, που δεν θα συνέτρεχε ακόμα κι αν εξέλιπε η εν λόγω παράμετρος, λόγω των προηγούμενων καταδικών και τη διάπραξη των αδικημάτων ενόσω ισχύουν ήδη όροι αναστολής.

 

Αναφορικά με τις ανασταλείσες ποινές φυλάκισης, που είχαν επιβληθεί σε προηγούμενες υποθέσεις, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο πραγματικής φυλάκισης που έχει ήδη εκτιθεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, τη φύση και την έκταση της ποινής που επιβάλλεται σήμερα, καθώς και τις ιδιαίτερες προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και τις καταγεγραμμένες προσπάθειες απεξάρτησης, κρίνει ότι η ενεργοποίηση των ανασταλεισών ποινών ή οποιασδήποτε εξ αυτών θα οδηγούσε σε συνολική ποινική μεταχείριση δυσανάλογη προς τη συνολική απαξία της υπόθεσης. Υπό τα δεδομένα αυτά, και χωρίς να αποδυναμώνεται το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της παρούσας ποινής, το Δικαστήριο αποφασίζει να μην προβεί σε ενεργοποίηση των ανασταλεισών ποινών, διατηρώντας βεβαίως σε ισχύ το δεσμευτικό αποτέλεσμα της αναστολής, για το εναπομείναν χρονικό του διάστημα.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων προς την Κατηγορούσα Αρχή:

 

– Οι ουσίες που αναφέρονται στις κατηγορίες να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

– Το όχημα, το κλειδί, καθώς και το σχετικό αποδεικτικό υλικό (κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και λήψη γενετικού υλικού που αφορούν τρίτο πρόσωπο) να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας λόγω εκκρεμούς άλλης υπόθεσης, εκτός εάν δοθούν διαφορετικές οδηγίες από το αρμόδιο Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας ν. 29/77.

[2] Άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας ν. 29/77.

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο