ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 15894 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Κ. Μ.
________
Ημερομηνία: 22 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Φ. Μιχαηλίδου (κα) και Γ. Πινδάρου (κα), για την Κατηγορούμενη
Αίτημα της Κατηγορούμενης για επιφύλαξη νομικού ζητήματος για γνωμοδότηση βάσει του άρθρου 148 Κεφ.155
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία κατηγορία, ότι την 9η Ιανουαρίου του 2020, στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή της αρχαιότητες, δηλαδή τα αρχαία που αναφέρονται στον συνημμένο Πίνακα Α, έχοντας παραλείψει να ειδοποιήσει και να εφοδιάσει τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων με κατάλογο δια του οποίου να περιγράφονται οι αρχαιότητες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 33 §§ 1, 3 και 34 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου Κεφ.31, ως τροποποιήθηκε.
Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η πλευρά της Κατηγορούμενης, επικαλούμενη το λεκτικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 33 Κεφ.31, αιτήθηκε την επιφύλαξη για γνωμοδότηση νομικού ζητήματος, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 148 Κεφ.155.
Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το λεκτικό του άρθρου 33 §§ 1, 3 Κεφ.31, και το νομικό ζήτημα, το οποίο η πλευρά της Κατηγορούμενης θα ήθελε να γνωμοδοτηθεί, πριν από την εξέταση αυτής της νομικής βάσης του αιτήματος.
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 33 Κεφ.31:
«Κάθε πρόσωπo τo oπoίo κατέχει αρχαιότητες κατά τηv ημερoμηvία έvαρξης ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ εvτός περιόδoυ έξι μηvώv από της 1ης Ioυλίoυ 1973, θα εφoδιάζει τo Διευθυvτή με κατάλoγo πoυ περιγράφει τέτoιες αρχαιότητες.»
Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 33 Κεφ.31:
«Μετά τηv πάρoδo της χρovικής περιόδoυ τωv έξι μηvώv όπως αvαφέρθηκε πιo πάvω oπoιoδήπoτε πρόσωπo τo oπoίo έχει στηv κατoχή τoυ oπoιαδήπoτε αρχαιότητα η oπoία δεv έχει περιληφθεί σε oπoιoδήπoτε κατάλoγo πoυ παρασχέθηκε δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ, εκτός αv αυτό ικαvoπoιήσει τo Δικαστήριo ότι έχει απoκτήσει αυτή vόμιμα δυvάμει τωv όρωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, είvαι έvoχo πoιvικoύ αδικήματoς και υπόκειται σε χρηματική πoιvή που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) και oπoιαδήπoτε αρχαιότητα αvαφoρικά με τηv oπoία έχει διαπραχτεί τo πoιvικό αδίκημα θα δημεύεται.»
Το ερώτημα που θέτει η πλευρά της Κατηγορούμενης είναι σε δύο σκέλη, και είναι το εξής:
«Α. Μπορεί να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία εναντίον της Κατηγορούμενης στη βάση του άρθρου 33 § 1 Κεφ.31 από τη στιγμή που το εν λόγω άρθρο και εδάφιο προνοεί ότι η ποινικά κολάσιμη πράξη είναι η κατοχή αρχαιοτήτων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού και η ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού είναι η 31η Δεκεμβρίου του 1935;
Β. Μπορεί να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία εναντίον της Κατηγορούμενης στη βάση του άρθρου 33 §§ 1, 3 Κεφ.31 από τη στιγμή που το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι η υποχρέωση της Κατηγορούμενης να εφοδιάσει τον Διευθυντή με τον απαιτούμενο κατάλογο ήταν εντός περιόδου έξι μηνών από της 1ης Ιουλίου 1973;»
Με βάση το άρθρο 148 Κεφ.155, το Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία μπορεί, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, το εκδικάζον Δικαστήριο ετοιμάζει έκθεση του νομικού ζητήματος που επιφυλάχθηκε με τα περιστατικά υπό τα οποία αυτό εγέρθηκε και διαβιβάζει αντίγραφο στον Αρχιπρωτοκολλητή.
Αγορεύοντας, η συνήγορος της Κατηγορούμενης, αναφέρθηκε σε νομολογία, για το τι συνιστά «νομικό ζήτημα» «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης», παραπέμποντας, για σύνοψη αυτής, στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου, Νομικό Ερώτημα αρ. 374, 31.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:C262, και θέτοντας την εισήγησή της ότι και στην παρούσα υπόθεση πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, ενιστάμενη στο αίτημα, εξέθεσε επιχειρηματολογία περί του αντιθέτου. Εξέφρασε, δε, τη θέση ότι το αίτημα της πλευράς της Υπεράσπισης είναι ένα συνηθισμένο αίτημα και ό,τι καθημερινά τίθεται προς απάντηση από το εκδικάζον Επαρχιακό Δικαστήριο, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας και καλείται να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή. Έγινε παραπομπή σε περαιτέρω νομολογία, αναφορικά με το τι πρέπει να παραπέμπεται για γνωμοδότηση, με βάση τη χρησιμοποιούμενη διάταξη. Εστίασε στο ότι μετά την κατοχύρωση του δικαιώματος Έφεσης έχει εξασθενήσει η χρήση του υπό αναφορά θεσμού.
Η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου (ανωτέρω), στην οποία έγινε παραπομπή από την πλευρά της Υπεράσπισης, αφορούσε αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Είχε προηγηθεί η απόφαση του εκεί εκδικάζοντος Δικαστηρίου, δια της οποίας είχε αποφασίσει πως οι διοικητικές εκθέσεις και το πόρισμα των ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών ήταν έγγραφο υλικό που ενέπιπτε εντός των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 7 § 2 Κεφ. 155 (έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα και ότι είναι σχετικό αναφορικά με τα επίδικα θέματα που αναμένεται ή ενδέχεται να εγερθούν) και ότι γι’ αυτό όφειλε η Κατηγορούσα Αρχή να καταδείξει ότι η άρνησή της να παραδώσει το υλικό ενέπιπτε σε μια ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις του άρθρου 7 § 4 Κεφ. 155. Έδωσε σχετικές οδηγίες, στη βάση των οποίων η Κατηγορούσα Αρχή παρέδωσε μεν τα έγγραφα αυτά στον συνήγορο Υπεράσπισης, αιτούμενη επιφύλαξη σχετικού γνωμοδοτικού ερωτήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενόψει του ότι το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί ότι συνέτρεχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 148 § 1 Κεφ.155, που ενεργοποιούσαν σχετική υποχρέωσή του, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι το εγειρόμενο ζήτημα ήταν καινοφανές και άπτονταν της ερμηνείας του άρθρου 7 § 2 Κεφ. 155, ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(1)/2014 για να συνάδει με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2012/13/ΕΕ, έκρινε ότι όφειλε να επιφυλάξει το σχετικό νομικό ζήτημα για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, πράγμα το οποίο έπραξε. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συμφώνησε στο ότι επρόκειτο για ζήτημα «εγειρόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης», ενώ η δίκη μπορούσε σε συνεχιστεί κανονικά, συνεπώς δεν προχώρησε με γνωμοδότηση επί της ουσίας του εν λόγω νομικού ζητήματος, η δε γνώμη του περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα επιδεκτικό αυτής της διαδικασίας.
Το άρθρο 148 Κεφ.155, ως αναγκαστικά προσεγγίζεται σήμερα, θεσπίζει μία εξαιρετική διαδικασία, η οποία δεν αποσκοπεί στην προληπτική ή αφηρημένη ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων, αλλά στην επίλυση συγκεκριμένου και κρίσιμου νομικού ζητήματος που ανακύπτει πραγματικά κατά τη διάρκεια εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας και του οποίου η απάντηση είναι αναγκαία για τη συνέχιση ή την έκβαση της δίκης. Η σχετική δικαιοδοσία δεν λειτουργεί συμπληρωματικά προς τον ρόλο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε υποκαθιστά την αρμοδιότητά του να ερμηνεύει και να εφαρμόζει τον νόμο επί των ενώπιόν του πραγματικών περιστατικών.
Για να τύχει καλύτερης κατανόησης, να λεχθεί πως η διαδικασία της επιφύλαξης νομικών ζητημάτων (reservation of questions of law) έχει τις ρίζες της στο αγγλικό ποινικό δίκαιο, ιδίως του 19ου αιώνα, και συνδέεται, ιστορικά, με την ανάγκη αντιμετώπισης νομικών αμφισημιών, σε ένα σύστημα όπου δεν υφίστατο γενικό δικαίωμα έφεσης σε ποινικές υποθέσεις. Τα γεγονότα ανήκαν στους ενόρκους και με την απόφασή τους θεωρείτο ότι επέρχεται κοινωνική ειρήνη (τελεσιδικία). Επειδή, όμως, υπήρχε και η πιθανότητα εφαρμογής «λάθος δικαίου» από τον δικαστή, υπό τις συνθήκες που τότε ήταν δυνατό αυτό, υπήρξε αυτός ελεγχόμενος θεσμός. Τυπικά, εκκίνησε, στην Αγγλία και την Ουαλία, με τη σύσταση του Court for Crown Cases Reserved, το 1848, δια της Crown Cases Act 1848. Προηγουμένως, υπήρχε άτυπα. Στο πλαίσιο του εν λόγω θεσμού, ο δικαστής μπορούσε, κατ’ εξαίρεση, να «κρατήσει» (to reserve) ένα καθαρό κρίσιμο νομικό ερώτημα και να το παραπέμψει σε ανώτερο σχηματισμό δικαστών, μέσω διατύπωσης ειδικού νομικού ερωτήματος. Το Court for Crown Cases Reserved άσκησε τις αρμοδιότητές του έως το 1907, οπότε αντικαταστάθηκε από τη σύσταση του νέου Court of Criminal Appeal, το οποίο, με διευρυμένο πεδίο αρμοδιοτήτων και ενισχυμένες εξουσίες, σηματοδότησε ουσιώδη μεταβολή στη δομή της ποινικής έφεσης στην Αγγλία και την Ουαλία. Καθ’ όσο χρόνο λειτούργησε το Court for Crown Cases Reserved, ακόμα και τότε, δεν είχε επιληφθεί, αναλογικά, αρκετών υποθέσεων, ενώ υπήρχαν διάφοροι πρακτικοί λόγοι που εμπόδιζαν τα δικαστήρια να προβαίνουν σε τέτοιες παραπομπές, όπως, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι δεν εγείρονταν συχνά νομικά σημεία στις ποινικές δίκες, στις οποίες δεν ήταν και όμοια εκτεταμένος ο θεσμός της εκπροσώπησης από δικηγόρο, υπήρχε η ταχύτητα και γενικά η άμεση περάτωση.
Ο θεσμός εισήχθη κατά την Αγγλοκρατία και στην Κύπρο, σε μια περίοδο κατά την οποία στην Αγγλία είχε ήδη καταστεί παρωχημένος και είχε ουσιαστικά παραμεριστεί μετά τη σύσταση του Court of Criminal Appeal. Είχε εισαχθεί παράλληλα με ένα σύστημα έφεσης. Διάφορες εξηγήσεις θα μπορούσαν να δοθούν για την επιλογή, μη εξαιρουμένης εκείνης που βασίζεται στο ότι το σύστημα ήταν «νεοσύστατο», η νομολογία περιορισμένη, η ερμηνευτική σταθερότητα εύθραυστη.
Στη σύγχρονη έννομη τάξη, η επιφύλαξη νομικού ζητήματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί με την ιστορική της λογική, ούτε λειτουργεί ως υποκατάστατο της έφεσης, ως εξάλλου δηλοί και η ίδια η εξ αρχής συνύπαρξη των δύο θεσμών. Το ότι η διάταξη δεν τροποποιήθηκε οποτεδήποτε μέχρι σήμερα, δεν σημαίνει ότι διατηρεί το αρχικό της ή το μόνον σκοπούμενο εύρος. Με την εξέλιξη του ποινικού δικαίου και του ποινικού δικονομικού δικαίου, την καθιέρωση εκτενών δικαιωμάτων ένδικων μέσων, την ανάπτυξη συνταγματικού και υπερεθνικού ελέγχου, καθώς και τη συσσώρευση πλούσιας νομολογίας, η ερμηνεία μιας τέτοιας διάταξης, αναγκαστικά, μετατοπίζεται, ώστε η λειτουργία του διατηρούμενου αυτού θεσμού να έχει – εφόσον υφίσταται – δογματικά εξαιρετική θέση.
Σε αυτή τη συλλογιστική ροή, η επιφύλαξη νομικού ζητήματος δεν εξυπηρετεί, πλέον, γενική ερμηνευτική ή προληπτική καθοδήγηση, αλλά διατηρεί, κατ’ εξαίρεση, χρησιμότητα μόνον σε περιπτώσεις όπου ανακύπτει πραγματικά νέο ή θεμελιώδες ζήτημα δικαίου, ανεξάρτητο από την αποδεικτική διαδικασία, του οποίου η εσφαλμένη επίλυση θα επηρέαζε καθοριστικά και ανεπανόρθωτα την ορθότητα ολόκληρης της ποινικής διαδικασίας (νομικά αδιέξοδα). Η χρήση του θεσμού, στις εν τέλει πολύ σπάνιες περιπτώσεις όπου θα μπορούσε να συμβεί, δεν μπορεί να λεχθεί πως είναι αναχρονισμός per se. Σε κάθε περίπτωση είναι ασύμβατη η εκτεταμένη χρήση ενός τέτοιου θεσμού, σε καθημερινό επίπεδο· εξ ου και η ανάγκη κάθε ερμηνευτική προσέγγισή του να είναι με ιδιαίτερη συστολή, αλλά και υπό το φως πιο σύγχρονων εννοιών, όπως του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, της αρχής της αναλογικότητας, και του ρόλου των ανώτερων δικαστηρίων καταρχήν ως δικαστηρίων κρίσης και όχι γνωμοδότησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υφιστάμενη νομολογία επί της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης, ως έχει σταδιακά διαμορφωθεί, στην οποία παραπέμπει και η προαναφερόμενη υπόθεση, έχει καταστήσει σαφές ότι ο όρος «νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης» δεν ταυτίζεται με οποιοδήποτε ερμηνευτικό ερώτημα τίθεται από διάδικο, ούτε με υποθετική νομική απορία, αποκομμένη από αποδεδειγμένη ή παραδεκτή πραγματική βάση. Προϋποθέτει ζήτημα του οποίου η επίλυση είναι άμεσα συναρτώμενη με συγκεκριμένα γεγονότα που έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και του οποίου η απάντηση επηρεάζει ουσιωδώς τη διαδικασία ή και το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης, κατά τρόπο που δεν μένει διαθέσιμη άλλη οδός.
Νοείται ότι δεν δικαιολογεί την ενεργοποίηση του θεσμού οποιαδήποτε εκτίμηση ή επιθυμία διαδίκου το αναφυέν ζήτημα να τύχει κρίσης με το κύρος ανώτερου δικαστηρίου, απλώς και μόνον λόγω της σημασίας που ο ίδιος αποδίδει σε αυτό. Η εφαρμογή του άρθρου 148 Κεφ.155 δεν συναρτάται με την υποκειμενική αξιολόγηση της βαρύτητας ενός νομικού ζητήματος από τον διάδικο, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια θεσμικής αναγκαιότητας, ήτοι με το κατά πόσον πρόκειται για αυτοτελές και κρίσιμο νομικό αδιέξοδο, του οποίου η μη άμεση επίλυση θα επηρέαζε ουσιωδώς και ανεπανόρθωτα τη δυνατότητα ορθής συνέχισης της ποινικής διαδικασίας.
Δεν θα μπορούσε να παρακαμφθεί η αναφορά στο ότι η πρόσφατη – μετά την προαναφερόμενη νομολογία – αναδιάρθρωση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και ο συνακόλουθος ανακαθορισμός του ρόλου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενισχύουν περαιτέρω την ανάγκη συσταλτικής και λειτουργικής ερμηνείας του άρθρου 148 Κεφ.155. Η θεσμική διάκριση των ανώτατων δικαιοδοσιών και η καθιέρωση πλήρους και αυτοτελούς βαθμίδας δικαστικού ελέγχου καθιστούν σαφές ότι η επιφύλαξη νομικού ζητήματος δεν δύναται να λειτουργεί ως μέσο έμμεσης παράκαμψης των προβλεπόμενων βαθμών δικαιοδοσίας, καθότι μια τέτοια χρήση θα αντέβαινε όχι μόνον στη σύγχρονη δικονομική αποστολή της διάταξης αυτής, αλλά και στη θεσμική ισορροπία και κατανομή αρμοδιοτήτων που επιδιώκει και προϋποθέτει η ίδια η αναδιάρθρωση του δικαστικού συστήματος.
Έχοντας εξηγήσει αυτά, στην παρούσα υπόθεση, το υποβληθέν αίτημα δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για ενεργοποίηση του άρθρου 148 Κεφ.155. Να λεχθεί, καταρχάς, πως καθοριστικής σημασίας είναι το ότι δεν υφίσταται επί του παρόντος αδιαμφισβήτητη ή παραδεκτή πραγματική βάση επί της οποίας να μπορεί να εφαρμοστεί η επίμαχη διάταξη του άρθρου 33 Κεφ.31. Δεν έχει αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη κατείχε τις επίδικες αρχαιότητες, ούτε ότι αυτές δεν είχαν δηλωθεί, ούτε ότι αποκτήθηκαν κατά τρόπο που εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 33. Ελλείψει πραγματικής θεμελίωσης, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του νόμου επί γεγονότων, αλλά θεωρητικό ερώτημα ερμηνείας, αποσυνδεδεμένο από τη δικονομική πραγματικότητα της υπόθεσης. Η απάντηση στα σκέλη του ερωτήματος προϋποθέτει προηγουμένως διαπίστωση κρίσιμων πραγματικών δεδομένων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο αποδεικτικής διαδικασίας. Η παραπομπή σε νομική γνωμοδότηση, υπό τέτοια συνθήκη, αποσυνδέει την ερμηνεία του νόμου από τη δικανική του λειτουργία και μετατρέπει έναν κατ’ εξαίρεση δικονομικό μηχανισμό σε μέσο αφηρημένης νομικής διατύπωσης. Δεν είναι, όμως, μόνον αυτό το ζήτημα, ώστε εάν εξέλιπε, να μπορούσε να ενεργοποιηθεί κατά τα λοιπά ένα τέτοιο εξαιρετικό διάβημα.
Πρόσθετα, το εγειρόμενο ερώτημα δεν κρίνεται ως καινοφανές ούτε εμφανίζει τέτοιας έκτασης σημασία, που να υπερβαίνει τα όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης. Το να είναι «καινοφανές» δεν σχετίζεται με το εάν έχει τεθεί ξανά προς κρίση ή όχι. Ούτε ασφαλώς με τον τρόπο πρόσληψής του ή τη σημασία που αποδίδεται από το υποκείμενο στο οποίο αφορά. Το ερώτημα που διατυπώθηκε αφορά ερμηνεία υφιστάμενης ποινικής διάταξης, με καθιερωμένες αρχές του ποινικού δικαίου. Το Δικαστήριο δεν καλείται να χαρτογραφήσει μίαν άγνωστη νομική περιοχή. Ούτε πρόκειται για ερώτημα η απάντηση στο οποίο μπορεί να έχει γενικευμένη εμβέλεια ή συστημικές συνέπειες ή κίνδυνο να επηρεάσει ευρύ φάσμα υποθέσεων ή την ενιαία εφαρμογή του δικαίου. Αφορά απλώς τη δυνατότητα στοιχειοθέτησης κατηγορίας, με βάση συγκεκριμένη ιστορική ρύθμιση, σε σχέση με συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα, εάν εκείνα υποθετικά αποδειχθούν. Ακόμη και αν απαντηθεί, η απάντηση δεν θα λειτουργήσει ως γενικός κανόνας, δεν θα επιλύσει πληθώρα εκκρεμών ή μελλοντικών υποθέσεων, ούτε θα αναδιαμορφώσει την ποινική πολιτική του Κράτους ως προς τις αρχαιότητες. Ακόμα, όμως, και να ήταν καινοφανές το ζήτημα, και πάλι, το Δικαστήριο δεν θα παραχωρούσε έτσι απλά τη δικαιοδοσία του να αποφασίσει, με χρήση του άρθρου 148 Κεφ.155.
Δεν προκύπτει ότι η απάντηση του συγκεκριμένου ερωτήματος είναι αναγκαία για να μπορέσει η δίκη να προχωρήσει. Η ακροαματική διαδικασία μπορεί απλώς να συνεχιστεί κανονικά, και το εκδικάζον Δικαστήριο, ασκώντας την πρωτογενή του δικαιοδοσία, δύναται να αποφανθεί τόσο επί προδικαστικών ζητημάτων όσο και επί των πραγματικών ζητημάτων και επί της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του Κεφ.31.
Η αναγκαιότητα συνδρομής όλων των προαναφερόμενων προϋποθέσεων καθιστά σαφές ότι η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει δικαιοδοσία ως την αιτούμενη.
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, κρίνεται πως το αίτημα επιφύλαξης νομικού ζητήματος δεν μπορεί να επιτύχει, και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Ανεξαρτήτως της απόρριψης του αιτήματος, εάν η Υπεράσπιση εγείρει ζήτημα που άπτεται της ύπαρξης ή μη νόμιμης βάσης της κατηγορίας στο κατηγορητήριο, και θεωρεί ότι μπορεί και πρέπει να εξεταστεί προδικαστικά από το παρόν Δικαστήριο, θα μπορούσαν να ακουστούν αμφότερες οι πλευρές επ’ αυτού.
[ορισμός υπόθεσης για ακρόαση]
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο