ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Χ., Υπόθεση αρ. 10765 / 2025, 19/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μ. Χ., Υπόθεση αρ. 10765 / 2025, 19/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 10765 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

 

Μ. Χ.

 

 

__________

 

Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ

(ex tempore)

 

Kατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, για την κατοχή, την 13.1.2020, στη Λεμεσό, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, δηλαδή 0,09 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (1η Κατηγορία) και για το κάπνισμα κάνναβης (2η Κατηγορία).

 

Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, όπως είναι η κάνναβη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τα οκτώ έτη ή και χρηματική ποινή[1]. Για το κάπνισμα κάνναβης, επίσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και χρηματική ποινή[2]. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή σε νεαρά άτομα.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[3]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Αναφέρθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες εντοπίστηκε η κάνναβη και οι υπόλοιπες διαδικαστικές ενέργειες. Λαμβάνονται υπόψη και τα κριτήρια του άρθρου 30. Τα αδικήματα δεν τοποθετούνται στα «ιδιαίτερα σοβαρά», δεδομένου ότι απουσιάζουν πλήρως παράγοντες που αυξάνουν την αντικειμενική απαξία, όπως η διάδοση σε τρίτους, η στόχευση ευάλωτων ομάδων ή η λειτουργική σύνδεση με άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Υπήρξε κατοχή πολυ μικρής ποσότητας κάνναβης, αλλά για προσωπική χρήση.

 

Λαμβάνονται υπόψη η απολογία και η συνεργασία που υπήρξε, υπό τις περιστάσεις που υπήρξαν.

 

Πρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι η πάροδος του χρόνου από το 2020 μέχρι σήμερα. Δόθηκε εξήγηση για την καθυστέρηση, η οποία υπήρχε και το 2022, όταν είχε καταχωριστεί η πρώτη υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση, η πάροδος του χρόνου επιδρά στον τρόπο που μπορούν να λειτουργήσουν οι σκοποί των ποινών.

 

Κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχε λευκό ποινικό μητρώο.

 

Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, με δεδομένη την έξαρση των αδικημάτων παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων ουσιών και την ανάγκη για αποτροπή, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου και όσες καθίστανται γνωστές στο Δικαστήριο από το κατηγορητήριο. Αυτές περιλαμβάνουν την ηλικία (39 ετών), την οικογενειακή κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες, όπως και τις δυσκολίες που σχετίζονται με τη χρήση ελεγχόμενων ουσιών. Στο παρόν στάδιο, ο Κατηγορούμενος είναι υπόδικος σε άλλη υπόθεση στις Κεντρικές Φυλακές και ενταγμένος σε σχετικό πρόγραμμα απεξάρτησης.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.

 

Από τη σταθερή και επαναλαμβανόμενη νομολογία που συνοψίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου, ΠΕ214/2021, 19.1.2024, προκύπτει ότι η επιβολή ποινών με έντονο αποτρεπτικό χαρακτήρα στις υποθέσεις ναρκωτικών αποτελεί επιταγή που απορρέει από τη διαπιστωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Οι  ναρκωτικές ουσίες έχουν αναγνωριστεί ως σύγχρονη μάστιγα με ολέθριες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο, ιδίως δε για νέους ανθρώπους, των οποίων η υγεία, η ζωή και η κοινωνική ένταξη πλήττονται ανεπανόρθωτα. Η εμμονή και έξαρση του φαινομένου, παρά την ήδη αυστηρή ποινική μεταχείριση των σχετικών αδικημάτων, ενισχύει τη σημασία της γενικής και ειδικής αποτροπής ως πρωτεύοντος σκοπού της ποινής. Ιδιαίτερη, όμως, βαρύτητα αποδίδεται στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας. Και η κατοχή, όμως, με σκοπό την προσωπική χρήση, στην εγχώρια νομοθεσία, δεν είναι απλώς απαγορευμένη, αλλά συνιστά και ποινικό αδίκημα, υπό τη θεώρηση ότι ενισχύει, με τη σειρά της, την εμπορία.

 

Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, η χρηματική ποινή εξυπηρετεί ικανοποιητικά τους σκοπούς των ποινών. Για το ύψος της ποινής λαμβάνεται υπόψη η ποσότητα και το είδος της ελεγχόμενης ουσίας.

 

Επιβάλλονται:

 

1η Κατηγορία (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’): Χρηματική ποινή ύψους €200.

 

2η Κατηγορία (χρήση/κάπνισμα κάνναβης): Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.

 

Δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος.

 

Η χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί να καταβληθεί εντός 1 μηνός από την αποφυλάκιση του Κατηγορουμένου.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:

 

·               Η ουσία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών να κατασχεθεί και να καταστραφεί.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας, περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77.

[2] άρθρο 10(α), 24(1), 30 § 1, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο