ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Ν., Υπόθεση αρ. 5986 / 2025, 14/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Χ. Ν., Υπόθεση αρ. 5986 / 2025, 14/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 5986 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

 

Χ. Ν.

 

 

__________

 

Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για Κατηγορούσα Αρχή

Α. Μιχαήλ, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ

(ex tempore)

 

Kατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, για την κατοχή, την 8.1.2025, στη Λεμεσό ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, δηλαδή 7,5119 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (1η Κατηγορία) και για το κάπνισμα κάνναβης (2η Κατηγορία).

 

Για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, όπως είναι η κάνναβη, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης είναι μέχρι και τα οκτώ έτη ή και χρηματική ποινή[1]. Για το κάπνισμα κάνναβης, επίσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης ή και χρηματική ποινή[2]. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες δυνατότητες έκδοσης διαταγμάτων, εάν κρίνεται αναγκαίο. Δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30 § 2 για την περιορισμένη ποινή σε νεαρά άτομα.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής[3]. Η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[4]. Εάν ο νόμος προβλέπει συγκεκριμένα κριτήρια, για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων, χρησιμοποιούνται. Ακολούθως λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο ούτε δεσμευτική μεθοδολογία∙ η διάκριση μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων είναι εγγενής στην αρχή της εξατομίκευσης και υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής. Ως αποτέλεσμα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[5], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[6], όπως η αποτροπή, η προστασία της κοινωνίας και η αναμόρφωση, αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[7]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Αναφέρθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες εντοπίστηκε η κάνναβη και οι υπόλοιπες διαδικαστικές ενέργειες. Λαμβάνονται υπόψη και τα κριτήρια του άρθρου 30. Τα αδικήματα δεν τοποθετούνται στα «ιδιαίτερα σοβαρά», δεδομένου ότι απουσιάζουν πλήρως παράγοντες που αυξάνουν την αντικειμενική απαξία, όπως η διάδοση σε τρίτους, η στόχευση ευάλωτων ομάδων ή η λειτουργική σύνδεση με άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Υπήρξε κατοχή σημαντικής ποσότητας κάνναβης, αλλά για προσωπική χρήση.

 

Πρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υφίσταται βεβαρημένο ποινικό μητρώο.

 

Επίσης, λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη, με δεδομένη την έξαρση των αδικημάτων παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενων ουσιών και την ανάγκη για αποτροπή, οι προσωπικές συνθήκες, όπως εκτέθηκαν τόσο στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όσο και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου. Αυτές περιλαμβάνουν το νεαρό της ηλικίας (29 ετών), την οικογενειακή κατάσταση και τις κοινωνικές συνθήκες. Υπάρχει δίκτυο υποστήριξης.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο. Συμβάλλει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου.

 

Από τη σταθερή και επαναλαμβανόμενη νομολογία που συνοψίζεται, μεταξύ άλλων, και στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παπανικολάου, ΠΕ214/2021, 19.1.2024, προκύπτει ότι η επιβολή ποινών με έντονο αποτρεπτικό χαρακτήρα στις υποθέσεις ναρκωτικών δεν αποτελεί δογματική αυστηρότητα, αλλά επιταγή που απορρέει από τη διαπιστωμένη κοινωνική πραγματικότητα. Η κατοχή, προμήθεια και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών έχουν αναγνωριστεί ως σύγχρονη μάστιγα με ολέθριες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο, ιδίως δε για νέους ανθρώπους, ακόμη και ανηλίκους, των οποίων η υγεία, η ζωή και η κοινωνική ένταξη πλήττονται ανεπανόρθωτα. Η εμμονή και έξαρση του φαινομένου, παρά την ήδη αυστηρή ποινική μεταχείριση των σχετικών αδικημάτων, ενισχύει τη σημασία της γενικής και ειδικής αποτροπής ως πρωτεύοντος σκοπού της ποινής. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται από πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας, ακόμη και όταν πρόκειται για ποσότητες που δεν υποδηλώνουν ευρείας κλίμακας διακίνηση. Και η κατοχή με σκοπό την προσωπική χρήση, όμως, στην εγχώρια νομοθεσία δεν είναι απλώς απαγορευμένη, αλλά συνιστά και ποινικό αδίκημα, υπό τη θεώρηση ότι ενισχύει, με τη σειρά της την εμπορία.

 

Παρότι η γενική ανάγκη αποτροπής παραμένει υψηλή σε υποθέσεις ναρκωτικών, η επίτευξη των σκοπών της ποινής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Ρητά προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία μπορεί να επιβληθεί για τέτοιας φύσης αδικήματα, είναι και η χρηματική ποινή, σε κατάλληλες περιπτώσεις. Στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένα τα πραγματικά περιστατικά, τις προσωπικές συνθήκες και την απουσία στοιχείων διακίνησης ή κινδύνου διάδοσης σε τρίτους, η επιβολή χρηματικής ποινής σε συνδυασμό με την καταδίκη, εκτιμάται ότι επιτυγχάνει αποτελεσματικά τους σκοπούς της ποινής. Η χρηματική ποινή συνιστά άμεση και απτή συνέπεια της συμπεριφοράς που είναι παράνομη, αποτυπώνοντας με σαφή τρόπο την κοινωνική απαξία της πράξης που θέλει να προσδώσει ο νομοθέτης, και ικανοποιώντας τον ανταποδοτικό σκοπό της ποινής. Παράλληλα, λειτουργεί ουσιαστικά σε επίπεδο ειδικής αποτροπής, καθώς δημιουργεί συγκεκριμένο και αισθητό κόστος που συνδέεται άμεσα με την παραβατική συμπεριφορά, ιδίως ενόψει των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων του Κατηγορουμένου, μειώνοντας τον κίνδυνο επανάληψής της. Σε επίπεδο γενικής αποτροπής, η επιβολή χρηματικής ποινής αποστέλλει σαφές και προβλέψιμο μήνυμα ότι η παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενων ουσιών δεν παραμένει ατιμώρητη, χωρίς όμως να καταφεύγει και σε δυσανάλογα περιοριστικά μέτρα προσωπικής ελευθερίας σε περιπτώσεις που δεν το επιβάλλουν οι συνθήκες. Περαιτέρω, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν αυξημένο κοινωνικό κίνδυνο, η προστασία της κοινωνίας δεν εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα μέσω της απομόνωσης του Κατηγορουμένου, ενώ η επιλογή μη στερητικής της ελευθερίας ποινής αποτρέπει την πρόκληση πρόσθετων κοινωνικών συνεπειών, όπως η αποσταθεροποίηση της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Υπό τα δεδομένα αυτά, η χρηματική ποινή συμβάλλει και στον αναμορφωτικό σκοπό της ποινής, επιτρέποντας τη διατήρηση της κοινωνικής λειτουργικότητας και την ανάληψη προσωπικής ευθύνης για τη συμπεριφορά αυτή, χωρίς να κανονικοποιείται ό,τι συνιστά παραβατικότητα ούτε να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων.

 

Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να είναι αποτρεπτικό και αισθητό, χωρίς να οδηγεί σε πλήρη οικονομική εξόντωση, και μπορεί να ενταχθεί στο εύρος χρηματικών ποινών που αναλογικά επιβάλλονται σε περιπτώσεις πρώτης καταδίκης για κατοχή κάνναβης χωρίς διακίνηση. Λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος διαθέτει εργασιακή ικανότητα και δύναται να μετέχει στην αγορά εργασίας. Το ύψος της χρηματικής ποινής καθορίζεται σε συνάρτηση με τον παρεχόμενο χρόνο αποπληρωμής, ώστε να είναι αισθητό και αποτρεπτικό, χωρίς να υπερβαίνει τις πραγματικές δυνατότητες συμμόρφωσης. Λαμβάνεται υπόψη η συνολική επιβάρυνση εκ του κατηγορητηρίου.

 

Επιβάλλονται:

 

1η Κατηγορία (παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’): Χρηματική ποινή ύψους €500.

 

2η Κατηγορία (χρήση/κάπνισμα κάνναβης): Λόγω της επιβολής ποινής στην 1η Κατηγορία και της συσχέτισης των γεγονότων, καμία επιπλέον ποινή.

 

Δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος. Η χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί να καταβληθεί εντός τριών μηνών από σήμερα.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων:

 

·        Οι ουσίες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] άρθρο 6 § 2, άρθρο 30 § 1 και Τρίτος Πίνακας, περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77.

[2] άρθρο 10(α), 24(1), 30 § 1, Τρίτος Πίνακας ν.29/77.

[3] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[4] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[5] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[6] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[7] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο