ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5634/2025
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
v.
MARIAM PASANDIDEH
Κατηγορουμένη
Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Δημοκρατία: κα Σ. Παπαλαζάρου
Για Κατηγορουμένη: κα Α. Γεωργίου
Κατηγορουμένη: Παρούσα
ΠΟΙΝΗ
Η κατηγορουμένη, συνεπεία παραδοχής της, κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπισε και οι οποίες συνίστανται σε:
i. Η 2η κατηγορία αφορά τήν κατά τις 14/9/2025, εν γνώσει και δολίως, στο Διεθνές Αεροδρόμιο Πάφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ήτοι Βουλγαρικού διαβατηρίου με αριθμό [ ] εις το όνομα FIDANKA VASILEV RAYKOVA, παρουσιάζοντάς τούτο στον Αστ. 2465 Π. Δανιήλ του ΚΕΔ αερολιμένα Πάφου κατά παράβαση των Άρθρων 337 και 339 του Κεφ. 154.
ii. Η 3η κατηγορία αφορά τήν κατά την πιο πάνω ημερομηνία και τόπο, παράσταση ψευδώς του εαυτού της ως την FIDANKA VASILEV RAYKOVA από τη Βουλγαρία ενώ είναι στην πραγματικότητα η MARIAM PASANDIDEH από το Ιράν κατά παράβαση του Άρθρου 360 του Κεφ. 154.
Η ποινική δίωξη εναντίον της κατηγορουμένης ανεστάλη ως προς την κατηγορία 1 και απαλλάχτηκε τούτης.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις ως άνω κατηγορίες εκτίθενται στο κατηγορητήριο και στα γεγονότα που παρουσίασε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο της κατηγορουμένης. Παρατίθενται ως ακολούθως:
«[…] την πιο πάνω ημερομηνία και ενώ υπηρετούσε στον έλεγχο διαβατηρίων του Αεροδρομίου Πάφου, ο Αστυφύλακας 2465, διενεργούσε έλεγχο διαβατηρίου και παρουσιάστηκε σε αυτόν μια κυρία, η οποία θα αναχωρούσε με πτήση για Τουπλί, παρουσίασε για την αναχώρηση της ένα διαβατήριο με αριθμό [ ] στο όνομα που αναγράφεται και μια ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης. Μετά από έλεγχο που έγινε και αφού εκ πρώτης όψεως εγέρθησαν υποψίες στον Αστυνομικό αυτό ότι επρόκειτο για πλαστό έγγραφο, εντοπίστηκαν μεγάλες διάφορες στα σημεία ασφάλειας και αναγνώρισε το διαβατήριο με τέτοιο τρόπο που δεν ήταν ο ενδεδειγμένος για τα γνήσια βουλγαρικά διαβατήρια, δεν υπήρχε ούτε υδατογράφημα πάνω στο διαβατήριο. Διαπίστωσε ο Αστυφύλακας ότι το πιο πάνω διαβατήριο εντοπίζεται στον κατάλογο ως απολεσθέν ‑ κλοπιμαίο. Η γυναίκα αυτή μιλούσε πολύ καλά αγγλικά, της επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο, ζητήθηκε το όνομα της και είπε ότι είναι η Mariam Pasandideh, γεννήθηκε στις 16.02.02 και κατάγεται από το Ιράν. Ακολούθως, συνελήφθηκε για αυτόφωρο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, αφού της επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο δεν απάντησε κάτι, τις δόθησαν γραπτώς τα δικαιώματα συλληφθέντων και στην περσική γλώσσα, η οποία είναι η μητρική της και υπέγραψε. Από περαιτέρω έλεγχο που διενεργήθηκε μέσω του συστήματος της Υπηρεσίας Ασύλου διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για τη Mariam Pasandideh με αριθμό ΔΕΑ και αριθμό φακέλου η οποία στις 07.02.25 υπέβαλε αίτηση για Πολιτικό Άσυλο, η οποία αίτηση της είναι υπό εξέταση παραμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία μόνιμα. Συνελήφθηκε για τα αδικήματα αυτά της πλαστοπροσωπίας και οδηγήθηκε στο ΤΑΕ Πάφου, κατασχέθηκε αυτό το διαβατήριο, το οποίο ήταν στον κατάλογο των κλοπιμαίων, απολεσθέντων, συνέχισε τις εξετάσεις της υπόθεσης η Αστυνομία και τέθηκε η υπόθεση στο Δικαστήριο και τελεί υπό κράτηση από τις 15.09.25».
Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε πως η κατηγορουμένη είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ημερ. 2/10/2025, η οποία καταχωρήθηκε ως Έγγραφο «Α» και το περιεχόμενο της οποίας η συνήγορος της κατηγορουμένης υιοθέτησε, εκθέτει την οικογενειακή – οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης και τις προσωπικές περιστάσεις της. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη είναι 23 ετών, άγαμη και κατάγεται από το Ιράν. Διαμένει με την αδελφή της, ηλικίας 22 ετών στην Κύπρο ενώ ο πατέρας της, ως στρατιωτικός διαμένει στο Ιράν με τη νέα του οικογένεια μετά που η μητέρα της απεβίωσε. Η κατηγορουμένη βιάστηκε όταν ήταν 13 ετών και από τότε η μητέρα της δεν επιθυμούσε όπως η κατηγορουμένη διαμένει στο σπίτι και τότε διέμεινε με την εκ πατρός γιαγιά της. Λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεών της και της επιθυμίας του πατέρα της να την παντρέψει δίχως τη θέλησή της, η ίδια ήταν ανεπιθύμητη από τον πατέρα της στο Ιράν. Επίσης, η κατηγορουμένη διατηρούσε σχέση με ομοεθνή της η οποία (σχέση) απέληξε βίαιη με πρόσθετο απότοκο όπως νοσηλευτεί σε κωματώδη κατάσταση στο Νοσοκομείο λόγω περιστατικού βίας. Κατόπιν, εγκατέλειψε το Ιράν και ήρθε στην Κύπρο τον Απρίλιο του 2025 ως αιτήτρια πολιτικού ασύλου. Σε ό,τι αφορά την κρινόμενη περίπτωση, εξήγησε πως ήθελε να εγκαταλείψει την Κύπρο επειδή φοβόταν για τη σωματική ακεραιότητά της διότι ο πρώην σύντροφός της από το Ιράν, έμαθε πού διαμένει. Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει πρόβλημα σωματικής υγείας με συχνούς πονοκεφάλους και δυσκολία στον ύπνο ως απότοκα από περιστατικό βίας που βίωσε στο Ιράν. Τέλος, η κατηγορουμένη σπούδασε σε Πανεπιστήμιο στο Ιράν στον κλάδο Καλών Τεχνών και εργάστηκε εκεί ως τεχνίτρια νυχιών για 2 χρόνια.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει προς όφελος της, το λευκό ποινικό μητρώο της, την παραδοχή της κατηγορουμένης και την εκπεφρασμένη απολογία της διά της ιδίας, καθώς και τη συνεργασία της με τις αστυνομικές αρχές. Επεσήμανε πως η κατηγορουμένη δεν έδρασε ως μία εγκληματίας αλλά διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα κάτω από ψυχολογική πίεση. Επανέλαβε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης κατά το Έγγραφο «Α» και είναι καταγεγραμμένα ειδικότερα στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Βρίσκεται στην Κύπρο από το 2023, εάν δεν κάνει λάθος όπως ανέφερε χαρακτηριστικά (ωστόσο υιοθετήθηκε από μέρους της το Έγγραφο «Α» που σε κάθε περίπτωση δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω η χρονολογική διαφορά που διαπιστώνεται), ζώντας με την αδελφή της «σε ένα μέρος που ένιωθε ασφάλεια και στήριξη της αδελφής της καθώς ο πατέρας της δεν την ήθελε, η μητέρα της απεβίωσε το 2023 και ήρθε στην Κύπρο». Η συνήγορος της κατηγορουμένης τόνισε πως οι πράξεις της κατηγορουμένης δεν αποσκοπούσαν να βλάψουν τρίτο πρόσωπο ή να αποκομίσει κάποιο όφελος αλλά διαπράχθηκαν κάτω από πίεση και φόβο καθώς, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ενημερώθηκε προτού προβεί στις πράξεις, ότι ο πρώην σύντροφός της κατέφθασε και αυτός στην Κύπρο, οπόταν βρήκε ως διέξοδο να εγκαταλείψει την ημεδαπή γιατί φοβήθηκε. Καταληκτικά, ανέφερε ως προς το ενδεχόμενο αναστολής ποινικής δίωξης, «ότι κάποιες φορές η ποινή φυλάκισης μπορεί να μετρά αντίθετα ως μέτρο, ιδίως για την Κατηγορούμενη γιατί αντιμετωπίζει σοβαρό στρες, είναι σε άθλια κατάσταση, έχει μόνο την αδελφή της που είναι στη Λευκωσία, δεν μπορεί να φάει, δεν μπορεί να κοιμηθεί το βράδυ».
Εν προκειμένω, τα αδικήματα στα οποία η κατηγορουμένη εκρίθη ένοχη, είναι σοβαρά όπως τούτο αντικατοπτρίζεται με ενάργεια από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (ήτοι η 2η κατηγορία) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (ήτοι η 3η κατηγορία) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1.500 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Διασαφηνίζεται πως η κρινόμενη υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά κατόπιν δοθείσας συγκατάθεσης από το Γενικό Εισαγγελέα ώστε παρεπόμενα υπό το πρίσμα των προνοιών του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, ειδικότερα του Άρθρου 24, το παρόν Δικαστήριο επιβάλλει ποινές ως η εξουσία του δυνάμει του εδαφίου (1) του οικείου Άρθρου.
Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στέλιου Δημητρίου, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2025, απόφαση, ημερ. 10/4/2025, «Εννοείται βέβαια πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιβάλει ποινές πέραν των πέντε ετών, που είναι η δικαιοδοσία του, αλλά παράλληλα εννοείται και «ότι δεν μπορεί να προσδοθεί μειωμένη βαρύτητα εκ του γεγονότος και μόνο ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε για συνοπτική εκδίκαση», ως έχει εξηγηθεί στην Αστυνομία v. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.21, ECLI:CY:AD:2021:B200. Συνεπώς δεν ευσταθεί η γενόμενη εδώ εισήγηση ότι το γεγονός της εκδίκασης από Επαρχιακό Δικαστήριο συνεκτιμάται προς όφελος του κατηγορούμενου. Αντιθέτως, λόγω της παραμονής στο Επαρχιακό Δικαστήριο αυτός ήδη έτυχε επιεικούς μεταχείρισης, έχοντας πλέον τη βεβαιότητα ότι η οποιαδήποτε ποινή δεν θα υπερέβαινε το όριο της δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστή. Πλην όμως, ως έχει νομολογηθεί, το εκδικάζον Επαρχιακό Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν του την προβλεπόμενη στον Νόμο μέγιστη ποινή, ως στοιχείο επί του οποίου καθοδηγείται για τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος, το οποίο και καλείται να τιμωρήσει εντός των ορίων της δικής του πλέον δικαιοδοσίας, ακόμα και να επιβάλει ποινή στο μέγιστο του δικαιοδοτικού ορίου του (βλ. Αστυνομία v. Βακανά, (ανωτέρω), Rock v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 251, Ghafari v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 442)».
Έτι δε, η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (Θεοφάνους v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, απόφαση, ημερ. 27/6/2019).
Εν πρώτοις, από το πρίσμα των γεγονότων καταφαίνεται πως η δράση της κατηγορουμένης διαρθρώνεται πως προκειμένου να επιτύχει όπως ταξιδέψει εκτός της ημεδαπής, εξασφάλισε πλαστό έγγραφο, ήτοι το αναφερθέν βουλγάρικο διαβατήριο, το οποίο είναι κλαπέν, ενέργεια της η οποία λειτουργεί επιβαρυντικά κατά την επιμέτρηση της ποινής, και παρεπόμενα τούτων περιστάσεων, παριστάνοντας έτι ψευδώς τον εαυτό της ώστε τούτες οι περιστάσεις εν όλω δηλούν κάποιου είδους προσχεδιασμό ή μεθόδευση από μέρους της κατηγορουμένης. Συνεπώς, οι συνθήκες διάπραξης απολήγουν για την ίδια έτι περαιτέρω (εκ της κλοπής αυτού) επιβαρυντικές. Ωστόσο, δεν παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο πως η αξιόποινη ενέργειά της και ο τρόπος δράσης της συνιστούν, όπως δύναται να χαρακτηριστεί εκ των ενώπιον του Δικαστηρίου περιστάσεων, ως μία πράξη απελπισίας της ιδίας επί τω ότι, όπως προκύπτει διά του Εγγράφου «Α» και κατά όσα αναντίλεκτα επεσήμανε η συνήγορός της, η κατηγορουμένη ήθελε να διαφύγει από την ημεδαπή όπου ζούσε με την αδελφή της αφού ο πρώην σύντροφός της έμαθε πού η κατηγορουμένη διαμένει βιώνοντας στο Ιράν πρότερα περιστατικά βίας με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε κωματώδη κατάσταση. Αιτία η οποία δύναται να λειτουργήσει μετριαστικά κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Σε ό,τι αφορά πρόσθετα τη σοβαρότητα του αδικήματος, τίθεται πως η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων από μέρους της κατηγορουμένης, που ενέχουν στοιχεία απάτης και δόλου, δηλούν υποτίμηση των νόμων, κανονισμών και θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ’ αναλογίαν Krzysztof Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, απόφαση, ημερ. 4/11/2022). Μάλιστα, τέτοιου είδους αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση εκ των των πολυάριθμων υποθέσεων με τέτοιας φύσεως αδικήματα που καταχωρούνται, γεγονός που επιβάλλει όπως αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα (βλ. Ιωάννης Παπαπαύλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2021, απόφαση, ημερ. 5/10/2022).
Πέραν τούτων, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kindada v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2022, ημερ. 16.3.2022, σε περιπτώσεις πλαστοπροσωπίας όπου η διάπραξη του αδικήματος αποσκοπεί στην εξαπάτηση κρατικών αρχών, αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα (Khalife v. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 324, Borizov v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 204, Bhatti v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 661, Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 και Ματούρ ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 36). Εν τοιαύτη περιπτώσει, η κατηγορουμένη αποσκοπούσε όπως εξαπατήσει τις κρατικές αρχές διά του επί καθήκοντι κατά τον ουσιώδη χρόνο αστυνομικού στο ΚΕΔ του αερολιμένα προτάσσοντας και παριστάνοντας ψευδώς τον εαυτό της ως την FIDANKA VASILEV RAYKOVA από τη Βουλγαρία.
Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διεπράχθησαν από την κατηγορουμένη, επιτάσσεται η εξατομίκευση της ποινής η οποία να είναι δίκαιη και να συνάδει με το δράστη.
Προς όφελος της κατηγορουμένης στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνονται υπόψη εν πρώτοις το λευκό ποινικό μητρώο της και η παραδοχή της κατηγορουμένης Συνεκτιμάται πως η παραδοχή της κατηγορουμένης σε όλες τις κατηγορίες ήταν άμεση. Η παραδοχή στο στάδιο που έγινε συνέβαλε να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και η οποία «πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στη ποινή» (σχετική η Χαρτούμπαλλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, Χαραλάμπους κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 127/2019, 130/2019). Ακόμη εκτιμάται προς όφελος της κατηγορουμένης η απολογία της, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διά της συνηγόρου της.
Καθίσταται σαφές πως χωρίς την παραδοχή της κατηγορουμένης στο Δικαστήριο, την απολογία της και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτή επέδειξε, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν ακόμη πιο στενά.
Το Δικαστήριο προσμετρά ιδιαίτερα τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης ως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης ανέφερε. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης που λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη συνυπολογίζονται στο βαθμό και στην έκταση που ωστόσο δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Τούτο διότι προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382, Γενικός Εισαγγελέας v. Ασσιώτη (2010) 2 Α.Α.Δ. 67, Δημοκρατία v. Γ.Ε., Ποινική Έφεση Αρ. 197/2016, απόφαση, ημερ. 16/1/2018, Νικόλαος Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 278/2022, απόφαση, ημερ. 7/4/2023).
Πρόσθετος μετριαστικός παράγοντας που προσμετράται υπέρ της κατηγορουμένης είναι το νεαρό της ηλικίας της.
Συνυπολογίζω το πρόβλημα υγείας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, στη έκταση βεβαίως που αυτά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτου λεχθέντος, υπογραμμίζεται πως δεν έχει λεχθεί πως τα προβλήματα υγείας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τις αρχές των Κεντρικών Φυλακών που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς τούτο. Σύμφωνα με την υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, τα προβλήματα υγείας των κρατουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το σωφρονιστικό ίδρυμα όπου παρέχεται τέτοια δυνατότητα. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 223/19, απόφαση ημερ. 8.4.2020, λέχθηκε ότι οι αρχές των Φυλακών θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα και ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας των κρατουμένων. Το αυτό ισχύει κατ' αναλογία για τα φυλακισθέντα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, συνυπολογίζονται επ’ ωφελεία της και αποδίδεται επί τούτων, ως ελαφρυντικός παράγοντας, η δέουσα βαρύτητα στην επιμέτρηση τής προς επιβολή ποινής δίχως δε να εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της.
Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελούν ένα οδοδείκτη του μέτρου τιμωρίας ωστόσο δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα αφού η ποινή επιβάλλεται εξατομικευμένα για κάθε κατηγορούμενο σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τις περιστάσεις του κάθε κατηγορουμένου.
Στην υπόθεση William v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 431 τονίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σχέση με αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα άτομο νεαρής ηλικίας κατόπιν παραδοχής του στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ήταν επιεικής και όχι έκδηλα υπερβολική ως είχε προβάλει ο εφεσείων.
Στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 επικυρώθηκε ως ορθή η ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που είχε λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν της άμεσης παραδοχής του σε κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου.
Στην υπόθεση Αστυνομία v. Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, απόφαση, ημερ. 20/5/2021, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων κατηγορίες πλαστογραφίας δημόσιου εγγράφου, ήτοι ταυτότητα, και πληρεξουσίων για εξασφάλιση πλαστού δελτίου ταυτότητας, πρωτόδικα επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ετών και κατ’ έφεση αυξήθηκαν σε 3 και 4 έτη. Αντιμετώπισε και κατηγορία περί νομιμοποίησης εσόδων από τις παραπάνω παράνομες δραστηριότητες αναφορικά με το συνολικό ποσό που απέσπασε των €383.304,49.
Στην υπόθεση Kindada v. Αστυνομίας (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 8 μηνών που επιβλήθηκε στην Εφεσείουσα ηλικίας 25 ετών με λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν παραδοχής της στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς διαφοροποίησή της.
Με γνώμονα πάντα τα ανωτέρω, αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων που η κατηγορούμενη διέπραξε τα οποία επιφέρουν πολυετή ποινή φυλάκισης, την έξαρση των εν λόγω αδικημάτων η οποία απαιτεί την επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών από τα Δικαστήρια, τις συνθήκες υπό τις οποίες τα αδικήματα διεπράχθησαν, και αφετέρου τις σοβαρές προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις οι οποίες περιβάλλουν την κατηγορουμένη, το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, το νεαρό της ηλικίας της, κρίνω ως η μόνη αρμόζουσα και κατάλληλη ποινή, αυτή της ποινής φυλάκισης. Επιβάλλεται στην κατηγορουμένη:
i. ποινή φυλάκισης 12 μηνών στη 2η κατηγορία
ii. ποινή φυλάκισης 8 μηνών στην 3η κατηγορία
Επί τω ότι τα αδικήματα που η κατηγορουμένη διέπραξε, απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, που χρονικά και τοπικά να συνδέονται (σχετικές οι Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/6/2019, Χαράλαμπος Σάκκος v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2020, απόφαση, ημερ. 20/9/2022) κρίνω πως οι επιβληθείσες ποινές στις ως άνω κατηγορίες, θα συντρέχουν.
Συνακόλουθα, επί τω ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο η εκτέλεσή τους δύναται να ανασταλεί.
Στην υπόθεση Ιωάννης Φιλιππίδης v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 227/2023, απόφαση, ημερ. 20/3/2024, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186 (1)/2003 η αναστολή ποινής φυλάκισης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου.
Στην υπόθεση Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449 αναφέρθηκε ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης».
Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη είναι (Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303:
1. Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.
2. Το μητρώο του κατηγορουμένου και η αναγκαιότητα αποτροπής
3. Η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας
Στην υπόθεση Αργυρίδης κ.ά. v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449, σε υπόθεση όπου μια ομάδα νεαρών κατηγορείτο για μια σειρά από ένοπλες ληστείες, αποφασίστηκε η αναστολή ποινής φυλάκισης που τους είχε επιβληθεί πρωτοδίκως και γιατί επρόκειτο για νεαρά άτομα τα οποία δεν είχαν προηγούμενα και θα επηρεάζονταν από την επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης.
Στην κρινόμενη περίπτωση, τα αδικήματα επί των οποίων η κατηγορουμένη εκρίθη είναι ιδιαίτερα σοβαρά επί τη βάσει των παραμέτρων που έχουν καταδειχθεί. Λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορουμένης που της δίνει το δικαίωμα να έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή της ποινής φυλάκισης. Συνεκτιμάται σημαντικά το νεαρό της ηλικίας της κατηγορουμένης. Προσμετρούνται ικανά οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της κατηγορουμένης κατά όσα βίωσε, αποξενωμένη από τη μητέρα και τον πατέρα της για τους λόγους που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και ευρισκόμενη στην Κύπρο συνεπεία της διαμονής της αδελφής της στην Κυπριακή Δημοκρατία όπου η κατηγορούμενη αιτήθηκε πολιτικό άσυλο αφότου βίωσε έντονο περιστατικό βίας. Καταφαίνεται από τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου όπως ετέθησαν πως η κατηγορουμένη έπραξε τις αξιόποινες πράξεις ως απόρροια ή ως στιγμή απελπισίας, αφού ο πρώην σύντροφός της έμαθε πού η ίδια ευρίσκεται και έχοντας βιώσει προηγουμένως περιστατικό βίας με κατάληξη η ίδια να παραμείνει σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο με εναπομείναντα κατάλοιπα. Μέσα από τις περιστάσεις της κατηγορουμένης διαφαίνεται ένα άτομο που διά των ανωτέρω περιστατικών που εδέχθη ή βίωσε κατά την πάροδο των χρόνων, αντιμέτωπη, μεταξύ άλλων, είτε με πράξη βιασμού εναντίον της είτε με την αποξένωση από τους γονείς της, προσπαθούσε να επιβιώσει ή κρατηθεί από κάποιον οικείο της, τότε από την πατρική γιαγιά, σε παρόντα χρόνο από την αδελφή της ώστε μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορουμένη. Πρόκειται για νεαρό άτομο που προέβη στη διάπραξη των αδικημάτων ως μία πράξη απελπισίας από την ίδια κατά την ακολουθία των γεγονότων που βίωσε προσωπικά από τον πρώην σύντροφό της προκειμένου να διασώσει τον εαυτό της. Τούτων λεχθέντων, δίχως να μηδενίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε η οποία είναι αναντίρρητη. Κρίνω πως επιβάλλεται αναστολή ποινής φυλάκισης εν προκειμένω.
Επισημαίνεται πως η αναστολή της ποινής φυλάκισης λειτουργεί ως δεύτερη ευκαιρία για την κατηγορουμένη ωστόσο η φυλάκιση επικρεμάται στην ιδία ως δαμόκλειος σπάθη αν εμπλακεί εκ νέου σε οποιοδήποτε διαπραττόμενο ποινικό αδίκημα.
Το διαβατήριο να παραμείνει στην Αστυνομία και να παραδοθεί στο νόμιμο δικαιούχο του.
Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο