Μ. Β. ν. Χ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 3668/2021, 31/7/2025
print
Τίτλος:
Μ. Β. ν. Χ. Α., Αρ. Υπόθεσης: 3668/2021, 31/7/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 3668/2021

 

Μ. Β.

v

Χ. Α.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 31/07/2025

 

Για τον Παραπονούμενο: κα Β. Ιωάννου

Για τον Κατηγορούμενο: κος Χρ. Χατζηλοίζου  

Κατηγορούμενος παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.   Εισαγωγή

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία που αφορά την έκδοση επιταγής, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης πληρωμής από τον εκδότη της επιταγής, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί.

 

Ο Παραπονούμενος προς απόδειξη της κατηγορίας προσέφερε μαρτυρία ο ίδιος. Μετά που ο Κατηγορούμενος κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως.

 

Β.   Μαρτυρία

Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (βλ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 ΑΑΔ 35).

 

 

Παραπονούμενος

Ήταν η θέση του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος στις 16/12/2019 υπέγραψε και έκδωσε προς όφελος του Παραπονούμενου την επιταγή υπ’ αριθμό [ ] της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας για το ποσό των €3,000 η οποία ήταν πληρωτέα στις 30/04/2021. Ο Παραπονούμενος παρουσίασε την εν λόγω επιταγή για πληρωμή στην τράπεζα κατά τις 06/05/2021 αλλά αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Είναι η θέση του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε την μη εξόφληση της επιταγής χωρίς εύλογη αιτία και μέχρι σήμερα ο Κατηγορούμενος αμελεί και αρνείται να εξοφλήσει την επιταγή παρά τις οχλήσεις του Παραπονούμενου.

 

Στην μαρτυρία του ο Παραπονούμενος αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν τον Κατηγορούμενο να εκδώσει την επιταγή υπ’ αριθμό [ ] της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας, για το ποσό των €3,000, προς όφελος του Παραπονούμενου. Κατά την θέση του, τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως:

 

Στις 28/09/2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3707/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για το ποσό των €6,469.87 πλέον τόκους και έξοδα ύψους €5,420 πλέον τόκους και ΦΠΑ (Τεκμήριο 2). Ο Κατηγορούμενος εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση υπ’ αριθμό 475/2012 και καταδίκασε τον Κατηγορούμενο σε έξοδα ύψους €2,500 (Τεκμήριο 3).

 

Εναντίον του Κατηγορούμενου λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης. Στις 24/07/2019 ο Παραπονούμενος, μέσω του δικηγορικού του γραφείου, απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου ενημερώνοντας τον ότι τα επιδικασθέν ποσά πλέον τα δικηγορικά του έξοδα ανέρχονταν στο ποσό των €24,090.31 (Τεκμήριο 4). Ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου με επιστολή του ημερομηνίας 24/10/2019 προς τον Παραπονούμενο αμφισβήτησε το προαναφερόμενο ποσό, λόγω διαφωνίας ως προς τον υπολογισμό των τόκων, και εισηγήθηκε ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ποσό των €19,356.32, και περαιτέρω εισηγήθηκε τον τρόπο εξόφλησης του εν λόγω ποσού (Τεκμήριο 5). Ο Παραπονούμενος απέρριψε την εισήγηση αυτή.

 

Στις 13/12/2009, ημερά Παρασκευή, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον Παραπονούμενο στο γραφείο του και μαζί του είχε μια σακούλα η οποία περιείχε το ποσό των €10,000 σε μετρητά και του πρότεινε όπως του παραδώσει το εν λόγω ποσό και επιταγές για διευθέτηση του χρέους, με αντάλλαγμα το χρέος να μειωθεί. Αντεξεταζόμενος δεν θυμόταν τι ποσό του πρότεινε ο Κατηγορούμενος για να εξοφλήσει την οφειλή του προς τον Παραπονούμενο. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε αρκετή ώρα στο γραφείο του Παραπονούμενου επιμένοντας φορτικά να δεχθεί την πρόταση του. Αντεξεταζόμενος ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε μαζί του το ημερολόγιο του, όπου είναι σημειωμένο ότι στις 13/12/2009 τον επισκέφθηκε ο Παραπονούμενος, ωστόσο δεν κατατέθηκε αυτό ως τεκμήριο στο Δικαστήριο.

 

Ο Παραπονούμενος απέρριψε την πρόταση του Κατηγορούμενου να καταβάλει λιγότερο ποσό. Υπολόγισε ξανά το χρέος και τους τόκους στην παρουσία του Κατηγορούμενου, ετοιμάζοντας σχετική κατάσταση (Τεκμήρια 6 και 16) την οποία παρέδωσε στον Παραπονούμενο και ανέγραψε στο αντίγραφο που του παρέδωσε και τα έξοδα του νέου writ. Ο Κατηγορούμενος τότε αναχώρησε λέγοντας του ότι θα επιστρέψει την Δευτέρα, 16/12/2019, και θα του έφερνε το ποσό των €13,000 σε μετρητά και δύο μεταχρονολογημένες επιταγές για τα ποσό των €7,000 και €3,000 έτσι ώστε να εξοφληθεί το ποσό των €23,000 το οποίο συμφώνησαν ότι θα δίδετο για πλήρη εξόφληση. Μάλιστα την υπόσχεση αυτή, ότι δηλαδή θα επιστρέψει την Δευτέρα και θα φέρει τα προαναφερόμενα ποσά, την κατέγραψε ο Παραπονούμενος με μολύβι στην κατάσταση λογαριασμού που κράτησε ο ίδιος (Τεκμήρια 6 και 16).

 

Ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε ξανά το γραφείο του Παραπονούμενου την Δευτέρα στις 16/12/2009 έχοντας μαζί του €7,000 μετρητά, το οποίο ποσό όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ο Παραπονούμενος το μέτρησε ο ίδιος. Κατόπιν συνεχών παρακλήσεων του Κατηγορούμενου, ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε όπως εκδοθούν οι ακόλουθες 3 μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες μαζί με το ποσό των €7,000 σε μετρητά θα εξοφλούσαν το οφειλόμενο ποσό των  €23,000:  

·         Επιταγή υπ’ αρ. [ ] για το ποσό των €6,000 ημερομηνίας 17/12/2019.

·         Επιταγή υπ’ αρ. [ ] για το ποσό των €7,000 ημερομηνίας 30/08/2020.

·         Επιταγή υπ’ αρ. [ ] για το ποσό των €3,000 ημερομηνίας 30/04/2021.

 

Ο Κατηγορούμενος έδωσε στην συνάντηση τους στον Παραπονούμενο τις πιο πάνω επιταγές (Τεκμήριο 7). Ο Παραπονούμενος εξέδωσε την απόδειξη υπ’ αριθμό 0337 για το συνολικό ποσό των €23,000, και ο Κατηγορούμενος έλεγξε την απόδειξη και την υπέγραψε (Τεκμήριο 8).

 

Όπως ήταν η θέση του Παραπονούμενου, λόγω των συνεχών πιέσεων, συζητήσεων αλλά και του προχωρημένου της ώρας, στην απόδειξη γράφτηκε εκ λάθους το ποσό των €10,000 ως μετρητά, το οποίο ποσό είχε φέρει ο Κατηγορούμενος μαζί του στις 13/12/2019 και δεν του το παράδωσε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 13/12/2019 τον ρώτησε αν θα του αφήσει τις €10,000 μετρητά και ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε για να του φέρει στις 16/12/2009 €13,000 μετρητά. Όταν στις 16/12/2019 του έφερε €7,000 μετρητά ο Παραπονούμενος όπως ανέφερε «στο μυαλό μου ήταν γραμμένες οι 10, για αυτό έχει λάθος η απόδειξη». Επίσης στην απόδειξη γράφθηκε ως ημερομηνία της επίδικης επιταγής 30/04/2020 αντί 30/04/2021.

 

Ταυτόχρονα ο Κατηγορούμενος ζήτησε και έλαβε γραπτή δήλωση από τον Παραπονούμενο ότι δεν θα ληφθούν μέτρα εναντίον του που να αφορούν τα οχήματα του, τα οποία ήταν αναγκαία για σκοπούς της επιχείρησης του, για να μπορέσει ο Κατηγορούμενος να εργάζεται και να εξοφλήσει τις 3 μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήριο 9).  Όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το εν λόγω έγγραφο, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε αναφέροντας ότι δεν είχε λόγο να ετοίμαζε ένα τέτοιο έγγραφο χωρίς να το δώσει στον Κατηγορούμενο, αφού ο ίδιος δεν θα είχε κάτι να κερδίσει.

 

Για το ποσό των €7,000 που έλαβε σε μετρητά και για την επιταγή υπ’ αριθμό [ ] για το ποσό των €6,000 ο Παραπονούμενος εξέδωσε το τιμολόγιο υπ’ αριθμό 0568 στις 16/12/2019 (Τεκμήριο 10). Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι μπορεί να μην παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το τιμολόγιο, όμως είχε εκδοθεί.

 

Ο Παραπονούμενος στις 20/12/2019 κατέθεσε στον τραπεζικό του λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ το ποσό των €7,000 που έλαβε σε μετρητά και την επιταγή υπ’ αριθμό 63512461 για το ποσό των €6,000 (Τεκμήρια 11 και 12). Στις 21/01/2020 ο Παραπονούμενος έλαβε την επιστολή του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 13/01/2020, με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόθεση του να προβεί σε ανάκληση της επιταγής (Τεκμήριο 13). Ο Παραπονούμενος απάντησε την ίδια ημέρα στον Κατηγορούμενο με επιστολή του με την οποία αρνείτο τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 14).

 

Στις 06/05/2021 ο Παραπονούμενος κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα, όμως αυτή επιστράφηκε χωρίς να πληρωθεί λόγω ανάκλησης από τον εκδότη της (Τεκμήριο 1). Ο Παραπονούμενος καταχώρησε την αγωγή υπ’ αριθμό 360/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εναντίον του Κατηγορούμενου αξιώνοντας το ποσό των €3,000 (Τεκμήριο 15).

 

Κατηγορούμενος

Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι εναντίον του είχε καταχωρηθεί η αγωγή υπ’ αριθμό 3707/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα ήταν ο Παραπονούμενος. Η εν λόγω αγωγή εκδικάστηκε, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος εφεσίβαλε την εν λόγω απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση και καταδίκασε τον Κατηγορούμενο στα έξοδα ύψους €2,500 πλέον ΦΠΑ. Εναντίον του Κατηγορούμενου λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης. Ο Παραπονούμενος στις 24/07/2019 απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου για να του καταβάλει το ποσό των €24,090.31. Ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου, με επιστολή του προς τον Παραπονούμενο, αμφισβήτησε το ύψος του οφειλόμενου ποσού.

 

Στις 10/12/2019 ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Παραπονούμενο και διευθέτησαν συνάντηση στις 13/12/2019 με σκοπό την διευθέτηση του χρέους. Στις 13/12/2019 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του Παραπονούμενου, και στην συνάντηση τους κατέληξαν όπως του καταβάλει το ποσό των €23,000 ως ακολούθως:

·         Με την καταβολή €10,000 σε μετρητά κατά την συνάντηση τους.

·         Με την έκδοση επιταγής για το ποσό των €6,000 με ημερομηνία πληρωμής στις 17/12/2019.

·         Με την έκδοση επιταγής για το ποσό των €7,000 με ημερομηνία πληρωμής στις 30/08/2020.

·         Με την έκδοση επιταγής για το ποσό των €3,000 με ημερομηνία πληρωμής στις 30/04/2021.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος του υπέδειξε να εκδώσει τις πιο πάνω επιταγές για τα εν λόγω ποσά. Όταν ερωτήθηκε ποιος αποφάσισε τις ημερομηνίες των μεταχρονολογημένων επιταγών ανέφερε ότι είχε προβλήματα ρευστότητας λόγω της περιόδου του κορονοιού και έτσι «είπαμε» να εκδοθούν μεταχρονολογημένες επιταγές.

 

O Κατηγορούμενος παρέδωσε στον Παραπονούμενο τις 3 επιταγές, ως ανωτέρω, και το ποσό των €10,000 σε μετρητά, ποσό το οποίο ο Παραπονούμενος μέτρησε και του έδωσε προς τούτο σχετική απόδειξη. Η απόδειξη ήταν το μόνο έγγραφο το οποίο του παρέδωσε ο Παραπονούμενος στις 16/12/2019 και αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο Παραπονούμενος του παρέδωσε την χειρόγραφη δήλωση Τεκμήριο 9 στην οποία αναγράφεται ότι δεν θα λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του.

 

Μετά από λίγες ημέρες ο Κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι έδωσε στον Παραπονούμενο την επιταγή υπ’ αρ. 63512463 για το ποσό των €3,000 ημερομηνίας 30/04/2021, έτσι ώστε να καταβάλει σε αυτόν το συνολικό ποσό των €26,000 αντί των €23,000. Προς τούτο του απέστειλε επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε ότι θα ανακαλούσε την πληρωμή της επιταγής για το ποσό των €3,000 (Τεκμήριο 13).

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μόνο μια φορά επισκέφθηκε το γραφείο του Παραπονούμενου, την Δευτέρα στις 13/12/2019, και αυτό το θυμάται γιατί του τηλεφώνησε Παρασκευή και διευθέτησαν συνάντηση για την ερχόμενη Δευτέρα. Στο τηλεφώνημα της Παρασκευής δεν συζήτησαν το οτιδήποτε. Στην συνάντηση τους συμφώνησαν να καταβληθεί το ποσό των €23,000 για πλήρη εξόφληση. Μαζί του ο Κατηγορούμενος είχε €10,000 μετρητά και το βιβλιάριο επιταγών του. Όταν του υποβλήθηκε ότι αν του έδιδε €10,000 θα παρέμειναν μόνο €13,000, ανέφερε ότι έκανε λάθος όταν του έδωσε την επιταγή των €3,000. Ο Παραπονούμενος τον καθοδήγησε να εκδώσει τις τρείς επιταγές για τα συγκεκριμένα ποσά, αυτός τις έκδωσε, και όταν ο Παραπονούμενος του έδωσε την απόδειξη αυτός είδε το ποσό των €23,000 μόνο.

 

 

Όταν του υποβλήθηκε ότι στις 10/12/20219 δεν ήταν Παρασκευή, ανέφερε ότι η ημέρα που τηλεφώνησε στον Παραπονούμενο ήταν Παρασκευή και συναντήθηκαν Δευτέρα, σχολιάζοντας ότι δεν θυμόταν τις ημερομηνίες.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το ποσό που κατέβαλε στον Παραπονούμενο στην συνάντηση τους ήταν €26,000. Όταν ερωτήθηκε γιατί στην γραπτή του δήλωση στα πλαίσια της Αγωγή υπ’ αριθμό 360/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 20) ανέφερε στην παράγραφο 2Γ αυτής ότι κατέβαλε στον Παραπονούμενο το ποσό των €23,000, και όχι των €26,000, απάντησε ότι μετά από 2-3 βδομάδες αντιλήφθηκε ότι έκανε λάθος και δεν γνωρίζει γιατί στην γραπτή δήλωση του, που φέρει ημερομηνία 21/09/2023, αναγράφηκε το ποσό των €23,000 και όχι το ποσό των €26,000.

 

Γ.    Αξιολόγηση Μαρτυρίας

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ.  Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AAΔ.454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).

 

Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ.  Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).

 

Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056 και Mustafa v Κακουρή κ.α (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

Παραπονούμενος

Παρά την ένταση στην οποία βρισκόταν ο Παραπονούμενος κατά την μαρτυρία του, κυρίως κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα γεγονότα ως εξελίχθηκαν. Η αναστάτωση στην οποία βρισκόταν, δεν θεωρώ ότι εξισώνεται με ανειλικρίνεια, αλλά κρίνω ότι ήταν το αποτέλεσμα της αγανάκτησης του ίδιου για την είσπραξη του ποσού, που κατά την θέση του, του οφείλετο (βλ. Χρίστου ν Ηροδότου και Αλλων (2008) 1 ΑΑΔ 676). Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το γραφείο του δύο φορές, την Παρασκευή 13/12/2019 αλλά και την Δευτέρα 16/12/2019, με σκοπό την εξόφληση του χρέους. Θέση η οποία επιβεβαιώνεται με την χειρόγραφη σημείωση με μολύβι στο Τεκμήριο 16. Αποδέχομαι την θέση του Παραπονούμενου ότι από λάθος έγραψε στην απόδειξη (Τεκμήριο 8) ότι το ποσό που δόθηκε σε μετρητά ήταν €10,000, αφού όπως προκύπτει και από την απόδειξη υπήρξε και δεύτερο λάθος, ήτοι η ημερομηνία πληρωμής της επίδικης επιταγής. Η θέση του ότι το ποσό που του δόθηκε σε μετρητά ήταν €7,000 και όχι €10,000 επιβεβαιώνεται από την πρόσθεση του ποσού των €7,000 με τα ποσά των τριών επιταγών, τα οποία συμποσούνται στο ποσό των €23,000, το οποίο ποσό αναγράφεται στην απόδειξη Τεκμήριο 8, την οποία υπέγραψε ο Κατηγορούμενος, αλλά επίσης και από τα Τεκμήρια 11 και 12 όπου δεικνύουν ότι ο Παραπονούμενος κατέθεσε την επιταγή για το ποσό των €6,000 αλλά και το χρηματικό ποσό των €7,000 σε μετρητά στον τραπεζικό λογαριασμό του.

 

Περαιτέρω, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, η θέση του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος του κατέβαλε το συνολικό ποσό των €23,000 και όχι των €26,000 επιβεβαιώνεται από την γραπτή δήλωση του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 360/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 20).

 

Ως εκ των ανωτέρω, έχοντας εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του Παραπονούμενου τη θεωρώ ως αξιόπιστη και επομένως την αποδέχομαι.

 

Κατηγορούμενος

Αξιολογώντας την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν με έπεισε για την γνησιότητα των όσων ανέφερε. Οδηγήθηκα στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, διότι η προφορική του μαρτυρία παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την γραπτή του δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του, αλλά και με την έγγραφη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, κρίνω ότι ουσιαστικές θέσεις του Κατηγορούμενου αντιστρατεύονται στην κοινή λογική και γενικά η μαρτυρία του διακατέχετο από υπερβολή. Εξηγώ.

 

Η εκδοχή που προώθησε ο Κατηγορούμενος ότι στην συνάντηση του με τον Παραπονούμενο του παρέδωσε €10,000 μετρητά, και όχι €7,000 μετρητά, καθώς και τις τρείς επιταγές για τα ποσά των €6,000, €7,000 και €3,000, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού αντιστρατεύεται με το συνολικό ποσό που αναγράφεται στην απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 8), ήτοι €23,000. Αν όντως ο Κατηγορούμενος παρέδιδε το ποσό των €10,000 στον Παραπονούμενο, τότε κατά την πρόσθεση των 4 αυτών ποσών, θα ήταν εύκολα αντιληπτό ότι το άθροισμά τους ανέρχεται σε €26,000 και επομένως στην απόδειξη θα αναγράφετο το ποσό των €26,000 ή έστω να το αντιληφθεί ο Κατηγορούμενος την στιγμή εκείνη πριν να εκδώσει και την τελευταία επίδικη επιταγή. Σημειώνεται ότι όπως ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε είχε δική του επιχείρηση και επομένως ήταν σε θέση να προσθέσει τα τέσσερα αυτά ποσά. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι η θέση του Κατηγορούμενου ότι η σύζυγος του ασχολείτο με τα οικονομικά της επιχείρησης του δεν επηρεάζει την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, καθ’ ότι πρόκειτο για την απλή πρόσθεση τεσσάρων ποσών. Μάλιστα η εν λόγω δικαιολογία που έδωσε κατά την αντεξέταση του κρίνω ότι ήταν επιτηδευμένη σε μια προσπάθεια του ιδίου να υποστηρίξει την εκδοχή που παρουσίασε. Περαιτέρω, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι στην γραπτή του δήλωση στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 360/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 20) αναγράφεται στην παράγραφο 2Γ ότι στις 16/12/2019 κατέβαλε στον Παραπονούμενο το ποσό των €23,000 προς πλήρη εξόφληση. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην καταβολή του συνολικού ποσού των €26,000 και στην εκ των υστέρων διαπίστωση του λάθους του. Η απάντηση του κατά την αντεξέταση του ότι δεν γνωρίζει γιατί αναγράφηκε αυτό στην γραπτή δήλωση που ο ίδιος υπογράφει δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Θα αναμένετο, ότι στην γραπτή δήλωση του, νοουμένου ότι η θέση του ήταν αληθινή, θα αναφαίρετο με ακρίβεια και με την απαραίτητη λεπτομέρεια στην εξέλιξη των ουσιώδη γεγονότων, που θα ήταν φυσικά η υπερπληρωμή του Παραπονούμενου κατά €3,000 και η ανάκληση της επιταγής στην συνέχεια.

 

Αντιφατική ήταν η θέση του ως προς την ημερομηνία που συναντήθηκε με τον Παραπονούμενο. Σταθερή ήταν η εκδοχή του ως προς την ημέρα Δευτέρα, αλλά στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι ήταν στις 13/12/2019, ενώ κατά την αντεξέταση του και στην γραπτή του δήλωση στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 360/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 20) ανέφερε ότι συναντήθηκε με τον Παραπονούμενο στις 16/12/2019.

 

Ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο Παραπονούμενους του υπέδειξε να εκδώσει τις τρείς επιταγές, για τα συγκεκριμένα ποσά, σε μια περίοδο που ως ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του είχε προβλήματα ρευστότητας λόγω της πανδημίας του κορονοιού.  Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή καθ’ ότι αντιστρατεύεται στην κοινή λογική. Δεν θα μπορούσε ο Παραπονούμενος να γνωρίζει πότε ο Κατηγορούμενος θα ήταν σε θέση να καταβάλει τα εν λόγω ποσά και να καθορίσει από μόνος του το ύψος αυτών. Ακόμη και να έπραττε κάτι τέτοιο, ο Κατηγορούμενος όπως ανέφερε είχε δική του επιχείρηση και δεν θα νοείτο η αποδοχή της οποιασδήποτε εισήγησης του Παραπονούμενου χωρίς ο ίδιος να έχει την δυνατότητα καταβολής των ποσών, ένεκα και του προβλήματος ρευστότητας που είχε την συγκεκριμένη περίοδο. 

 

Άλλη θέση η οποία διακατέχεται από υπερβολή, και που κατά την κρίση μου δεικνύει την καταφυγή του Κατηγορούμενου σε ψεύδη, ήταν η θέση του ότι το μοναδικό έγγραφο που του παρέδωσε ο Παραπονούμενος κατά την συνάντηση τους ήταν η απόδειξη (Τεκμήριο 8). Ο Παραπονούμενος δεν είχε οποιοδήποτε όφελος να ετοιμάσει την χειρόγραφη δήλωση ημερομηνίας 16/12/2019 (Τεκμήριο 9) στην οποία δηλώνει ότι δεν θα λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Κατηγορούμενου  μέχρι την εξόφληση των επιταγών, παρά μόνο να την παραδώσει στον Κατηγορούμενο.

 

Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον Κατηγορούμενο, η αξιοπιστία του έχει πληγεί καίρια και δεν μου επιτρέπεται να αποδώσω βαρύτητα στη μαρτυρία του η οποία απορρίπτεται στην ολότητα της ως καθ’ όλα αναξιόπιστη.

Δ.   Ευρήματα Δικαστηρίου

Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν δια των χειρισμών των μερών κατά την ακρόαση  (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική     Έφεση αρ. 185/2012, 19/04/2018), και υπό το φως της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα:

 

Στις 28/09/2012 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3707/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για το ποσό των €6,469.87 πλέον τόκους και έξοδα ύψους €5,420 πλέον τόκους και ΦΠΑ. Ο Παραπονούμενος ήταν ο δικηγόρος του Ενάγοντα στην εν λόγω αγωγή. Ο Κατηγορούμενος εφεσίβαλε την απόφαση, η οποία έφεση απορρίφθηκε και ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε έξοδα ύψους €2,500. Στις 24/07/2019 ο Παραπονούμενος, μέσω του δικηγορικού του γραφείου, απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο του Κατηγορούμενου ενημερώνοντας τον ότι τα επιδικασθέν ποσά πλέον τα δικηγορικά του έξοδα ανέρχονταν στο ποσό των €24,090.31. Ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου με επιστολή του ημερομηνίας 24/10/2019 προς τον Παραπονούμενο αμφισβήτησε το προαναφερόμενο ποσό, λόγω διαφωνίας ως προς τον υπολογισμό των τόκων.

 

Στις 13/12/2009, ημερά Παρασκευή, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον Παραπονούμενο στο γραφείο του και μαζί του είχε μια σακούλα η οποία περιείχε το ποσό των €10,000 σε μετρητά και του πρότεινε όπως του παραδώσει το εν λόγω ποσό και επιταγές για διευθέτηση του χρέους, με αντάλλαγμα το χρέος να μειωθεί.

 

Ο Παραπονούμενος απέρριψε την πρόταση του Κατηγορούμενου να καταβάλει λιγότερο ποσό. Υπολόγισε ξανά το χρέος και τους τόκους στην παρουσία του Κατηγορούμενου, ετοιμάζοντας σχετική κατάσταση την οποία παρέδωσε στον Παραπονούμενο. Ο Κατηγορούμενος τότε αναχώρησε λέγοντας ότι θα επιστρέψει την Δευτέρα, 16/12/2019, και θα του έφερνε το ποσό των €13,000 σε μετρητά και δύο μεταχρονολογημένες επιταγές για τα ποσό των €7,000 και €3,000 έτσι ώστε να εξοφληθεί το ποσό των €23,000 το οποίο συμφώνησαν ότι θα δίδετο για πλήρη εξόφληση.

 

Ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε ξανά το γραφείο του Παραπονούμενου στις 16/12/2009 και παρέδωσε στον Παραπονούμενο το ποσό των €7,000 σε μετρητά και τις ακόλουθες 3 μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες συμπλήρωσε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες μαζί με το ποσό των €7,000 σε μετρητά θα εξοφλούσαν το οφειλόμενο ποσό των  €23,000. 

·         Επιταγή υπ’ αρ. [ ] για το ποσό των €6,000 με ημερομηνία πληρωμής τις 17/12/2019.

·         Επιταγή υπ’ αρ. [ ] για το ποσό των €7,000 με ημερομηνία πληρωμής τις 30/08/2020.

·         Επιταγή υπ’ αρ. [ ] για το ποσό των €3,000 με ημερομηνία πληρωμής τις 30/04/2021.

 

Ο Παραπονούμενος εξέδωσε την απόδειξη υπ’ αριθμό 0337 για το συνολικό ποσό των €23,000, και ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την απόδειξη.

 

Ο Παραπονούμενος στις 20/12/2019 κατέθεσε στον τραπεζικό του λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ το ποσό των €7,000 που έλαβε σε μετρητά και την επιταγή υπ’ αριθμό [ ] για το ποσό των €6,000. Στις 21/01/2020 ο Παραπονούμενος έλαβε την επιστολή του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 13/01/2020, με την οποία τον ενημέρωνε για την πρόθεση του να προβεί σε ανάκληση της επιταγής ισχυριζόμενος ότι εκ λάθους του παρέδωσε το συνολικό ποσό των €26,000 και όχι των €23,000 το οποίο του όφειλε.

 

Στις 06/05/2021 ο Παραπονούμενος κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα, όμως αυτή επιστράφηκε χωρίς να πληρωθεί λόγω εντολής ανάκλησης της επιταγής από τον Κατηγορούμενο.  Ο Παραπονούμενος καταχώρησε την αγωγή υπ’ αριθμό 360/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εναντίον του Κατηγορούμενου αξιώνοντας το ποσό της επιταγής.

 

Ε.   Νομική Πτυχή

Το άρθρο 305Α(2) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ  (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές:

 

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της».

 

Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 305Α(2)  συνάγεται από το λεκτικό του ότι για να κριθεί ένοχος κάποιος κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδειχθεί: (1) Η έκδοση της επιταγής και (2)  Η πρόκληση της μη εξόφλησής της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (βλ. Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση αρ. 6/18, 31/10/18 και CNP ASFALISTIKI LTD v P.A.S. INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS LTD κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 66/2022). Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής ενδέχεται να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής  (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (2006) 2 Α.Α.Δ. 142).

 

Όπως εξηγείται στην υπόθεση Ttozios Management Ltd κ.ά. v. Κυριάκου (2016) 2 (Α) ΑΑΔ 277, εφόσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε το βάρος απόδειξης μετατίθεται επί των ώμων του κατηγορούμενου να αποδείξει (επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων) την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής. Η σχετική επιφύλαξη στο άρθρο 305Α(2) φαίνεται να περιορίζει την επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας στις περιπτώσεις εντολής μη πληρωμής (stop payment order), της γνωστής ανάκλησης επιταγής , αφού προνοεί πως «επίκληση της υπεράσπισης» αυτής δυνατόν να γίνει εφόσον ο κατηγορούμενος εκδότης «παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα» τον λόγο για τον οποίο «δόθηκε εντολή μη πληρωμής της».

 

Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της προαναφερόμενης απόφασης:

 

«Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο Κατηγορούμενος (εκδότης) κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή Υπεράσπιση  ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης  της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου (2) η επίκληση της υπεράσπισης  της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά/ή περί την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της ο κατηγορούμενος ως εκδότης γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή  νομολογιακά ερμηνεύτηκε (βλ. Diamonds Co Ltd ν. Γεωργίου (2011) 2 Α.Α.Δ 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής.»

 

 Οι αρχές οι οποίες διέπουν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας ανάκλησης επιταγής εξηγήθηκαν, μεταξύ άλλων, στην Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου (Αρ. 1) (2014) 2 ΑΑΔ 287, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Εύλογη αιτία .. αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του Άρθρου 305Α(2)  της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, («bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson [1872] L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575). Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής  καθορίζεται, όπως λέχθηκε, στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο (2), χωρίς επέκταση σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, (δέστε σχετικά και την Philippa Estates Ltd v. Ρούσου  (2006) 2 Α.Α.Δ. 142)».

 

Στην υπόθεση ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ ν PAMPORIDES  LLC, Ποινική Έφεση αρ. 300/2018, 17/04/2019 τονίστηκε ότι η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας από πλευράς του κατηγορουμένου ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος, ως εκδότης, γραπτώς παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή,  το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της.  Στην εν λόγω υπόθεση, ο κατηγορούμενος-εφεσείων δεν είχε απέδειξε ότι παρέθεσε γραπτώς στην τράπεζα, το λόγο που ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής, και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία, η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με το λόγο της ανάκλησης που εξεδήλωσε ο κατηγορούμενος-εκδότης, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής.   Συνεπώς ο κατηγορούμενος-εφεσείων δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305Α(2) του Κεφ. 154, ισχυριζόμενος λόγο που είναι διαφορετικός από εκείνον που εξεδήλωσε προς την Τράπεζα, έστω και προφορικά την 28.4.2011,  δηλαδή ότι η μη πληρωμή της επίδικης επιταγής έγινε επειδή αυτή είχε απωλεσθεί.»                  

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση PRE NEURO-SPINE SPECIALISTS LTD v Ευαγόρου, Ποινική Έφεση αρ. 154/2021, 19/01/2024 το στοιχείο της ειλικρινής πίστης δικαιώματος ανάκλησης της επιταγής είναι αλληλένδετο με τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η επιταγή.

 

Στην υπόθεση Αντρέας Αντρέου ν Vangel Art Ltd κ.α. (2012) 2 ΑΑΔ 7 αναφέρθηκε ότι το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του Άρθρου 305(Α)(2) δεν αφορά στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της συμφωνίας μεταξύ των διαδικών, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας του κατηγορούμενου να προκαλέσει την μη εξόφληση της επιταγής εν όψει της έντονης διαφωνίας τους με τους Παραπονούμενους σχετικά με συγκεκριμένο όρο επί της συμφωνίας.  Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης:

 

«Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το Άρθρο 305(Α)(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea.

 

Με αυτά υπ' όψη, ασφαλώς παραμένει ορθή η κρίση του Δικαστηρίου στην καταληκτική παράγραφο της απόφασης ότι,        εφ' όσον η διαφορά που είχαν τα μέρη δεν είχε επιλυθεί, οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν καλόπιστα ώστε να είχαν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας

 

ΣΤ.Βάρος Απόδειξης

Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ 401).

 

Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλSener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019).

 

Ζ.    Κατάληξη Δικαστηρίου

Έχοντας υπόψιν τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία κατέληξα, το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και την οποία αποδέχθηκα, καθώς και τη δια ζώσης μαρτυρία που έχω κάνει αποδεκτή, και αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές της νομολογίας που αφορούν το υπό κρίση αδίκημα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Η έκδοση της επιταγής από τον Κατηγορούμενο και η παράδοση της στον Παραπονούμενο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο. Το γεγονός επίσης ότι κατατέθηκε η επιταγή και επιστράφηκε με σφραγίδα της τράπεζας ότι έχει ανακληθεί με οδηγίες του εκδότη της δεν αμφισβητήθηκε. Στην βάση των πιο πάνω κρίνεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.

 

Εκείνο που μένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στοιχειοθετείτε η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Ως αναφέρω και πιο πάνω το βάρος μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης, να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι υπήρξε εύλογη αιτία για ανάκληση της επιταγής.

 

Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΟΥ ν PAMPORIDES  LLC, Ποινική Έφεση αρ. 300/2018, 17/04/2019  η επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας από πλευράς του κατηγορουμένου, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος, ως εκδότης, παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εξέδωσε την επιταγή,  το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της.

 

Δεν παραβλέπω ότι καμία απολύτως μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από τον Κατηγορούμενο αναφορικά με τους λόγους που παρέθεσε στο τραπεζικό ίδρυμα σχετικά με την εντολή για ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο οι οδηγίες που δόθηκαν, ούτε έστω έγινε αναφορά σε αυτές από τον Κατηγορούμενο προφορικά. Επομένως η προϋπόθεση για την επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δηλαδή η αιτία της ανάκλησης της επιταγής να γίνει εγγράφως και να αναφέρει τον λόγο της ανάκλησης, δεν έχει ικανοποιηθεί από την Υπεράσπιση, ένεκα της παράλειψης της Υπεράσπισης να προσκομίσει μαρτυρία περί τούτου.

 

Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω όμως, σύμφωνα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου, και συνακόλουθα το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος παρέδωσε το ποσό των €7,000 σε μετρητά, και όχι το ποσό των €10,000, κρίνω ότι δεν υπήρξε εύλογη αιτία στην ανάκληση της επιταγής των €3,000 από τον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου δεν έχει στοιχειοθετηθεί η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας από τον Κατηγορούμενο.

 

Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι στις λεπτομέρειες της κατηγορίας αναγράφεται ότι «Ο Κατηγορούμενος την 30/04/2021 και/ή ενωρίτερα, στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε και παρέδωσε επιταγή της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας και τώρα Ελληνικής Τράπεζας …». Από την αδιαμφησβήτητη μαρτυρία προκύπτει ότι η επιταγή έφερε ημερομηνία 30/04/2021 ωστόσο δόθηκε μεταχρονολογημένη στις 16/12/2019. Με δεδομένη την φράση «και/ή ενωρίτερα» κρίνω ότι δεν χρήζει τροποποίησης το κατηγορητήριο και το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει με την καταδίκη του Κατηγορούμενου.

 

Των πιο πάνω λεχθέντων, ο Παραπονούμενος έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπό κρίση κατηγορία, και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην εν λόγω κατηγορία.

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                           Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο