ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. SIMAKUIZA MASALA, Αρ. Υπόθεσης: 4840/2025, 8/10/2025
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. SIMAKUIZA MASALA, Αρ. Υπόθεσης: 4840/2025, 8/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Ε. Πεύκου, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης: 4840/2025

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

v.

 

SIMAKUIZA MASALA

Κατηγορουμένου

 

Ημερομηνία:  8 Οκτωβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Δημοκρατία: κος Σ. Σοφοκλέους

Για Κατηγορούμενο: κα Β. Χαραλάμπους

Κατηγορούμενος: Παρών

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος, συνεπεία παραδοχής του, κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπισε και οι οποίες συνίστανται σε:

 

      i.        Η 2η  κατηγορία αφορά τήν, κατά τις 10/8/2025, εν γνώσει και δολίως, στο Διεθνές Αεροδρόμιο Πάφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ήτοι Γαλλικού δελτίου ταυτότητας με αριθμό [ ] εις το όνομα SOUVERAIN NGWUANZA LUZOLO, παρουσιάζοντάς τούτο στον Αστ. 2465 Π. Δανιήλ του ΚΕΔ αερολιμένα Πάφου κατά παράβαση των Άρθρων 337 και 339 του Κεφ. 154.   2 κυκλοφόρησε

    ii.        Η 3η κατηγορία αφορά τήν κατά την πιο πάνω ημερομηνία και τόπο, παράσταση ψευδώς του εαυτού του ως τον SOUVERAIN NGWUANZA LUZOLO από τη Γαλλία ενώ είναι στην πραγματικότητα ο ESDRAS MASALA SIMAKUIZA από το Κογκό κατά παράβαση του Άρθρου 360 του Κεφ. 154.

 

Η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου ανεστάλη ως προς την κατηγορία 1  και απαλλάχτηκε τούτης.

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις ως άνω κατηγορίες εκτίθενται στο κατηγορητήριο και στα γεγονότα που παρουσίασε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο του κατηγορουμένου. Παρατίθενται κατά τρόπο συνοπτικό ως ακολούθως:

 

«Συγκεκριμένα, στις 10.08.25 και περί ώρα 16:40 ενώ ο Αστυνομικός 2456 Π. Δανιήλ του ΚΕΠ Αερολιμένα Πάφου διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα αναχωρήσεως στη θυρίδα 1, παρουσιάστηκε για αναθεώρηση η πτήση FR2094 με προορισμό το Beauvais Γαλλίας, ένας άνδρας ο οποίος παρουσίασε ένα γαλλικό δελτίο ταυτότητας με αριθμούς [ ] στο όνομα Souverain Ngwuanza Luzolo με ημερομηνία γέννησης 25.05.98 και ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης με την πιο πάνω πτήση με αριθμό κράτησης S389B στο ίδιο όνομα. Κατά τον διαβατηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν παραποιημένο, συγκεκριμένα η φωτογραφία που απεικονίζεται ο ίδιος, όσο και τα στοιχεία του, ήταν εκτυπωμένα με διαφορετική μέθοδο απ' ό,τι με τα γνήσια γαλλικά δελτία ταυτότητας. Ανακρινόμενος ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε την διάπραξη των αδικημάτων και την ίδια μέρα, 10.08.25 και ώρα 18:00 συνελήφθη από τον Αστυνομικό 2456 για το αυτόφωρο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος δεν απάντησε οτιδήποτε». 

 

Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ημερ. 8/9/2025, η οποία καταχωρήθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Α» και το περιεχόμενο της οποίας η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε, εκθέτει την οικογενειακή – οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και τις προσωπικές περιστάσεις του. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών και κατάγεται από το Κογκό. Οι γονείς έχουν αποβιώσει και έχει 2 αδέλφια ηλικίας 8 και 10 ετών τα οποία μετά που ο ίδιος έφυγε από τη χώρα του, διαμένουν με το Πάστορα. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, εργάστηκε σε κατάστημα με ρούχα. Ωστόσο, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την κυβέρνηση, ήρθε στην Κυπριακή Δημοκρατία διά των κατεχομένων το 2022 και αιτήθηκε πολιτικό άσυλο. Προτού συλληφθεί, απασχολείτο ως καθαριστής, ελαιοχρωματιστής.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει προς όφελος του, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου και την απολογία του ως και την έμπρακτη μεταμέλειά του διά της ιδίας καθώς και το λευκό ποινικό μητρώο του. Επικαλέστηκε δε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές εκτίθενται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Α» αναφέροντας δε πως ο κατηγορούμενος έφυγε από τη χώρα καταγωγής του διότι κατ’ ισχυρισμόν, άτομα τα οποία σκότωσαν τους γονείς του, προσπάθησαν να σκοτώσουν και τον ίδιον. Η συνήγορος του ανέφερε πρόσθετα πως ο κατηγορούμενος προσπάθησε να διαφύγει καθώς ήθελε να βρει τρόπο να πάει κοντά στα αδέλφια του.  Αξίωσε από το Δικαστήριο όπως ασκηθεί υπέρ του κατηγορουμένου η κάθε δυνατή επιείκεια.

 

Εν προκειμένω, τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος εκρίθη ένοχος, είναι σοβαρά όπως τούτο αντικατοπτρίζεται με ενάργεια από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (ήτοι η 2η κατηγορία) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (ήτοι η 3η κατηγορία) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1.500 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Διασαφηνίζεται πως η κρινόμενη υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά κατόπιν δοθείσας συγκατάθεσης από το Γενικό Εισαγγελέα ώστε παρεπόμενα υπό το πρίσμα των προνοιών του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, ειδικότερα του Άρθρου 24, το παρόν Δικαστήριο επιβάλλει ποινές ως η εξουσία του δυνάμει του εδαφίου (1) του οικείου Άρθρου.

 

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στέλιου Δημητρίου, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2025, απόφαση, ημερ. 10/4/2025, «Εννοείται βέβαια πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιβάλει ποινές πέραν των πέντε ετών, που είναι η δικαιοδοσία του, αλλά παράλληλα εννοείται και «ότι δεν μπορεί να προσδοθεί μειωμένη βαρύτητα εκ του γεγονότος και μόνο ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε για συνοπτική εκδίκαση», ως έχει εξηγηθεί στην Αστυνομία v. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.21, ECLI:CY:AD:2021:B200. Συνεπώς δεν ευσταθεί η γενόμενη εδώ εισήγηση ότι το γεγονός της εκδίκασης από Επαρχιακό Δικαστήριο συνεκτιμάται προς όφελος του κατηγορούμενου. Αντιθέτως, λόγω της παραμονής στο Επαρχιακό Δικαστήριο αυτός ήδη έτυχε επιεικούς μεταχείρισης, έχοντας πλέον τη βεβαιότητα ότι η οποιαδήποτε ποινή δεν θα υπερέβαινε το όριο της δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστή. Πλην όμως, ως έχει νομολογηθεί, το εκδικάζον Επαρχιακό Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν του την προβλεπόμενη στον Νόμο μέγιστη ποινή, ως στοιχείο επί του οποίου καθοδηγείται για τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος, το οποίο και καλείται να τιμωρήσει εντός των ορίων της δικής του πλέον δικαιοδοσίας, ακόμα και να επιβάλει ποινή στο μέγιστο του δικαιοδοτικού ορίου του (βλ. Αστυνομία v. Βακανά, (ανωτέρω), Rock v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 251Ghafari v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 442.

 

Έτι δε, η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (Θεοφάνους v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, απόφαση, ημερ. 27/6/2019).

 

Εν πρώτοις, από το πρίσμα των γεγονότων καταφαίνεται πως η δράση του κατηγορουμένου αποτυπώνει πως προκειμένου να επιτύχει όπως ταξιδέψει εκτός της ημεδαπής, εξασφάλισε πλαστό έγγραφο, ήτοι το αναφερθέν γαλλικό δελτίο ταυτότητας, παριστάνοντας έτι ψευδώς τον εαυτό του κατά τρόπο που τούτες οι περιστάσεις δηλούν κάποιου είδους προετοιμασία από μέρους του κατηγορουμένου, ώστε οι συνθήκες διάπραξης να απολήγουν για τον ίδιον επιβαρυντικές.

 

Καταφαίνεται εκ της αξιόποινης συμπεριφορά τους, η απειθαρχία των προσώπων που ευρίσκονται στους κόλπους της Κυπριακής Δημοκρατίας να συμμορφωθούν με τους κανόνες αυτής. Περί τούτου, τίθεται πως η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων από μέρους του κατηγορουμένου, που ενέχουν στοιχεία απάτης και δόλου, δηλούν υποτίμηση των νόμων, κανονισμών και θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ’ αναλογίαν Krzysztof Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, απόφαση, ημερ. 4/11/2022). Μάλιστα, τέτοιου είδους αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση εκ των των πολυάριθμων υποθέσεων με τέτοιας φύσεως αδικήματα που καταχωρούνται, γεγονός που επιβάλλει όπως αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα (βλ. Ιωάννης Παπαπαύλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2021, απόφαση, ημερ. 5/10/2022).

 

Όπως λέχθηκε έτι συναφώς στην υπόθεση Kindada v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2022, ημερ. 16.3.2022, σε περιπτώσεις πλαστοπροσωπίας όπου η διάπραξη του αδικήματος αποσκοπεί στην εξαπάτηση κρατικών αρχών, αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα (Khalife v. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 315Kandiah v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 324Borizov v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 204Bhatti v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 661Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 και Ματούρ ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 36). Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε όπως εξαπατήσει τις κρατικές αρχές διά του επί καθήκοντι κατά τον ουσιώδη χρόνο αστυνομικού στο ΚΕΔ του αερολιμένα προτάσσοντας και παριστάνοντας ψευδώς τον εαυτό του ως τον SOUVERAIN NGWUANZA LUZOLO από τη Γαλλία.

 

Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διεπράχθησαν από τον κατηγορούμενο, επιτάσσεται η εξατομίκευση της ποινής η οποία να είναι δίκαιη και να συνάδει με το δράστη.

Προς όφελος του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνονται υπόψη εν πρώτοις το λευκό ποινικό μητρώο του και η παραδοχή του κατηγορουμένου. Συνεκτιμάται πως η παραδοχή του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες ήταν άμεση. Η παραδοχή στο στάδιο που έγινε συνέβαλε να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και η οποία «πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στη ποινή» (σχετική η Χαρτούμπαλλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, Χαραλάμπους κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 127/2019, 130/2019). Ακόμη εκτιμάται προς όφελος του κατηγορουμένου η απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διά της συνηγόρου του. 

 

Καθίσταται σαφές πως χωρίς την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, την απολογία του και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν ακόμη πιο στενά.

 

Το Δικαστήριο προσμετρά περαιτέρω τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου που λαμβάνονται υπόψη συνυπολογίζονται στο βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Τούτο διότι προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382, Γενικός Εισαγγελέας v. Ασσιώτη (2010) 2  Α.Α.Δ. 67, Δημοκρατία v. Γ.Ε., Ποινική Έφεση Αρ. 197/2016, απόφαση, ημερ. 16/1/2018, Ειρηναίος Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Νικόλαος Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 278/2022, απόφαση, ημερ. 7/4/2023).

 

Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελούν ένα οδοδείκτη του μέτρου τιμωρίας ωστόσο δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα αφού η ποινή επιβάλλεται εξατομικευμένα για κάθε κατηγορούμενο σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τις περιστάσεις του κάθε κατηγορουμένου.

 

Στην υπόθεση William v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 431 τονίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σχέση με αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα άτομο νεαρής ηλικίας κατόπιν παραδοχής του στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ήταν επιεικής και όχι έκδηλα υπερβολική ως είχε προβάλει ο εφεσείων.

 

Στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 επικυρώθηκε ως ορθή η ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που είχε λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν της άμεσης παραδοχής του σε κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου.

 

Στην υπόθεση Αστυνομία v. Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, απόφαση, ημερ. 20/5/2021, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων κατηγορίες πλαστογραφίας δημόσιου εγγράφου, ήτοι ταυτότητα, και πληρεξουσίων για εξασφάλιση πλαστού δελτίου ταυτότητας, πρωτόδικα επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ετών και κατ’ έφεση αυξήθηκαν σε 3 και 4 έτη. Αντιμετώπισε και κατηγορία περί  νομιμοποίησης εσόδων από τις παραπάνω παράνομες δραστηριότητες αναφορικά με το συνολικό ποσό που απέσπασε των €383.304,49.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στέλιος Δημητρίου (ανωτέρω), το Εφετείο ανέτρεψε τις πρωτόδικα επιβληθείσες ποινές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές 1, 2 και 3 μηνών φυλάκισης στον Εφεσίβλητο ο οποίος είχε παραδεχθεί 249 κατηγορίες, με σοβαρότερα αδικήματα τις πλαστογραφίες επισήμων εγγράφων, τις κυκλοφορίες τέτοιων εγγράφων, την πρόκληση εκτέλεσης τέτοιων εγγράφων και τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ύψους €48.640.Το Εφετείο παρατήρησε πως «το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε την πρέπουσα σημασία στη σοβαρότητα των αδικημάτων που είχε ενώπιόν του, απέτυχε στο να εκτιμήσει στην ορθή τους διάσταση τις περιστάσεις της υπόθεσης και, σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις, απέδωσε σημασία τέτοια που καθιστούσε αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου, υποβαθμίζοντας, αν όχι εξαφανίζοντας, κάθε αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής. Η έκδηλη ανεπάρκεια των ποινών προκύπτει κατά πρώτον από την πασιφανή έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων και των επιβληθεισών ποινών και κατά δεύτερον από την ουσιώδη απόκλιση των ποινών από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525.

 

Ο Εφεσίβλητος αντιμετώπιζε αδικήματα με μέγιστη ποινή τα 10 έτη. Το Εφετείο υπέδειξε πως κατά καιρούς έχουν επιβληθεί «Για την πλαστογραφία του Άρθρου 337 Π.Κ. (μέγιστη: 10 έτη) οι ποινές φυλάκισης 10 μηνών μέχρι και 7 έτη, αναλόγως και πάλι των περιστάσεων (Παναγή v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 115Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210Rachoo v. Αστυνομίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ. 644Rashid v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 252/24, ημερ. 25.2.25. Καταληκτικά, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των περιστατικών, τη διάρκεια της δράσης του και το ποσό που αποσπάστηκε, έθεσε πως θα μπορούσε να δικαιολογήσει και την ποινή των 4 ετών που είχε επιβληθεί στην Αστυνομία ν. Βακανά (ανωτέρω), η οποία αφορούσε λιγότερα περιστατικά αλλά το πολύ ψηλότερο ποσόν των €383.304. Το Εφετείο προσμέτρησε την (εκεί) παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση, τη συναινετική αποστέρηση του οικονομικού οφέλους ώστε επέβαλε, μεταξύ άλλων, στις 71 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστογραφημένου επίσημου εγγράφου δυνάμει του Άρθρου 339 του Κεφ. 154, φυλάκιση 3 ετών σε κάθε κατηγορία.

 

Στην υπόθεση Kindada v. Αστυνομίας (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 8 μηνών που επιβλήθηκε στην Εφεσείουσα ηλικίας 25 ετών με λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν παραδοχής της στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς διαφοροποίησή της.

 

Με γνώμονα πάντα τα ανωτέρω, αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε τα οποία επιφέρουν πολυετή ποινή φυλάκισης, την έξαρση των εν λόγω αδικημάτων η οποία απαιτεί την επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών από τα Δικαστήρια, τις συνθήκες υπό τις οποίες τα αδικήματα διεπράχθησαν, και αφετέρου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις οι οποίες περιβάλλουν τον κατηγορούμενο, κρίνω ως η μόνη αρμόζουσα και κατάλληλη ποινή, αυτή της ποινής φυλάκισης. Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο :

 

       i.        ποινή φυλάκισης 18 μηνών στη 2η κατηγορία

      ii.        ποινή φυλάκισης 8 μηνών στην 3η κατηγορία

 

Επί τω ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε, απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, που χρονικά και τοπικά να συνδέονται (σχετικές οι Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/6/2019, Χαράλαμπος Σάκκος v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2020, απόφαση, ημερ. 20/9/2022) κρίνω πως οι επιβληθείσες ποινές στις ως άνω κατηγορίες, θα συντρέχουν.

 

Συνακόλουθα, επί τω ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο η εκτέλεσή τους δύναται να ανασταλεί.

 

Στην υπόθεση Ιωάννης Φιλιππίδης v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 227/2023, απόφαση, ημερ. 20/3/2024, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186 (1)/2003 η αναστολή ποινής φυλάκισης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου.

 

Στην υπόθεση Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449 αναφέρθηκε ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης».

 

Τίθεται εν πρώτοις πως οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο για σκοπούς καθορισμού της ποινής, δεν είναι τέτοιας φύσεως και βαρύτητας κατά τρόπο ικανό που να υπερκεράσουν την ανάγκη αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννης Φιλιππίδης v. Δημοκρατία (ανωτέρω), το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη προσέγγιση, έθεσε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο «ορθά ενέταξε τον αποτρεπτικό παράγοντα της ποινής σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση και την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους για αποτροπή παρόμοιων πράξεων ως λόγο για τον οποίο δεν θα έπρεπε να ανασταλούν οι ποινές φυλάκισης που επεβλήθηκαν στον Εφεσείοντα», παράμετροι οι οποίοι συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, υπό το πρίσμα πάντων τεθέντων, κρίνω πως διαφορετική προσέγγιση θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε και θα προωθούνταν εσφαλμένα μηνύματα στην κοινωνία.

 

Ως εκ τούτων, η εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης είναι άμεση.

 

Δυνάμει δε του Άρθρου 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ο χρόνος έκτισης των συντρεχουσών ποινών, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, από τις 12/8/2025. 

 

 

 

 

Το τεκμήριο να κατασχεθεί και καταστραφεί.

 

           

 

(Υπ.) _________________

Ε. Πεύκου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο