ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 1708/2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ
v.
ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΥΜΠΑ
Κατηγορουμένης
Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου
Για Κατηγορούμενο: κα Μ. Παπαδημήτρη
Κατηγορούμενος: Παρών
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες οι οποίες συνίστανται στα ακόλουθα αδικήματα:
Μεταξύ των ημερομηνιών 3 – 4/9/2024:
i. Η 1η κατηγορία αφορά κλοπή κατά παράβαση των Άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154, ήτοι στην οδό [ ] στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου, έκλεψε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας ISUZU χρώματος μπλε αξίας €3.000.
ii. Η 2η κατηγορία αφορά κακόβουλη ζημία κατά παράβαση του Άρθρου 324 (1) του Κεφ. 154, ήτοι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας €1.000 στο μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ].
Στις 4/9/2024:
iii. Η 3η κατηγορία αφορά κακόβουλη ζημία κατά παράβαση του Άρθρου 324 (1) του Κεφ. 154, ήτοι στη Μαραθούντα της Επαρχίας Πάφου, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας €2.800 σε πλαϊνή τζαμαρία του περιπτέρου με την ονομασία «POINT KIOST» καθώς και σε τοίχο του πιο πάνω περιπτέρου.
iv. Η 4η κατηγορία αφορά κακόβουλη ζημία κατά παράβαση του Άρθρου 324 (1) του Κεφ. 154, ήτοι στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας €4.180 σε μηχάνημα παροχής πόσιμου νερού, περιουσία της εταιρείας MR. PENGUIN.
Η ακροαματική διαδικασία της παρούσης υπόθεσης είναι εν εξελίξει με την προσαγωγή σε παρόντα χρόνο της μαρτυρίας του Αστ. 432 Λούκας Δημοσθένους (Μ.Κ. 2).
Αντικείμενο εκδίκασης αποτελεί η εγερθείσα ένσταση εκ μέρους του κατηγορουμένου επί της επιδιωχθείσας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατάθεσης «usb» το οποίο περιλαμβάνει αποθηκευμένα πλάνα από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Προκειμένου για την κατανόηση των θέσεων της Υπεράσπισης, κρίνεται σκόπιμο και χρήσιμο να παρατεθούν αυτούσιες τούτες ως αναπτύχθηκαν ή υποστηρίχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα:
«η θέση μας είναι ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η κατάθεση του τεκμηρίου, το οποίο σύμφωνα με τη θέση του μάρτυρα αποτελεί βίντεο από κάποιο κλειστό κύκλωμα, το οποίο μετά από σειρά γεγονότων που ανέφερε, περιήλθε στην κατοχή του. Αυτό το βίντεο, προήλθε σύμφωνα με τον μάρτυρα από κάποιο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και καταγραφής εικόνας, το οποίο φαίνεται να ήταν από κάμερα, η οποία ήταν τοποθετημένη από κάποιον και είχε καταγραφές σε ανοικτούς χώρους και στον δρόμο. Είναι η θέση μας ότι οι καταγραφές αυτές και τα όσα καταγράφει αυτό το βίντεο, παραβιάζουν το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτό προστατεύεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Επίσης, το δικαίωμα της ιδιωτικής και προσωπικής ζωής ενός έκαστου ανθρώπου και του οποιουδήποτε πολίτη, προστατεύεται και από το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και της ανάλογης Ευρωπαϊκής Οδηγίας.
Θεωρούμε ότι λόγω των παραβιάσεων αυτών, δεν πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση του ως τεκμήριο. Δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή μαρτυρία, η οποία παραβιάζει βασικά και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής που ανέφερα προηγουμένως, αλλά και τον νόμο των προσωπικών δεδομένων, ο οποίος επιτρέπει υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις την καταγραφή και λήψη δεδομένων.
Μια κάμερα, η οποία λαμβάνει πλάνα από υπαίθριο χώρο και δημόσιο δρόμο, σίγουρα παραβιάζει τα προσωπικά δεδομένα και δεν μπορεί το περιεχόμενο αυτό, να γίνει αποδεκτό και παραβιάζει το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Δεν είναι δυνατόν πολίτες να καταγράφουν υπαίθριους και δημόσιους χώρους, στους οποίους έχει πρόσβαση το κοινό, ο οποιοσδήποτε πολίτης και να παραβιάζει τα δικαιώματά τους, να καταγράφει τους πολίτες και να κατακρατεί και να έχει στην κατοχή του ο ιδιοκτήτη της κάμερας και αυτός που τοποθέτησε την κάμερα, αυτά τα πλάνα και τα προσωπικά δεδομένα του οποιουδήποτε πολίτη, είτε είναι το πρόσωπό του, το σώμα του, το αυτοκίνητό του, η βάδιση του, εάν περνά με κάποιον άλλο και λοιπά».
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Ο πρώτος άξονας της υπό κρίση επιχειρηματολογίας εκ μέρους της Υπεράσπισης του κατηγορουμένου ανάγει την αιτούμενη απόρριψη της σκοπούμενης κατάθεσης επί τη βάσει της καταγραφής πλάνων «από υπαίθριο χώρο και δημόσιο δρόμο» ώστε να έχουν «αυτά τα πλάνα και τα προσωπικά δεδομένα του οποιουδήποτε πολίτη, είτε είναι το πρόσωπό του, το σώμα του, το αυτοκίνητό του, η βάδιση του, εάν περνά με κάποιον άλλο και λοιπά» οπότε παραβιάζεται «το δικαίωμα της ιδιωτικής και προσωπικής ζωής ενός έκαστου ανθρώπου και του οποιουδήποτε πολίτη».
Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου συνέχισε την επιχειρηματολογία της ως εξής:
«Οι προϋποθέσεις, όπως ανέφερα πριν καταγραφής που θέτει ο νόμος των προσωπικών δεδομένων είναι πολύ αυστηρές, για να γίνει καταγραφή με κλειστό κύκλωμα σύμφωνα με τον νόμο, πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο υπεύθυνο για την καταγραφή και για τη φύλαξη τούτων των πλάνων και τις προϋποθέσεις τις θέτει ο Νόμος. Ακόμα και στον χώρο του Δικαστηρίου, που μπορεί να υπάρχουν κάμερες σε κάποιους χώρους, φαντάζομαι ότι και αυτό είναι το αναμενόμενο να υπάρχει εκείνος ο λειτουργός που έχει υπό τη φύλαξη του αυτά τα πλάνα. Εδώ δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα, δεν υπήρχε οποιαδήποτε συγκατάθεση του οποιουδήποτε προσώπου, δεν υπήρχε η παροχή άδειας από την επίτροπο άδειας προστασίας προσωπικών δεδομένων και η οποιαδήποτε καταγραφή είναι παράνομη, γιατί παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα και τον νόμο. Φανταστείτε Εντιμότατη, ο κάθε πολίτης να έχει τοποθετημένο στα σπίτια του κλειστό κύκλωμα και να καταγράφει το γειτονικό τεμάχιο, τη γειτονιά, εκείνον που περπάτα έξω και παίρνει βόλτα τον σκύλο του, ένα ζευγαράκι, παιδάκια και τον οποιονδήποτε, αυτά τα πράγματα είναι παράνομα και απαράδεκτα και το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει την κατάθεση τέτοιας παράνομης μαρτυρίας, δεν νοείται να επιτρέπεται σε πολίτη να παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα, του οποιουδήποτε πολίτη, ο οποίος είναι εν δύναμη θύμα αυτής της παρανομίας και να παραδεχόμαστε αυτά να κατατίθενται και ενώπιον Δικαστηρίων και ένα γίνεται χρήση τους σε δικαστικές διαδικασίας. Θα μπορούσε από εκείνο το σημείο να περνά και ο οποιοσδήποτε από εμάς, είτε με άλλο πρόσωπο, είτε με το παιδί του, είτε με το κατοικίδιο του και λοιπά. Δεν δικαιούται κανένας να μας καταγράφει, δεν δικαιούται κανένας να αποθηκεύει αυτά τα πλάνα, να τα επεξεργάζεται, να τα αντιγράφει να τα αποστέλλει, εκείνος στον οποίο απεστάληκαν να τα στέλνει σε τρίτο πρόσωπο, σε τέταρτο πρόσωπο και ούτω καθεξής. Αυτά τα πράγματα Εντιμότατη είναι παράνομα και ως τέτοια αυτή η μαρτυρία δεν πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση της στο Δικαστήριο. Δεν έχει σημασία ιδιαίτερη, εάν δείχνει τον Κατηγορούμενο, εάν δείχνει τον Α, τον Β ή τον Γ ή εάν δεν μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε είτε το πρόσωπο, είτε εκείνον που δείχνει ή εάν τον ξέρουμε ή δεν τον ξέρουμε. Είναι θέμα εφαρμογής του νόμου και θέμα αρχής. Είναι μια μαρτυρία που προσπαθεί να κατατεθεί, η οποία λήφθηκε παράνομα, παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τα οποία προστατεύει το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και δεν πρέπει να γίνει αποδεχτή μαρτυρία στο Δικαστήριο».
(η έμφαση του Δικαστηρίου)
Η ως άνω επιχειρηματολογία διαρθρώνεται αφενός σε παραβίαση νομοθεσίας εκ της ισχυριζόμενης μη τήρησης προϋποθέσεων και αφετέρου στη γενική στόχευση ως αυτή συναποτελείται στις φράσεις «δεν νοείται να επιτρέπεται σε πολίτη να παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα, του οποιουδήποτε πολίτη, ο οποίος είναι εν δύναμη θύμα αυτής της παρανομίας», «Δεν έχει σημασία ιδιαίτερη, εάν δείχνει τον Κατηγορούμενο, εάν δείχνει τον Α, τον Β ή τον Γ ή εάν δεν μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε είτε το πρόσωπο, είτε εκείνον που δείχνει ή εάν τον ξέρουμε ή δεν τον ξέρουμε».
Πάντα τα ανωτέρω καταλήγουν τελικά σε «θέμα εφαρμογής του νόμου» με ισχυριζόμενο βάθρο την παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε μεταγενέστερο σημείο της αγόρευσής της, η ευπαίδευτη συνήγορος έθεσε «ότι ενόψει και του ότι δεν υπήρξε από πλευράς του μάρτυρα οποιαδήποτε αναφορά ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι υπήρχε άδεια, υπήρχαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, δεν μπορεί το Δικαστήριο να το αγνοήσει και να θεωρήσει ότι τα δικαιώματα του αποδέκτη μπορούν να παραβιαστούν. Θεωρώ ότι είναι θανάσιμο για την υπόθεση και για το εγχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής αυτό το δεδομένο, η παραβίαση είναι εκεί, είναι συγκεκριμένη, είναι ένα βίντεο, είναι μια κάμερα η οποία τραβά, αποθηκεύει, λαμβάνει, καταγράφει πλάνα σε υπαίθριους εξωτερικούς χώρους και δημόσιο δρόμο […] Δεν υπάρχει άδεια από την Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, δεν τέθηκε οτιδήποτε στο Δικαστήριο σε σχέση με την κατοχή, επεξεργασία των λειτουργών αρμόδιων, που ο κάθε ένας που έχει μια κάμερα είναι υποχρέωση του από τον νόμο να έχει και ένα λειτουργό ο οποίος είναι αρμόδιος για τη φύλαξη τέτοιων πλάνων». (η έμφαση του Δικαστηρίου)
Η κα Παπαδημήτρη, επικαλούμενη τις υποθέσεις Κωνσταντίνου v. Καραμεσίνη (2011) 1 Α.Α.Δ. 215, Γιάλλουρος v. Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ 558, ανέφερε πως «Είναι ξεκάθαρο Εντιμότατη ότι το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει τα δικαιώματα που εξασφαλίζονται από τη Σύμβαση και το Σύνταγμα και αυτό της προσωπικής ζωής του κάθε ατόμου, το οποίο είναι ακριβώς ένα από τα αντικείμενα της αγόρευσης αυτής και της ένστασής μας». Εν συνεχεία, επικαλέστηκε την υπόθεση Χρυσάνθου v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 402 που οι Κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν ότι διατηρούσαν αρχείο με προσωπικά δεδομένα χωρίς άδεια από την Επίτροπο, κατά παράβαση του Άρθρο 26( 1Β του Ν.138(Ι)/2001 αναφέροντας ακολούθως πως «το κάθετι προσδιοριστικό της κατά φύση ταυτότητας του ανθρώπου, αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία του οποίου απαγορεύεται εκτός που τούτου είναι επιτρεπτό από τις πρόνοιες του νόμου 138. 1 του 2001, ακόμη και φωνή ενός ατόμου να καταγράφεται χωρίς την έγκρισή του αποτελεί παραβίαση προσωπικών δεδομένων, είναι δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα».
Έχοντας κατά νου την ως άνω επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης του κατηγορουμένου και τις ως άνω διαπιστώσεις ως εξάγονται από το περιεχόμενο των κρινόμενων θέσεων, τίθενται τα ακόλουθα:
Παρατηρείται ότι η επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης, ως δεικνύεται ανωτέρω, εστιάζει στην παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων τρίτων προσώπων ήτοι εν γένει του συνόλου του κοινού. Σχετικά τα ανωτέρω λεχθέντα ως έχουν επισημανθεί. Το Δικαστήριο εξετάζει και δύναται να εξετάσει τυχόν παραβίαση δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ως αυτή θα προσδιοριστεί αυτή καθ’ εαυτή αφού πράγματι, κατά υποδεικνυόμενες περιστάσεις, η ισχυριζόμενη παραβίαση θα τον αφορά (αντίθετα, σχετική δε η αναφορά «Δεν έχει σημασία ιδιαίτερη, εάν δείχνει τον Κατηγορούμενο, εάν δείχνει τον Α, τον Β ή τον Γ ή εάν δεν μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε είτε το πρόσωπο, είτε εκείνον που δείχνει ή εάν τον ξέρουμε ή δεν τον ξέρουμε») και ουδόλως ενδεχόμενη παραβίαση δικαιωμάτων τρίτου προσώπου. Τυχόν επηρεασμός τρίτου ή τρίτων προσώπων θα πρέπει να εγερθεί από το ίδιο το πρόσωπο. Οι ως άνω τοποθετήσεις και θέσεις έχουν υποβληθεί γενικά και αόριστα. Δεν έχει εξηγηθεί ή αναδειχθεί ότι στο σκοπούμενο προς κατάθεση «usb» περιέχεται ο,τιδήποτε που άπτεται και αφορά ειδικά τον εν λόγω κατηγορούμενο της παρούσης υπόθεσης. Ως ελέχθη, «είχε καταγραφές σε ανοικτούς χώρους και στον δρόμο». Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στα πλαίσια της προκείμενης διαδικασίας ενδεχόμενη παραβίαση δικαιωμάτων τρίτων προσώπων ή οιουδήποτε που παρελαύνει σε ένα κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, οι οποίοι δεν ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, του κοινού εν γένει. Συναφή προς τούτο είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Αλέξανδρου Βαφειάδη, Πολιτική Αίτηση Αρ. 4/2018, απόφαση, ημερ. 8/2/2018 καθώς και ο δικανικός συλλογισμός στην πρωτόδικη υπόθεση Δημοκρατία v. 1. Memic κ.ά., Ποινική Υπόθεση Αρ. 17785/2020, απόφαση, ημερ. 25/2/2021 η οποία μολονότι δεν αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο, ενέχει συμβουλευτικό χαρακτήρα και εκθέτει συναφή δικανικό συλλογισμό.
Τηρουμένων τούτων, δεν κρίνεται αναγκαία η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης.
Ωστόσο, είναι ορθόν να λεχθεί πως παρεπόμενα, η ανωτέρω κρίση συμπαρασύρει σε αρνητική έκβαση (και) την έτερη θεματική της επιχειρηματολογίας εκ μέρους της Υπεράσπισης αφού υπάγεται εν γένει στο σύνολο. Έγκειται σε κατ’ ισχυρισμόν παράνομα ληφθείσας μαρτυρίας κατά παράβαση Νόμου, προνοιών του ισχύοντος Ν. 125(Ι)/2018. Ελέχθη κατά την αγόρευση ότι «οι καταγραφές αυτές και η τοποθέτηση της κάμερας και οι λήψεις, που είναι στους υπαίθριους χώρους και στον δημόσιο δρόμο, παραβιάζουν τον Νόμο τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου που είναι ο 138.1 (2001), με τις τροποποιήσεις εάν υπάρχουν», «Οι προϋποθέσεις, όπως ανέφερα πριν καταγραφής που θέτει ο νόμος των προσωπικών δεδομένων είναι πολύ αυστηρές, για να γίνει καταγραφή με κλειστό κύκλωμα σύμφωνα με τον νόμο, πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο υπεύθυνο για την καταγραφή και για τη φύλαξη τούτων των πλάνων και τις προϋποθέσεις τις θέτει ο Νόμος. Ακόμα και στον χώρο του Δικαστηρίου, που μπορεί να υπάρχουν κάμερες σε κάποιους χώρους, φαντάζομαι ότι και αυτό είναι το αναμενόμενο να υπάρχει εκείνος ο λειτουργός που έχει υπό τη φύλαξη του αυτά τα πλάνα. Εδώ δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα, δεν υπήρχε οποιαδήποτε συγκατάθεση του οποιουδήποτε προσώπου, δεν υπήρχε η παροχή άδειας από την επίτροπο άδειας προστασίας προσωπικών δεδομένων και η οποιαδήποτε καταγραφή είναι παράνομη, γιατί παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα και τον νόμο». Περιοριστική δε αναφορά για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως θεμέλιο για έγερση ένστασης, που ορωμένη η ένσταση στο σύνολό της αφορά το κοινό, όπως κατεδείχθη ανωτέρω (σχετικός ο ανωτέρω συλλογισμός).
Εν παρόδω, αναφέρεται πως σύμφωνα με νομολογιακή αρχή, εάν ήθελε αποδειχθεί παράβαση Νόμου, σε αντίθεση με παραβίαση του Συντάγματος, δεν καθιστά αυτόματα τη σχετική μαρτυρία ως μη αποδεκτή αλλά διατηρείται διακριτική ευχέρεια από το Δικαστήριο να αρνηθεί να δεχθεί τέτοια μαρτυρία. Δυνατόν ωστόσο να επιτραπεί εάν είναι σχετική και τα δυσμενή επακόλουθα που θα προκύψουν από την εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας δεν θα επηρεάσουν το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη ή άλλο ανθρώπινο δικαίωμα. Χρήσιμη καθοδήγηση παρέχεται στην υπόθεση Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ.186 κατά την οποία εξασφάλιση μαρτυρίας κατά παράβαση νομοθεσίας «δεν αποτελεί παράγοντα ο οποίος θα οδηγούσε σε δυσμενή επηρεασμό του εφεσείοντα που υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας». Όσο πιο μεγάλη είναι η αποδεικτική αξία μίας μαρτυρίας τόσο πιο δύσκολος καθίσταται ο αποκλεισμός της.
Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν κρίνεται αναγκαία η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης μήτε διαπιστώνεται ο,τιδήποτε που να καθιστά την κατάθεση του κρινόμενου αντικειμένου «usb» ως τεκμηρίου μη επιτρεπτή.
Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο