ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4925/2025
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
v.
ALI RAOUFI
Κατηγορουμένου
Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Δημοκρατία: κος Σ. Σοφοκλέους
Για Κατηγορούμενο: κα Β. Χαραλάμπους
Κατηγορούμενος: Παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος, συνεπεία παραδοχής του, κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπισε και οι οποίες συνίστανται σε:
i. Η 2η κατηγορία αφορά τήν κατά τις 13/8/2025, εν γνώσει και δολίως, στο Διεθνές Αεροδρόμιο Πάφου, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ήτοι Βουλγάρικο δελτίο ταυτότητας με αριθμό [ ] εις το όνομα STANISLAUS ATANASOV VASILEV, καθώς και Βουλγάρικο διαβατήριο με αριθμό [ ] εις το ίδιο ως άνω όνομα, παρουσιάζοντάς τούτα στον Α/Αστ. 315 Μ. Αριστείδου του ΚΕΔ αερολιμένα Πάφου κατά παράβαση των Άρθρων 337 και 339 του Κεφ. 154.
ii. Η 3η κατηγορία αφορά τήν κατά την πιο πάνω ημερομηνία και τόπο, παράσταση ψευδώς του εαυτού του ως τον STANISLAUS ATANASOV VASILEV από τη Βουλγαρία ενώ είναι στην πραγματικότητα ο ALI RAOUFI από το Ιράν κατά παράβαση του Άρθρου 360 του Κεφ. 154.
Η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου ανεστάλη ως προς την κατηγορία 1 και απαλλάχτηκε τούτης.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις ως άνω κατηγορίες εκτίθενται στο κατηγορητήριο και στα γεγονότα που παρουσίασε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τη συνήγορο του κατηγορουμένου. Παρατίθενται ως ακολούθως:
«Συγκεκριμένα στις 13.08.25 και περί ώρα 13:00 ο ΜΚ 1 διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα αναχωρήσεων του Αερολιμένα Πάφου. Εκεί παρουσιάστηκε για αναχώρηση η πτήση FR3333 με προορισμό το Δουβλίνο Ιρλανδίας που θα αναχωρούσε στις 14:25 της ίδιας μέρας. Ο Κατηγορούμενος ο οποίος παρουσίασε το βουλγαρικό διαβατήριο με αριθμό [ ] στο όνομα Stanislaw’s Altanoso Vasilev με ημερομηνία γέννησης 31.08.92 πάνω στο οποίο υπήρχε η φωτογραφία του και μια ηλεκτρονική κάρτα επιβίβασης για την πιο πάνω πτήση. Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τον ΜΚ 1 στο βουλγαρικό διαβατήριο εγέρθηκαν εύλογες υπόνοιες ότι πρόκειται για πλαστό ταξιδιωτικό έγγραφο αφού εντοπίστηκαν μεγάλες διαφορές στα σημεία ασφάλειας. Το συγκεκριμένο διαβατήριο απείχε κατά τον έλεγχο των σημείων ασφαλείας στη συσκευή αναγνώρισης και του ελέγχου ταξιδιωτικών εγγράφων. Η αντίδραση του εγγράφου κάτω από τον φωτισμό δεν ήταν η ενδεδειγμένη όπως συμβαίνει με τα γνήσια έγγραφα ίδιου τύπου. Κάτω από τον μεγεθυντικό φακό διαπιστώθηκε ότι η εκτύπωση διαβατηρίου έγινε με διαφορετική μέθοδο από αυτή που χρησιμοποιείται για την εκτύπωση γνησίων εγγράφων ίδιου τύπου. Το διαβατήριο επίσης δεν είχε υδατογράφημα. Ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια οδηγήθηκε στο γραφείο αναχωρήσεων του Αερολιμένα Πάφου, όπου ανακρινόμενος στην αγγλική γλώσσα που μιλούσε και αντιλαμβανόταν και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, αυτός παραδέχτηκε ότι στην πραγματικότητα είναι Ιρανός υπήκοος και ανέφερε τα πραγματικά του στοιχεία, το όνομα του Ai Raoufi με ημερομηνία γέννησης 31.08.92 και ότι είναι αιτητής ασύλου στην Κύπρο. Περαιτέρω από έλεγχο που έκανε ο μάρτυρας κατηγορίας 1 διαπίστωσε ότι ο αριθμός του βουλγάρικου δελτίου ταυτότητας εντοπιζόταν στο ευρετήριο ως απολεσθέν και κλάπηκε από τον κάτοχο του με ημερομηνία καταγγελίας 02.10.19 στο όνομα Martin Davido. Το εν λόγω τεκμήριο παραλήφθηκε από την Αστυνομία».
Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε πως ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ημερ. 15/9/2025, η οποία καταχωρήθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Α» και το περιεχόμενο της οποίας η συνήγορος του κατηγορουμένου υιοθέτησε, εκθέτει την οικογενειακή – οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου και τις προσωπικές περιστάσεις του. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών και κατάγεται από το Ιράν. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2021 ενώ η μητέρα του ζει και εργάζεται ως λογίστρια στο Ιράν. Ο κατηγορούμενος είναι Πολιτικός Μηχανικός. Ήρθε στην Κύπρο και εργάστηκε στον τομέα της εστίασης σε ξενοδοχειακή μονάδα. Τέλος, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πρόβλημα νευρολογικής φύσεως και παρακολουθείται από ιατρό.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει προς όφελος του, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου και την απολογία του ως και την έμπρακτη μεταμέλειά του διά της ιδίας καθώς και το λευκό ποινικό μητρώο του. Επικαλέστηκε δε τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές εκτίθενται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Α». Η συνήγορος του ανέφερε πρόσθετα πως «Ο λόγος που προέβηκε στο να διαπράξει τα εν λόγω αδικήματα, είχε συνομιλήσει με ομοεθνείς του και τους ανέφερε ότι απορρίφθηκε το αίτημα του για πολιτικό άσυλο στη Δημοκρατία. Τον είχαν εκφοβίσει ότι θα είχε απελαθεί και επειδή η ζωή του κινδύνευε στη χώρα καταγωγής του με θέματα που αντιμετωπίζει με τη κυβέρνηση και λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού του, προσπάθησε να διαφύγει με λάθος τρόπο σε άλλη χώρα για να σωθεί». Η συνήγορος του κατηγορουμένου επικαλέστηκε πρόσθετα τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις αρχές. Αξίωσε από το Δικαστήριο όπως ασκηθεί υπέρ του κατηγορουμένου η κάθε δυνατή επιείκεια.
Εν προκειμένω, τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος εκρίθη ένοχος, είναι σοβαρά όπως τούτο αντικατοπτρίζεται με ενάργεια από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (ήτοι η 2η κατηγορία) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Αναφορικά με το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (ήτοι η 3η κατηγορία) τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 2 ετών ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £1.500 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Διασαφηνίζεται πως η κρινόμενη υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά κατόπιν δοθείσας συγκατάθεσης από το Γενικό Εισαγγελέα ώστε παρεπόμενα υπό το πρίσμα των προνοιών του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, ειδικότερα του Άρθρου 24, το παρόν Δικαστήριο επιβάλλει ποινές ως η εξουσία του δυνάμει του εδαφίου (1) του οικείου Άρθρου.
Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στέλιου Δημητρίου, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2025, απόφαση, ημερ. 10/4/2025, «Εννοείται βέβαια πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να επιβάλει ποινές πέραν των πέντε ετών, που είναι η δικαιοδοσία του, αλλά παράλληλα εννοείται και «ότι δεν μπορεί να προσδοθεί μειωμένη βαρύτητα εκ του γεγονότος και μόνο ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε για συνοπτική εκδίκαση», ως έχει εξηγηθεί στην Αστυνομία v. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.21, ECLI:CY:AD:2021:B200. Συνεπώς δεν ευσταθεί η γενόμενη εδώ εισήγηση ότι το γεγονός της εκδίκασης από Επαρχιακό Δικαστήριο συνεκτιμάται προς όφελος του κατηγορούμενου. Αντιθέτως, λόγω της παραμονής στο Επαρχιακό Δικαστήριο αυτός ήδη έτυχε επιεικούς μεταχείρισης, έχοντας πλέον τη βεβαιότητα ότι η οποιαδήποτε ποινή δεν θα υπερέβαινε το όριο της δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστή. Πλην όμως, ως έχει νομολογηθεί, το εκδικάζον Επαρχιακό Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν του την προβλεπόμενη στον Νόμο μέγιστη ποινή, ως στοιχείο επί του οποίου καθοδηγείται για τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος, το οποίο και καλείται να τιμωρήσει εντός των ορίων της δικής του πλέον δικαιοδοσίας, ακόμα και να επιβάλει ποινή στο μέγιστο του δικαιοδοτικού ορίου του (βλ. Αστυνομία v. Βακανά, (ανωτέρω), Rock v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 251, Ghafari v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 442)».
Έτι δε, η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης που προκλήθηκε και τις συνέπειές του (Θεοφάνους v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, απόφαση, ημερ. 27/6/2019).
Εν πρώτοις, από το πρίσμα των γεγονότων καταφαίνεται πως η δράση του κατηγορουμένου αποτυπώνει πως έθεσε σε κυκλοφορία 2 πλαστά έγγραφα ήτοι το αναφερθέν δελτίο ταυτότητας και διαβατήριο. Προκειμένου δε να επιτύχει όπως ταξιδέψει εκτός της ημεδαπής, εξασφάλισε το πρότερα κλαπέν ως άνω διαβατήριο, περίσταση η οποία λειτουργεί επιβαρυντικά, παριστάνοντας έτι ψευδώς τον εαυτό του. Πρόκειται για εν όλω περιστάσεις οι οποίες δηλούν σχεδιασμό και μεθόδευση από μέρους του κατηγορουμένου. Συνεπώς, οι συνθήκες διάπραξης απολήγουν για τον ίδιον επιβαρυντικές.
Καταφαίνεται εκ της αξιόποινης συμπεριφορά τους, η απειθαρχία των προσώπων που ευρίσκονται στους κόλπους της Κυπριακής Δημοκρατίας να συμμορφωθούν με τους κανόνες αυτής. Περί τούτου, τίθεται πως η διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων από μέρους του κατηγορουμένου, που ενέχουν στοιχεία απάτης και δόλου, δηλούν υποτίμηση των νόμων, κανονισμών και θεσμών της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ’ αναλογίαν Krzysztof Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, απόφαση, ημερ. 4/11/2022). Μάλιστα, τέτοιου είδους αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση εκ των των πολυάριθμων υποθέσεων με τέτοιας φύσεως αδικήματα που καταχωρούνται, γεγονός που επιβάλλει όπως αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήριο με αυστηρότητα (βλ. Ιωάννης Παπαπαύλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2021, απόφαση, ημερ. 5/10/2022).
Όπως λέχθηκε έτι συναφώς στην υπόθεση Kindada v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2022, ημερ. 16.3.2022, σε περιπτώσεις πλαστοπροσωπίας όπου η διάπραξη του αδικήματος αποσκοπεί στην εξαπάτηση κρατικών αρχών, αυτό συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα (Khalife v. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 315, Kandiah v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 324, Borizov v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 204, Bhatti v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 661, Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 και Ματούρ ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 36). Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε όπως εξαπατήσει τις κρατικές αρχές διά του επί καθήκοντι κατά τον ουσιώδη χρόνο αστυνομικού στο ΚΕΔ του αερολιμένα προτάσσοντας και παριστάνοντας ψευδώς τον εαυτό του ως τον STANISLAUS ATANASOV VASILEV από τη Βουλγαρία.
Παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διεπράχθησαν από τον κατηγορούμενο, επιτάσσεται η εξατομίκευση της ποινής η οποία να είναι δίκαιη και να συνάδει με το δράστη.
Προς όφελος του κατηγορουμένου στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνονται υπόψη εν πρώτοις το λευκό ποινικό μητρώο του και η παραδοχή του κατηγορουμένου. Συνεκτιμάται πως η παραδοχή του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες ήταν άμεση. Η παραδοχή στο στάδιο που έγινε συνέβαλε να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και η οποία «πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στη ποινή» (σχετική η Χαρτούμπαλλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, Χαραλάμπους κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 127/2019, 130/2019). Ακόμη εκτιμάται προς όφελος του κατηγορουμένου η απολογία του, όπως αυτή εκφράστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διά της συνηγόρου του.
Καθίσταται σαφές πως χωρίς την παραδοχή του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο, την απολογία του και γενικότερα την έμπρακτη μεταμέλεια που αυτός επέδειξε, τα περιθώρια επιείκειας θα ήταν ακόμη πιο στενά.
Το Δικαστήριο προσμετρά περαιτέρω τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου ως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε. Οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου που λαμβάνονται υπόψη συνυπολογίζονται στο βαθμό και στην έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής. Τούτο διότι προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382, Γενικός Εισαγγελέας v. Ασσιώτη (2010) 2 Α.Α.Δ. 67, Δημοκρατία v. Γ.Ε., Ποινική Έφεση Αρ. 197/2016, απόφαση, ημερ. 16/1/2018, Ειρηναίος Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Νικόλαος Κρασιάς v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 278/2022, απόφαση, ημερ. 7/4/2023).
Συνυπολογίζω τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, στη έκταση βεβαίως που αυτά κατεδείχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτου λεχθέντος, υπογραμμίζεται πως δεν έχει λεχθεί πως τα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τις αρχές των Κεντρικών Φυλακών που είναι επιφορτισμένες με το καθήκον να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς τούτο. Σύμφωνα με την υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, τα προβλήματα υγείας των κρατουμένων μπορούν να αντιμετωπιστούν από το σωφρονιστικό ίδρυμα όπου παρέχεται τέτοια δυνατότητα. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 223/19, απόφαση ημερ. 8.4.2020, λέχθηκε ότι οι αρχές των Φυλακών θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα και ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας των κρατουμένων. Το αυτό ισχύει κατ' αναλογία για τα φυλακισθέντα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, συνυπολογίζονται επ’ ωφελεία του και αποδίδεται επί τούτων, ως ελαφρυντικός παράγοντας, η δέουσα βαρύτητα στην επιμέτρηση τής προς επιβολή ποινής δίχως δε να εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο όπως συνεκτιμήσει πρόσθετα τη συνεργασία του με τις αρχές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Conrad Mbakoub Mbakoub v. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 119, «Η έμπρακτη συνεργασία με την Αστυνομία θεωρείται άλλωστε πάντοτε από τη νομολογία ως μετριαστικός παράγων και αυτό πρέπει να είναι στη γνώση των κατηγορούμενων προσώπων». Οπότε, προσμετράται.
Σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελούν ένα οδοδείκτη του μέτρου τιμωρίας ωστόσο δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα αφού η ποινή επιβάλλεται εξατομικευμένα για κάθε κατηγορούμενο σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τις περιστάσεις του κάθε κατηγορουμένου.
Στην υπόθεση William v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 431 τονίστηκε η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σχέση με αδικήματα πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα άτομο νεαρής ηλικίας κατόπιν παραδοχής του στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου ήταν επιεικής και όχι έκδηλα υπερβολική ως είχε προβάλει ο εφεσείων.
Στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 192 επικυρώθηκε ως ορθή η ποινή φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που είχε λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν της άμεσης παραδοχής του σε κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού διαβατηρίου.
Στην υπόθεση Αστυνομία v. Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, απόφαση, ημερ. 20/5/2021, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων κατηγορίες πλαστογραφίας δημόσιου εγγράφου, ήτοι ταυτότητα, και πληρεξουσίων για εξασφάλιση πλαστού δελτίου ταυτότητας, πρωτόδικα επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ετών και κατ’ έφεση αυξήθηκαν σε 3 και 4 έτη. Αντιμετώπισε και κατηγορία περί νομιμοποίησης εσόδων από τις παραπάνω παράνομες δραστηριότητες αναφορικά με το συνολικό ποσό που απέσπασε των €383.304,49.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Στέλιος Δημητρίου (ανωτέρω), το Εφετείο ανέτρεψε τις πρωτόδικα επιβληθείσες ποινές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινές 1, 2 και 3 μηνών φυλάκισης στον Εφεσίβλητο ο οποίος είχε παραδεχθεί 249 κατηγορίες, με σοβαρότερα αδικήματα τις πλαστογραφίες επισήμων εγγράφων, τις κυκλοφορίες τέτοιων εγγράφων, την πρόκληση εκτέλεσης τέτοιων εγγράφων και τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ύψους €48.640.Το Εφετείο παρατήρησε πως «το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε την πρέπουσα σημασία στη σοβαρότητα των αδικημάτων που είχε ενώπιόν του, απέτυχε στο να εκτιμήσει στην ορθή τους διάσταση τις περιστάσεις της υπόθεσης και, σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις, απέδωσε σημασία τέτοια που καθιστούσε αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου, υποβαθμίζοντας, αν όχι εξαφανίζοντας, κάθε αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής. Η έκδηλη ανεπάρκεια των ποινών προκύπτει κατά πρώτον από την πασιφανή έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων και των επιβληθεισών ποινών και κατά δεύτερον από την ουσιώδη απόκλιση των ποινών από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Γεωργίου v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525)».
Ο Εφεσίβλητος αντιμετώπιζε αδικήματα με μέγιστη ποινή τα 10 έτη, ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη το Εφετείο τον αριθμό των περιστατικών, τη διάρκεια της δράσης του και το ποσό που αποσπάστηκε, έθεσε πως θα μπορούσε να δικαιολογήσει και την ποινή των 4 ετών που είχε επιβληθεί στην Αστυνομία ν. Βακανά (ανωτέρω), η οποία αφορούσε λιγότερα περιστατικά αλλά το πολύ ψηλότερο ποσόν των €383.304. Το Εφετείο προσμέτρησε την (εκεί) παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση, τη συναινετική αποστέρηση του οικονομικού οφέλους ώστε επέβαλε, μεταξύ άλλων, στις 71 κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστογραφημένου επίσημου εγγράφου δυνάμει του Άρθρου 339 του Κεφ. 154, φυλάκιση 3 ετών σε κάθε κατηγορία.
Στην υπόθεση Kindada v. Αστυνομίας (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 8 μηνών που επιβλήθηκε στην Εφεσείουσα ηλικίας 25 ετών με λευκό ποινικό μητρώο κατόπιν παραδοχής της στην κατηγορία της πλαστοπροσωπίας, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς διαφοροποίησή της.
Με γνώμονα πάντα τα ανωτέρω, αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε τα οποία επιφέρουν πολυετή ποινή φυλάκισης, την έξαρση των εν λόγω αδικημάτων η οποία απαιτεί την επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών από τα Δικαστήρια, τις συνθήκες υπό τις οποίες τα αδικήματα διεπράχθησαν, και αφετέρου τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις οι οποίες περιβάλλουν τον κατηγορούμενο, μεταξύ των οποίων και το ζήτημα υγείας που αντιμετωπίζει, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο :
i. ποινή φυλάκισης 16 μηνών στη 2η κατηγορία
ii. ποινή φυλάκισης 8 μηνών στην 3η κατηγορία
Επί τω ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε, απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, που χρονικά και τοπικά να συνδέονται (σχετικές οι Γενικός Εισαγγελέας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, ημερ. 26/6/2019, Χαράλαμπος Σάκκος v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 196/2020, απόφαση, ημερ. 20/9/2022) κρίνω πως οι επιβληθείσες ποινές στις ως άνω κατηγορίες, θα συντρέχουν.
Συνακόλουθα, επί τω ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δεν υπερβαίνουν τα 3 έτη, το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο η εκτέλεσή τους δύναται να ανασταλεί.
Στην υπόθεση Ιωάννης Φιλιππίδης v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 227/2023, απόφαση, ημερ. 20/3/2024, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186 (1)/2003 η αναστολή ποινής φυλάκισης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου.
Στην υπόθεση Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 449 αναφέρθηκε ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης».
Τίθεται εν πρώτοις πως οι μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι έχουν συνυπολογιστεί από το Δικαστήριο για σκοπούς καθορισμού της ποινής, δεν είναι τέτοιας φύσεως και βαρύτητας κατά τρόπο ικανό που να υπερκεράσουν την ανάγκη αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή.
Περαιτέρω, στην υπόθεση Ιωάννης Φιλιππίδης v. Δημοκρατία (ανωτέρω), το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη προσέγγιση, έθεσε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο «ορθά ενέταξε τον αποτρεπτικό παράγοντα της ποινής σε αδικήματα που παρουσιάζουν έξαρση και την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους για αποτροπή παρόμοιων πράξεων ως λόγο για τον οποίο δεν θα έπρεπε να ανασταλούν οι ποινές φυλάκισης που επεβλήθηκαν στον Εφεσείοντα», παράμετροι οι οποίοι συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς, υπό το πρίσμα πάντων τεθέντων, κρίνω πως διαφορετική προσέγγιση θα εξουδετέρωνε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε και θα προωθούνταν εσφαλμένα μηνύματα στην κοινωνία.
Ως εκ τούτων, η εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης είναι άμεση.
Δυνάμει δε του Άρθρου 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ο χρόνος έκτισης των συντρεχουσών ποινών, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, από τις 14/8/2025.
Το διαβατήριο να κατασχεθεί και παραδοθεί στο νόμιμο δικαιούχο του και τα λοιπά να κατασχεθούν και καταστραφούν.
Ε. Πεύκου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο