ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου
Αίτηση Αρ. Κ28/23
(i-justice)
Μεταξύ:
Ανδρέα Τελεβάντου, [ ] Στρόβολος
Αιτητή
και
BMKJ BEAUTY LTD (HE337332)
Οδός Γρηγόριου Ξενοπούλου 30 και Αγίας Ελένης 9Ζ, Λευκωσία
Καθ’ ης η Αίτηση
---------------------------------------------------------------------------------------
Αίτηση Τροποποίησης της Απάντησης
16 Ιανουαρίου 2025
Για την Αιτήτρια εταιρεία – Καθ’ ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση: κα. Γ. Πουλτίδου για κ.κ. V.N. Panayiotou Legal LLC
Για τον Καθ’ ου η Αίτηση – Αιτητή στην κυρίως Αίτηση: κα. Φ. Χατζηιωάννου για κ.κ. Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σία
Ενδιάμεση Απόφαση
Με αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 10.10.2024, η Καθ’ ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «η Καθ’ ης η Αίτηση»), εξαιτείται ως ακολούθως:
«Α. Άδεια τροποποίησης της Απάντησης ως ακολούθως:
(1) Με τη διαγραφή των παραγράφων 2-4 της Απάντησης και την αντικατάστασή τους με τις εξής νέες παραγράφους 2, 3 και 4:
«2. Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται την αξιούμενη θεραπεία για αύξηση του ενοικίου στο συνολικό μηνιαίο ποσό των €938 ως καθόλα υπερβολική, βάσει των ισχύοντων κατά τους ουσιώδεις χρόνους δεδομένων, και ισχυρίζεται ότι βάσει αυτών των δεδομένων, και δη της ολοένα και πιο φθίνουσας κατάστασης της γειτνιάζουσας περιοχής από πλευράς εμπορικότητας, δεν δικαιολογείται οιαδήποτε αύξηση ενοικίου πέραν του συνολικού μηνιαίου ποσού των €670.
3. Η Καθ’ ης η Αίτηση παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων Γ1 και Γ2 της Αίτησης.
4. Αναφορικά με την παράγραφο Γ3 της Αίτησης, η Καθ’ ης η Αίτηση παραδέχεται ότι το 2020 κατέστη ενοικιάστρια από μήνα σε μήνα αλλά όχι θέσμια ενοικιαστής, εντούτοις όμως παραδέχεται ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους είναι πλέον θέσμια ενοικιαστής. Η Καθ’ ής η Αίτηση παραδέχεται επίσης ότι χρησιμοποιεί τα δύο καταστήματα στα οποία αφορά η παρούσα Αίτηση για την άσκηση του επαγγέλματος τους, μαζί με τα άλλα τρία ενωμένα καταστήματα. Κατά τα λοιπά, η Καθ’ ής η Αίτηση απορρίπτει και/ή καλεί τον Αιτητή σε απόδειξη των λοιπών ισχυρισμών του.»
(2) Με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 6 της Απάντησης, της φράσης «και αναφέρει σχετικά ότι ο Αιτητής και/ή αντιπρόσωπός του ευθύνονται για την μη ύπαρξη συνθηκών για μία δίκαιη συμφωνία αναθεώρησης ενοικίου λόγω παράλογων θέσεων και συμπεριφοράς παράνομης και/ή αυθαίρετης υπόσκαψης των δικαιωμάτων και/ή ανέσεων της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή λόγω δολιοφθορών».
Με τη διαγραφή των παραγράφων 7-10 της Απάντησης και αντικατάστασής τους με τις εξής νέα παράγραφο 7:
«7. Η Καθ’ ης η Αίτηση παραδέχεται τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην παράγραφο Δ.1 της Αίτησης, πλην του ισχυρισμού για ύπαρξη μεγάλης εμπορικής κίνησης, ο οποίος απορρίπτεται, και επιπλέον αρνείται τους ισχυρισμούς του Αιτητή στις παραγράφους Δ.2-8 και αναφέρει τα εξής:
(α) Η περιοχή των καταστημάτων στα οποία αφορά η Αίτηση έχει τα τελευταία χρόνια υποστεί περαιτέρω φθορά από πλευράς εμπορικότητας, με πολλά καταστήματα και λοιπές επιχειρήσεις και υποστατικά να παραμένουν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα κενά ή αδιάθετα για σκοπούς ενοικίασης, λόγω μιας σειράς παραγόντων, περιλαμβανόμενου της οικονομικής κρίσης, της εγκατάλειψης του κέντρου της Λευκωσίας από προηγούμενους κατοίκους, και της λειτουργίας μεγάλων εμπορικών κέντρων σε άλλες περιοχές και/ή στην περιφέρεια της Λευκωσίας. Η θέση των καταστημάτων δεν είναι πλέον πλεονεκτική και σε κάθε περίπτωση ουδόλως εφάπτεται της Λεωφόρου Μακαρίου, αλλά βρίσκεται σε πάροδο αυτής, με πολλά κλειστά καταστήματα και επιχειρήσεις στον περίγυρο αυτής και ακόμη και στην Λεωφόρο Μακαρίου.
(β) Η Καθ' ης η Αίτηση και η προηγούμενη ενοικιάστρια κατέβαλαν πολύ σημαντικά ποσά για σκοπούς ανακαίνισης και αναβάθμισης των καταστημάτων, και συνεπώς η κατάσταση των καταστημάτων δεν αποτελεί αποτέλεσμα καταβολής εξόδων αναβάθμισης από πλευράς του ιδιοκτήτη και/ή παράγοντα ο οποίος να δύναται να συνηγορήσει υπέρ της αύξησης του ενοικίου προς όφελος του ιδιοκτήτη.
(γ) Παράλογες θέσεις και συμπεριφορά παράνομης και/ή αυθαίρετης υπόσκαψης των δικαιωμάτων και/ή ανέσεων της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή δολιοφθορών από πλευράς του Αιτητή και/ή αντιπροσώπου του, αποτελούν την αιτία της μη ύπαρξης συνθηκών για επίτευξη μίας δίκαιης συμφωνίας αναθεώρησης ενοικίου.
(δ) Ένεκα της φθίνουσας εμπορικότητας της περιοχής και των επικρατούσων συνθηκών και σχετικών δεδομένων, η αξίωση του Αιτητή για μηνιαίο ενοίκιο ύψους €938 απορρίπτεται ως καθόλα παράλογη, αβάσιμη και υπερβολική, ομοίως και οι ισχυρισμοί του για τα ενοίκια ανάλογων καταστήματων τα οποία είναι σχετικά κατ’ ισχυρισμόν εν προκειμένω.
(ε) Η Καθ' ου η Αίτηση συνεπώς ισχυρίζεται ότι η ορθή και δίκαιη αναθεώρηση ενοικίου βάσει των σχετικών παραγόντων, συνθηκών και δεδομένων, δεν μπορεί να είναι πέραν των συνολικού μηνιαίου ποσού των €670 για τα δύο καταστήματα μαζί.»
Β. Αναβολή της ακρόασης η οποία έχει ορισθεί για τις 22 Οκτωβρίου 2024.
Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως πρέπουσα.»
Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θθ.1(3), 2, 4, 5, 7, 8, 9, Δ.33 θ. 6, Δ.48 θθ.1-4, 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Γεωργία Πουλτίδου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η Αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα λέγει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στη δήλωση της.
Η ακρόαση της κυρίως Αίτησης ήταν ορισμένη στις 22.10.2024. Στα πλαίσια της προετοιμασίας για την ακρόαση και της συνεπαγόμενης ενδελεχούς μελέτης και ανάλυσης των σχετικών γεγονότων, οι δικηγόροι είχαν μόλις εντοπίσει και εξακριβώσει ορισμένα δεδομένα τα οποία, εκ παραδρομής και από καλόπιστο λάθος, είχαν δηλωθεί λανθασμένα κατά την αρχική σύνταξη της Απάντησης. Το εν λόγω καλόπιστο λάθος έγινε επειδή τα δύο καταστήματα στα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση, είναι ενωμένα και αποτελούν ενιαίο χώρο με άλλα τρία καταστήματα. Κατά την αρχική σύνταξη της Απάντησης, δηλώθηκαν ισχυρισμοί που στην πραγματικότητα αφορούσαν εκείνα τα τρία καταστήματα και όχι τα δύο καταστήματα στα οποία αφορά η παρούσα υπόθεση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, εάν εγκριθούν, θα έχουν ως συνέπεια τη μείωση του εύρους της επίδικης διαφοράς, διευκολύνοντας την εκδίκαση της επί των πραγματικών δεδομένων. Η ενόρκως δηλούσα δεν εξηγεί πώς θα μειωθεί το εύρος της διαφοράς εφόσον, με την αιτούμενη τροποποίηση, η Καθ’ ης η Αίτηση επιθυμεί μεν να προβεί σε ορισμένες περαιτέρω παραδοχές, αλλά ταυτόχρονα, επιθυμεί να προσθέσει ισχυρισμούς και θέσεις οι οποίες δεν δικογραφούνται στο υφιστάμενο δικόγραφο.
Ένσταση:
Ένσταση εκ μέρους του Αιτητή στην κυρίως Αίτηση (εν τοις εφεξής «ο Αιτητής»), καταχωρήθηκε την 17.10.2024 και αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θθ.1, 2, 4, 10, 11, 14, 17, Δ.20, Δ.21, Δ.25, Δ.39, Δ.48, Δ.57, Δ. 59, Δ.64, στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, άρθρα 1-11 και 14, στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο, Ν.33/1964, άρθρα 2, 9, 11 και 12, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 1-3, 21, 22, 29 και 30, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περιγράφονται ως «γεγονότα» αλλά στην ουσία, αποτελούν λόγους ένστασης, τα εξής:
«1. Η αίτηση τροποποίησης δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση.
2. Για την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης δεν λήφθηκε άδεια από το Σεβαστό Δικαστήριο και δεν έγινε αίτημα στο στάδιο κλήσης οδηγιών για τροποποίηση.
3. Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 2/06/2023, η Απάντηση της καθ' ης η αίτηση στις 29/06/2023 και η Ανταπάντηση του αιτητή στις 29/06/2023 ενώ η αίτηση τροποποίησης της απάντησης τους καταχωρήθηκε στις 10/10/2024, δηλαδή ένα και πλέον χρόνο μετά.
4. Η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται και δεν επικαλούνται νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση της απάντησης.
5. Ο αιτητής στην παράγραφο 3 της Ανταπάντησης του αναφέρει το "λάθος" που επικαλείται η καθ' ης η αίτηση στην παρούσα επομένως οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί λάθους και/ή απροσεξίας απορρίπτεται καθώς έγινε γνωστό από τις 29/06/2023.
6. Όλα τα γεγονότα τα οποία θέλει να προσθέσει η καθ' ης η αίτηση με την αίτηση τροποποίησης της ήταν γνωστά από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης καθορισμού και Απάντησης ή/και προγενέστερα.
7. Με τη προστιθέμενη Απάντηση προστίθενται νέα γεγονότα/ ισχυρισμοί τα οποία ήταν εις γνώση της καθ' ης η αίτηση πριν από τη καταχώρηση της Απάντησης της και κανένας καλός λόγος προβάλλεται ως προς τη μη συμπερίληψη τους.
8. Η προτεινόμενη τροποποίηση αλλάζει άρδην την εικόνα της Απάντησης της καθ' ης η αίτηση, και των δικογράφων.
9. Η αίτηση είναι κακόπιστη, αβάσιμη, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δικονομίας και/ή των κανονισμών.
10. Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν εξυπηρετεί την ουσία της υπόθεσης.
11. Η αίτηση είναι καθυστερημένη και καταχρηστική και οι λόγοι που προβάλλονται δεν στοιχειοθετούν τους λόγους που εκτίθενται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
12. Δεν πρόκειται ούτε για καλόπιστο λάθος αλλά ούτε και για νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση της Απάντησης αλλά για ισχυρισμούς οι οποίοι δεν έχουν σχέση με την ουσία της αίτησης, ήτοι τον καθορισμό ενοικίου.
13. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει καθυστέρηση στη διαδικασία και περαιτέρω ταλαιπωρία στον Αιτητή.
14. Με βάση τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων λόγω αμέλειας και/ή αδιαφορίας των διαδίκων, αλλά μόνο όταν υπάρχει καλόπιστο λάθος και/ή προσθήκη νέων δεδομένων που δεν υπήρχαν κατά τη λήψη οδηγιών.»
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του κ. Ανδρέα Τελεβάντου, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής. Στις 2.6.2023 καταχωρήθηκε Αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και επιδόθηκε στις 15.6.2023. Η συζήτηση με την Καθ' ης η Αίτηση, για αύξηση και καθορισμό ενοικίου, είχε αρχίσει προ εποχής κορωνοϊού και δόθηκε χρόνος λόγω των ιδιαιτέρων συνθηκών εκείνης της περιόδου. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Απάντηση στις 29.6.2023, αναφερόμενη σε άλλο κατάστημα από αυτά που είναι ιδιοκτησίας του Αιτητή, κάτι που σημαίνει, κατά τον ίδιο, ότι δεν έδωσε σημασία στην Αίτηση αλλά ούτε και στις συζητήσεις που υπήρξαν προ κορωνοϊού για αύξηση ενοικίου.
Την ίδια ημέρα, ο κ. Τελεβάντος έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του, όπως καταχωρήσουν Ανταπάντηση, στην οποία να καταγράφεται το λάθος της Καθ' ης η Αίτηση στην αναφορά των καταστημάτων. Στη συνέχεια, έγιναν τα διαδικαστικά διαβήματα, ήτοι Κλήση Οδηγιών και η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε το Παράρτημα της, χωρίς να γίνεται αίτημα και/ή αναφορά για τροποποίηση. Μετά από ένα και πλέον χρόνο, αποφάσισαν να ελέγξουν τα καταστήματα και όχι μόνο να αντιληφθούν ότι αναφέρονται σε λάθος καταστήματα στην Απάντηση τους, αλλά να αλλάξουν την ουσία της Απάντησης τους.
Η κυρίως Αίτηση αφορά καθορισμό ενοικίου. Σύμφωνα με τον Αιτητή, είναι ξεκάθαρο από μία ματιά στην αιτούμενη τροποποίηση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι ισχυρίζεται πως το δίκαιο ενοίκιο είναι €670,00 δηλαδή απέδωσε την αύξηση 6% και όχι τον καθορισμό δίκαιου ενοικίου. Η Αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση στις 3.4.2024, 20.6.2024, 9.7.2024 και 22.10.2024. Περαιτέρω, κατά διάφορες ημερομηνίες, οριζόταν για Οδηγίες με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση και/ή για να καταχωρήσει η Καθ' ης η Αίτηση τη γραπτή της μαρτυρία. Θα μπορούσε να ανακαλύψει ότι υπολείπονταν λεπτομέρειες και να αιτηθεί την τροποποίηση τότε, ειδικά μετά την υπόδειξη μέσω της Ανταπάντησης. Σ’ όλες αυτές τις δικάσιμους, η Καθ' ης η Αίτηση είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει την αίτηση τροποποίησης. Συνεπώς, η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται.
Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν πρέπει να εγκριθεί, επειδή, μεταξύ άλλων, όλα τα γεγονότα τα οποία ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, ήταν εις γνώσην της από την έγερση της Αίτησης και μπορούσαν να εγερθούν τότε, ή τουλάχιστον από τις 30.6.2023, ή με το Παράρτημα. Η προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ αργά, και σε προχωρημένο στάδιο και καμία εξήγηση και/ή αιτιολογία δίδεται. Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν περιστρέφεται γύρω από τον άξονα των ήδη καταχωρημένων δικογράφων, αλλά γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων γεγονότων με διαγραφή υφιστάμενων παραγράφων με νέων παραγράφων, εντελώς διαφορετικών.
Εν πάση περιπτώσει, τα πέντε ενιαία/ενωμένα καταστήματα έχουν σχεδόν το ίδιο εμβαδόν, με την διαφορά να είναι +/- 1, 2 τετραγωνικά. Το κατά πόσο υπάρχει μικρή ή μεγάλη εμπορικότητα στην περιοχή, δεν επηρεάζει την επιχείρηση της Καθ’ ης η Αίτηση, εφόσον παρέχει υπηρεσίες και δεν είναι εμπορικό κατάστημα. Η εκτίμηση της Λειτουργού του Κτηματολογίου, δεν δείχνει τέτοια εικόνα.
Ιστορικό:
Για την ολοκλήρωση της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης και μόνο, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 2.6.2023 και μ’ αυτήν ο Αιτητής εξαιτείται ως ακολούθως:
«1. Απόφαση και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να καθορίζει, από την ημέρα καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο, το συνολικό ποσό των €938.- (εννιακόσια τριάντα οκτώ ευρώ) ως το δίκαιο μηνιαίο ενοίκιο των καταστημάτων και/ή ως το μηνιαίο ενοίκιο των καταστημάτων που αντιστοιχεί στο 90% του μέσου όρου των ενοικιάσεων της μικρής περιοχής όπου βρίσκονται τα καταστήματα, και/ή
2. Απόφαση και/ή διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να καθορίζει οποιοδήποτε ποσό ήθελε θεωρήσει το Δικαστήριο ως δίκαιο μηνιαίο ενοίκιο των καταστημάτων υπό τις περιστάσεις και σύμφωνα με την ισχύουσα Νομοθεσία, και/ή
3. Οιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή απόφαση για αύξηση του υφιστάμενου μηνιαίου ενοικίου των καταστημάτων το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
4. Δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης.
5. Εκτιμητικά Έξοδα.
6. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού.»
Ο Αιτητής ενάγει ως ιδιοκτήτης των καταστημάτων υπ’ αρ. 30 επί της οδού Γρηγορίου Ξενοπούλου και 9 Ζ Αγίας Ελένης, με αριθμό εγγραφής 25/2670 και αρ. εγγραφής 25/2671, Φ/Σχ. 21/540301, Τμήμα 25, επί του Τεμαχίου 783, Ενορία Τρυπιώτη, εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Οι Καθ’ ων η Αίτηση ενάγονται ως θέσμιοι ενοικιαστές των καταστημάτων, τα οποία χρησιμοποιούν για επαγγελματικούς σκοπούς, ενωμένα με άλλα τρία καταστήματα. Το καταβαλλόμενο ενοίκιο ανέρχεται σε €600.- μηνιαίως και για τα δύο καταστήματα και είχε συμφωνηθεί μεταξύ της προηγούμενης ιδιοκτήτριας και της προηγούμενης ενοικιάστριας, φυσικού προσώπου.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν Απάντηση την 29.6.2023 και μ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, παραδέχονται την ιδιότητα των Αιτητών, αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες και εγείρουν προδικαστική ένσταση έλλειψης αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, καθότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν είναι θέσμια ενοικιάστρια.
Ο Αιτητής καταχώρισε Ανταπάντηση την 29.6.2023, με την οποία, μεταξύ άλλων, δικογραφεί ότι η αναφορά στην Απάντηση, σε σύμβαση ενοικίασης με τον κ. Κ.Κ., ουδεμία σχέση έχει με τα καταστήματα ιδιοκτησίας του Αιτητή.
Την ίδια ημέρα, ο Αιτητής καταχώρισε Κλήση για Οδηγίες, στην οποία καταχώρισαν Παραρτήματα και οι δύο πλευρές. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και για την ετοιμασία γραπτής Έκθεσης Εκτίμησης από τη Λειτουργό του Δικαστηρίου, η οποία ετοιμάστηκε την 15.2.2024 και αφορά σε δύο καταστήματα. Η υπόθεση ορίστηκε για Αγορεύσεις/Διευκρινήσεις. Ο Αιτητής καταχώρισε γραπτή μαρτυρία. Οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν καταχώρισαν γραπτή μαρτυρία και προχώρησαν με την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης.
Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν.23/83 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αφορά ενδιάμεσο ζήτημα και όχι την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία των Παρέδρων δεν ήταν αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση.
Νομική και δικονομική πτυχή:
Ένορκος δήλωση υπό δικηγόρου:
Η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, έγινε από δικηγόρο, η οποία εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η Αίτηση και εμφανίζεται στην υπόθεση μέσω του ηλεκτρονικού φακέλου. Σχετικές είναι αυθεντίες In Re I.A. an Advocate (1987) 1 C.L.R. 319, In re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 329, Τζεννάρο Περρέλα (Αρ.1) (1995) 1 Α.Α.Δ. 356 και Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά., (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1358. Στην Τζεννάρο Περέλλα, στη σελίδα 359, ο έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου είπε ότι: «Η θέση του δικηγόρου ως λειτουργού της δικαιοσύνης οριοθετεί και το πλαίσιο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.» Αφενός μεν στην προκείμενη περίπτωση, ορισμένα καίρια σημεία, που εγείρονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δεν είναι αμιγώς νομικά, ούτε οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται το αίτημα, είναι νομικοί, αλλά έχουν σχέση με πραγματικά γεγονότα. Αφετέρου, δεν εξηγήθηκε εάν υπήρχε η δυνατότητα να ορκιστεί αξιωματούχος των Καθ’ ων η Αίτηση, γνώστης των γεγονότων.
Στην αυθεντία Πέτρου Ζωγράφου κ.ά. v. Drosoneri Farm Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 379/2012, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2015, στη σελίδα 3 της απόφασης, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως ήταν τότε, κα. Π. Παναγή λέγει τα εξής:
«Θα πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι δεν παραγνωρίζουμε τη θέση των εφεσειόντων περί παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση λόγω όμνυσης της από δικηγόρο. Παρά το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, η νομολογία μας δεν απαγορεύει την όμνυση από δικηγόρο σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, που ο ομνύων δεν χειρίζεται την υπόθεση, ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση (βλ. Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva (2010) 1 Α.Α.Δ. 82). Όπως έχει νομολογηθεί, «η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ……» (βλ. Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερομηνίας 13.6.2013).»
Βλέπετε επίσης σχετικά, την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, στην υπόθεση Tsentas Developers Ltd. κ.ά. v. Ανδρέα Μιχαηλίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 101/2018, Απόφαση ημερομηνίας 23.4.2024.
Το Δικαστήριο δεν αντικρίζει ευνοϊκά αυτή την πρακτική, αλλά δεν θα προχωρήσει με την κήρυξη της ενόρκου δηλώσεως της κας. Πουλτίδου ως παράτυπης. Εκείνο το οποίο σαφώς θα πράξει είναι η καταγραφή του ευρήματος ότι βρίσκει την προσφερόμενη μαρτυρία από πλευράς των Καθ’ ων η Αίτηση, ως αποδυναμωμένη, εφόσον αυτή αναφέρεται σε γεγονότα που δεν μπορούν να είναι στην προσωπική γνώση της ομνύουσας, η ομνύουσα δεν αναφέρεται σε πληροφορίες που έλαβε από τους ίδιους τους Καθ’ ων η Αίτηση και ορκίστηκε για ζητήματα που δεν είναι αμιγώς νομικά.
Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας:
Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται σε υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δυνάμει του Κανονισμού 12(α) [1] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Η αναφορά είναι στους Θεσμούς ως αυτοί ίσχυαν μέχρι την 31.8.2023 και τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.
Διαταγή 25:
Ο θεσμός 7 της Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι ήταν σε ισχύ μέχρι την 31.8.2023, όπως τροποποιήθηκε ή αντικαταστάθηκε από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, προνοεί τα εξής:
«7. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ’ αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.»
Οι θεσμοί 1, 5 και 6 της Διαταγής 25, προνοούν ως ακολούθως:
«1. (1) Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη:
Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ’ αυτών.
(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:
Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγομένος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνεται εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»
«5. To Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»
«6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.»
Εφόσον η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε προ πολλού, η υπό εξέταση αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες του θεσμού 1(3) της Διαταγής 25, όπου ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα. Οι Καθ’ ων η Αίτηση πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι δύναται να επιτρέψει εξαίρεση, διότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της Απάντησης, ή επειδή πρόκειται για περίπτωση που έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της Απάντησης και το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα.
Νομολογία:
Υπάρχει σωρεία νομολογίας η οποία ερμήνευσε τη Διαταγή 25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις μέχρι το 2023 και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματεύονται το θέμα της τροποποίησης δικογράφου, όπως και από Αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα. Αναφέρω ενδεικτικά τις αυθεντίες (Κυπριακές και Αγγλικές): Tsiappas v. The Republic (1974) 1 C.L.R. 167, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd. and Another (1979) 1 C.L.R. 542, Evripidou and Another v. Kannaourou (1985) 1 C.L.R. 24, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989) 1E A.A.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλης (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου ν. Στυλιανού Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704, Sait Electronic S.A. v. The ship “Dominique” & Others (1992) 1 A.A.Δ. 264, Astor Co. κ.ά. ν. Α. & G. Leventis Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426, Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη (1995) 1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (1999) 1 Α.Α.Δ. 11, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1092, Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά. (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου, (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 817, Compania Naviera Iris S.A. κ.ά.v. Andrenal Shipping Co. Ltd. κ.ά., (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1838, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 543, Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. 393, Clarapede v. Commercial Union Association 32 W.R. 262, Steward v. North Metropolitan Tramways Company (1885 – 86) 16 Q.B. p. 556, Associated Leisure Ltd. and Others v. Associated Newspapers Ltd. (1970) 2 All ER 754 και τα συγγράμματα Bullen & Leake & Jacob’s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδες 128, 130, 379 και 685 και Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82.
Ως γενικός κανόνας, η τάση πριν το 2014, όπως φαίνεται από την νομολογία, ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, συνεκτιμούνταν και εξακολουθούν να λαμβάνονται υπόψην και να ζυγίζονται, οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος.
Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα, ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για τροποποίηση. Εάν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες είναι σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι σχετικός παράγων σε αιτήσεις για τροποποίηση, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονται υπόψην κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης.
Παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob’s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση. Στη σελίδα 128, κάτω από την επικεφαλίδα ‘Amendment with leave – time to amend’ αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Again, at the trial, leave to amend may be granted, when to do so will not cause injustice to the other side, and on proper terms as to costs, and the adjournment of the trial, if necessary. As a rule, leave to amend at the trial will not so readily be given, especially where the necessity for such amendment was obviously apparent long before the trial and was not then asked for or where the amendment would involve a complete change in the nature of the claim or the whole character of the action, or setting up an entirely different claim from that which the defendant came to meet or the raising of an entirely new ground of defence or counterclaim, and an amendment will not be allowed at the trial which for the first time introduces a charge of fraud. Nevertheless, even where the amendment is substantial so as completely to change the plaintiff’s cause of action or nature of claim, leave to amend may be given on proper terms.»
Στη σελίδα 130, κάτω από την επικεφαλίδα ‘Amendments not allowed’, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising ‘the real question in controversy between the parties’ and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.»
Στο σύγγραμμα Atkins Court Forms & Precedents, 2η έκδοση, Τόμος 1, σελίδα 82, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«The Court has wide powers of amendment and it seems will exercise those powers to permit amendment where possible. Amendment may be allowed at any stage of the proceedings, whether before, at, or after the trial, or even after judgement or on appeal.»
Ως καθαρά διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό, η νέα Διαταγή 25 η οποία ίσχυε μέχρι την 31.8.2023, στο θεσμό 1(1), (2) και (3), περιλαμβάνει τρία ξεχωριστά, τόσο χρονικά όσο και διαδικαστικά, στάδια, στα οποία επιτρέπεται, με συγκεκριμένο τρόπο, η τροποποίηση δικογράφου. Είναι η κρίση μου ότι η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει καταγραφεί στις πιο πάνω αυθεντίες, έχει περιοριστεί, με την έννοια ότι ασκείται αυστηρώς εντός των πλαισίων της Διαταγής στο κάθε ένα από τα τρία στάδια και στο βαθμό και την εμβέλεια που καθορίζει αυτή τούτη η Διαταγή 25. Οι πιο πάνω αυθεντίες εξακολουθούν να αποτελούν καθοδήγηση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, εντός όμως των παραμέτρων της Διαταγής 25 ως αυτή είχε διαμορφωθεί και ίσχυε μέχρι την 31.8.2023.
Το στάδιο στο οποίο ασκείται, ουσιαστικά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, είναι το τρίτο στάδιο, όπου το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να διακρίνει και να αποφασίσει εάν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα.
Ευρήματα:
Η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε 1 χρόνο και τρεις μήνες μετά την καταχώρηση της Απάντησης και την καταχώρηση της Ανταπάντησης, όπου το ζήτημα των επίδικων καταστημάτων σε σχέση με το σύνολο των καταστημάτων τα οποία χρησιμοποιούν οι Καθ’ ων η Αίτηση, εγείρεται και διευκρινίζεται. Η καθυστέρηση από μόνη της, δεν είναι μοιραία για την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Όμως, το ζήτημα το οποίο προσδιορίζουν οι Καθ’ ων η Αίτηση ως βασικό για το αίτημα τροποποίησης, δηλαδή η συγκεκριμενοποίηση των επίδικων καταστημάτων στο σύνολο των ενοικιαζόντων, αφενός μεν είχε εξ’ αρχής δικογραφηθεί από τον Αιτητή, αφετέρου κατέστη ζήτημα λόγω της αρχικής δικογράφησης των Καθ’ ων η Αίτηση, το λανθασμένο της οποίας υποδείχθηκε προ πολλού, ενώ η Κλήση για Οδηγίες του Αιτητή, είχε επίσης καταχωρηθεί 1 χρόνο και τρεις μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Είναι η κρίση μου ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης και ότι, περαιτέρω, από τυχόν έγκριση της αίτησης, θα προκληθεί επιπλέον καθυστέρηση, τέτοια που θα επηρεάσει αρνητικά τη χρονική εξέλιξη και διεκπεραίωση της υπόθεσης.
Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, με την αιτούμενη τροποποίηση, επιχειρείται να γίνει αναφορά σε γεγονότα δια παραδοχών ή άλλως πως, υπαρκτά κατά το χρόνο καταχώρησης της Απάντησης των Καθ’ ων η Αίτηση και υπόψην των κατά τον εν λόγω χρόνο. Επιχειρείται επίσης να προστεθούν παραδοχές, να αφαιρεθούν παραδοχές, να αφαιρεθεί η προδικαστική ένσταση και γενικά, να αλλάξει άρδην η βάση της δικογράφησης των Καθ’ ων η Αίτηση και της υπόθεσης που καλείται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής. Όλα αυτά φανερώνουν αδυναμία στην πραγματική βάση της υπό εξέταση αίτησης. Ειρήσθω εν παρόδω, ο Αιτητής έχει ήδη καταχωρίσει τη γραπτή μαρτυρία του.
Η υφιστάμενη δικογράφηση των Καθ’ ων η Αίτηση, είναι, εν πολλοίς, γενική. Αιτούνται να δικογραφήσουν ειδικά. Ενάμιση χρόνο μετά, αφού η άλλη πλευρά έχει ήδη καταχωρίσει μαρτυρία. Αιτούνται να αλλάξουν τη βάση της Απάντησης και την υπόθεση την οποία προβάλλουν προς αντιμετώπιση από πλευράς του Αιτητή.
Δεν διακρίνω κακή πίστη από πλευράς των Καθ’ ων η Αίτηση, αλλά διακρίνω αμέλεια και ολιγωρία. Ταυτόχρονα, τυχόν έγκριση του αιτήματος τους, πέραν της κατάληξης σε αντιμετώπιση διαφοροποιημένης υπόθεσης από πλευράς του Αιτητή, πιθανόν να καταλήξει σε κατάχρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Είναι η κρίση μου ότι η αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει την υπόθεση την οποία αντιμετωπίζει ο Αιτητής, με αρνητικές σ’ αυτόν επιπτώσεις, τέτοιες που να επηρεάζονται οι δικοί του ισχυρισμοί και θέσεις. Κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα, δεν θα αποζημιώσει σε ικανοποιητικό βαθμό τον Αιτητή.
Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της Απάντησης, ούτε η παρούσα είναι περίπτωση όπου έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της Απάντησης.
Εν κατακλείδι, από τα ενώπιον μου τεθέντα, κρίνω ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα διαστρεβλωθεί η βάση και η πορεία της υπόθεσης.
Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος προνοεί το συνταγματικό δικαίωμα εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου. Στην παρούσα υπόθεση, η καθυστέρηση που εκ των πραγμάτων θα δημιουργηθεί εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, προστιθέμενη στους υπόλοιπους λόγους που αναφέρω και όχι αφ’ εαυτής, αποκλείει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση. Το Δικαστήριο καταλήγει σ’ αυτό το εύρημα, έχοντας υπόψην ότι το άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος, διασφαλίζει το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη υπόθεση για την έγκριση της προτεινόμενης τροποποίησης της Απάντησης. Δεν έχει ενώπιον μου αποδειχθεί ικανοποιητικά ότι η αίτηση αποβλέπει στην κάλυψη πραγματικής ανάγκης και έκθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των σχετικών γεγονότων για να κριθούν όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Κρίνω ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίοι φέρουν το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος τους, δεν το έχουν αποσείσει.
Απόφαση:
Ως εκ των ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και η υπό εξέταση αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €500 - €2.000 και να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας.
(Υπ.) …………………………………….
Λ. Σ. Καμμίτση
Πρόεδρος
Πιστόν Αντίγραφον
Γραμματέας
[1] «12(α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμούς αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο