ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Δικαιοδοσία Διατροφής
Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 151/25 (i)
Μεταξύ:
A.Σ.
Αιτήτρια
και
Σ.Κ.
Καθ’ ου η αίτηση
Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια : Α. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης ΔΕΠΕ
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: Κ. Γρηγορίου για Κωνσταντίνος Γρηγορίου ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι διάδικοι υπήρξαν σύζυγοι και, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, απέκτησαν ένα τέκνο, τον Κ., ηλικίας σήμερα τεσσάρων ετών.
Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί το αίτημα της Αιτήτριας για την έκδοση διατάγματος διατροφής εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, για το ποσό των €757,50 μηνιαίως.
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε Υπεράσπιση και η δικογραφία της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση εκ μέρους της Αιτήτριας. Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη με την καταχώριση και ανταλλαγή της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων, χωρίς οποιοσδήποτε εξ αυτών να αντεξεταστεί. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων.
Από τη δικογραφία, καθώς και από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτουν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:
· Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 8.7.18 και από το γάμο τους απέκτησαν τον ανήλικο Κ., που γεννήθηκε στις 31.3.22
· Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.2.25.
· Ο Καθ’ ου η αίτηση καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €250 ως συνεισφορά του στη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου Κ.
Νομική Πτυχή
Σύμφωνα με το άρθρο 33 (1) του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Νόμος 216/90) οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Καθιερώνεται έτσι η αρχή της υποχρέωσης και των δύο γονέων για την από κοινού διατροφή των ανήλικων τέκνων τους, αναλόγως των δυνάμεων τους (Π. Μαρκουλίδη v. Α. Μαρκουλίδη κ.α (1998) 1 ΑΑΔ 1386).
Το άρθρο 37 (1) του Νόμου αναφέρει ότι η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου, ενώ το άρθρο 37 (2) του Νόμου ορίζει ότι η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευσή του.
Η εκατέρωθεν μαρτυρία θα αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπόψιν τις παραμέτρους που θέτουν τα άρθρα 33 (1) και 37 του Νόμου, ήτοι τις ανάγκες του δικαιούχου και τις δυνάμεις των υπόχρεων γονέων. Ως εκ τούτου, ισχυρισμοί των διαδίκων που σχετίζονται με την υπαιτιότητα και τους λόγους κατάρρευσης του γάμου τους, τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές, καθώς και ζητήματα αναφορικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους, δεν θα ληφθούν υπόψιν, στον βαθμό που δεν άπτονται της παρούσας διαδικασίας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αγνοούνται πλήρως από το Δικαστήριο.
Αρχικά, θα εξετάσω τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, αντλώντας καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία, κατά την εκδίκαση αιτήσεων διατροφής ανηλίκων, οι γονείς υπέχουν υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης των πραγματικών οικονομικών τους πόρων και δυνατοτήτων, ώστε να καθορίζεται αναλόγως η συνεισφορά εκάστου στη διατροφή του τέκνου.
Στην υπόθεση Δημητρίου V. Περδίου (2005) 1 Α.Α.Δ.1418 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«όπως έχει η σχετική Νομοθετική διάταξη (αρ.33(1) Ν.216/1990) η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας ανήκει και στους δύο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Έχουν και οι δύο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους. Στην υπόθεση Ette v. Ette (1965) 1 AII E.R. 341, 346 έχει λεχθεί ότι όταν ο καθ’ ου η αίτηση δεν προβαίνει ο ίδιος σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, τότε το Δικαστήριο μπορεί λαμβάνοντας υπόψη την φύση του επαγγέλματος του και το τι κερδίζουν οι άλλοι στο ίδιο επάγγελμα, να υπολογίσει ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει ψηλότερα, απ’ ότι ισχυρίζεται, εισοδήματα. Η αρχή αυτή συνάδει και με τον κανόνα ότι εκεί που κάποιος έχει την αποκλειστική γνώση των γεγονότων, οφείλει να τα αποδείξει. (βλ. Tarapoulouzis v. District Officer (1962) C.L.R. 91 και Μαρκουλίδης V. Μαρκουλίδη κ.α (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1386,1390) Επομένως, σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μια οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ή την αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους. Το δε Δικαστήριο προβαίνει σε πλήρη έρευνα αυτών των στοιχείων. Περαιτέρω αναφέρουμε ότι από σχετική νομολογία φαίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα αλλά και την ικανότητα του καθ’ ου η αίτηση να κερδίζει (his potential earning capacity) (Βλ. Klucinsky v. Klucinsky (1953) 1 All E.R. 683 και McEwan v. McEwan (1972) 2 All E.R. 708) »
Ομοίως στην Re H. Ηλία (1997) 1ΑΑΔ 1372 αναφέρονται τα εξής:
«Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου και τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων του και όχι με βάση του τι επέλεξαν να διαμορφώσουν ώστε να διατηρούνται σε κατάσταση αδυναμίας που να μην τους επιτρέπει να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους».
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από την εργασία της ως γραφίστας λαμβάνει μηνιαίως περίπου το ποσό των €1.500 (βλ. τεκμήριο 2 μαρτυρίας Αιτήτριας – αντίγραφο μισθοδοσίας), ισχυρισμό τον οποίο δεν αμφισβητεί ο Καθ’ ου η αίτηση. Υποστηρίζει ωστόσο ότι η Αιτήτρια λαμβάνει επιπλέον επίδομα τέκνου και μονογονέα. Η ίδια αναφέρει ότι δεν λαμβάνει ακόμη επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας, καθότι δεν έχει εκδοθεί διάταγμα γονικής μέριμνας. Περαιτέρω, αναφέρει ότι καταβάλλει μηνιαίως ποσό ύψους €250 ως δόση δανείου για αγορά οχήματος.
Για τα εισοδήματα του Καθ’ ου η αίτηση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από την εργασία του στον Δημόσιο Τομέα, λαμβάνει περί τα €1.200 περίπου και ότι στον ελεύθερο του χρόνο ασχολείται με την σπουδή του ως γραφίστας σε μικρό γραφείο που του παραχώρησε η Εκκλησία της ενορίας του λαμβάνοντας επιπλέον εισόδημα. Αναφέρει επίσης ότι κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι στο παρελθόν εργαζόταν και ως λειτουργός κηδειών, εργασία από την οποία αποκόμιζε περίπου €500 μηνιαίως.
Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι μηνιαίες απολαβές του κυμαίνονται σε €1.150 και προς υποστήριξη του ισχυρισμού του κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο μισθοδοσίας. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί πρόσθετων εισοδημάτων από άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες, χωρίς ωστόσο να αμφισβητεί ότι είναι πτυχιούχος γραφίστας.
Αναφορικά με τα εισοδήματα της Αιτήτριας και με βάση το τεκμήριο 2 που κατέθεσε, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτά κυμαίνονται στα €1.500 μηνιαίως. Λαμβάνεται περαιτέρω υπόψιν ότι είναι δικαιούχος επιδόματος τέκνου.
Σύμφωνα με τις αποφάσεις του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στις υποθέσεις Μάρκου ν. Kuzichava Μάρκου, Έφεση Αρ. 22/2019, ημερ. 24.6.2021, και Konyalian ν. Paskulov, Έφεση Αρ. 2/2020, ημερ. 24.6.2021, το επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας πρέπει να πιστώνεται στα εισοδήματα του γονέα που το λαμβάνει, ενώ το επίδομα τέκνου αφαιρείται από τις ανάγκες του ανηλίκου.
Η Αιτήτρια δεν αναφέρει το ακριβές ποσό που λαμβάνει ως επίδομα τέκνου. Με βάση το άρθρο 4 του περί Παροχής Επιδόματος Τέκνου Νόμου του 2002 (Ν. 167(Ι)/2002), το επίδομα τέκνου που αντιστοιχεί στην περίπτωσή της ανέρχεται σε €526 ετησίως, ήτοι περίπου €44 μηνιαίως, ενώ το επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας ανέρχεται περίπου σε €212 μηνιαίως.
Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι διάδικοι τελούν σε διάσταση από τον Μάρτιο του 2024 και ότι στις 24.2.2024 εκδόθηκε διάταγμα λύσης του γάμου τους. Από τη μαρτυρία των διαδίκων προκύπτει ότι, μετά τη διάσταση, ο ανήλικος διαμένει με την Αιτήτρια και ότι μεταξύ τους υπάρχει συνεννόηση αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση με το τέκνο.
Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία ότι η Αιτήτρια έχει επιδιώξει την έκδοση διατάγματος ανάθεσης της φύλαξης και φροντίδας του ανηλίκου, ώστε να καταστεί δικαιούχος του επιδόματος μονογονεϊκής οικογένειας, δεδομένου ότι η ύπαρξη τέτοιου διατάγματος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την έγκρισή του. Περαιτέρω, προϋπόθεση αποτελεί και η ύπαρξη διατάγματος διατροφής, στοιχείο το οποίο πλέον ικανοποιείται με την έκδοση της παρούσας απόφασης.
Η Αιτήτρια όφειλε να είχε ήδη μεριμνήσει για την έκδοση, έστω και προσωρινού, διατάγματος γονικής μέριμνας, ιδίως εφόσον το ζήτημα της καθημερινής φροντίδας του ανηλίκου φαίνεται εκ των πραγμάτων να έχει ήδη ρυθμιστεί. Υπό τις περιστάσεις, η Αιτήτρια είχε τη δυνατότητα να προβεί εγκαίρως στις απαιτούμενες ενέργειες, ώστε να καταστεί δικαιούχος του σχετικού επιδόματος. Η μη λήψη αυτού δεν δύναται να αποδοθεί αποκλειστικά σε αντικειμενική αδυναμία, αλλά και σε δική της παράλειψη να προωθήσει εγκαίρως τις αναγκαίες διαδικασίες.
Ως εκ τούτου προκύπτει ότι, τουλάχιστον από την έκδοση της παρούσας απόφασης, η Αιτήτρια νομιμοποιείται ή εν πάση περιπτώσει όφειλε να είχε ήδη λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να νομιμοποιείται να αιτηθεί και να λάβει το σχετικό επίδομα. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται δεόντως υπόψιν κατά την αξιολόγηση των οικονομικών της δυνατοτήτων, καθότι το Δικαστήριο δύναται να συνεκτιμά όχι μόνο τα υφιστάμενα πραγματικά εισοδήματα ενός διαδίκου, αλλά και την εύλογη δυνατότητα αυτού προς εξασφάλιση ή απόκτηση εισοδήματος, όπου αυτό είναι εφικτό.
Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι, με βάση τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, σε υποθέσεις διατροφής ανηλίκων, η ύπαρξη χρεών δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο γονέα από την πρωταρχική του υποχρέωση για συνεισφορά στη διατροφή των παιδιών του, γιατί η διατροφή υπερισχύει των άλλων οικονομικών υποχρεώσεων του (βλ. Δημητρίου v. Περδίου (ανωτέρω) και απόφαση Χριστίνα Χαραλάμπους v. Χαράλαμπου Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951). Συνεπώς το ποσό που καταβάλλει η Αιτήτρια ως δόση δανείου δεν δύναται να αφαιρεθεί από τα εισοδήματα της.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο εύρημα ότι οι οικονομικές δυνατότητες της Αιτήτριας, από την καταχώριση της αίτησης μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης, ανέρχονται στο ποσό των €1.500 μηνιαίως, ενώ από την έκδοση της παρούσας και εφεξής ανέρχονται περίπου στο ποσό των €1.700 μηνιαίως, λαμβανομένης υπόψιν της δυνατότητας που είχε να μεριμνήσει ώστε να καταστεί δικαιούχος του επιδόματος μονογονεϊκής οικογένειας.
Ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση ότι από την εργασία του λαμβάνει μηνιαίως ποσό μεταξύ €1.150 και €1.200 δεν αμφισβητείται και συνάδει με το Τεκμήριο 1 που κατέθεσε. Στις εισοδηματικές του δυνατότητες θα πρέπει, ωστόσο, να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι, ως εργαζόμενος στον Δημόσιο Τομέα, λαμβάνει 13Ο μισθό, στοιχείο το οποίο παρέλειψε να αποκαλύψει. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει στο εύρημα ότι οι πραγματικές μηνιαίες απολαβές του ανέρχονται περίπου στο ποσό των €1.265.
Σε σχέση με τις πρόσθετες επαγγελματικές δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται η Αιτήτρια, ο Καθ’ ου η αίτηση προβαίνει σε γενική άρνηση, ενώ στην Υπεράσπισή του αποδέχεται ότι ασχολείται με γραφιστικές εργασίες, ισχυριζόμενος όμως ότι αυτές δεν του αποφέρουν ουσιαστικό εισόδημα και ότι δεν εργάζεται πλέον ως λειτουργός κηδειών.
Υπενθυμίζεται η αρχή ότι το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψιν όχι μόνο τα πραγματικά εισοδήματα ενός προσώπου, αλλά και την ικανότητά του προς απόκτηση εισοδήματος, όπου αυτό είναι εφικτό. Στην υπόθεση Μαρκουλίδη (βλ. ανωτέρω) κρίθηκε ότι οι οικονομικές δυνατότητες του υπόχρεου αποτελούν στοιχείο το οποίο, στις περισσότερες περιπτώσεις, γνωρίζει κυρίως ο ίδιος και, εάν επιλέξει να μην συνδράμει το Δικαστήριο στη διακρίβωσή τους, τότε το Δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει στη βάση των στοιχείων που έχει ενώπιόν του, προκειμένου να καταλήξει σε ευρήματα.
Εν προκειμένω, ο Καθ’ ου η αίτηση διαθέτει επαγγελματικά προσόντα και αποδεδειγμένη ικανότητα εξασφάλισης πρόσθετου εισοδήματος, έστω και περιορισμένης έκτασης. Συνυπολογίζοντας τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο εύρημα ότι οι οικονομικές του δυνατότητες ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των €1.500 μηνιαίως.
Ανάγκες ανήλικου Κ.
Κατωτέρω θα εξετάσω τις ανάγκες του ανηλίκου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του (βλ. αρ. 37 του Ν.216/90).
Στο σύγγραμμα «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ», τρίτη έκδοση, έκδοση του 2022, στην σελ. 766, ο Απόστολος Σ. Γεωργιάδης αναφέρει αναλυτικά τι περιλαμβάνει η διατροφή του δικαιούχου, απόσπασμα το οποίο παραθέτω αυτούσιο:
«1. Ανάγκες του δικαιούχου
Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του (πλήρης διατροφή: ΑΚ 1493 εδ. β΄). Στο περιεχόμενο της διατροφής περιλαμβάνονται ειδικότερα βιοτικές ανάγκες του δικαιούχου που είτε υφίστανται πραγματικά κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής είτε μπορούν με βεβαιότητα να προβλεφθούν μελλοντικά. Η διατροφή λοιπόν περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη: τροφή, στέγη, ένδυση, θέρμανση, φωτισμό, λοιπά λειτουργικά έξοδα της οικίας διαμονής, ψυχαγωγία, μόρφωση (π.χ. αγορά βιβλίων), διαπαιδαγώγηση, νοσηλεία και δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, παραθέριση, συγκοινωνία και επικοινωνία. Ιδίως περιλαμβάνονται δαπάνες θεωρητικής, επαγγελματικής ή τεχνικής μόρφωσης, ακόμη και μεταπτυχιακές σπουδές.»
Όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου (Παναγιώτου v. Σφικτού (2001) 1 ΑΑΔ 625), το μέτρο της διατροφής δεν μπορεί να εξευρεθεί με απόλυτους αριθμούς. Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς εντοπισμό των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας και καθορίζοντας το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για τη διατροφή και συντήρηση του δικαιούχου δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες (βλ. Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης κ.ά. (1989) 1 ΑΑΔ 1386, Κορελλίδης ν. Κορελλίδη (2012) 1 ΑΑΔ 1975, Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 ΑΑΔ 625, Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 (Β) ΑΑΔ 951). Έτσι, κονδύλια που κατ’ ισχυρισμό απαιτούνται για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών μπορεί να μη γίνουν αποδεκτά είτε επειδή δεν έχουν αποδειχθεί, είτε επειδή κρίνεται ότι δεν εμπίπτουν στις βασικές ανάγκες διατροφής ενός ανηλίκου.
Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει το εύλογο των κονδυλίων και καταλήγει σε ένα λογικό υπό τις περιστάσεις ποσό για την κάλυψη κάθε ξεχωριστής ανάγκης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο ακριβής σε κλάσμα προσδιορισμός της συνεισφοράς των υπόχρεων σε αυτά. Κάποια έξοδα όπως είναι η διατροφή, η ψυχαγωγία ή τα μεταφορικά έξοδα είναι έξοδα τα οποία δεν είναι δυνατό να αμφισβητούνται ως πραγματικό γεγονός. Στην απουσία σχετικών τεκμηρίων το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει την εξουσία να καθορίσει ένα εύλογο ποσό για την κάλυψη τους. Ωστόσο, όταν αξιώνεται συνεισφορά σε ειδικότερο κονδύλι, όπως είναι για παράδειγμα έξοδα ενοικίου ή εκπαίδευσης, είναι η κρίση μου ότι αυτά πρέπει να τεκμηριώνονται επαρκώς.
Η Αιτήτρια αναφέρει στη μαρτυρία της ότι το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου ανέρχεται σε €1.515 μηνιαίως. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, παραθέτει αναλυτικό πίνακα με τα επιμέρους κονδύλια και τις ανάγκες του ανηλίκου και καταθέτει ως Τεκμήρια 2 και 3 δέσμες εγγράφων, περιλαμβανομένων τιμολογίων, αποδείξεων πληρωμής και καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών. Εξηγεί περαιτέρω ότι το κονδύλι των €50 που αφορά αγορά σκόνης γάλακτος δεν υφίσταται πλέον, χωρίς όμως να διευκρινίζει από πότε έπαψε να υφίσταται. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν δύναται να το συμπεριλάβει στον υπολογισμό οποιουδήποτε αναδρομικού ποσού διατροφής.
Η βασική θέση του Καθ’ ου η αίτηση είναι ότι τα ποσά που καταγράφει αναλυτικά η Αιτήτρια είναι υπέρογκα και δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του ανηλίκου. Προβαίνει σε σχολιασμό ορισμένων επιμέρους κονδυλίων, καταγράφει τα ποσά που ο ίδιος θεωρεί εύλογα για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, παραλείποντας ωστόσο να τοποθετηθεί επί βασικών βιοτικών αναγκών του ανηλίκου. Ισχυρίζεται δε ότι οι ανάγκες του Κ. δύνανται να καλυφθούν με ποσό της τάξεως των €500 μηνιαίως.
Από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας προκύπτει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση επιχειρεί να παρουσιάσει μειωμένες τις ανάγκες του ανηλίκου, ενώ η Αιτήτρια, παρά ορισμένες επιμέρους υπερβολές, αποτιμά κατά κύριο λόγο τις σχετικές δαπάνες σε λογικά πλαίσια.
1. Διατροφή
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι για τη διατροφή του ανηλίκου, τη σίτιση του δηλαδή απαιτείται το ποσό των €250 μηνιαίως. Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι επαρκεί το ποσό των €100 μηνιαίως για την κάλυψη της ανάγκης αυτής. Ζητά περαιτέρω να ληφθεί υπόψιν ότι περίπου τρεις φορές την εβδομάδα ο ανήλικος γευματίζει μαζί του. Η Αιτήτρια χωρίς να αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό, τονίζει ότι το κόστος των γευμάτων επωμίζονται οι γονείς του Καθ’ ου η αίτηση, γεγονός όμως που δεν αναιρεί ότι μέρος της συγκεκριμένης ανάγκης καλύπτεται κατά τον χρόνο επικοινωνίας του παιδιού με τον πατέρα του.
Σχετικά με το θέμα αυτό είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, xxx Ρουσουνίδης v. Xxx Παναγή Ρουσουνίδου, Έφεση Αρ. 25/2019:
«Τα έξοδα των παιδιών πληρώνονται από τον γονέα με τον οποίο τα παιδιά διαμένουν και ο άλλος γονέας δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης συνεισφοράς του σε αυτά επειδή επιθυμεί, κατά την επικοινωνία του με το παιδί του ή σε οποιοδήποτε χρόνο, να του προσφέρει, είτε αγοράζοντας του κάποιο είδος, είτε προσφέροντας του αναψυχή. Αυτά προσφέρονται οικειοθελώς και το παιδί τα απολαμβάνει επιπλέον των αναγκών του, όπως καθορίζονται στη δικαστική απόφαση. Από την άλλη, τα έξοδα διατροφής του παιδιού κατά τις ημέρες που διαμένει με τον υπόχρεο για καταβολή διατροφής γονέα μπορούν να συνυπολογιστούν.[1] Κατά κύριο λόγο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ιδιαίτερο οικονομικό πρόβλημα».
Λαμβάνοντας υπόψιν την ηλικία του Κ. και το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση του προσφέρει κάποια γεύματα, έστω και περιορισμένα σε αριθμό, για την κάλυψη της ανάγκης αυτής καθορίζεται ως αρκούντως ικανοποιητικό το ποσό των €200 μηνιαίως.
2. Ένδυση - Υπόδηση
Για την ένδυση και υπόδηση του ανήλικου, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι απαιτείται το ποσό των €100 μηνιαίως. Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι για την ένδυση και υπόδηση του ανηλίκου και τα προσωπικά του έξοδα απαιτείται το ποσό των €50-€100 μηνιαίως.
Η ανάγκη ένδυσης και υπόδησης είναι καθημερινή και τρέχουσα εφόσον τα παιδιά μεγαλώνουν και αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς. Ωστόσο, το ποσό που αξιώνει η Αιτήτρια κρίνεται υπερβολικό υπό τις περιστάσεις. Αντιθέτως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ποσό ύψους €70 μηνιαίως είναι εύλογο και επαρκές για την κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης.
3. Ενοίκιο
Η Αιτήτρια καθορίζει την αναλογία ανηλίκου στα έξοδα ενοικίου στο ποσό των €325 μηνιαίως και προς τούτο κατέθεσε ως τεκμήριο 1, αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου, από το οποίο προκύπτει ότι καταβάλλει συνολικό ενοίκιο ύψους €650 μηνιαίως. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν τοποθετείται ειδικά επί του κονδυλίου αυτού.
Αδιαμφισβήτητα η ανάγκη στέγασης αποτελεί βασική βιοτική ανάγκη του ανηλίκου (βλ. ανωτέρω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Απόστολου Γεωργιάδη αναφορικά με τα έξοδα ανηλίκων και αποφάσεις Α.Γ. v. Σ-Α-Τ, Έφεση Αρ. 36/18, ημερομηνίας 07.05.20, Λ.Λ. v. I.S. Έφεση Αρ. 37/2015, ημερομηνίας 04.09.2018).
Περαιτέρω, στην υπόθεση Μ.Φ.Χ. ν. Μ.Κ.Χ., Έφ. Αρ. 28/2021, ημερ. 23.06.2022, κρίθηκε ότι το κόστος στέγασης δύναται να συνυπολογίζεται στη διατροφή κατά το μέρος που υπερβαίνει τις στεγαστικές ανάγκες του γονέα που έχει την επιμέλεια του παιδιού και οφείλεται στην ανάγκη διαμονής του ανηλίκου σε κατάλληλο χώρο.
Ομοίως και στην παρούσα περίπτωση, οι στεγαστικές ανάγκες της Αιτήτριας θα μπορούσαν να καλυφθούν με μικρότερο διαμέρισμα και χαμηλότερο ενοίκιο, εάν δεν διέμενε μαζί της ο ανήλικος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη αναλογία του ανηλίκου στα έξοδα ενοικίου ανέρχεται στο ποσό των €200 μηνιαίως.
4. Λειτουργικά έξοδα οικίας
Η Αιτήτρια καθορίζει την αναλογία του ανηλίκου στην κατανάλωση ρεύματος, νερού και στην υπηρεσία διαδικτύου/τηλεφώνου στο ποσό των €150 μηνιαίως (βλ. τεκμήρια 3.1, 3.2, 3.3 και 3.4). Ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η ανάγκη αυτή δύναται να καλυφθεί με το ποσό των €100 μηνιαίως.
Με βάση τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η πραγματική αναλογία του ανηλίκου στα λειτουργικά έξοδα της οικίας ανέρχεται περίπου στο ποσό των €67 μηνιαίως, ποσό το οποίο θεωρείται εύλογο.
5. Ιατροφαρμακευτική Περίθαλψη εκτός ΓΕΣΥ και είδη υγιεινής
Για σκοπούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ανηλίκου, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι απαιτείται ποσό ύψους €30 μηνιαίως, ενώ για αγορά ειδών υγιεινής από φαρμακείο και λοιπών ειδών προσωπικής περιποίησης επιπρόσθετο ποσό €50 μηνιαίως. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν τοποθετείται ειδικά επί των εν λόγω κονδυλίων.
Το Δικαστήριο αποδέχεται ως ζήτημα κοινής λογικής ότι, πέραν των υπηρεσιών που καλύπτονται από το ΓΕΣΥ, προκύπτουν κατά καιρούς έκτακτες ανάγκες, όπως κοινές ιώσεις και κρυολογήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται αγορά φαρμάκων ή άλλων συναφών ειδών. Υπό το πρίσμα αυτό, το ποσό των €20 μηνιαίως κρίνεται εύλογο και επαρκές για την κάλυψη της ανάγκης αυτής.
Σε σχέση με το κονδύλι που αφορά είδη υγιεινής και προσωπικής περιποίησης, το ποσό που ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι δαπανά εμφανίζεται υπερβολικό για παιδί της ηλικίας του Κ., δεδομένου ότι αντιστοιχεί σε περίπου €1.100 ετησίως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ποσό της τάξεως των €20 μηνιαίως επαρκεί για την κάλυψη της συγκεκριμένης ανάγκης.
6. Έξοδα αγοράς παιδικών πανιών
Λαμβάνοντας υπόψιν την ηλικία του ανηλίκου, που σήμερα είναι τεσσάρων ετών, κατά την κρίση μου η ανάγκη αυτή έχει εκλείψει. Συνεπώς δεν ληφθεί υπόψιν κάποιο ποσό.
7. Μεταφορικά έξοδα
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι για τα μεταφορικά έξοδα του ανηλίκου απαιτείται ποσό ύψους €100 μηνιαίως. Το ποσό αυτό κρίνεται υπερβολικό, λαμβανομένης υπόψιν της ηλικίας του ανηλίκου, καθώς και του γεγονότος ότι από τη μαρτυρία προκύπτει πως και ο Καθ’ ου η αίτηση επιβαρύνεται με μέρος των μετακινήσεων του προς και από το σχολείο. Συνεπώς, για τις ανάγκες διακίνησης του ανηλίκου, οι οποίες αφορούν κυρίως την καθημερινή μεταφορά του στο σχολείο και τις μετακινήσεις του για σκοπούς ψυχαγωγίας, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο το ποσό των €80 μηνιαίως.
8. Ψυχαγωγία – αγορά παιχνιδιών.
Σε σχέση με τα έξοδα ψυχαγωγίας του ανηλίκου, καθώς και την αγορά παιχνιδιών και δώρων γενεθλίων, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι απαιτούνται ποσά ύψους €100 και €50 μηνιαίως αντίστοιχα. Λαμβάνοντας υπόψιν την ανάγκη των παιδιών να ψυχαγωγούνται, να κοινωνικοποιούνται με συνομήλικους τους, να συμμετέχουν σε δραστηριότητες και εκδηλώσεις του σχολικού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος, καθώς και να παρευρίσκονται σε κοινωνικές εκδηλώσεις, περιλαμβανομένων πάρτι γενεθλίων φίλων τους, το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο για την κάλυψη των αναγκών αυτών συνολικό ποσό ύψους €130 μηνιαίως.
9. Νηπιαγωγείο
Στον αναλυτικό πίνακα εξόδων του ανηλίκου, η Αιτήτρια καθορίζει τα δίδακτρα νηπιαγωγείου στο ποσό των €260 μηνιαίως, ο δε Καθ’ ου η αίτηση αναφέρεται σε ποσό ύψους €255 μηνιαίως. Η Αιτήτρια εξηγεί ότι για το σχολικό έτος 2024-2025 τα μηνιαία δίδακτρα ανέρχονταν σε €380 μηνιαίως και ότι ελάμβανε επιδότηση από το κράτος ύψους €125 μηνιαίως, συνεπώς τελικώς κατέβαλλε το ποσό των €255. Για το σχολικό έτος 2025-2026 τα δίδακτρα ανέρχονται σε €405 μηνιαίως και η κρατική επιχορήγηση σε €100 μηνιαίως, με τελικό κόστος €305 μηνιαίως. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 4 που κατέθεσε.
Η Αιτήτρια αναφέρει επίσης το ενδεχόμενο μελλοντικής αύξησης των διδάκτρων, καθώς και πιθανής συμμετοχής του ανηλίκου σε μαθήματα αγγλικών με πρόσθετο κόστος €35 μηνιαίως. Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια επέλεξε μονομερώς τη συνέχιση της φοίτησης του παιδιού στο ιδιωτικό νηπιαγωγείο χωρίς τη συγκατάθεσή του και για να επιβαρύνει τα έξοδα του παιδιού.
Η αίτηση καταχωρίστηκε στις 5.5.2025, συνεπώς, για σκοπούς αναδρομικών ποσών διατροφής λαμβάνεται υπόψιν ότι από τον Μάϊο του 2025 μέχρι και τον Ιούλιο του 2025, ήτοι για περίοδο τριών μηνών (εφόσον τον Αύγουστο τα σχολεία κατά κανόνα είναι κλειστά και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου περί του αντιθέτου μαρτυρία) καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €765 (3X€255). Από το Σεπτέμβριο του 2025 μέχρι και τον Μάϊο του 2026 ήτοι για περίοδο εννέα μηνών, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €2.745 (9x€305).
Ως εκ τούτου, για το σύνολο της περιόδου αναδρομικής διατροφής, ήτοι 13 μήνες, το μέσο μηνιαίο κόστος του νηπιαγωγείου ανέρχεται σε €270 (€3.510 ? 13).
Ο ισχυρισμός του Καθ’ ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια συνεχίζει εσκεμμένα τη φοίτηση του παιδιού στο συγκεκριμένο σχολείο χωρίς τη συγκατάθεσή του δεν δύναται να απαλλάξει τον ίδιο από την υποχρέωσή του να συνεισφέρει αναλόγως των οικονομικών του δυνατοτήτων. Οποιαδήποτε διαφωνία ως προς την επιλογή του σχολείου αφορά επιμέρους πτυχή της άσκησης της γονικής μέριμνας και δεν μπορεί να επιλυθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Ως εκ τούτου, για σκοπούς καθορισμού της μελλοντικής διατροφής, λαμβάνεται υπόψιν ότι το καθαρό μηνιαίο κόστος φοίτησης στο νηπιαγωγείο ανέρχεται σε €305, αφού αφαιρεθεί το ποσό του σχετικού επιδόματος που λαμβάνει η Αιτήτρια από το Κράτος. Αναφορικά με τα πρόσθετα μαθήματα αγγλικών, το Δικαστήριο δεν προτίθεται να συνυπολογίσει οποιοδήποτε ποσό, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς.
Στη βάση των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του ανηλίκου απαιτείται συνολικό ποσό ύψους €787 μηνιαίως, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το κονδύλι του νηπιαγωγείου. Μετά την αφαίρεση του επιδόματος τέκνου ύψους €44 μηνιαίως, το απαιτούμενο ποσό περιορίζεται στα €743, το οποίο θα πρέπει να επωμιστούν οι διάδικοι αναλόγως των οικονομικών τους δυνατοτήτων.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι οικονομικές δυνατότητες του Καθ’ ου η αίτηση ανέρχονται περίπου στο ποσό των €1.500 μηνιαίως, ενώ της Αιτήτριας κυμαίνονται μεταξύ €1.500 και €1.700 μηνιαίως (€1.500 για αναδρομικό ποσό΄ διατροφής και €1.700 για μελλοντικό). Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβάνοντας υπόψιν όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση στη διατροφή του ανήλικου τέκνου του καθορίζεται στο ποσό των €350 μηνιαίως.
Αναφορικά με τα μελλοντικά δίδακτρα του νηπιαγωγείου, το Δικαστήριο κρίνει ορθότερο να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστού διατάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για σημαντικό κονδύλι περιορισμένης χρονικής διάρκειας.
Σε σχέση με την περίοδο από την καταχώριση της αίτησης μέχρι και την έκδοση της παρούσας απόφασης, ήτοι περίοδο 13 μηνών, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου απαιτείτο συνολικό ποσό ύψους €1.057 μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένου του κονδυλίου του νηπιαγωγείου. Μετά την αφαίρεση του επιδόματος τέκνου, το ποσό αυτό περιορίζεται στα €1.013 μηνιαίως.
Με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, ως αυτές έχουν ήδη καθοριστεί, η συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση για την πιο πάνω περίοδο καθορίζεται στο ποσό των €505 μηνιαίως, ήτοι συνολικά €6.565 για περίοδο 13 μηνών.
Δεδομένου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση καταβ65άλλει ήδη αυτοβούλως ποσό ύψους €250 μηνιαίως, το οποίο ανέρχεται συνολικά σε €3.250 για την επίδικη περίοδο, το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί από το αναδρομικό ποσό διατροφής. Συνεπώς, το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €3.315.
1. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται όπως καταβάλλει στην Αιτήτρια μηνιαίως από 1.6.2026 και την 1η ημέρα κάθε επόμενου μηνός, το ποσό των €350, ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου του Κ.
2. Εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται όπως καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό των €3.315, ως εφάπαξ οφειλόμενη αναδρομική διατροφή, για την περίοδο από 5.5.2025 μέχρι 30.4.2026.
3. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται όπως από 01.6.2026 και για κάθε επόμενο μήνα που ο ανήλικος Κ. θα φοιτήσει στο νηπιαγωγείο «Χαρούμενη Παιγνιδούπολη», καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €140 ως συνεισφορά του στα δίδακτρα φοίτησης του ανηλίκου
4. Ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο αρ. 3, εντός 10 ημερών από την ημέρα που η Αιτήτρια θα του κοινοποιεί γραπτώς μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας τις αποδείξεις πληρωμής των διδάκτρων.
Σε περίπτωση παράλειψης του Καθ’ ου η αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο αρ.4 ανωτέρω, η Αιτήτρια δύναται να τα αξιώσει ως μέρος της διατροφής, ως προνοεί ο Νόμος.
Ένεκα της συσσώρευσης του ποσού αναδρομικής διατροφής και επειδή εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του Καθ’ ου η αίτηση να καταβάλλει το ποσό των €350 ως διατροφή για το τέκνο του πλέον τα δίδακτρα νηπιαγωγείου, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως δοθεί στον Καθ’ ου η αίτηση περίοδος χάριτος 8 μηνών από σήμερα για να συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα που αφορά τα αναδρομικά ποσά διατροφής.
Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση.
(Υπ.)…………………….
Σ. Νεοφύτου, Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο