M.T. ν. Γ.Μ., Αρ. Αίτησης: 14/24, 2/6/2026
print
Τίτλος:
M.T. ν. Γ.Μ., Αρ. Αίτησης: 14/24, 2/6/2026
M.T. ν. Γ.Μ., Αρ. Αίτησης: 14/24, 2/6/2026

 

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Ενώπιον: Μ.Χ.Κάιζερ, Π.

                                                                                 Αρ. Αίτησης:  14/24i

Μεταξύ:

 

M.T.

 

                                                                  Αιτήτριας

                                               και

 

 

 

Γ.Μ.

                                                                        Καθ’ου η Αίτηση

 

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  2 Ιουνίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια:

κος Σ. Σκορδής για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε

Για τον Καθ’ου η αίτηση:

κα Μ.Χαραλαμπίδου για Χαραλαμπίδου & Τσιαννή Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Το άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) ορίζει ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.

 

Με βάση τη διάταξη αυτή, η Αιτήτρια με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται o Καθ’ου η αίτηση να συνεισφέρει στη διατροφή του ανήλικου τέκνου του Μ-Α.Μ. οποίος γεννήθηκε στις 25/07/2020.

 

Ειδικότερα αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση όπως καταβάλλει το ποσό των €970 μηνιαίως ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του πιο πάνω ανήλικου.

 

Η ακρόαση διεξήχθη με την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων. Δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ακολούθως, οι δικηγόροι και των δυο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.

 

Πριν προχωρήσω στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η εκατέρωθεν μαρτυρία θα εξεταστεί υπό το πρίσμα των παραμέτρων που καθορίζονται στα άρθρα 33(1) και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90), βάσει των οποίων προσδιορίζεται η συνεισφορά των υπόχρεων γονέων στη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους. Οι εν λόγω παράμετροι συνίστανται, αφενός, στις ανάγκες του δικαιούχου ανήλικου τέκνου και, αφετέρου, στις οικονομικές και λοιπές δυνατότητες των υπόχρεων γονέων.

Αποτελούν παραδεκτά και, εν πάση περιπτώσει, μη αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων γεγονότα, τα ακόλουθα:

1.Οι διάδικοι είναι Κύπριοι πολίτες, χριστιανοί ορθόδοξοι, και μόνιμοι κάτοικοι της Επαρχίας Λευκωσίας.

2.Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 28 Αυγούστου 2010 στον Ιερό Ναό Αποστόλου Μάρκου, στον Αρχάγγελο Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας.

3.Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, τον Μ-Α, γεννηθέντα στις 25/07/2020.

4.Οι διάδικοι βρίσκονται σε οριστική διάσταση από τον Ιούνιο του 2023, ενώ διαμένουν χωριστά από τις 18 Δεκεμβρίου 2023.

5.Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 14/12/2023, το οποίο εκδόθηκε στην Αίτηση υπ’ αρ. 682/23.

6.Ως παραδεκτά γεγονότα κατατέθηκαν τα εισοδήματα των διαδίκων για τα έτη 2024 και 2025, καθώς και για τον μήνα Ιανουάριο του 2026. Παραδεκτά κατατέθηκαν επίσης τα έξοδα που αφορούν τις δραστηριότητες και τα ιδιαίτερα μαθήματα του ανηλίκου από την καταχώριση της παρούσας αίτησης μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία επιφυλάχθηκε η απόφαση, όπως και οι συνεισφορές ή πληρωμές εκάστου των διαδίκων έναντι των εν λόγω εξόδων. Επιπροσθέτως, δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι ο Καθ’ου η αίτηση κατέθεσε το ποσό των €1.000 σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων για την περίοδο Ιανουαρίου έως Μαΐου 2024, ποσό το οποίο η Αιτήτρια αποδέχεται να ληφθεί υπόψη έναντι της συνεισφοράς του Καθ’ ου η αίτηση στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους, παρότι το ποσό αυτό δεν έχει μέχρι σήμερα χρησιμοποιηθεί από την ίδια. Περαιτέρω, ως προς τα ιδιαίτερα μαθήματα, συμφωνήθηκε ότι αυτά αφορούν το μελετητήριο και τα αγγλικά μέχρι και τον Ιούνιο κάθε σχολικής χρονιάς, ήτοι για δέκα μήνες ετησίως, καθώς και την κολύμβηση μέχρι και τον Αύγουστο, ήτοι για έντεκα μήνες ετησίως. Τα εν λόγω μαθήματα αποτελούν τις δραστηριότητες που εξακολουθούν να υφίστανται και αναμένεται να επαναληφθούν κατά τη νέα σχολική χρονιά.

7.Δεν θα συμπεριληφθεί στο εξοδολόγιο του ανήλικου κονδύλι για παιδοψυχολόγο.

8.Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός το υφιστάμενο ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 01/07/2024, το οποίο εκδόθηκε στην Αίτηση Γονικής Μέριμνας υπ’ αρ. 27/24 και εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα μεταξύ των διαδίκων.

9.Η Αιτήτρια δεν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα αναφορικά με το ανήλικο τέκνο ούτε δικαιούται να λάβει τέτοιο επίδομα.

10.Το ανήλικο τέκνο δεν καταναλώνει πλέον γάλα φόρμουλας, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζεται και στην αγόρευση της Αιτήτριας, όπου το σχετικό κονδύλι μειώνεται από €260 σε €200 μηνιαίως.

11.Ο ετήσιος μισθός της Αιτήτριας για το έτος 2025 εμφανίζεται μειωμένος σε σχέση με το συνολικό άθροισμα των δεκατριών μηνιαίων απολαβών της, καθότι κατά τον μήνα Αύγουστο 2025 είχε λάβει γονική άδεια για τις περιόδους 11/08/2025 έως 14/08/2025 και 25/08/2025 έως 29/08/2025. Η εν λόγω άδεια αποζημιώθηκε μέσω επιδόματος κοινωνικών ασφαλίσεων και όχι από τον εργοδότη της.

12.Αναφορικά με τη λογοθεραπεία του ανηλίκου, κατατέθηκε ως παραδεκτό ότι οι διάδικοι υπέβαλαν από κοινού αίτηση προς το Υπουργείο Παιδείας, μέσω του σχολείου του παιδιού, ώστε αυτό να συνεχίσει να λαμβάνει λογοθεραπευτική στήριξη εντός του σχολικού πλαισίου από τον Σεπτέμβριο του 2026. Για την ενδιάμεση περίοδο, ήτοι από τον Φεβρουάριο 2026 μέχρι και τον Ιούνιο 2026, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως το παιδί παρακολουθεί συνεδρίες λογοθεραπείας με ιδιώτη θεραπευτή, με το σχετικό κόστος να καταβάλλεται από αμφότερους σε ποσοστό 50%, ήτοι €25 ανά συνεδρία, μία φορά εβδομαδιαίως. Παρότι η λογοθεραπεία καλύπτεται από το Γενικό Σύστημα Υγείας (ΓΕΣΥ), λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου και προς αποφυγή καθυστερήσεων, κρίθηκε εύλογο και προς το συμφέρον του παιδιού όπως αυτό παρακολουθήσει προσωρινά συνεδρίες σε ιδιώτη θεραπευτή.

Τα πιο πάνω καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Μαρτυρία Αιτήτριας

 

Στην έγγραφη μαρτυρία της, η Αιτήτρια, πέραν των παραδεκτών γεγονότων που έχουν ήδη καταγραφεί, υποστηρίζει ότι μετά τη διάσταση (Ιούνιος 2023) και ιδίως μετά το διαζύγιο (Δεκέμβριος 2023), ο Καθ’ ου η αίτηση έχει περιορισμένη και μη ικανοποιητική συνεισφορά στα έξοδα του ανήλικου τέκνου τους, παρά την σημαντικά υψηλότερη οικονομική του ικανότητα.

 

Η θέση της είναι ότι παρά το γεγονός ότι ο Καθ’ου η αίτηση είχε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση κατά τη συμβίωση, η Αιτήτρια κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των τρεχόντων εξόδων διαβίωσης. Μετά τη διάσταση, ο Καθ’ου η αίτηση καταβάλλει μόνο το 50% ορισμένων συγκεκριμένων εξόδων (δίδακτρα νηπιαγωγείου, ορισμένα ιδιαίτερα), ενώ αποφεύγει συστηματικά να συνεισφέρει αναλογικά σε άλλα έξοδα, ζητώντας συνεχώς παραστατικά ακόμα και για προφανή έξοδα.

 

Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι, για την κάλυψη των αναγκών διατροφής, ένδυσης, φροντίδας, εκπαίδευσης και εν γένει ευημερίας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, απαιτείται μηνιαίως ποσό της τάξεως των €1.400. Προς τεκμηρίωση της θέσης της, κατέθεσε σειρά τεκμηρίων (Τεκμήρια 5-12), στα οποία περιλαμβάνεται αναλυτικός πίνακας εξόδων, όπου καταγράφονται επιμέρους κονδύλια τα οποία, κατά την άποψη της, αντανακλούν τις πραγματικές και εύλογες ανάγκες του ανηλίκου.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια εισηγείται ότι ο Καθ’ου η αίτηση οφείλει να συνεισφέρει τουλάχιστον κατά ποσοστό 60% στα ως άνω έξοδα, λαμβανομένων υπόψη τόσο των οικονομικών δυνατοτήτων εκάστου των διαδίκων όσο και της υφιστάμενης οικονομικής τους κατάστασης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αιτήτρια αναφέρει ότι, κατά την οριστική διευθέτηση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, ο Καθ’ου η αίτηση αναμένεται να λάβει σημαντικό χρηματικό ποσό από την ίδια, ενώ η ίδια θα επωμισθεί την εξυπηρέτηση του στεγαστικού δανείου. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρεί τραπεζικές καταθέσεις που υπερβαίνουν τις €110.000, ενώ η ίδια θα αναγκαστεί να προβεί σε πώληση διαμερίσματος προκειμένου να καλύψει μέρος των εξόδων της.

Η Αιτήτρια υποβάλλει περαιτέρω ότι ο Καθ’ου η αίτηση οφείλει να αναλάβει τις γονικές και οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι του ανήλικου τέκνου και να συνεισφέρει ουσιαστικά στις ανάγκες συντήρησης του.

Καταληκτικώς, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος διατροφής ύψους €840 μηνιαίως, ποσό το οποίο αντιστοιχεί, κατά την εισήγηση της, στο 60% των συνολικών μηνιαίων αναγκών του ανηλίκου, πλέον διατάγματος για κάλυψη από τον Καθ’ ου η αίτηση ποσοστού 60% επί οιωνδήποτε ιατρικών ή άλλων έκτακτων εξόδων του ανηλίκου. Ζητεί, τέλος, όπως τα σχετικά ποσά επιδικασθούν αναδρομικώς από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αίτησης.

Προς υποστήριξη των ανωτέρω, η Αιτήτρια παρέπεμψε στον επισυναπτόμενο αναλυτικό πίνακα εξόδων, υποστηρίζοντας ότι από το περιεχόμενο του καταδεικνύεται η αναγκαιότητα ουσιαστικής οικονομικής συμβολής του Καθ’ ου η αίτηση, ώστε να διατηρηθεί και, ενδεχομένως, να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο του ανηλίκου.

Μαρτυρία Καθ’ου η αίτηση

Ο Καθ’ ου η αίτηση απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 11–33 της γραπτής μαρτυρίας της Αιτήτριας ως αναληθές, παραπλανητικό και υπερβολικό, υποστηρίζοντας ότι οι απαιτήσεις της δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του ανηλίκου ούτε στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων. Εμμένει δε στις θέσεις που διατυπώνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης του.

Ειδικότερα, προβάλλει τη θέση ότι ήδη συνεισφέρει ουσιαστικά και άμεσα στη συντήρηση και φροντίδα του ανηλίκου, τόσο μέσω της φυσικής φροντίδας που παρέχει λόγω του εκτεταμένου χρόνου επικοινωνίας του με το παιδί, όσο και μέσω της απευθείας καταβολής σημαντικού μέρους των εξόδων του. Υποστηρίζει ότι, δυνάμει του ισχύοντος προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας, το ανήλικο διαμένει μαζί του περίπου το 40% του ελεύθερου χρόνου του, ήτοι έξι ημέρες ανά δεκατέσσερις, γεγονός που, κατά τον ίδιο, συνεπάγεται ότι επωμίζεται αντίστοιχα έξοδα διατροφής, διακίνησης, ψυχαγωγίας, ένδυσης και καθημερινής φροντίδας με την Αιτήτρια, αν όχι περισσότερα.

Περαιτέρω, αναφέρει ότι ήδη από τη λύση του γάμου προέβη σε διευθετήσεις ώστε να καταβάλλει απευθείας το 50% των διδάκτρων του νηπιαγωγείου, των απογευματινών δραστηριοτήτων και των εξόδων λογοθεραπείας και γενικότερα των ιατρικών εξόδων του ανηλίκου, πρακτική την οποία εξακολουθεί να εφαρμόζει μέχρι σήμερα. Υποστηρίζει ακόμη ότι έχει επανειλημμένα δηλώσει στην Αιτήτρια την ετοιμότητα του να καλύπτει το 50% οποιουδήποτε επιπρόσθετου εξόδου για το παιδί, νοουμένου ότι του αποστέλλονται τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Καθ’ου η αίτηση προβάλλει επίσης τη θέση ότι τα πραγματικά έξοδα του ανηλίκου είναι αισθητά χαμηλότερα από εκείνα που παρουσιάζει η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι οι συνολικές ανάγκες ενός παιδιού ηλικίας πέντε ετών δεν υπερβαίνουν τα €700–€750 μηνιαίως συνολικά, συμπεριλαμβανομένων και των διδάκτρων νηπιαγωγείου, ενώ θεωρεί ότι πολλά από τα ποσά που διεκδικούνται από την Αιτήτρια είναι υπερβολικά ή δεν αφορούν αποκλειστικά το παιδί.

Σε σχέση με τα επιμέρους κονδύλια, ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητεί το ύψος των εξόδων διατροφής που προβάλλει η Αιτήτρια, υποστηρίζοντας ότι αυτά δεν ξεπερνούν τα €150 μηνιαίως και ότι μέρος των αποδείξεων που παρουσιάζονται αφορούν προσωπικά έξοδα της ίδιας. Ειδική αναφορά γίνεται στο γάλα σε σκόνη που, κατά τον ισχυρισμό του, αφορά βρέφη και όχι παιδί ηλικίας πέντε ετών, το οποίο πλέον τρέφεται κανονικά χωρίς ειδικές διατροφικές ανάγκες.

Αναφορικά με τα έξοδα διακίνησης, υποστηρίζει ότι ήδη επωμίζεται σημαντικό κόστος λόγω των μετακινήσεων του παιδιού από και προς σχολείο, δραστηριότητες και χώρους ψυχαγωγίας, καθώς και λόγω του ότι το όχημά του δεν είναι υβριδικό όπως της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα τα μηνιαία έξοδα καυσίμων και συντήρησης να υπερβαίνουν, κατά τους ισχυρισμούς του, τα €300 μηνιαίως.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης, ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να αγοράσει εκ νέου ρουχισμό, παιδικό εξοπλισμό, έπιπλα, παιχνίδια και βιβλία για το παιδί, λόγω του ότι η Αιτήτρια διατήρησε στην κατοχή της το σύνολο σχεδόν του υφιστάμενου παιδικού εξοπλισμού μετά τον χωρισμό. Θεωρεί δε υπερβολικό το ποσό των €150 μηνιαίως που προβάλλεται από την Αιτήτρια για ρουχισμό, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό σχετικό κόστος δεν υπερβαίνει τα €40 μηνιαίως.

Σε σχέση με τα δίδακτρα, αποδέχεται ότι για τη σχολική χρονιά 2024–2025 τα έξοδα νηπιαγωγείου ανέρχονταν στα ποσά που αναφέρει η Αιτήτρια, πλην όμως επισημαίνει ότι ήδη καταβάλλει απευθείας το 50% αυτών. Τονίζει επίσης ότι από τη σχολική χρονιά 2025–2026 το ανήλικο έχει ήδη εγγραφεί σε δημόσιο σχολείο, με αποτέλεσμα τα μελλοντικά σχολικά δίδακτρα να είναι ουσιαστικά μηδενικά.

Αναφορικά με τα ιατροφαρμακευτικά έξοδα, ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει ότι αυτά είναι περιορισμένα, δεδομένου ότι οι πλείστες ιατρικές υπηρεσίες και φαρμακευτικές ανάγκες καλύπτονται από το ΓΕΣΥ. Υποστηρίζει ότι οι συνήθεις συμπληρωμές δεν υπερβαίνουν τα €10 μηνιαίως, ενώ για τη λογοθεραπεία και άλλα έκτακτα έξοδα ήδη καταβάλλει απευθείας το 50% του κόστους.

Σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από την Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του ανέρχονται σε €2.371, ενώ της Αιτήτριας σε €3.311. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί να καταβάλλει αποκλειστικά τη δόση του στεγαστικού δανείου της συζυγικής κατοικίας ύψους €778 μηνιαίως, παρά το γεγονός ότι δεν διαμένει πλέον εκεί και ότι την κατοικία χρησιμοποιεί αποκλειστικά η Αιτήτρια.

Προβάλλει επίσης τη θέση ότι η Αιτήτρια επωφελείται αποκλειστικά της χρήσης της συζυγικής κατοικίας, του φωτοβολταϊκού συστήματος και του συνόλου σχεδόν του οικιακού εξοπλισμού, ενώ διαθέτει και επιπρόσθετη ακίνητη περιουσία, συγκεκριμένα διαμέρισμα στην περιοχή Μακεδονίτισσας με δυνατότητα ενοικίασης. Αντιθέτως, ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει ακίνητη περιουσία στο όνομα του, ότι αναγκάστηκε να προβεί σε νέο δανεισμό για αγορά κατοικίας και ότι φιλοξενείται προσωρινά στην οικία των γονέων του, στους οποίους συνεισφέρει οικονομικά για τα έξοδα διαβίωσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, η τελική θέση του Καθ’ ου η αίτηση είναι ότι ήδη συνεισφέρει ουσιαστικά και ισότιμα στις ανάγκες του ανηλίκου και ότι δεν δικαιολογείται η επιβολή εις βάρος του πρόσθετου ποσού διατροφής υπέρ της Αιτήτριας, πέραν της άμεσης κάλυψης του 50% των συγκεκριμένων εξόδων του παιδιού, όπως ήδη πράττει.

            ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η νομική θεμελίωση της εξεταζόμενης αίτησης στηρίζεται στο άρθρο 33 (1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) που καθορίζει ότι:

 

«33 (1) Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του».

 

Καθώς και στο άρθρο 37 του ρηθέντος Νόμου που καθορίζει ότι:

 

«37 (1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

 

 (2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευσή του».

 

Από το συνδυασμό των ως άνω άρθρων είναι σαφές ότι η διατροφή ανηλίκου καθορίζεται στη βάση δυο παραμέτρων, τις δυνάμεις των γονέων του και τις ανάγκες του δικαιούχου διατροφής. Συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, υποχρέωση η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην αντιμετώπιση των αναγκών των ανηλίκων, όπως αυτές εύστοχα καθορίζονται στο άρθρο 37 του Ν. 216/90.

 

Το άρθρο 33 καθιστά τη διατροφή αμοιβαία υποχρέωση των γονέων, αρχή που συνάδει με την ισότητα των φύλων που κατοχυρώνει το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Το μέτρο της συνεισφοράς είναι "οι δυνάμεις" εκατέρων των γονέων, έννοια που περιλαμβάνει το σύνολο των εισοδηματικών δυνατοτήτων εκάστου μέρους για συνδρομή και όχι μόνο το υπαρκτό εισόδημα.

 

Ως προς το τι συνιστούν ανάγκες του δικαιούχου, παραπέμπω στο σύγγραμμα του Απόστολου Σ. Γεωργιάδη «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ» όπου στη σελ. 652, αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

       «1.  Ανάγκες του δικαιούχου

 

       Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του (πλήρης διατροφή: ΑΚ 1493 εδ. β΄). Στο περιεχόμενο της διατροφής περιλαμβάνονται ειδικότερα βιοτικές ανάγκες του δικαιούχου που είτε υφίστανται πραγματικά κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής είτε μπορούν με βεβαιότητα να προβλεφθούν μελλοντικά. Η διατροφή λοιπόν περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη:  τροφή, στέγη, ένδυση, θέρμανση, φωτισμό, λοιπά λειτουργικά έξοδα της οικίας διαμονής, ψυχαγωγία, μόρφωση (π.χ. αγορά βιβλίων), διαπαιδαγώγηση, νοσηλεία και δαπάνες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, παραθέριση, συγκοινωνία και επικοινωνία. Ιδίως περιλαμβάνονται δαπάνες θεωρητικής, επαγγελματικής ή τεχνικής μόρφωσης, ακόμη και μεταπτυχιακής.»

      

       Έχω μελετήσει διεξοδικά όλη την τεθείσα ενώπιον μου μαρτυρία και σε συνδυασμό με τη σχετική νομοθεσία και νομολογία θα προχωρήσω ευθύς αμέσως να εξετάσω τις δυο παραμέτρους που ανέφερα ανωτέρω σε σχέση με το υπό κρίση θέμα, τις ανάγκες του ανήλικου και τις δυνάμεις των γονέων του.

 

       I.Έξοδα ανηλίκου

 

Σύμφωνα με τη Νομολογία, (Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη (1998) 1 ΑΑΔ 1386, 1390) το Δικαστήριο, ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης του. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη Νομολογία, η κοινή πείρα και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμων (βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625).

 

Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Κορελλίδης v. Κορελλίδη (2012) 1Γ ΑΑΔ 1975 λέχθηκε ότι:

 

«... το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες και να καταλήγει σε συμπεράσματα που να επαναφέρουν, ή δυνατό, τα ανήλικα τέκνα σε μια πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι γονείς τους ζούσαν μαζί».

 

Το Δικαστήριο είναι σε θέση, λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, ως προς τα έξοδα διατροφής του ανήλικου, τα οποία είναι συνακόλουθα βεβαίως και της ηλικίας του, να καταλήξει σε ένα ποσό το οποίο αντανακλά στο εύλογο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και ζωής, ως εύστοχα αναφέρει η προαναφερθείσα νομολογία.

Πριν προχωρήσω στον καθορισμό του ύψους της διατροφής που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του ανήλικου τέκνου σε μηνιαία βάση, θεωρώ αναγκαίο να αναφερθώ στο προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης γονικής μέριμνας υπ’ αριθμόν 27/24, καθότι ο Καθ’ ου η αίτηση προβαίνει σε εκτενή επίκληση των ρυθμίσεων που αυτό προβλέπει. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο ανήλικος διαμένει μαζί του κατά ποσοστό 40%, ενώ το υπόλοιπο 60% του χρόνου βρίσκεται με την Αιτήτρια, με αποτέλεσμα, κατά τους ισχυρισμούς του, να έχει αναλάβει, κατ’ αναλογία του χρόνου επικοινωνίας, αντίστοιχο μέρος των εξόδων του ανήλικου σε όλες πλέον τις κατηγορίες δαπανών. Υπό το πρίσμα αυτό, προβάλλει τη θέση ότι δεν συντρέχει πλέον λόγος καταβολής οποιουδήποτε επιπρόσθετου ποσού διατροφής προς την Αιτήτρια.

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση εισηγείται όπως διατηρηθεί η υφιστάμενη πρακτική ως προς την καταβολή των πάγιων και λοιπών εξόδων του ανήλικου τέκνου, ήτοι όπως αυτά εξακολουθήσουν να καλύπτονται από αμφότερους τους διαδίκους κατά το ήμισυ και/ή κατά συγκεκριμένο ποσοστό συμμετοχής εκάστου, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, εφαρμόζεται μέχρι σήμερα.

Με κάθε σεβασμό προς τη θέση του Καθ’ου η αίτηση, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον ισχυρισμό ότι ο χρόνος που περνά το ανήλικο τέκνο με έκαστο γονέα κατανέμεται σε ποσοστό 60% υπέρ της Αιτήτριας και 40% υπέρ του Καθ’ου η αίτηση. To εν λόγω διάταγμα ορίζει ρητά τις ώρες κατά τις οποίες ο Καθ’ου η αίτηση παραλαμβάνει τον ανήλικο. Όλες οι υπόλοιπες ώρες (είτε το παιδί είναι με τη μητέρα είτε στο σχολείο) ανήκουν στη μητέρα, όπως προκύπτει από το διατακτικό.

Στην πρώτη εβδομάδα (περιττές εβδομάδες), ο πατέρας έχει το παιδί συνολικά 57 ώρες. Συγκεκριμένα, τη Δευτέρα από τις 15:30 μέχρι τις 20:00 (4,5 ώρες) και από την Παρασκευή στις 15:30 μέχρι την Κυριακή στις 20:00 (52,5 ώρες). Συνεπώς, η μητέρα έχει το παιδί τις υπόλοιπες 111 ώρες της εβδομάδας.

Στη δεύτερη εβδομάδα (άρτιες εβδομάδες), ο πατέρας έχει το παιδί συνολικά 40 ώρες. Συγκεκριμένα, από την Τετάρτη στις 15:30 μέχρι την Παρασκευή στις 07:30 το πρωί (8,5 ώρες την Τετάρτη, 24 ώρες την Πέμπτη και 7,5 ώρες την Παρασκευή). Συνεπώς, η μητέρα έχει το παιδί τις υπόλοιπες 128 ώρες της εβδομάδας.

Σε διάστημα δύο εβδομάδων, ήτοι συνολικά 336 ωρών, ο πατέρας έχει το ανήλικο τέκνο υπό τη φροντίδα του για 97 ώρες, ενώ η μητέρα για 239 ώρες (ήτοι περίπου 28,87% για τον πατέρα και περίπου 71,13% για τη μητέρα). Τα πιο πάνω χρονικά διαστήματα αντιστοιχούν, κατόπιν στρογγυλοποίησης, σε ποσοστό 29% για τον πατέρα και 71% για τη μητέρα.

Η εν λόγω αναλογία παραμένει ουσιαστικά σταθερή σε μακροπρόθεσμη βάση, ανεξαρτήτως του εκάστοτε μήνα, λόγω του εναλλασσόμενου και επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα του προγράμματος επικοινωνίας.

Συνεπώς, η θέση του Καθ’ου η αίτηση ότι οι διάδικοι συνεισφέρουν ουσιαστικά ισότιμα στις ανάγκες του ανηλίκου, λόγω του χρόνου επικοινωνίας που ασκεί με αυτόν, δεν μπορεί να ευσταθήσει.

Περαιτέρω, κρίνω σημαντικό να επισημάνω ότι, όπως εύστοχα αναφέρθηκε και στην απόφαση Ρουσουνίδης ν. Παναγή Ρουσουνίδου, Έφεση Αρ. 25/2019, ημερομηνίας 15/12/2021:

«Τα έξοδα των παιδιών πληρώvovται από τον γovέα με τov oπoίo τα παιδιά διαμέvoυv και o άλλος γovέας δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης συvεισφoράς του σε αυτά επειδή επιθυμεί, κατά την επικoιvωvία του με το παιδί του ή σε οποιοδήποτε χρόvo, να του προσφέρει, είτε αγoράζovτας του κάπoιo είδος, είτε πρoσφέρovτας του αναψυχή. Αυτά πρoσφέρovται oικειoθελώς και το παιδί τα απoλαμβάvει επιπλέov των αvαγκώv του, όπως καθoρίζovται στη δικαστική απόφαση. Από την άλλη, τα έξοδα διατροφής του παιδιού κατά τις ημέρες που διαμένει με τον υπόχρεο για καταβολή διατροφής γovέα μπoρoύv vα συvυπoλoγιστoύv, κατά κύριο λόγο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ιδιαίτερo oικovoμικό πρόβλημα».

Στην παρούσα υπόθεση, το ανήλικο τέκνο διαμένει κατά συντριπτικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα με την Αιτήτρια, η οποία επωμίζεται, εκ των πραγμάτων, το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών, σταθερών και ανελαστικών εξόδων που αφορούν τη διαβίωση, φροντίδα και ανατροφή του παιδιού. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η θέση ότι η κάλυψη ορισμένων εξόδων από τον Καθ’ου η αίτηση κατά τον χρόνο επικοινωνίας του με το ανήλικο εξομοιώνεται με ισότιμη οικονομική συνεισφορά στη συνολική διατροφή και συντήρηση αυτού.

Σε ό,τι αφορά λοιπές πάγιες ανάγκες του ανήλικου, όπως τα δίδακτρα αγγλικών, τα μαθήματα κολύμβησης, το μελετητήριο και άλλες συναφείς δραστηριότητες, δεν αμφισβητείται από την Αιτήτρια ότι αυτές καλύπτονταν μέχρι σήμερα εξ ημισείας από τους διαδίκους, γεγονός το οποίο, άλλωστε, περιλαμβάνεται και στα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. Ομοίως, η Αιτήτρια δεν αμφισβητεί ότι, κατά τον χρόνο που το ανήλικο βρίσκεται με τον Καθ’ου η αίτηση, ο τελευταίος επωμίζεται τα έξοδα που αφορούν τις ανάγκες και τη διαβίωση του.

Ωστόσο, η Αιτήτρια δεν αποδέχεται ότι η πιο πάνω κατανομή ανταποκρίνεται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες εκάστου των διαδίκων, υποστηρίζοντας ότι η εισοδηματική δυναμική του Καθ’ ου η αίτηση είναι αισθητά ανώτερη από τη δική της. Παράλληλα, αμφισβητεί και τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση ότι ο ανήλικος διαμένει μαζί του σε ποσοστό 40% του συνολικού χρόνου. Ως εκ τούτου, επιζητεί από το Δικαστήριο να καθορίσει την αναλογία συνεισφοράς των διαδίκων στη διατροφή και κάλυψη των αναγκών του ανήλικου βάσει των πραγματικών οικονομικών τους δυνατοτήτων, αλλά και του πραγματικού χρόνου φροντίδας και διαμονής του τέκνου με έκαστο γονέα.

Όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, η Αιτήτρια στην μαρτυρία της προσδιορίζει τις μηνιαίες ανάγκες του ανήλικου στο συνολικό ποσό των €1.400, στην αγόρευση της περιορίζει τα έξοδα στα €1.218. Ο δε Καθ’ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά έξοδα του ανήλικου, που είναι μόλις 5 ετών, σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνούν τα €700-€750 το μήνα για όλες τις κατηγορίες μαζί, συμπεριλαμβανομένων και των διδάκτρων του νηπιαγωγείου.

 

Θα επιχειρήσω λοιπόν στη βάση του εύλογου των κονδυλίων και σε συνάρτηση με τις ως άνω αναφερθείσες νομολογιακές αρχές να καθορίσω το ποσό της διατροφής που απαιτείται για τον ανήλικο σε μηνιαία βάση.

Επισημαίνεται ότι, στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο περιορίζεται στην καταγραφή και αξιολόγηση των εύλογων μηνιαίων εξόδων του ανήλικου τέκνου, προβαίνοντας σε εξέταση των αναγκών του ανά επιμέρους κατηγορία δαπάνης, χωρίς ακόμη να προχωρεί στον επιμερισμό της αναλογούσας συνεισφοράς εκάστου των διαδίκων. Η δε τυχόν πρόθεση οποιουδήποτε εκ των γονέων να παρέχει στο τέκνο παροχές πέραν των αντικειμενικά αναγκαίων και εύλογων αναγκών του αποτελεί προσωπική επιλογή, η οποία δεν δύναται να επηρεάσει ή να αλλοιώσει την αντικειμενική αποτίμηση των πραγματικών εξόδων διατροφής και συντήρησης του ανήλικου.

Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Αιτήτρια δεν αποτυπώνει αποκλειστικά τα συνολικά έξοδα του ανήλικου σε μηνιαία βάση, αλλά κυρίως τα έξοδα τα οποία η ίδια επωμίζεται προσωπικά κάθε μήνα για την κάλυψη των αναγκών του τέκνου. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καθ’ου η αίτηση δεν καταβάλλει αντίστοιχες δαπάνες κατά τον χρόνο που το ανήλικο βρίσκεται υπό τη φροντίδα του, έστω και σε μικρότερο βαθμό, λόγω του σαφώς πιο περιορισμένου χρόνου επικοινωνίας και διαμονής του παιδιού μαζί του.

Κατά συνέπεια, θα προβώ στον καθορισμό του εύλογου ύψους εκάστου επιμέρους κονδυλίου δαπάνης με γνώμονα το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας, αξιολογώντας τόσο τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια όσο και τα δεδομένα που προκύπτουν από τη φύση και τις πραγματικές ανάγκες του ανήλικου τέκνου.

Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ή προσδιοριστική μαρτυρία αναφορικά με τα ποσά που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι καταβάλλει για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών του ανήλικου, πέραν των πάγιων εξόδων τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Αντιθέτως, περιορίστηκε κυρίως σε σχολιασμό και αμφισβήτηση της μαρτυρίας και των ποσών που προέβαλε η Αιτήτρια.

Εξοδολόγιο ανήλικου

 

Έξοδα που υφίσταντο κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης, όμως έχουν πλέον εκλείψει

Όπως ήδη αναφέρθηκε στο πλαίσιο των παραδεκτών γεγονότων, ορισμένα κονδύλια που περιλαμβάνονταν στο εξοδολόγιο του ανήλικου τέκνου δεν υφίστανται πλέον κατά τον παρόντα χρόνο. Ειδικότερα, έχουν παύσει να υφίστανται τα έξοδα που αφορούσαν το νηπιαγωγείο, το πρόγραμμα Monkeynastix και το πρόγραμμα Drama and Act, το κόστος των οποίων καλυπτόταν από τους διαδίκους εξ ημισείας.

Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, από τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης μέχρι και την παύση των εν λόγω δραστηριοτήτων, καταβλήθηκαν συνολικά τα ακόλουθα ποσά:

·         για το νηπιαγωγείο, ποσό ύψους €8.990, εκ των οποίων έκαστος γονέας κατέβαλε €4.495,

·         για το πρόγραμμα Monkeynastix, ποσό ύψους €200, εκ των οποίων έκαστος γονέας κατέβαλε €100,

·         για το πρόγραμμα Drama and Act, ποσό ύψους €300, εκ των οποίων έκαστος γονέας κατέβαλε €150.

Συνεπώς, τα εν λόγω κονδύλια δεν συνιστούν πλέον υφιστάμενες ή διαρκείς ανάγκες του ανήλικου τέκνου, ώστε να ληφθούν υπόψη για σκοπούς καθορισμού της μελλοντικής διατροφής. Εκείνο που απομένει προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον η μέχρι σήμερα κάλυψη των συγκεκριμένων εξόδων από τους διαδίκους σε ίσα μέρη αντανακλά πράγματι και είναι αντιπροσωπευτική της πραγματικής εισοδηματικής δυνατότητας εκάστου εξ αυτών, υπό το πρίσμα των οικονομικών τους δεδομένων και της αναλογικής υποχρέωσης συνεισφοράς τους στις ανάγκες του ανηλίκου.

 

Σημειώνω περαιτέρω ότι η πιο πάνω διεργασία δεν περιορίζεται μόνο στα έξοδα που έχουν πλέον εκλείψει, αλλά επεκτείνεται και στις υφιστάμενες πάγιες ανάγκες του ανήλικου τέκνου, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται και αναμένεται να συνεχίσουν να υφίστανται και στο μέλλον, αναφορικά με τις οποίες οι διάδικοι, από τον χρόνο καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης και εντεύθεν, προέβαιναν σε κάλυψη του σχετικού κόστους κατά ίσα μέρη. Το Δικαστήριο και ως προς τα εν λόγω κονδύλια, θα εξετάσει κατά πόσον η μέχρι σήμερα ισομερής κατανομή των εξόδων ανταποκρίνεται πράγματι στις οικονομικές δυνατότητες εκάστου διαδίκου και στην αναλογική υποχρέωση συνεισφοράς τους στις ανάγκες του ανηλίκου.

 

Σημερινά πάγια έξοδα δραστηριοτήτων του ανηλίκου (Αγγλικά, κολύμπι, μελετητήριο).

 

Όπως καταγράφηκε και στα παραδεκτά γεγονότα, τα ιδιαίτερα μαθήματα αφορούν το μελετητήριο και τα αγγλικά τα οποία πραγματοποιούνται μέχρι και τον μήνα Ιούνιο εκάστου έτους, ήτοι για δέκα μήνες ετησίως, ενώ τα μαθήματα κολύμβησης πραγματοποιούνται μέχρι και τον μήνα Ιούλιο, ήτοι για έντεκα μήνες ετησίως. Πρόκειται για έξοδα που εξακολουθούν να υφίστανται κατά τον παρόντα χρόνο και αναμένεται να επαναληφθούν και κατά τη νέα σχολική χρονιά.

 

Συνεπώς το μηνιαίο κόστος για το μελετητήριο ανέρχεται στα €196 (€235 μηνιαίο κόστος × 10 μήνες= €2.350÷12 μήνες €195,83). Από τον Αύγουστο του 2025 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2026 καταβλήθηκε συνολικά ποσό ύψους €1.410, εκ των οποίων έκαστος διάδικος κατέβαλε ποσό €705.

 

Το μηνιαίο κόστος για το μάθημα αγγλικών ανέρχεται στα €33 (€40 μηνιαίο κόστος × 10 μήνες= €400 ÷12 μήνες €33,33). Από τον Αύγουστο του 2025 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2026 καταβλήθηκε συνολικά ποσό ύψους €240, εκ των οποίων έκαστος διάδικος κατέβαλε ποσό €120.

 

Ως προς τα μαθήματα κολύμβησης, το μηνιαίο κόστος ανέρχεται στο ποσό των €69 (€75 μηνιαίο κόστος × 11 μήνες = €825 ÷ 12 μήνες). Από τον Απρίλιο του 2025 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2026 καταβλήθηκε συνολικά ποσό ύψους €715, εκ των οποίων έκαστος διάδικος κατέβαλε ποσό €358.

 

1.Σίτιση

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε στο πλαίσιο των παραδεκτών γεγονότων, η Αιτήτρια περιόρισε το σχετικό κονδύλι για τις ανάγκες σίτισης του ανήλικου από το ποσό των €260 μηνιαίως στο ποσό των €200 μηνιαίως. Το εν λόγω ποσό των €200 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, και διευκρινίστηκε εκ νέου και κατά την παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων πριν να επιφυλαχθεί η απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Κρίνω ότι το ποσό των €200 μηνιαίως για σκοπούς κάλυψης των εξόδων σίτισης του ανήλικου είναι απολύτως εύλογο και δικαιολογημένο. Μάλιστα, ενόψει του σημερινού κόστους ζωής και των καθημερινών αναγκών ενός παιδιού της ηλικίας του ανηλίκου, το εν λόγω ποσό δύναται να χαρακτηριστεί και ως συντηρητικό.

 

2. Ένδυση/Υπόδηση

Αναφορικά με τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης του ανήλικου τέκνου, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι οι σχετικές ανάγκες ανέρχονται στο ποσό των €150 μηνιαίως, παραθέτοντας προς υποστήριξη της θέσης της αποδείξεις αγορών για το έτος 2024 συνολικού ύψους πέραν των €1.300, οι οποίες αφορούν κυρίως ηλεκτρονικές αγορές, αποδείξεις οι οποίες ήταν εύκολα ανακτήσιμες καθότι όπως διευκρίνισε δεν συνηθίζει να κρατά τις αποδείξεις των αγορών της.

Η Αιτήτρια περιέγραψε το εύρος των αναγκών ένδυσης και υπόδησης του ανηλίκου, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εποχιακά ρούχα, εσώρουχα, πιτζάμες, αθλητικά και καθημερινά υποδήματα, μαγιό και λοιπά είδη απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωση και δραστηριότητα ενός παιδιού της ηλικίας του. Επεσήμανε επίσης ότι, λόγω της ηλικίας του ανηλίκου και της φυσιολογικής σωματικής του ανάπτυξης, απαιτείται συχνή ανανέωση τόσο του ρουχισμού όσο και των υποδημάτων του, ενώ παράλληλα υφίσταται ανάγκη διατήρησης επιπρόσθετου ρουχισμού στο σχολείο, στην τσάντα του παιδιού, καθώς και στις δύο οικίες στις οποίες διαμένει.

Από την άλλη πλευρά, ο Καθ’ου η αίτηση θεωρεί ότι το ποσό των €150 μηνιαίως, ήτοι €1.800 ετησίως, είναι πρόδηλα υπερβολικό και υποστηρίζει ότι οι σχετικές ανάγκες του ανηλίκου δεν υπερβαίνουν το ποσό των €40 μηνιαίως.

Με κάθε σεβασμό προς τον Καθ’ου η αίτηση δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση αυτή. Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες, την ηλικία του ανηλίκου, τις αυξημένες ανάγκες ένδυσης και υπόδησης λόγω της ταχείας ανάπτυξης του, καθώς και το εύρος των ειδών που ευλόγως απαιτούνται για την καθημερινή του διαβίωση, κρίνω ότι το ποσό των €150 μηνιαίως δεν είναι υπερβολικό ούτε δυσανάλογο.

Αντιθέτως, το ποσό αυτό αντανακλά με ρεαλισμό το πραγματικό κόστος κάλυψης των αναγκών ένδυσης και υπόδησης ενός παιδιού πέντε ετών, ιδίως όταν ληφθεί υπόψη ότι οι ανάγκες αυτές δεν περιορίζονται μόνο σε βασικά είδη ρουχισμού, αλλά περιλαμβάνουν διαρκή αντικατάσταση και ανανέωση ρούχων και υποδημάτων λόγω φθοράς, ανάπτυξης και εποχιακών μεταβολών.

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι το ποσό των €150 μηνιαίως για σκοπούς ένδυσης και υπόδησης του ανηλίκου είναι εύλογο, δικαιολογημένο και σύμφωνο με τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων πως αμφότεροι διαθέτουν υψηλά εισοδήματα και, συνεπώς, το επίπεδο διαβίωσης και η κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου πρέπει ευλόγως να ανταποκρίνονται στις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας.

 

3. Σχολικές ανάγκες (συνδρομές, τσάντες, βιβλία, γραφική ύλη, εκδρομές, εκδηλώσεις, φωτογραφίες, καντίνα κ.α.)

Σε σχέση με τα έξοδα που αφορούν σχολικές ανάγκες του ανηλίκου, όπως συνδρομές, σχολικές τσάντες, βιβλία, γραφική ύλη, σχολικές εκδρομές, εκδηλώσεις, φωτογραφίες, έξοδα καντίνας και λοιπά συναφή έξοδα, η Αιτήτρια περιόρισε το σχετικό κονδύλι στο ποσό των €50 μηνιαίως, διευκρινίζοντας ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης το ποσό ανερχόταν σε €470 μηνιαίως λόγω της φοίτησης του ανηλίκου σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο. Δεδομένου ότι έχει ήδη γίνει ξεχωριστή αναφορά ανωτέρω στα έξοδα του νηπιαγωγείου, το ζήτημα που απομένει προς εξέταση αφορά κατά πόσον δικαιολογείται το ποσό των €50 μηνιαίως για τις λοιπές σχολικές ανάγκες του παιδιού.

Η θέση του Καθ’ ου η αίτηση είναι ότι, από τη στιγμή που ο ανήλικος φοιτά πλέον σε δημόσιο σχολείο, τα σχολικά έξοδα είναι ουσιαστικά περιορισμένα, ενώ επισημαίνει ότι ήδη καταβάλλει απευθείας ποσοστό 50% για ορισμένες δραστηριότητες και ότι προτίθεται να συνεχίσει να πράττει το ίδιο και στο μέλλον.

Δεν θεωρώ ότι η φοίτηση του ανηλίκου σε δημόσιο σχολείο συνεπάγεται ότι οι σχολικές ανάγκες του περιορίζονται σε αμελητέο βαθμό ή ότι εκμηδενίζονται. Είναι κοινώς γνωστό ότι, ακόμη και στο πλαίσιο της δημόσιας εκπαίδευσης, υφίστανται σταθερές και επαναλαμβανόμενες δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τη σχολική καθημερινότητα ενός παιδιού, όπως αγορά σχολικών ειδών, τσαντών, κασετίνων, γραφικής ύλης, συμμετοχή σε εκδρομές και σχολικές εκδηλώσεις, σχολικές φωτογραφίες, μικροέξοδα καντίνας, καθώς και λοιπές περιστασιακές ανάγκες που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.

Περαιτέρω, τα έξοδα αυτά δεν εμφανίζονται κατ’ ανάγκη κάθε μήνα με την ίδια ένταση, αλλά συχνά συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, ιδίως κατά την έναρξη της σχολικής χρονιάς ή σε περιόδους σχολικών δραστηριοτήτων και εορτών. Ως εκ τούτου, η αποτίμηση τους σε μέσο μηνιαίο ποσό αποτελεί εύλογη και πρακτική προσέγγιση.

Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι το ποσό των €50 μηνιαίως για κάλυψη των σχολικών αναγκών του ανηλίκου είναι απολύτως εύλογο, συγκρατημένο και πλήρως δικαιολογημένο, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του παιδιού, της καθημερινής σχολικής του δραστηριότητας, αλλά και των οικονομικών δυνατοτήτων των διαδίκων, οι οποίοι, ως κοινώς αποδεκτό, διαθέτουν υψηλά εισοδήματα.

4. Αναλογία υπηρεσιών σπιτιού και κοινωνικές υπηρεσίες (ΑΗΚ, νερό/αποχετευτικό, θέρμανση, φόροι σκυβάλων, διαδίκτυο, Netflix, Spotify

Σε σχέση με την κατηγορία εξόδων που αφορά την αναλογία υπηρεσιών οικίας και λοιπών συναφών υπηρεσιών, ήτοι ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, αποχετευτικά τέλη, θέρμανση, φόρους σκυβάλων, υπηρεσίες διαδικτύου, καθώς και συνδρομητικές υπηρεσίες όπως Netflix και Spotify, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τα εν λόγω ποσά έχουν υπολογιστεί κατ’ αναλογία του χρόνου διαμονής του ανηλίκου στην οικία της, δεδομένου ότι το παιδί διαμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μαζί της.

Προς υποστήριξη της θέσης της προσκόμισε σχετικά τεκμήρια και λογαριασμούς, από τους οποίους προκύπτει ότι, για την περίοδο 11/2023 μέχρι 1/2025, καταβλήθηκαν για νερό και ηλεκτρικό ρεύμα ποσά ύψους €578,38 και €393,66 αντίστοιχα, ενώ για υπηρεσίες διαδικτύου και τηλεόρασης καταβλήθηκε κατά το έτος 2024 συνολικό ποσό €566,69. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στις συνδρομές Netflix και Spotify, καθώς και σε λοιπά έξοδα κοινής ωφελείας. (Τεκμήριο 11)

Από την άλλη πλευρά, ο Καθ’ου η αίτηση επισημαίνει ότι η κατοικία της Αιτήτριας διαθέτει φωτοβολταϊκό σύστημα, γεγονός που περιορίζει αισθητά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ προβάλλει και τη δική του συνεισφορά στα λειτουργικά έξοδα της οικίας στην οποία διαμένει προσωρινά με το ανήλικο.

Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας και των σχετικών τεκμηρίων, διαπιστώνω ότι πράγματι το πραγματικό κόστος ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στην κατοικία της Αιτήτριας εμφανίζεται συγκριτικά περιορισμένο, γεγονός που εύλογα αποδίδεται και στην ύπαρξη φωτοβολταϊκού συστήματος. Ειδικότερα, τα ποσά που προκύπτουν από τις αποδείξεις δεν καταδεικνύουν ιδιαίτερα αυξημένες δαπάνες ως προς τις βασικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας.

Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα εν λόγω έξοδα δεν αφορούν αποκλειστικά το ανήλικο τέκνο, αλλά αποτελούν πρωτίστως γενικά οικογενειακά και οικιακά έξοδα της κατοικίας εν γένει, περιλαμβανομένων και συναφών επιβαρύνσεων, όπως οι δημοτικοί φόροι και τα τέλη σκυβάλων. Ως εκ τούτου, το μέρος των δαπανών που εύλογα δύναται να αποδοθεί στο ανήλικο πρέπει να υπολογίζεται με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας και όχι στο σύνολο των πραγματικών οικιακών εξόδων της Αιτήτριας.

Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορώ να περιορίσω την αξιολόγηση της συγκεκριμένης κατηγορίας εξόδων αποκλειστικά στα ποσά που καταβάλλει η Αιτήτρια κατά τον χρόνο που το παιδί βρίσκεται στην κατοικία της. Είναι δεδομένο ότι το ανήλικο έχει ανάγκες που αφορούν ηλεκτρικό ρεύμα, νερό και λοιπές συναφείς οικιακές παροχές και κατά τον χρόνο που διαμένει με τον Καθ’ ου η αίτηση, έστω και σε μικρότερο χρονικό ποσοστό. Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι η καταγραφή μόνο των εξόδων που επωμίζεται η Αιτήτρια, αλλά ο καθορισμός του συνολικού εύλογου μηνιαίου κόστους που αντιστοιχεί στις ανάγκες του ανήλικου για τη συγκεκριμένη κατηγορία δαπανών.

Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, συνεκτιμώντας αφενός το μειωμένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της ύπαρξης φωτοβολταϊκού συστήματος και αφετέρου το γεγονός ότι οι σχετικές ανάγκες του ανήλικου εκτείνονται και πέραν του χρόνου διαμονής του με την Αιτήτρια, θεωρώ εύλογο και δικαιολογημένο να καθοριστεί για την κατηγορία αυτή ποσό της τάξεως των €80 μηνιαίως.

5. Μεταφορικά (βενζίνη, ασφάλεια, άδεια κυκλοφορίας, service και ΜΟΤ).

Σε σχέση με τα έξοδα διακίνησης του ανηλίκου, η Αιτήτρια καθορίζει το σχετικό κονδύλι στο ποσό των €70 μηνιαίως, υποστηρίζοντας ότι αυτό περιλαμβάνει τόσο τα έξοδα καυσίμων που απαιτούνται για τις καθημερινές μετακινήσεις του παιδιού, τα οποία η ίδια προσδιορίζει σε €40 μηνιαίως, όσο και αναλογία λοιπών εξόδων χρήσης και συντήρησης του οχήματος, όπως ασφάλεια, άδεια κυκλοφορίας, σέρβις, αλλαγές λαδιών και ελαστικά, τα οποία αποτιμά σε επιπρόσθετο ποσό €30 μηνιαίως. Προς υποστήριξη της θέσης της παρέπεμψε στο Τεκμήριο 7 της έγγραφης μαρτυρίας της, όπου επισυνάπτεται ανάλυση πληρωμών καυσίμων μέσω της τραπεζικής της κάρτας, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι σημαντικός αριθμός πληρωμών πραγματοποιήθηκε και με μετρητά, χωρίς να υφίστανται αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία.

Από την άλλη πλευρά, ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει ότι και ο ίδιος επωμίζεται σημαντικά έξοδα διακίνησης κατά τον χρόνο επικοινωνίας του με το ανήλικο, καλύπτοντας μετακινήσεις που αφορούν τις ανάγκες του παιδιού, ενώ επισημαίνει ότι τα οχήματα αμφοτέρων των διαδίκων χρησιμοποιούνται πρωτίστως για προσωπικούς και οικογενειακούς σκοπούς και όχι αποκλειστικά για τις ανάγκες του ανηλίκου.

Αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας, αποδέχομαι ότι υφίστανται πράγματι καθημερινές και επαναλαμβανόμενες ανάγκες μετακίνησης του ανήλικου, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, τη μετάβαση προς και από το σχολείο, τις εξωσχολικές δραστηριότητες, ιατρικά ραντεβού, κοινωνικές δραστηριότητες και λοιπές ανάγκες της καθημερινότητάς του. Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρώ απολύτως εύλογο να συνυπολογιστεί ποσό που να αντανακλά το πραγματικό κόστος καυσίμων και διακίνησης που συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες του παιδιού.

Ειδικότερα, το ποσό των €40 μηνιαίως που η Αιτήτρια αποδίδει αποκλειστικά σε καύσιμα για τις ανάγκες του ανηλίκου κρίνεται εύλογο και συντηρητικό, λαμβανομένων υπόψη των σημερινών τιμών καυσίμων και της συχνότητας των μετακινήσεων που απαιτούνται για ένα παιδί της ηλικίας του. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι αντίστοιχες ανάγκες διακίνησης καλύπτονται και από τον Καθ’ου η αίτηση κατά τον χρόνο που το παιδί βρίσκεται μαζί του, έστω και σε μικρότερο χρονικό ποσοστό. Συνεπώς, το Δικαστήριο οφείλει να προσεγγίσει τη συγκεκριμένη κατηγορία δαπάνης υπό το πρίσμα του συνολικού εύλογου κόστους διακίνησης του ανηλίκου και όχι αποκλειστικά βάσει των εξόδων που καταβάλλει η Αιτήτρια προσωπικά.

Δεν δύναμαι, ωστόσο, να αποδεχθώ ότι στο πλαίσιο των εξόδων διατροφής του ανηλίκου μπορούν να συμπεριληφθούν, κατά τον τρόπο που εισηγείται η Αιτήτρια, γενικά λειτουργικά και πάγια έξοδα του οχήματος, όπως ασφάλειες, τέλη κυκλοφορίας, ελαστικά, σέρβις και λοιπά έξοδα συντήρησης. Τα εν λόγω έξοδα συνδέονται πρωτίστως με την κατοχή και γενική χρήση του οχήματος από τον ιδιοκτήτη του και δεν μπορούν να αποδοθούν ειδικώς και αποκλειστικώς στις ανάγκες του ανηλίκου, ιδίως όταν το όχημα χρησιμοποιείται καθημερινά και για προσωπικές ή επαγγελματικές ανάγκες του γονέα.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις πραγματικές ανάγκες διακίνησης του ανηλίκου και αφετέρου το γεγονός ότι μέρος των σχετικών μετακινήσεων και εξόδων καλύπτεται και από τον Καθ’ ου η αίτηση κατά τον χρόνο επικοινωνίας του με το παιδί, κρίνω ότι το εύλογο και δικαιολογημένο συνολικό ποσό για την κατηγορία αυτή ανέρχεται σε €60 μηνιαίως.

6. Ψυχαγωγία και κοινωνικές υποχρεώσεις 7. Αγορές προσωπικών αντικειμένων για τον ελεύθερο του χρόνο (παιχνίδια, βιβλία και άλλα) και 8.  Πάρτι γενεθλίων/Δώρα Γενεθλίων.

Λόγω της συνάφειας και αλληλεπίδρασης των πιο πάνω κατηγοριών εξόδων, ήτοι των εξόδων ψυχαγωγίας και κοινωνικών δραστηριοτήτων, των αγορών προσωπικών αντικειμένων για τον ελεύθερο χρόνο του ανηλίκου, καθώς και των εξόδων που αφορούν πάρτι γενεθλίων και αγορά δώρων, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τις εν λόγω κατηγορίες από κοινού, καθότι όλες αφορούν ευρύτερα την κοινωνική, ψυχαγωγική και πνευματική ανάπτυξη του ανηλίκου τέκνου και συνδέονται άμεσα με την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής του.

Η Αιτήτρια καθορίζει το συνολικό σχετικό κονδύλι στο ποσό των €130 μηνιαίως, επιμεριζόμενο σε €50 για ψυχαγωγία και κοινωνικές δραστηριότητες, €50 για αγορά προσωπικών αντικειμένων και ειδών ελεύθερου χρόνου, όπως παιχνίδια και βιβλία, και €30 για έξοδα που σχετίζονται με πάρτι γενεθλίων και αγορά δώρων.

Από τη μαρτυρία της Αιτήτριας προκύπτει ότι το ανήλικο συμμετέχει συστηματικά σε σχολικές και κοινωνικές δραστηριότητες, όπως εκδρομές, θεατρικές παραστάσεις, εκπαιδευτικές παρουσιάσεις, επισκέψεις σε παιδότοπους και λοιπές δράσεις που διοργανώνονται στο πλαίσιο της σχολικής και κοινωνικής του ζωής. Παράλληλα, η Αιτήτρια επεξήγησε με επάρκεια τη σημασία που αποδίδει στην επαφή του παιδιού με βιβλία, εκπαιδευτικά παιχνίδια και λοιπά δημιουργικά ερεθίσματα, προσκομίζοντας μάλιστα και σχετικές αποδείξεις αγορών βιβλίων και παιχνιδιών.

Από την άλλη πλευρά, ο Καθ’ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι ήδη επωμίζεται σημαντικό μέρος αντίστοιχων εξόδων κατά τον χρόνο επικοινωνίας του με το ανήλικο, λόγω της έντονης κοινωνικής δραστηριότητας του παιδιού όταν βρίσκεται μαζί του.

Δεν αμφισβητώ ότι και ο Καθ’ου η αίτηση συμβάλλει ουσιαστικά στην ψυχαγωγία και κοινωνική δραστηριοποίηση του ανηλίκου κατά τον χρόνο επικοινωνίας τους. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν αναιρεί ότι το ανήλικο έχει διαρκείς και πραγματικές ανάγκες ψυχαγωγίας, κοινωνικοποίησης, δημιουργικής απασχόλησης και συμμετοχής σε δραστηριότητες που συμβάλλουν ουσιαστικά στην ομαλή συναισθηματική, κοινωνική και πνευματική του ανάπτυξη.

Ιδίως σε σχέση με παιδί της ηλικίας του ανηλίκου, η συμμετοχή σε θεατρικές παραστάσεις, εκδρομές, παιδότοπους, κοινωνικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες με συνομηλίκους δεν μπορεί να θεωρηθεί πολυτέλεια ή περιττή δαπάνη, αλλά συνιστά αναπόσπαστο μέρος μιας ισορροπημένης παιδικής καθημερινότητας. Το ίδιο ισχύει και για την αγορά βιβλίων, παιχνιδιών και λοιπών αντικειμένων δημιουργικής απασχόλησης, τα οποία λειτουργούν όχι μόνο ως μέσα ψυχαγωγίας αλλά και ως εργαλεία μάθησης, ανάπτυξης δεξιοτήτων και καλλιέργειας της προσωπικότητας του παιδιού.

Περαιτέρω, τα έξοδα που σχετίζονται με συμμετοχή σε πάρτι γενεθλίων, αγορά δώρων και λοιπές κοινωνικές υποχρεώσεις αποτελούν συνήθη και αναμενόμενα έξοδα για παιδί της ηλικίας του ανηλίκου, το οποίο βρίσκεται ήδη σε περιβάλλον έντονης κοινωνικοποίησης μέσω του σχολείου και των δραστηριοτήτων του.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, τη φύση των συγκεκριμένων εξόδων, την ηλικία και τις ανάγκες του ανηλίκου, αλλά και το οικονομικό επίπεδο των διαδίκων, κρίνω ότι το συνολικό ποσό των €130 μηνιαίως για τις εν λόγω κατηγορίες εξόδων είναι απολύτως εύλογο, δικαιολογημένο και σύμφωνο με τις πραγματικές ανάγκες και το επίπεδο διαβίωσης του ανηλίκου τέκνου.

9. Απρόβλεπτα/Εξόδοι/Έκτακτα/Γενέθλια ανηλίκου-πάρτι 

Σε σχέση με την κατηγορία που η Αιτήτρια τιτλοφορεί ως «Απρόβλεπτα/Έξοδοι/Έκτακτα/Γενέθλια ανηλίκου-πάρτι», για την οποία ισχυρίζεται ότι απαιτείται ποσό ύψους €70 μηνιαίως, παρατηρώ καταρχάς ότι δεν παρέχεται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση ή εξειδίκευση ως προς τη βάση υπολογισμού του εν λόγω ποσού ούτε καθίσταται απολύτως σαφές ποια συγκεκριμένα έξοδα περιλαμβάνονται στην κατηγορία αυτή.

Αναμφίβολα, στην καθημερινότητα ενός ανηλίκου προκύπτουν περιστασιακά έκτακτες ή μη προβλέψιμες ανάγκες, οι οποίες δεν μπορούν να προϋπολογιστούν με ακρίβεια και για τις οποίες εύλογα πρέπει να προβλέπεται ένα σχετικό κονδύλι. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι μέρος των εξόδων που φαίνεται να επιχειρείται να ενταχθούν στην παρούσα κατηγορία έχει ήδη ληφθεί υπόψη και αξιολογηθεί ανωτέρω στο πλαίσιο των κατηγοριών που αφορούν την ψυχαγωγία και κοινωνικές δραστηριότητες του ανηλίκου, τις αγορές προσωπικών αντικειμένων για τον ελεύθερο χρόνο του, καθώς και τα έξοδα για πάρτι γενεθλίων και αγορά δώρων, για τις οποίες το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει εύλογο και δικαιολογημένο συνολικό μηνιαίο κονδύλι ύψους €130.

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι τυχόν πλήρης αποδοχή του αιτούμενου ποσού των €70 μηνιαίως στο πλαίσιο της παρούσας κατηγορίας θα οδηγούσε, σε σημαντικό βαθμό, σε επικάλυψη και διπλό υπολογισμό εξόδων που έχουν ήδη συνεκτιμηθεί και επιδικαστεί μέσω άλλων επιμέρους κονδυλίων.

Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη αφενός ότι εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη πρόβλεψης ενός εύλογου ποσού για πραγματικά έκτακτες και μη προβλέψιμες ανάγκες του ανηλίκου και αφετέρου ότι μέρος των σχετικών εξόδων καλύπτεται ήδη από τα προαναφερθέντα κονδύλια, κρίνω ότι ποσό ύψους €40 μηνιαίως είναι εύλογο, αναγκαίο και επαρκές για σκοπούς κάλυψης της συγκεκριμένης κατηγορίας εξόδων.

Εξυπακούεται, βεβαίως, ότι εάν οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων επιθυμεί να προσφέρει στο ανήλικο τέκνο επιπρόσθετες παροχές, αγαθά ή δραστηριότητες πέραν εκείνων που το Δικαστήριο κρίνει ως εύλογες και αναγκαίες για σκοπούς διατροφής και συντήρησης, είναι ελεύθερος να το πράξει εξ ιδίων πόρων. Η εκούσια, όμως, αυτή επιλογή δεν δύναται, άνευ ετέρου, να δημιουργεί αντίστοιχη οικονομική υποχρέωση ή αξίωση συνεισφοράς εκ μέρους του έτερου διαδίκου.

10. Διακοπές

Σύμφωνα με τη θέση της Αιτήτριας, οι δαπάνες που αφορούν διακοπές του ανηλίκου ανέρχονται στο ποσό των €50 μηνιαίως, χωρίς ωστόσο να παρέχεται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση ή επεξήγηση ως προς τον τρόπο υπολογισμού του εν λόγω ποσού. Από την άλλη πλευρά, ο Καθ’ου η αίτηση δεν προβάλλει οποιαδήποτε ειδική θέση επί του συγκεκριμένου κονδυλίου.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η συμμετοχή ενός παιδιού σε διακοπές και δραστηριότητες αναψυχής συνδέεται με την ψυχική του ισορροπία, την κοινωνική και συναισθηματική του ανάπτυξη και γενικότερα με την ποιότητα ζωής του. Υπό την έννοια αυτή, οι διακοπές δεν μπορούν να θεωρηθούν εκ προοιμίου ως στοιχείο πολυτελούς διαβίωσης ή περιττής δαπάνης.

Εντούτοις, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Καθ’ου η αίτηση είναι ουσιαστικά παρών στη ζωή του ανηλίκου και διατηρεί επικοινωνία μαζί του, συμμετέχοντας ενεργά στην καθημερινότητα, την ψυχαγωγία και τις δραστηριότητες του. Εύλογα, στο πλαίσιο του χρόνου επικοινωνίας του με το παιδί, δύναται και ο ίδιος να οργανώνει ή να αναλαμβάνει δραστηριότητες αναψυχής ή διακοπών με το ανήλικο, επωμιζόμενος τα σχετικά έξοδα κατά τον χρόνο που το παιδί βρίσκεται υπό τη δική του φροντίδα.

Υπό τα δεδομένα αυτά, θεωρώ ότι, παρότι οι διακοπές αποτελούν πράγματι μέρος της ευρύτερης ευημερίας και ανάπτυξης του παιδιού, ο γονέας που επιλέγει να οργανώσει ή να προσφέρει συγκεκριμένες διακοπές ή επιπρόσθετες δραστηριότητες αναψυχής οφείλει, καταρχήν, να επωμίζεται και το σχετικό κόστος, εκτός εάν πρόκειται για κοινώς συμφωνημένες δαπάνες ή για περιπτώσεις όπου αποδεδειγμένα προκύπτει ανάγκη διαφορετικής ρύθμισης.

Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται η επιδίκαση αυτοτελούς μηνιαίου κονδυλίου για διακοπές πέραν των λοιπών εξόδων που ήδη έχουν ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της διατροφής του ανηλίκου.

11.Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα

Σε σχέση με την κατηγορία των εξόδων ιατροφαρμακευτικής φροντίδας και περίθαλψης του ανηλίκου, η Αιτήτρια περιόρισε τελικώς το σχετικό κονδύλι στο ποσό των €50 μηνιαίως. Όπως επεξήγησε, το ποσό αυτό αφορά κυρίως ανάγκες προσωπικής υγιεινής του παιδιού, όπως οδοντόβουρτσες, οδοντόπαστες, αντιηλιακά, ειδικά σαμπουάν και αφρόλουτρα λόγω ατομικής δερματίτιδας, συμπληρωμές ΓΕΣΥ, καθώς και έξοδα που δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ ή από το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης της Κεντρικής Τράπεζας, όπως βιταμίνες, σιρόπια, φυσιολογικοί οροί, φάρμακα ή κρέμες χωρίς ιατρική συνταγή.

Από την άλλη πλευρά, ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει ότι, λόγω της ύπαρξης του ΓΕΣΥ, τα ιατρικά έξοδα του ανηλίκου είναι περιορισμένα και αφορούν κυρίως μικρές συμπληρωμές, ενώ επισημαίνει ότι ήδη καταβάλλει απευθείας το ήμισυ διαφόρων εξόδων, όπως λογοθεραπεία, εμβόλια και λοιπές ιατρικές ανάγκες του παιδιού.

Από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι, παρά την ύπαρξη του ΓΕΣΥ, προέκυψαν πράγματι ιατρικά έξοδα εκτός του συστήματος, συνολικού ύψους €260 από τον χρόνο καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης, εκ των οποίων έκαστος διάδικος κατέβαλε ποσό €130.

Είναι γεγονός ότι η λειτουργία του ΓΕΣΥ περιορίζει σημαντικά το ύψος των ιατρικών εξόδων που συνήθως απαιτούνται για ένα ανήλικο παιδί. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι εκμηδενίζονται πλήρως οι σχετικές δαπάνες. Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής καταδεικνύουν ότι ακόμη και στην περίπτωση παιδιών που καλύπτονται από το ΓΕΣΥ, εξακολουθούν να προκύπτουν συχνά έξοδα για συμπληρωμές, φαρμακευτικά προϊόντα εκτός συνταγογράφησης, αναλώσιμα προσωπικής υγιεινής, βιταμίνες, ειδικά προϊόντα φροντίδας, καθώς και λοιπές μικροδαπάνες που συνδέονται άμεσα με την υγεία και ευημερία του παιδιού.

Περαιτέρω, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το ΓΕΣΥ δεν καλύπτει το σύνολο των ιατρικών ή παραϊατρικών αναγκών ενός ανηλίκου, ούτε αποκλείει την ανάγκη για περιστασιακές ιατρικές δαπάνες εκτός του συστήματος. Το γεγονός δε ότι ήδη προέκυψαν και καταβλήθηκαν σχετικά έξοδα κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας επιβεβαιώνει στην πράξη ότι τέτοιες ανάγκες υφίστανται πραγματικά και δεν είναι θεωρητικές.

Λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του ανηλίκου, τις συνήθεις ανάγκες ενός παιδιού της ηλικίας του, την κοινή λογική, την πείρα της ζωής, καθώς και όλους τους παράγοντες που κατά πάγια πρακτική συνεκτιμώνται κατά την εκδίκαση υποθέσεων διατροφής ανηλίκων, θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη και πρακτική ρύθμιση του ζητήματος δεν είναι η επιδίκαση σταθερού μηνιαίου ποσού προς μία εκ των δύο πλευρών.

Αντιθέτως, κρίνω ότι τα ιατροφαρμακευτικά έξοδα του ανηλίκου, περιλαμβανομένων των εξόδων που δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ, θα πρέπει να καλύπτονται από τους διαδίκους κατά ποσοστιαία αναλογία, στη βάση της πραγματικής εισοδηματικής δυνατότητας εκάστου, όπως αυτή θα καθοριστεί κατωτέρω στην παρούσα απόφαση. Η ίδια αναλογική προσέγγιση θα εφαρμοστεί και αναφορικά με τα έξοδα που ήδη καταβλήθηκαν από τους διαδίκους κατά ποσοστό 50% έκαστος, προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον η μέχρι σήμερα ισομερής κατανομή ανταποκρίνεται πράγματι στην πραγματική οικονομική δυναμική της κάθε πλευράς.

Συνολικό ύψος εξόδων

Συνακόλουθα, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τις επιμέρους κατηγορίες δαπανών, τα συνολικά μηνιαία έξοδα του ανήλικου τέκνου ανέρχονται στο ποσό των €1.008, εκ των οποίων ποσό €298 αφορά έξοδα μελετητηρίου, αγγλικών και κολύμβησης.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, στο πιο πάνω ποσό δεν έχουν συμπεριληφθεί τα ιατρικά και/ή εν γένει έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του ανήλικου, αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο θα προβεί σε ειδική και διακριτή ρύθμιση κατωτέρω.

ΙΙ. Οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση αποτελούν παραδεκτό γεγονός τα εισοδήματα που λαμβάνουν οι διάδικοι από την εργασία τους.

Εισοδήματα Αιτήτριας

Από τη μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι η Αιτήτρια εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών, στην κλίμακα Α11, λαμβάνοντας σταθερές και ιδιαίτερα ικανοποιητικές απολαβές.

Ειδικότερα, για το έτος 2024 οι ακαθάριστες αποδοχές της ανήλθαν στο ποσό των €54.980,22, ενώ για το έτος 2025 αυξήθηκαν στο ποσό των €56.970,37. Μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και των λοιπών νόμιμων αποκοπών, περιλαμβανομένων των εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΓΕΣΥ, συνταξιοδοτικών εισφορών και λοιπών κρατήσεων, οι καθαρές αποδοχές της διαμορφώνονται περίπου στις €41.200 ετησίως για το 2024, που αντιστοιχούν σε περίπου €3.433,41 μηνιαίως, και περίπου στις €42.400 ετησίως για το 2025, που αντιστοιχούν σε περίπου €3.533,33 μηνιαίως.

Περαιτέρω, διευκρινίστηκε στα παραδεκτά γεγονότα ότι το συνολικό ετήσιο εισόδημα της Αιτήτριας για το έτος 2025 εμφανίζεται ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το άθροισμα των δεκατριών μηνιαίων απολαβών της, λόγω του ότι κατά τον μήνα Αύγουστο 2025 είχε λάβει γονική άδεια για τις περιόδους 11/08/2025 έως 14/08/2025 και 25/08/2025 έως 29/08/2025. Η εν λόγω περίοδος δεν αποζημιώθηκε από τον εργοδότη της, αλλά μέσω επιδόματος κοινωνικών ασφαλίσεων, γεγονός που εξηγεί την παρατηρούμενη διαφοροποίηση στα ετήσια εισοδήματα της.

Αναφορικά με το έτος 2026, από την μισθοδοσία της για τον μήνα Ιανουάριο προκύπτει ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές της ανήλθαν στο ποσό των €3.485, με συνολικές ακαθάριστες αποδοχές ύψους €4.643 μηνιαίως. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη και την καταβολή 13ου μισθού, το μέσο μηνιαίο καθαρό εισόδημα της για το έτος 2026 δεν δύναται να υπολογιστεί σε ποσό κατώτερο των €3.775 περίπου.

Στη μαρτυρία του, ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια, πέραν των εισοδημάτων που αποκομίζει από την εργασία της, διατηρεί εγγεγραμμένο επ’ονόματι της διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην περιοχή της Μακεδονίτισσας, από το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δύναται να αποκομίζει επιπρόσθετα έσοδα από ενοίκιο της τάξεως των €600–€650 μηνιαίως.

Το γεγονός ότι η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του εν λόγω διαμερίσματος αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, ενώ δεν αμφισβητήθηκε ούτε η θέση του Καθ’ου η αίτηση ότι το ακίνητο αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί προς εξασφάλιση εισοδήματος μέσω εκμίσθωσης.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Αιτήτρια θα μπορούσε να αποκομίζει όφελος από την ενοικίαση της ακίνητης της ιδιοκτησίας. Εντούτοις, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη και προσδιοριστική μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική αγοραία μισθωτική αξία του ακινήτου, ώστε να καταστεί δυνατός ο ακριβής καθορισμός του ποσού που θα μπορούσε να προστεθεί με ασφάλεια στην εισοδηματική δυνατότητα της Αιτήτριας.

Υπό τις περιστάσεις, και λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και των επικρατουσών συνθηκών της αγοράς ακινήτων, θεωρώ εύλογο, για σκοπούς υπολογισμού της συνολικής εισοδηματικής δυνατότητας της Αιτήτριας, να ληφθεί υπόψη ότι η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία δύναται, σε κάθε περίπτωση, να αποφέρει μηνιαίο εισόδημα όχι κατώτερο των €500.

Εισοδήματα Καθ’ου η αίτηση

Από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι ο Καθ’ου η αίτηση εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και απολαμβάνει επίσης υψηλές και σταθερές απολαβές.

Ειδικότερα, για το έτος 2024 οι ακαθάριστες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των €78.806,39. Μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος και των λοιπών νόμιμων εισφορών και κρατήσεων, συνολικού ύψους €22.187,30, οι καθαρές ετήσιες απολαβές του διαμορφώθηκαν στο ποσό των €56.619,09, που αντιστοιχεί σε περίπου €4.718,25 μηνιαίως.

Για το έτος 2025 οι ακαθάριστες αποδοχές του αυξήθηκαν στο ποσό των €85.702,83. Αφαιρουμένων των ποσών που αφορούν φόρο εισοδήματος και λοιπές εισφορές, συνολικού ύψους €25.121,96, οι καθαρές απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €60.580,87 ετησίως, που αντιστοιχεί σε περίπου €5.048,41 μηνιαίως.

Περαιτέρω, από την μισθοδοσία του για τον μήνα Ιανουάριο 2026 προκύπτει ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του ανήλθαν στο ποσό των €4.813,66. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι ο Καθ’ ου η αίτηση λαμβάνει και 13ο μισθό, το μέσο μηνιαίο καθαρό εισόδημά του για το έτος 2026 δεν δύναται να υπολογιστεί σε ποσό κατώτερο των €5.214,79 περίπου.

Συνεπώς τα μηνιαία εισοδήματα του Αιτήτριας για το έτος 2024 δεν μπορεί να είναι κατώτερα των €3.433,41, για το 2025 €3.533,33 και για το έτος 2026 €3.775. Του δε Καθ’ου η αίτηση για το έτος 2024 δεν μπορεί να είναι κατώτερα των €4.718,25, για το 2025 €5.048,41 και για το έτος 2026 €5.214,79.

Διευκρινίζω ότι οι καθαροί μισθοί αμφότερων των διαδίκων είναι το λιγότερο τόσα, καθότι υπάρχουν εισφορές στην μισθοδοσία τους που είναι προαιρετικές (πχ Αιτήτριας Συνδρομή ΟΗΟ-ΣΕΚ, Συνδρομή ΠΑ.ΣΥ.Δ.Υ. Συνεισφορά Συντ. (Άδειες) και του Καθ’ου η αίτηση (ΕΤΥΚ, Ταμείο Προνοίας κτλ) που αν το Δικαστήριο προέβαινε σε υπολογισμό τους τα εισοδήματα τους θα ήταν αισθητά υψηλότερα.

Επισημαίνω ότι η θέση του Καθ’ου η αίτηση, καθώς και οι υπολογισμοί στους οποίους προβαίνει αφαιρώντας πρωτίστως από τα εισοδήματα του τις δανειακές του υποχρεώσεις (ήτοι προσωπικό δάνειο, ειδικό δάνειο, δάνειο αγοράς αυτοκινήτου και στεγαστικό δάνειο) δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο, καθότι προσκρούουν ευθέως στις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου.

Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1(B) Α.Α.Δ. 1418, κρίθηκε ρητώς ότι, σε υποθέσεις διατροφής ανηλίκων, η ύπαρξη χρεών ή άλλων οικονομικών υποχρεώσεων του υπόχρεου γονέα δεν δύναται να τον απαλλάξει από τη νομική και ηθική του υποχρέωση να συνεισφέρει επαρκώς στη διατροφή των τέκνων του, δεδομένου ότι η διατροφή ανηλίκου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση των γονέων και προηγείται κάθε άλλης οικονομικής επιβάρυνσης.

Η πιο πάνω νομολογιακή αρχή ενισχύεται περαιτέρω από την απόφαση Χριστίνα Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπου Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951, όπου επισημάνθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:

«… η διατροφή έχει σκοπό να καλύψει τις καταναλωτικές και όχι τις κεφαλαιουχικές δαπάνες, τις οποίες οι ίδιοι οι γονείς αναλαμβάνουν και επωμίζονται με σκοπό την επ’ ονόματι τους απόκτηση περιουσίας … η δόση που θα καταβάλλεται υπό τύπο “ενοικίου”, στην πραγματικότητα θα βοηθά στην αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, που μοναδικό σκοπό έχει τη σταδιακή απόκτηση οικίας, η οποία θα παραμείνει ως κεφαλαιουχικό δεδομένο πολύ μετά τη λήξη του διατάγματος διατροφής».

Υπό το φως των ανωτέρω, οι δανειακές υποχρεώσεις που επικαλείται ο Καθ’ ου η αίτηση δεν δύνανται να υπερισχύσουν ούτε να περιορίσουν τη θεμελιώδη υποχρέωση του προς διατροφή του ανήλικου τέκνου του. Η υποχρέωση αυτή έχει, κατά πάγια νομολογία, πρωτεύοντα χαρακτήρα και προηγείται κάθε άλλης οικονομικής επιλογής ή δέσμευσης του γονέα.

Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της φύσεως ή του ύψους των δανείων που διατηρεί ο Καθ’ ου η αίτηση, αυτά δεν μπορούν να τεθούν σε προτεραιότητα έναντι της υποχρέωσης του να συμβάλλει ουσιαστικά και επαρκώς στη διατροφή, φροντίδα και κάλυψη των αναγκών του ανήλικου τέκνου του. Αντιθέτως, οφείλει να οργανώσει και να προσαρμόσει τις προσωπικές και οικονομικές του υποχρεώσεις κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται πρωτίστως η ευημερία και η ομαλή διαβίωση του ανηλίκου.

Συναφώς, και η νομολογία του Αρείου Πάγου κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Ειδικότερα, στις αποφάσεις ΑΠ 1156/2017, ΑΠ 120/2013 και ΑΠ 837/2009 γίνεται δεκτό ότι οι δαπάνες εξυπηρέτησης στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων δεν αφαιρούνται από το διαθέσιμο εισόδημα του υπόχρεου γονέα για σκοπούς υπολογισμού της διατροφής, αλλά δύνανται να συνεκτιμηθούν μόνο ως πρόσθετη προσωπική οικονομική επιβάρυνση, χωρίς όμως να περιορίζουν ή να αναιρούν την πρωταρχική υποχρέωση διατροφής προς το ανήλικο τέκνο.

Περαιτέρω, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το Δικαστήριο δεν αναμένει, ούτε θα ήταν εύλογο να θεωρηθεί, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση οφείλει, μετά τη διάσταση των διαδίκων, να διαμένει επ’ αόριστον στην οικία των γονέων του. Η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών ενός διαδίκου συνιστά θεμιτή και αναγκαία βιοτική ανάγκη, την οποία το Δικαστήριο δύναται να συνεκτιμήσει κατά την αξιολόγηση της συνολικής οικονομικής του κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, ο αναγκαίος δανεισμός στον οποίο προβαίνει ένας γονέας για εξασφάλιση αξιοπρεπούς και αυτόνομης στέγασης μετά τον χωρισμό μπορεί να ληφθεί υπόψη ως πραγματική οικονομική επιβάρυνση, καθότι συνδέεται με την κάλυψη βασικών αναγκών διαβίωσης και όχι με πολυτελείς ή επουσιώδεις δαπάνες.

Η πιο πάνω προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όπου αμφότεροι οι διάδικοι διαθέτουν ιδιαίτερα ικανοποιητική εισοδηματική δυνατότητα και δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία η συνεκτίμηση στεγαστικών υποχρεώσεων οδηγεί σε αδυναμία αξιοπρεπούς διαβίωσης ή σε ουσιαστική αποστέρηση των αναγκαίων πόρων για την κάλυψη των εύλογων αναγκών του ανήλικου τέκνου.

Ωστόσο, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει ήδη προβεί σε επιπρόσθετο δανεισμό από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όπου εργάζεται, για σκοπούς αγοράς διαμερίσματος, καταβάλλοντας συνολική μηνιαία δόση ύψους €1.043, όπως προκύπτει από την κατάσταση μισθοδοσίας του υπό τη μορφή «προσωπικού» και «ειδικού» δανείου. Παρά ταύτα, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά έγγραφα ή οι όροι των εν λόγω δανείων, ώστε να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί με σαφήνεια ο σκοπός χορήγησης τους και, ειδικότερα, κατά πόσο αυτά πράγματι συνδέονται με την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του Καθ’ ου η αίτηση.

Επισημαίνω περαιτέρω ότι οποιαδήποτε δικαιώματα ή αξιώσεις των διαδίκων σε σχέση με την περιουσία τους θα εξεταστούν και θα καθοριστούν στο πλαίσιο ξεχωριστής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών και όχι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η οποία αφορά αποκλειστικά και μόνο τη διατροφή ανηλίκου.

Προξενεί δε ιδιαίτερη εντύπωση στο Δικαστήριο το γεγονός ότι, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση επικαλείται ότι επωμίζεται τη δόση του στεγαστικού δανείου της πρώην συζυγικής οικίας (το οποίο αποτελεί ένα εκ των τεσσάρων δανείων που διατηρεί) εντούτοις δεν κατέστη σαφές κατά πόσον έχει πράγματι προωθήσει διαδικασία περιουσιακών διαφορών. Αντιθέτως, στην παράγραφο 4 της υπεράσπισής του, ημερομηνίας 10/04/2024, περιορίζεται να αναφέρει ότι θα καταχωρίσει σχετική αίτηση.

Σε σχέση ειδικότερα με το στεγαστικό δάνειο, η Αιτήτρια ανέφερε στη μαρτυρία της ότι, παρά το γεγονός ότι ο Καθ’ου η αίτηση διατηρεί καταθέσεις ύψους περίπου €110.000, τις οποίες θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για αποπληρωμή του δανείου που αφορά την πρώην συζυγική οικία, επιλέγει να μην το πράξει, καθότι το συγκεκριμένο δάνειο είναι χαμηλότοκο, με επιτόκιο μόλις 0,78%, λόγω της εργοδότησης του στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα πάντοτε με τη θέση της Αιτήτριας, ο Καθ’ου η αίτηση επιλέγει να διατηρεί τις καταθέσεις του σε τραπεζικά ιδρύματα με υψηλότερα καταθετικά επιτόκια, αποκομίζοντας οικονομικό όφελος από τη διαφορά επιτοκίων, πρακτική που, κατά τη μαρτυρία της, ακολουθούσε και στο παρελθόν.

Υπογραμμίζω ότι, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει όχι μόνο τα δηλωθέντα εισοδήματα των διαδίκων, αλλά και τη συνολική οικονομική τους εικόνα, περιλαμβανομένης της επαγγελματικής τους ικανότητας, της εργασιακής τους εμπειρίας και της αντικειμενικής δυνατότητας βελτίωσης των εισοδηματικών τους απολαβών.

 

Στην υπό εξέταση υπόθεση αποτελεί κοινό τόπο ότι αμφότεροι οι διάδικοι διατηρούν καταθέσεις, με την Αιτήτρια να υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διαθέτει καταθέσεις ύψους τουλάχιστον €110.000. Ωστόσο, σε σχέση με το συνολικό ύψος των καταθέσεων εκάστου διαδίκου, παρατηρώ ότι κανένας από τους δύο δεν έδωσε πλήρη και σαφή εικόνα των συνολικών οικονομικών του δεδομένων.

 

Είναι, όμως, σημαντικό να επισημανθεί ότι τα εισοδήματα των γονέων και η εν γένει οικονομική τους δυνατότητα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία πρωτίστως για τον καθορισμό του ποσού που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων αναγκών του ανήλικου τέκνου και, ακολούθως, για τον προσδιορισμό του ποσοστού συμμετοχής εκάστου γονέα στη διατροφή αυτού, ανάλογα με την εισοδηματική του δυνατότητα. Δεν αποτελούν, όμως, μέσο δικαιολόγησης υπέρμετρων ή ενδεχομένως αχρείαστων δαπανών. Το πρωτεύον ζήτημα παραμένει ο ορθός προσδιορισμός των πραγματικών αναγκών του ανηλίκου, κάτι το οποίο εξετάστηκε ανωτέρω.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προκύπτει ότι τα μηνιαία καθαρά εισοδήματα της Αιτήτριας ανέρχονται και/ή δεν δύνανται να είναι κατώτερα, κατ’ έτος, των €3.433,41 για το 2024, €3.533,33 για το 2025 και €3.775 για το 2026. Ο μέσος όρος των εν λόγω εισοδημάτων ανέρχεται σε €3.580,58 μηνιαίως, πλέον το ποσό των €500 από την ενοικίαση του διαμερίσματος στην Μακεδονίτισσα (βλέπε ανωτέρω). Συνεπώς τα μηνιαία εισοδήματα της Αιτήτριας δεν μπορεί να είναι κατώτερα των €4.080,58.

Αντίστοιχα, τα μηνιαία καθαρά εισοδήματα του Καθ’ ου η αίτηση ανέρχονται και/ή δεν δύνανται να υπολείπονται, κατ’ έτος, των €4.718,25 για το 2024, €5.048,41 για το 2025 και €5.214,79 για το 2026, με τον αντίστοιχο μέσο όρο να διαμορφώνεται σε €4.993,82 μηνιαίως.

Επισημαίνω δε ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια το συνολικό ύψος των καταθέσεων του Καθ’ου η αίτηση, όπως ακριβώς δεν γνωρίζει και το αντίστοιχο ύψος των καταθέσεων της Αιτήτριας. Περαιτέρω, δεν αναμένεται από τους διαδίκους να εξαντλήσουν ή να εξανεμίσουν τις αποταμιεύσεις τους, εφόσον τα εισοδήματα τους από την εργασία τους είναι επαρκή και ικανά να καλύψουν τις ανάγκες του ανήλικου τέκνου τους, κάτι που, στην παρούσα περίπτωση, ισχύει αναμφίβολα εξου και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να προβεί σε περαιτέρω ανάλυση.

Δεν μπορώ, τέλος, να αφήσω ασχολίαστο το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση αφορά δύο γονείς με ιδιαίτερα υψηλά και σταθερά εισοδήματα, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο λυπηρό το ότι δεν κατόρθωσαν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους με πνεύμα συνεργασίας, συνεννόησης και αμοιβαίας ευθύνης έναντι του ανήλικου τέκνου τους, επιλέγοντας αντιθέτως την οδό της αντιδικίας.

 

Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/01/2024. Επομένως, η έκδοση διατάγματος ανατρέχει από την 01/02/2024. Για το ζήτημα της αναδρομικής ισχύς του διατάγματος παραπέμπω στην απόφαση Παπαντωνίου ν. Παπαντωνίου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1875  όπου αναφέρθηκε ότι «Η διατύπωση του Άρθρου 36 του Νόμου αρ. 216/90, στον ενεστώτα χρόνο, δεν αποκλείει την αναδρομικότητα της παρεχόμενης διατροφής, διαφορετικά θα καθίστατο άνευ σημασίας η ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, με την οποία καθορίζονταν οι τότε ενεστώσες ανάγκες του δικαιούχου.»

 

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω τοποθετήσεις και κρίσεις μου, σύμφωνα με τις οποίες τα συνολικά μηνιαία έξοδα του ανήλικου, για σκοπούς υπολογισμού της διατροφής, ανέρχονται στο ποσό των €1.008 (εκ των οποίων ποσό €298 αφορά έξοδα μελετητηρίου, αγγλικών και κολύμβησης και οι λοιπές ανάγκες €710) χωρίς να έχουν υπολογιστεί τα ιατρικά και ή εν γένει ιατρικά έξοδα του ανηλίκου, καθώς και τις οικονομικές δυνατότητες εκάστου των γονέων, τις οποίες εκτιμώ ότι δεν δύνανται να είναι κατώτερες των €4.080,58 για την Αιτήτρια και των €4.993,82 μηνιαίως στρογγυλοποιημένο €4.994 (βλέπε ανωτέρω) για τον Καθ’ου η αίτηση, κρίνω ότι η συνεισφορά του τελευταίου στη διατροφή του ανήλικου τέκνου του πρέπει να καθοριστεί ως ακολούθως:

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση να καταβάλλει στην Αιτήτρια τα ακόλουθα ποσά και/ή συνεισφορές:

1.Το ποσό των €400 μηνιαίως, αρχής γενομένης από την 01/06/2026 και καταβλητέο κάθε αντίστοιχη ημέρα εκάστου επόμενου μήνα, ως συνεισφορά του για τη διατροφή του ανήλικου τέκνου του Μ-Α.

2.Ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει ποσοστό 55% επί του εκάστοτε κόστους που αφορά το μελετητήριο, τα μαθήματα αγγλικών και τα μαθήματα κολύμβησης του ανήλικου Μ-Α.

3. Από 01/06/2026 και εφεξής, ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καλύπτει ποσοστό 55% επί οποιωνδήποτε ιατροφαρμακευτικών εξόδων του ανήλικου Μ-Α. τα οποία δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ όσο και οποιωνδήποτε συμπληρωμών, συμμετοχών ή άλλων ποσών καθίστανται πληρωτέα στο πλαίσιο του ΓΕΣΥ.

Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν, ενδεικτικώς και όχι περιοριστικώς, έξοδα που αφορούν ιατρικές ειδικότητες μη ενταγμένες στο ΓΕΣΥ, φαρμακευτική αγωγή, εμβόλια, οδοντιατρικές και ορθοδοντικές θεραπείες, ορθοπεδικά έξοδα, οφθαλμολογικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων γυαλιών οράσεως και φακών επαφής, καθώς και έξοδα φυσιοθεραπείας, λογοθεραπείας και εργοθεραπείας.

4.Σε περίπτωση φοίτησης του ανηλίκου σε καλοκαιρινό σχολείο και/ή σε ιδιωτικό σχολείο, καθώς και σε σχέση με οποιαδήποτε συναφή σχολικά, εκπαιδευτικά ή εξωσχολικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικώς διδάκτρων, εξόδων εξετάσεων (όπως IGCSE, GCE ή άλλων αντίστοιχων εξετάσεων), εκπαιδευτικών ταξιδιών, καθώς και οποιωνδήποτε οργανωμένων δραστηριοτήτων, αθλητικών, καλλιτεχνικών, πολιτιστικών ή άλλων εξωσχολικών προγραμμάτων στα οποία τυχόν θα συμμετέχει ο ανήλικος στο μέλλον, ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καλύπτει ποσοστό 55% επί των εν λόγω εξόδων.

Σε περίπτωση κατά την οποία η Αιτήτρια καταβάλει το σύνολο των εξόδων που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 ανωτέρω, θα αποστέλλει γραπτή ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) στον Καθ’ ου η αίτηση, συνοδευόμενη από τις σχετικές αποδείξεις, και ο Καθ’ου η αίτηση θα υποχρεούται εντός επτά (7) ημερών από τη λήψη της εν λόγω ειδοποίησης να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής του, ήτοι 55% επί των εν λόγω εξόδων.

Αν ο Καθ’ ου η αίτηση παραλείψει και/ή αρνηθεί να συμμορφωθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας, η Αιτήτρια, εφόσον έχει καταβάλει το σύνολο των εν λόγω εξόδων, θα δικαιούται να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό διά της διαδικασίας εκτέλεσης του παρόντος διατάγματος, με την προσκόμιση των σχετικών αποδείξεων.

5. Σε σχέση με τα έξοδα τα οποία υφίσταντο κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης, πλην όμως έχουν πλέον εκλείψει, ήτοι τα έξοδα νηπιαγωγείου, Monkeynastix και Drama and Act, αλλά και σε σχέση με ιατρικά έξοδα τα οποία καλύφθηκαν από τους διαδίκους, λαμβανομένης υπόψη της εισοδηματικής δυνατότητας των διαδίκων, ήτοι περίπου 55% για τον Καθ’ου η αίτηση και 45% για την Αιτήτρια, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλει στην Αιτήτρια το συνολικό ποσό των €487,50[i].

Το εν λόγω ποσό αντανακλά τη διαφορά μεταξύ των ποσών που πράγματι καταβλήθηκαν από έκαστο διάδικο επί ίσης βάσεως και των ποσών που αναλογικώς θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί από αυτούς, με βάση την πραγματική εισοδηματική τους δυνατότητα.

6. Διατάσσεται περαιτέρω ο Καθ’ου η αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό των €118, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των ποσών που πράγματι καταβλήθηκαν από έκαστο διάδικο επί ίσης βάσεως και των ποσών που αναλογικώς θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί, με βάση την πραγματική εισοδηματική δυνατότητα των διαδίκων, σε σχέση με τα έξοδα μελετητηρίου, αγγλικών και κολύμβησης, όπως αυτά έχουν υπολογιστεί μέχρι και τον Φεβρουάριο 2026.

Σε περίπτωση που τα εν λόγω έξοδα εξακολουθούν να καταβάλλονται από τους διαδίκους κατά ποσοστό 50% έκαστος, ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλει και οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό απαιτείται, ώστε η συνεισφορά του να ανέλθει στο 55%.

7. Εκδίδεται τέλος διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλει τα συσσωρευμένα οφειλόμενα ποσά για την περίοδο από 01/02/2024 μέχρι και τον μήνα Μάιο 2026, ήτοι: (α) ποσό €8.638 σε σχέση με την αναδρομική διατροφή, το οποίο προκύπτει από συνολική δαπάνη συντήρησης ύψους €19.880 για 28 μήνες (€710 × 28), εκ της οποίας ο Καθ’ ου η αίτηση όφειλε να καλύπτει ποσοστό 55% (€10.934), από το εν λόγω ποσό αφαιρείται ποσό €2.296,14 το οποίο αντιστοιχεί στο 21% του συνολικού χρόνου, ο ανήλικος διέμενε με τον Καθ’ου η αίτηση ο οποίος επωμίστηκε έξοδα του τέκνου κατά το διάστημα αυτό, με αποτέλεσμα το τελικό οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε €8.637,86, στρογγυλοποιημένο σε €8.638, (β) ποσό €487,50 δυνάμει της παραγράφου 5, και (γ) ποσό €118 δυνάμει της παραγράφου 6, ήτοι συνολικό ποσό €9.243.

Το ποσό των €9.243 να καταβληθεί σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης την 01/07/2026 και ακολούθως την αντίστοιχη ημερομηνία εκάστου επόμενου μήνα, με τελευταία δόση καταβλητέα την 01/11/2026.

Νοείται ότι η Αιτήτρια δύναται να χρησιμοποιήσει άμεσα το ποσό των €1.000, το οποίο κατατέθηκε από τον Καθ’ου η αίτηση σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων για την περίοδο Ιανουαρίου έως Μαΐου 2024 και το οποίο, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, η ίδια αποδέχθηκε ότι θα ληφθεί υπόψη έναντι της συνεισφοράς του Καθ’ου η αίτηση στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους. Το εν λόγω ποσό θα αφαιρεθεί από το συνολικό οφειλόμενο ποσό των €9.243, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο καταβλητέο ποσό να διαμορφώνεται σε €8.243.

Τα έξοδα της αίτησης,  όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ'ου η Αίτηση.

 

 

(Υπ.)........................

                                                                                        Μ.Χ. Κάιζερ, Π.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ  



[i] Σε σχέση με τα έξοδα νηπιαγωγείου, συνολικού ύψους €8.990, η αναλογική συμμετοχή ανέρχεται σε €4.045,50 για την Αιτήτρια και €4.944,50 για τον Καθ’ ου η αίτηση. Εντούτοις, έκαστος των διαδίκων κατέβαλε ποσό €4.495, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να έχει καταβάλει ποσό αυξημένο κατά €449,50 σε σχέση με την αναλογική της επιβάρυνση, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση έχει καταβάλει αντίστοιχα μειωμένο ποσό κατά €449,50.

Σε σχέση με το πρόγραμμα Monkeynastix, συνολικού ύψους €200, η αναλογική κατανομή διαμορφώνεται σε €90 για την Αιτήτρια και €110 για τον Καθ’ ου η αίτηση. Εντούτοις, έκαστος των διαδίκων έχει καταβάλει ποσό €100, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να έχει καταβάλει επιπλέον €10, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση υπολείπεται κατά €10 της αναλογικής του συμμετοχής.

Αναφορικά με το πρόγραμμα Drama and Act, συνολικού ύψους €300, η αναλογική επιβάρυνση ανέρχεται σε €135 για την Αιτήτρια και €165 για τον Καθ’ ου η αίτηση. Εντούτοις, έκαστος κατέβαλε ποσό €150, με συνέπεια η Αιτήτρια να έχει καταβάλει αυξημένο ποσό κατά €15, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση να υπολείπεται κατά €15 της αναλογικής του συμμετοχής.

Περαιτέρω, σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα εκτός ΓΕΣΥ, συνολικού ύψους €260, η αναλογική κατανομή διαμορφώνεται σε €117 για την Αιτήτρια και €143 για τον Καθ’ ου η αίτηση. Εντούτοις, έκαστος των διαδίκων κατέβαλε εξ ημισείας ποσό €130, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να έχει καταβάλει επιπλέον €13 και ο Καθ’ ου η αίτηση να υπολείπεται αντίστοιχου ποσού της αναλογικής του συμμετοχής.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο