ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ։ Χ. Πογιατζή Δ.Ο.Δ.
Αρ. Αίτησης: 60/2019
Μεταξύ:
Π.Π. από την Λεμεσό και τώρα στην Πάφο
Αιτητής
-και-
Α.Χ. από την Λεμεσό
Καθ’ ης η Αίτηση
Ημερομηνία: 29/10/2025
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κα Μύρια Δ. Σαββίδου
Για Καθ’ ης η Αίτηση: η ίδια προσωπικά
ΑΠΟΦΑΣΗ
(I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։
- Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την έντονη αντιπαράθεση των διαδίκων σε σχέση με την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους, ήτοι του Ν.Π. που γεννήθηκε στις 07/01/2013 και ο οποίος σήμερα είναι σχεδόν 12 ετών. Πρόκειται για μία διαμάχη που κατά την άποψη μου έχει αναμφίβολα κλονίσει τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του ανήλικου τέκνου των διαδίκων.
- Στις 12/04/2019 ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται στον ίδιο η ανάθεση της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου αλλά και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Αιτητή εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Περαιτέρω, ο Αιτητής αξιώνει όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να ανατίθεται αποκλειστικά στον ίδιο μέρος της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου, όπως τις πτυχές που αφορούν την υγεία του, τα θέματα εκπαίδευσης του και τα προσωπικά και/ή ταξιδιωτικά του έγγραφα, λόγω έλλειψης συνεργασίας από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση.
- Επιπρόσθετα, αιτείται όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από την Κύπρο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή και να τοποθετηθεί το όνομα του στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από την Κύπρο απαγορεύεται, εκτός με την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή.
- Ταυτόχρονα, ο Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση χωρίς ειδοποίηση, όπου το Δικαστήριο στις 12/04/2019 εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανατέθηκε στον Αιτητή η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ενώ καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Αιτητή στην επαρχία Πάφου. Επίσης, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναγνωρίστηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να αποφασίζει για θέματα που αφορούν την υγεία και μόρφωση του ανήλικου χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση της Καθ’ ης η Αίτηση. Επιπρόσθετα, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε η έξοδος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από την Κύπρο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή η οποία να δίδεται ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή πιστοποιούντος υπαλλήλου ή άδειας του Δικαστηρίου και διατάχθηκε η εγγραφή των ονομάτων του στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο (stop-list) και η οποία θα επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχει γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή.
- Μετά την εκδίκαση της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο στις 11/10/2019 εξέδωσε απόφαση με την οποία οριστικοποίησε τα προαναφερόμενα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Ακολούθως, η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε την έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται σε αυτήν η φύλαξη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, καθώς και διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής της, αλλά και να απαγορεύεται στον Αιτητή από το να απομακρύνει τον ανήλικο από την εκάστοτε κατοικία της χωρίς την συναίνεση της.
- Η παρούσα Αίτηση εκδικάστηκε με βάση τους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 και τις τροποποιήσεις αυτών, αφού αφορά υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε το 2019. Η Αίτηση και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσε ως μάρτυρας του Δικαστηρίου η λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας κα Μ.Α. (Μ.1). Για την πλευρά του Αιτητή πρόσφεραν μαρτυρία ο ίδιος ο Αιτητής κ. Π.Π. (Μ.Α.1) και η κα. Μ.Ν. εγγεγραμμένη σχολική εκπαιδευτική ψυχολόγος (Μ.Α.2). Για την Καθ’ ης η Αίτηση κα Α.Χ. (Μ.Υ.1) κατέθεσε η ίδια προσωπικά χωρίς να καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες. Οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν στα πλαίσια της προσφερθείσας μαρτυρίας τους συνολικά 36 τεκμήρια.
- Με το πέρας της ακρόασης της υπόθεσης, το Δικαστήριο στις 27/01/2025 διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Ν.Π., ούτως ώστε να λάβει τις απόψεις του, στα πλαίσια του σχετικού νόμου και της νομολογίας. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή αλλά και της ίδιας της Καθ’ ης η Αίτηση. Μέσα από τις γραπτές τους αγορεύσεις, αυτοί ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή, λαμβάνοντας τις σοβαρά υπόψη μου.
- Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα δικόγραφα που καταχώρησαν οι διάδικοι, το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί καθώς και την επιχειρηματολογία των μερών. Θεωρώ ότι τα πιο κάτω γεγονότα είναι παραδεκτά από τους διαδίκους στην βάση των έγγραφων προτάσεων τους ή έχουν καταστεί κοινό υπόβαθρο γεγονότων, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία։
α) Ο Αιτητής είναι κύπριος πολίτης και η Καθ’ ης η Αίτηση κατάγεται από την Λευκορωσία. Ο Αιτητής κατοικεί από το 2019 με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Ν.Π. σε οικία στο χωριό Κανναβιού της επαρχίας Πάφου και η Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο σε άγνωστη διεύθυνση.
β) Ο γάμος των διαδίκων τελέστηκε στο δημαρχείο του Δήμου Αραδίππου στην Λάρνακα στις 16/12/2005 και μετά τον γάμο τους διέμεναν στην Λεμεσό. Στις 23/11/2016 ο γάμος των διαδίκων λύθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 481/2015. Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί τον Ν.Π. ο οποίος γεννήθηκε στις 07/01/2013.
γ) Ο Αιτητής προώθησε με την αίτηση υπ’ αριθμόν 198/15 ημερομηνίας 02/06/2015 υποχρεωτική εξέταση της Καθ’ ης η Αίτηση από ψυχίατρο, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν απαιτείται η νοσηλεία της σε ίδρυμα.
δ) Κατά/ή περί το έτος 2015 καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον του Αιτητή για αδικήματα που αφορούσαν βία στην οικογένεια και στις οποίες η Καθ’ ης η Αίτηση ήταν μάρτυρας κατηγορίας.
ε) Στις 16/02/2016 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο του Ν.Π. από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού.
στ) Κατά/ή περί τις 20/04/2016 η Καθ’ ης η Αίτηση ταξίδεψε στην Λευκορωσία μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων χωρίς να επιστρέψει στην Κύπρο και στις 04/05/2016 ο Αιτητής προέβη σε σχετική καταγγελία εναντίον της για απαγωγή του Ν.Π. με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της σε συνεργασία με την Ιντερπόλ.
ζ) Κατά/ ή περί το 2018 ο Αιτητής μετέβη στην Λευκορωσία και επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με την Καθ’ ης η Αίτηση και το ανήλικο τέκνο τους, όπου διέμεναν όλοι μαζί σε ενοικιαζόμενη οικία.
η) Ακολούθως, ο Αιτητής προέβη κατά/ή περί τον Φεβρουάριο του 2019 σε καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση για άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας στο ανήλικο τέκνο τους και καταχωρήθηκε σχετική ποινική υπόθεση εναντίον της με αρ. 21107/19 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για τα αδικήματα της βίας στην οικογένεια, άσκησης ψυχολογικής βίας και κοινής επίθεσης εναντίον του ανήλικου.
θ) Κατά/ή περί τον Φεβρουάριο του 2019, ο Αιτητής εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και μετακόμισε στην επαρχία Πάφου, όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα με τον Ν.Π. και τέκνο του από προηγούμενο του γάμο.
(II) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ։
· Η μαρτυρία της λειτουργού κας Μ.Α. (Μ.1)։
- Ως πρώτος μάρτυρας του Δικαστηρίου (Μ.1) προσήλθε η λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας κα Μ.Α. η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο την έκθεση που ετοίμασε και της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο. Κατέθεσε την έκθεση ημερομηνίας 24/01/2024 ως Τεκμήριο Α’ μαζί με συνοδευτικά έγγραφα προς υποστήριξη της με αρίθμηση Κ.1-Κ.16 και τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της στα πλαίσια διεξαγωγής των ερευνών της.
- Μέσα από την έκθεση της (βλ. Τεκμήριο αρ. Α’) η λειτουργός περιγράφει μεταξύ άλλων το ατομικό ιστορικό των δύο γονέων, την οικονομική τους κατάσταση, το οικογενειακό ιστορικό αλλά και το ιστορικό του ανήλικου τέκνου τους. Καταληκτικά προβαίνει σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις, διαπιστώσεις, συμπεράσματα αλλά και εισηγήσεις.
- Αρχικά, περιγράφεται το ατομικό ιστορικό του Αιτητή, οι συνθήκες διαβίωσης του αλλά και η οικονομική του κατάσταση. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο Αιτητής διαμένει μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων σε ενοικιαζόμενη οικία στο χωριό Κανναβιού η οποία αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια και το παιδί διαθέτει το δικό του υπνοδωμάτιο. Διαπιστώνεται ότι τόσο το υπνοδωμάτιο του ανήλικου τέκνου όσο και η υπόλοιπη οικία είναι πλήρως εξοπλισμένη και επιπλωμένη, ενώ το επίπεδο καθαριότητας είναι αρκετά ικανοποιητικό.
- Ο Αιτητής λαμβάνει εισοδήματα ύψους €204,00 μηνιαίως από μονογονεϊκό επίδομα και επίδομα τέκνου, αλλά και €276,54 μηνιαίως από Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, ενώ ως κινητή περιουσία δηλώθηκε ένα αυτοκίνητο τύπου saloon το οποίο εξυπηρετεί τις οικογενειακές ανάγκες. Δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε χρέη, ενώ περιγράφηκαν ως σταθερά έξοδα το ποσό των €290,00 για το ενοίκιο της κατοικίας που διαμένουν το οποίο καλύπτεται από το ΕΕΕ.
- Αναφορικά με το ιστορικό του πατέρα, αναφέρθηκε ότι γεννήθηκε στην Αμμόχωστο είναι ηλικίας 53 ετών και προέρχεται από πολυμελή, συγκροτημένη οικογένεια. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στον κλάδο συγκολλητών. Εργάστηκε στο παρελθόν ως συγκολλητής και στην συνέχεια ως οδηγός φορτηγών για πολλά έτη. Από το 2019 δηλώνει άνεργος και αναζητά εργασία μέσω της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης. Σήμερα είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Τέλεσε τον 1ο του γάμο σε ηλικία 19 ετών και απέκτησαν μία θυγατέρα που είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, αλλά στην συνέχεια λόγω προβλημάτων χώρισαν. Ακολούθως, τέλεσε γάμο με γυναίκα από την Ουκρανία και απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας σήμερα 19 ετών, ενώ ο γάμος τους διαλύθηκε αφού σύμφωνα με τον ίδιο δεν ανταποκρινόταν στον γονικό της ρόλο, διότι αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού. Εξασφάλισε εκ συμφώνου διάταγμα φύλαξης του παιδιού και από το 2015 διαμένει μαζί του.
- Ακολούθως περιγράφεται το ιστορικό, η οικονομική κατάσταση και οι συνθήκες διαβίωσης της Καθ’ ης η Αίτηση. Είναι ηλικίας 41 ετών ιδιωτική υπάλληλος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Λευκορωσία, ενώ είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας της. Οι γονείς της απεβίωσαν όταν αυτή βρισκόταν σε νεαρή ηλικία με αποτέλεσμα να μην έχει οικογενειακό περιβάλλον. Είναι απόφοιτη μέσης εκπαίδευσης και σύμφωνα με την ίδια σπούδασε οικονομικά σε πανεπιστήμιο της χώρας της. Το 2004 μετέβη στην Κύπρο για βιοποριστικούς λόγους και αρχικά διέμενε στην επαρχία Λεμεσού, όπου εργάστηκε ως σερβιτόρα και ιδιωτική υπάλληλος. Από το καλοκαίρι του 2019 μετακόμισε στην επαρχία Πάφου. Κατά την παραμονή της στην επαρχία Πάφου διατηρούσε δεσμό με άντρα από την Πάφο με τον οποίο απέκτησε ένα υιό ηλικίας τεσσάρων ετών σήμερα, ενώ το παιδί διαμένει μαζί της αφού ο πατέρας του απεβίωσε.
- Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν ήταν συνεργάσιμη με το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά τον Ιούλιο του 2023 προσκόμισε επιστολή στην Υπηρεσία μέσω της οποίας ζητούσε όπως της αποσταλούν γραπτώς τα προσωπικά της στοιχεία διότι πίστευε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο επικοινωνούσε μαζί τους και παρουσιαζόταν στην Υπηρεσία προσποιούμενο την ίδια. Στις 20/09/2023 η Μ.1 είχε συνάντηση με την Καθ’ ης η Αίτηση όπου αυτή της ανέφερε ότι δεν έχει εμπιστοσύνη να συνεργαστεί μαζί τους, ότι αποκρύβουν στοιχεία που αφορούν το ανήλικο τέκνο της, ότι πιστεύει ότι το παιδί λαμβάνει τακτική βία από τον πατέρα του, ότι ο πατέρας του δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά και ότι ο ανήλικος δεν είναι Κύπριος. Στην εν λόγω συνάντηση δεν ζήτησε να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με το παιδί της.
- Επιπρόσθετα, κατά τον ίδιο μήνα προσκόμισε επιστολή στην Υπηρεσία στην οποία αναφερόταν σε επεισόδια βίας από τον πατέρα προς τον ανήλικο, τον Απρίλιο του 2016 και για τα οποία ζητούσε να πληροφορηθεί για την πορεία των ερευνών. Επίσης, ανέφερε ότι έχει σοβαρές υποψίες για πρόκληση έντονης και συνεχούς σωματικής βίας από τον Αιτητή προς τον ανήλικο. Της εξηγήθηκε ότι δεν ήταν δική της αρμοδιότητα να ερευνήσει περιστατικά βίας που έλαβαν χώρα το 2016. Περαιτέρω, της αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί λόγω των προσωπικών της υποψιών για βία, να υποβάλλεται ένα παιδί σε ιατρικές εξετάσεις και να θυματοποιείται, αλλά και ότι με βάση δύο αξιολογήσεις που έγιναν στον ανήλικο από ειδικούς ψυχικής υγείας αλλά και από την μέχρι τότε συνεργασία με την οικογένεια δεν είχε διαπιστωθεί κάτι τέτοιο.
- Ακολούθως, η λειτουργός αναφέρει πως σε μετέπειτα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Καθ’ ης η Αίτηση, αυτή της ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να συνεργάζεται μαζί της γιατί δεν γνωρίζει τα προσόντα της, ενώ η ίδια σπουδάζει νομικά, ενώ επίσης γιατί δεν ενημερώθηκε για τα προσωπικά της στοιχεία αλλά και για την βία που έχει υποστεί το ανήλικο τέκνο της από τον πατέρα του. Και αυτή την φορά δεν της ζήτησε την διευθέτηση συνάντησης με τον ανήλικο.
- Αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης της Καθ’ ης η Αίτηση, η λειτουργός αναφέρει στην έκθεση της ότι δεν τους επέτρεψε να επισκεφθούν την οικία της, αλλά ούτε και τους ενημέρωσε για την διεύθυνση διαμονής της. Επανέλαβε πως όταν της ζητήθηκε να τους ενημερώσει για την διεύθυνση διαμονής της με σκοπό την διενέργεια επίσκεψης, αυτή τους ανέφερε ότι έπρεπε να της αποστείλουν γραπτώς το αίτημα τους. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Καθ’ ης η Αίτηση δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, εισοδήματα, σταθερά έξοδα ή χρέη.
- Σε σχέση με το οικογενειακό ιστορικό το οποίο περιγράφεται στην εν λόγω έκθεση, αναφέρεται ότι οι διάδικοι κατά την διάρκεια της έγγαμης τους συμβίωσης αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, με αποτέλεσμα περί τα τέλη του 2015 να επέλθει η διάσταση, ενώ τον Νοέμβριο του 2016 εκδόθηκε το διαζύγιο τους. Τον Φεβρουάριο του 2016, εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμιζόταν η επικοινωνία του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων.
- Αναφέρεται ότι τον Απρίλιο του 2016 η Καθ’ ης η Αίτηση αναχώρησε από την Κύπρο μαζί με τον ανήλικο για την Λευκορωσία και ακολούθως ο Αιτητής κατήγγειλε στην αστυνομία την αρπαγή/απαγωγή του παιδιού. Στις 04/05/2016 εξασφαλίστηκε εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση δικαστικό ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στον κατάλογο στοπ-λιστ και καταζητείτο. Ενημερώθηκε η Ιντερπόλ η οποία εντόπισε την μητέρα και το παιδί στην Λευκορωσία. Το 2018 ο πατέρας μετέβη στην Λευκορωσία και κατά/ή περί τον Σεπτέμβριο του 2018 επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με την μητέρα και τον ανήλικο με στόχο την επανασύνδεση τους, όμως τα προβλήματα στην σχέση του ζεύγους εξακολουθούσαν να υπάρχουν.
- Επιπρόσθετα, περιγράφεται στην εν λόγω έκθεση ότι στις 06/02/2019 ο Αιτητής κατάγγειλε την Καθ’ ης η Αίτηση στην αστυνομία για βία εναντίον του ανήλικου τέκνου τους και την επόμενη ημέρα μετέβη μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα του στην επαρχία Πάφου όπου φιλοξενήθηκε από συγγενή του. Αρχικά, ο Αιτητής δεν έδινε πληροφορίες για τον ακριβή τόπο διαμονής του με αποτέλεσμα η Καθ’ ης η Αίτηση να προβαίνει σε καταγγελίες στην αστυνομία για παραβίαση του διατάγματος επικοινωνίας, το οποίο όμως δεν ήταν πλέον σε ισχύ.
- Περαιτέρω, κατά την πιο πάνω περίοδο σχηματίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή για αδικαιολόγητη απουσία του ανήλικου τέκνου του από το σχολείο. Εν τούτοις, αναφέρεται ότι από τις 03/04/2019 εξασφαλίστηκε ειδική έγκριση φοίτησης του παιδιού στο Δημόσιο Νηπιαγωγείο Πολεμίου και έτσι το παιδί έκτοτε άρχισε να φοιτά κανονικά. Στις 12/04/2019 ο Αιτητής εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου μέσω του οποίου του ανατέθηκε η φύλαξη και φροντίδα του παιδιού, καθώς και το δικαίωμα να αποφασίζει για τα ζητήματα υγείας και παιδείας του ανήλικου.
- Ειδικότερα, η λειτουργός αναφέρει μέσα από την έκθεση της, ότι οι Υπηρεσίες καθοδηγούσαν και ενθάρρυναν επανειλημμένως την Καθ’ ης η Αίτηση ώστε να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση σχετικών διαταγμάτων γονικής μέριμνας, αλλά αυτή αρνείτο να το πράξει.
- Μέσα από την έκθεση (βλ. Τεκμήριο Α’) περιγράφεται και το ιστορικό του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι το παιδί αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα τραυλισμού το οποίο γίνεται εντονότερο όταν ο ανήλικος είναι συναισθηματικά φορτισμένος και αγχωμένος. Παρακολουθεί μαθήματα λογοθεραπείας τόσο εντός όσο και εκτός του σχολείου. Αναφέρεται ότι το παιδί έπρεπε να παρακολουθείται από κλινικό ψυχολόγο πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Καταγράφεται επίσης, ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων αξιολογήθηκε δύο φορές από ψυχολόγους, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2019 από κυβερνητικό ψυχολόγο και τον Σεπτέμβριο του 2022 από ιδιώτη ψυχολόγο.
- Αφού ο Αιτητής εξασφάλισε το προσωρινό διάταγμα φύλαξης του ανήλικου τέκνου του, μετέφερε στις 12/04/2019 τον ανήλικο στον αστυνομικό σταθμό στην Λεμεσό, όπου το παιδί είχε επικοινωνία με την Καθ’ ης η Αίτηση. Διευθετήθηκε 2η επικοινωνία του ανήλικου με την μητέρα του στις 17/04/2019 στο Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών Ζακακίου, αλλά και 3η επικοινωνία στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου. Μετά την τελευταία συνάντηση που έγινε, η Καθ’ ης η Αίτηση παρουσιάστηκε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπίου όπου κατάγγειλε πιθανή κακοποίηση του ανήλικου από τον Αιτητή. Από τις ιατρικές εξετάσεις που προέκυψαν δεν διαπιστώθηκε οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση, ενώ αναφέρεται πως το παιδί μετά το πιο πάνω περιστατικό παλινδρόμησε.
- Περί το 2021, λειτουργός της Υπηρεσίας είχε συνεργασία με το ανήλικο τέκνο στο σχολείο. Η λειτουργός συζήτησε το ενδεχόμενο επικοινωνίας του με την μητέρα του και αφού το παιδί συμφώνησε, ενημερώθηκαν σχετικά οι γονείς και συμφωνήθηκε συγκεκριμένη ημερομηνία συνάντησης στην υπηρεσία τους. Η λειτουργός υποστηρίζει μέσα από την εν λόγω έκθεση, ότι ενώ η Καθ’ ης η Αίτηση έδειχνε αρχικά ιδιαίτερα χαρούμενη για την εξέλιξη αυτή, εν τούτοις δύο ημέρες πριν την προγραμματισμένη συνάντηση επικοινώνησε τηλεφωνικά με την λειτουργό αναφέροντας της πως δεν θα παρευρεθεί διότι είναι σίγουρη πως ο Αιτητής έχει καταστρώσει κάποιο σχέδιο εναντίον της. Ακολούθως, η λειτουργός προσπάθησε να της εξηγήσει πόσο σημαντική ήταν αυτή η συνάντηση για τον ίδιο τον ανήλικο, αλλά η Καθ’ ης ήταν ανένδοτη.
- Μετά το πιο πάνω περιστατικό, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων βίωσε ακόμα περισσότερο την απογοήτευση και έκτοτε δεν έχει καμία επικοινωνία με την Καθ΄ ης η Αίτηση. Η λειτουργός αναφέρει ότι ενημερώθηκε από τον Αιτητή ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του κατά τις ημέρες των εορτών, αλλά το παιδί αρνείτο να της απαντήσει το τηλέφωνο. Μεταξύ των γονέων δεν υπάρχει καμία επικοινωνία.
- Στην έκθεση αναφέρεται ότι από την συνεργασία που είχαν με την οικογένεια, ο Αιτητής μεριμνά για την φροντίδα, ασφάλεια και ευημερία του παιδιού και αποτελεί ένα σταθερό πρόσωπο αναφοράς για το παιδί γεγονός που προσδίδει ασφάλεια. Συγχρόνως, διαπιστώθηκε ένας στενός συναισθηματικός δεσμός μεταξύ πατέρα και παιδιού.
- Συμπερασματικά, μέσα από την έκθεση της η Μ.1 αναφέρεται ότι η τελευταία φορά που είχε επικοινωνία ο ανήλικος με την Καθ’ ης η Αίτηση ήταν στις 25/04/2019. Από την συνεργασία με την οικογένεια διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής προσπαθεί να ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην κάλυψη των αναγκών του ανήλικου και το επίπεδο φροντίδας και προστασίας που του παρέχεται είναι ικανοποιητικό.
- Θεωρεί ότι ο ανήλικος πρέπει να έχει επαφή και επικοινωνία και με τους δύο γονείς του για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη, όμως θα πρέπει η επαφή του με τον γονέα να είναι εποικοδομητική και όχι τραυματική. Αναφέρεται ότι μέσα από τις αξιολογήσεις των ειδικών ψυχικής υγείας, διαπιστώνεται ότι ο ανήλικος βιώνει μετατραυματικό στρές και διαταραχή άγχους. Η λειτουργός εισηγείται όπως ο ανήλικος ξεκινήσει άμεσα θεραπευτικές συνεδρίες με ψυχολόγο.
- Επιπρόσθετα, εισηγείται όπως οι γονείς αξιολογηθούν για τον γονικό τους ρόλο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, ενώ μέσω της βοήθειας των ειδικών να γίνουν προσπάθειες αποκατάστασης της επικοινωνίας της Καθ΄ ης η Αίτηση με τον ανήλικο, διασφαλίζοντας πρωτίστως το συμφέρον του παιδιού.
- Θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να παραμείνει στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει και θεωρεί δικαιολογημένα τα αιτήματα του Αιτητή τα οποία εξάλλου ασκεί από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και σήμερα.
- Εισηγείται επίσης όπως ρυθμιστεί ένα πρόγραμμα επικοινωνίας της Καθ’ ης η Αίτηση με τον ανήλικο, εφόσον διασφαλιστεί η ασφάλεια του ανήλικου και εάν όλοι οι εμπλεκόμενοι συναινέσουν να αξιολογηθούν και συνεργαστούν με ειδικούς ψυχικής υγείας.
- Η λειτουργός (Μ.1) αντεξετάστηκε πρώτα από την συνήγορο του Αιτητή. Θα επικεντρωθώ στα πιο σημαντικά σημεία της αντεξέτασης της. Αρχικά, η λειτουργός ρωτήθηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που συναντήθηκε με την Καθ’ ης η Αίτηση και αν της επέτρεψε να την επισκεφθεί στον χώρο διαμονής της. Η Μ.1. απάντησε ότι η τελευταία φορά που συναντήθηκαν ήταν στις 20/09/2023 και ότι παρόλο που της είχε ζητηθεί εν τούτοις δεν τους επέτρεψε να επισκεφθούν τον χώρο διαμονής της, αφού αρνείτο να τους δώσει την διεύθυνση όπου αυτή διαμένει και για αυτό δεν είναι σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο τις συνθήκες διαμονής και διαβίωσης της.
- Συμφώνησε με την θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι δεν είναι σε θέση να εισηγηθεί την οποιαδήποτε επικοινωνία του παιδιού στον χώρο της, καθότι δεν γνωρίζει την διεύθυνση διαμονής της και αν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες. Η λειτουργός ρωτήθηκε επίσης αν υπήρξε συνεργασία από την Καθ’ ης η Αίτηση στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, με την Μ.1 να απαντά ότι δεν υπήρξε καθόλου συνεργασία, ενώ με τον Αιτητή ανέφερε ότι υπήρχε καλή συνεργασία.
- Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου, αν υπήρχε οποιαδήποτε φορά που το Γραφείο Ευημερίας αντιμετώπιζε κάποιο ζήτημα ή ενδοιασμό για την καταλληλότητα του πατέρα να έχει την φύλαξη και φροντίδα του μεγαλύτερου παιδιού του από προηγούμενο του γάμο, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και πως δεν διαπιστώθηκαν οποιαδήποτε θέματα σε σχέση με την φύλαξη του. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι έγιναν κάποιες αναφορές από το σχολείο που φοιτούσε το μεγαλύτερο παιδί του Αιτητή σε σχέση με την συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση, ότι δηλαδή φώναζε μέσα στο σπίτι, υπήρχε ένταση και το ανήλικο αποτεινόταν για βοήθεια στο σχολείο επειδή δεν άντεχε τις φωνές μέσα στο σπίτι.
- Η λειτουργός ρωτήθηκε ακόμα για τις συνθήκες διαβίωσης του Αιτητή με τα τέκνα του και αν ο χώρος έχει ελεγχθεί. Η Μ.1 απάντησε καταφατικά και ότι πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στο σπίτι του και πως έχουν διερευνηθεί οι συνθήκες διαβίωσης του πατέρα με τα παιδιά του.
- Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε σε σχέση με τον νέο σύντροφο και την νέα οικογένεια της Καθ΄ ης η Αίτηση και αν ήταν υπό την επίβλεψη της. Η Μ.1. απάντησε ότι δεν τους είχε χειριστεί προσωπικά, αλλά γνωρίζει ότι υπήρχαν καταγγελίες εναντίον του νέου της συντρόφου για βία στην οικογένεια. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο νέος σύντροφος της Καθ’ ης βρισκόταν σε συνάντηση στην Λεμεσό για θέματα βίας στην οικογένεια μετά από καταγγελία της ίδιας, κατά την ημέρα της αυτοχειρίας του. Ρωτήθηκε επίσης αν η Καθ’ ης η Αίτηση έκανε και στο παρελθόν καταγγελίες για βία από τον Αιτητή και αν ζητούσε βοήθεια από το Γραφείο Ευημερίας. Η μάρτυρας απάντησε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση προέβαινε σε καταγγελίες στους κατά τόπους αστυνομικούς σταθμούς, αλλά δεν είχε συνεργασία με την Υπηρεσία.
- Στην συνέχεια η μάρτυρας ρωτήθηκε αν στην τελευταία συνάντηση που είχε με την Καθ’ ης η Αίτηση στις 20/09/2023, αυτή της ζήτησε να έχει επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο της. Απάντησε αρνητικά και ότι ζήτησε αν γίνεται να καταγράφονται ή να ηχογραφούνται οι συνομιλίες τους, ότι δεν μπορεί να τους εμπιστευτεί και ότι αποκρύπτουν στοιχεία. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε πότε έγινε η τελευταία συνάντηση της Καθ’ ης η Αίτηση με τον ανήλικο και πως εξελίχθηκε. Η Μ.1 απάντησε ότι η συνάντηση έγινε στις 25/04/2019 στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου. Η Καθ’ ης υποψιαζόταν ότι το παιδί δέχεται βία από τον Αιτητή και ανέφερε ότι είδε κάποια σημάδια στο πρόσωπο του, τα οποία η λειτουργός που ήταν παρούσα δεν τα έβλεπε. Ακολούθως, προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και το παιδί μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εξετάστηκε και δεν διαπιστώθηκαν οποιοιδήποτε μώλωπες. Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν το αποδέχθηκε και ζήτησε ιατροδικαστική εξέταση, που έγινε από ιατροδικαστή που εξέτασε ξανά το παιδί και πάλι δεν διαπιστώθηκε ότι υπήρξε βία, αλλά η μητέρα επέμενε.
- Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου αν έγιναν από τότε οποιεσδήποτε προσπάθειες για να γίνει ξανά συνάντηση με τον ανήλικο, η Μ.1 απάντησε καταφατικά αναφέροντας ότι η προηγούμενη λειτουργός που χειριζόταν την υπόθεση, επισκέφθηκε το παιδί στο σχολείο μιλώντας του θετικά για την μητέρα του, ώστε να ξαναρχίσει η επικοινωνία, όπου στο τέλος αποδέχθηκε να γνωρίσει και τον μικρό του αδελφό στην παρουσία της λειτουργού. Έτσι διεξήχθησαν δύο επαφές στην Λεμεσό μεταξύ μητέρας-ανήλικου και η τρίτη στις 25/04/2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με επιθυμία για να συνεχίσουν οι εν λόγω επικοινωνίες.
- Η Μ.1 ρωτήθηκε ποιος ήταν ο λόγος που δεν συνεχίστηκαν οι επικοινωνίες, με την μάρτυρα να αναφέρει ότι μετά την τελευταία καταγγελία της Καθ’ ης η Αίτηση για πρόκληση βίας και μετά την εξέταση της γιατρού, το παιδί είχε υποτροπιάσει, διότι τέθηκε δε μία κατάσταση που ήταν για το ίδιο αρκετά ψυχολογικά κακοποιητική, δηλαδή να του αφαιρούν τα ρούχα του και να τον κοιτάζουν δύο φορές χωρίς να έχει υποστεί οποιασδήποτε μορφής βία. Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στην παραπομπή του ανήλικου, σε ψυχολόγους, η πρώτη στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού μετά από την καταγγελία για βία στην οικογένεια και η δεύτερη σε ιδιώτη ψυχολόγο μετά από δική της παρότρυνση, όπου υπήρξε συνεργασία του Αιτητή.
- Μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η Μ.1 επιβεβαίωσε την θέση της ότι τα αιτήματα του Αιτητή για ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου είναι δικαιολογημένα, ενώ ανέφερε ότι για τις βασικές πτυχές της άσκησης της γονικής μέριμνας, όπως τα θέματα υγείας και εκπαίδευσης θα πρέπει να αποφασίζει ο πατέρας χωρίς να λαμβάνει την συγκατάθεση της Καθ’ ης η Αίτηση. Εξέφρασε την θέση ότι θα πρέπει να συνεργαστούν οι γονείς με ειδικούς και το παιδί, ώστε να μπορέσει ο ανήλικος να ισορροπήσει πιο καλά ψυχολογικά.
- Ακολούθησε η αντεξέταση της Μ.1 από την ίδια την Καθ’ ης η Αίτηση. Θα επικεντρωθώ στα κυριότερα σημεία της αντεξέτασης της λειτουργού. Η μάρτυρας αρχικά ρωτήθηκε αν γνωρίζει για τα περιστατικά βίας προς την ίδια και το ανήλικο τέκνο της. Η Μ.1. απάντησε ότι γνωρίζει από την μελέτη των φακέλων αλλά και από τα κυανούν που κατέθεσε στο Δικαστήριο από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ότι ποτέ δεν έχουν χειριστεί βία από τον πατέρα προς το παιδί, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή καταγγελία για αυτό το ζήτημα. Αναφορικά με τις καταγγελίες για βία εναντίον της Καθ’ ης ανέφερε ότι τις έχει ήδη παρουσιάσει, αλλά και ακόμα δέκα καταγγελίες για βία από την ίδια προς τον Αιτητή, αλλά και πως σε σχέση με βία προς τον ανήλικο από τον πατέρα του δεν έχουν εξετάσει οποιαδήποτε καταγγελία.
- Στην μάρτυρα υποβλήθηκε ότι ψεύδεται, αφού στην έκθεση της κάνει αναφορά σε επίσημη βεβαίωση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού στην οποία την παρέπεμψε. Η Μ.1. απάντησε ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί την απάντηση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού προς την Καθ’ ης η Αίτηση σε σχέση με το αναφερόμενο περιστατικό, η οποία δεν αποτελεί καταγγελία στην αστυνομία αλλά αναφορά, παραπέμποντας στο Κυανούν 2 που επισύναψε στην έκθεση της. Ανέφερε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν ήθελε να κάνει γραπτή καταγγελία και να διερευνηθεί το περιστατικό για την βία και ο αστυνομικός σταθμός της απάντησε ότι το παράπονο της καταχωρήθηκε για πιθανή μελλοντική αναφορά. Περαιτέρω, η λειτουργός εξέφρασε την θέση, ότι μία μητέρα που πιστεύει ότι το παιδί της έχει υποστεί βία και το βρίσκει κακοποιημένο, δεν προβαίνει σε μία απλή αναφορά στην αστυνομία για μελλοντική χρήση, αλλά προχωρά σε ουσιαστική καταγγελία για άμεση διερεύνηση του περιστατικού.
- Στην συνέχεια, η Καθ’ ης η Αίτηση ρώτησε την λειτουργό αν γνωρίζει πως ο ανήλικος νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν έχει διαβάσει από τους φακέλους που της έχουν παραπέμψει από το Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού ότι το παιδί έχει νοσηλευτεί. Επιπρόσθετα, ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι ο ανήλικος έπαθε τραυλισμό μετά από την σωματική βία που υπέστη από τον Αιτητή και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Η Μ.1. απάντησε ότι δεν γνωρίζει για οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, αλλά γνωρίζει για το θέμα τραυλισμού του παιδιού, όπως διαφαίνεται μέσα από την έκθεση ψυχολόγων που κατέθεσε, όπου αναφέρεται ότι το ανήλικο τέκνο παρουσίαζε τραυλισμό όταν αναφερόταν στην μητέρα του και στην κακοποιητική της συμπεριφορά.
- Περαιτέρω, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει για την διαμονή της Καθ΄ ης η Αίτηση μαζί με τον ανήλικο στο ΣΠΑΒΟ και αυτή απάντησε αρνητικά αφού δεν διάβασε κάτι τέτοιο στον φάκελο που της έχει σταλεί από την Λεμεσό. Επίσης, ρωτήθηκε αν γνωρίζει πως ο ανήλικος λαμβάνει καθημερινά απειλητικά μηνύματα από τον πατέρα του για να παραμείνει μαζί του ή ότι δεν θα τον ξαναδεί, αφού θα χάσει το επίδομα Ε.Ε.Ε. από το κράτος. Η μάρτυρας απάντησε ότι είδε μόνο του το παιδί χωρίς την παρουσία του πατέρα του και ουδέποτε της ανέφερε κάτι τέτοιο. Επιπρόσθετα, η Μ.1. ρωτήθηκε αν γνωρίζει πως σήμερα ο ανήλικος φοβάται και ότι παρακάλεσε την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας Λεμεσού ενώπιον της αστυνομίας Λεμεσού για να τον αφήσουν να φύγει με την μητέρα του, με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο αφού δεν ήταν παρούσα.
- Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση αποτάθηκε στις τηλεοράσεις και στο Γραφείο Ευημερίας για να εντοπίσει τον υιό της μετά την αρπαγή του από τον πατέρα του, χωρίς να ξέρει που διαμένουν και αυτή απάντησε καταφατικά ότι είδε τους φακέλους και τα δημοσιεύματα από τις εφημερίδες. Πρόσθεσε ότι από την πρώτη στιγμή οι υπηρεσίες τους καθοδήγησαν την Καθ’ ης η Αίτηση για να αποταθεί στο Δικαστήριο προς έκδοση διατάγματος φύλαξης-επικοινωνίας του παιδιού της και αυτή αρνείτο πεισματικά αναφέροντας τους։ «δεν θα μου πείτε εσείς τι να κάμω εγώ και ποιες διαδικασίες να ακολουθήσω». Ανάφερε επίσης ότι της έλεγαν την σωστή διαδικασία για να ακολουθήσει για να βλέπει το παιδί της και αρνείτο, δεν άκουγε και όταν το παιδί ήρθε στην Πάφο και υπόβαλε αίτηση ο πατέρας, μετά ήρθε η ίδια και καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση, εκφράζοντας την θέση, πως αν δεν υπόβαλλε αίτημα ο Αιτητής, ούτε η ίδια θα το έπραττε.
- Η μάρτυρας ρωτήθηκε αν το ανήλικο τέκνο των διαδίκων διέμενε στην Λευκορωσία και ήταν κάτοικος Λευκορωσίας, με την λειτουργό να απαντά ότι γνωρίζει ότι πήρε το παιδί τον Απρίλιο του 2016 και αναχώρησε από την Κύπρο. Ερωτήθηκε επίσης αν γνωρίζει ότι το παιδί μιλούσε την ρωσική γλώσσα μέχρι σήμερα και αν την καταλαβαίνει όταν μιλά στα ελληνικά, με την μάρτυρα να απαντά ότι όταν γνώρισε τον ανήλικο μετά τον τρίτο του 2023, επικοινωνούσε μαζί του στα ελληνικά.
- Επίσης, η λειτουργός ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι ο ανήλικος φοβάται τον πατέρα του διότι τον δέρνει και η λειτουργός απάντησε ότι δεν το γνωρίζει και δεν της έχει αναφέρει κάτι τέτοιο. Η Καθ’ ης η Αίτηση υπέβαλε στην λειτουργό αν γνωρίζει ότι ο ιατροδικαστής εξέτασε το ανήλικο τέκνο της δύο εβδομάδες μετά που υπέστη το περιστατικό βίας που υπέστη. Η Μ.1. παρέπεμψε στο Κυανούν 13 που επισύναψε στην έκθεση της, αναφέροντας ότι την συγκεκριμένη ημέρα, την ίδια στιγμή παραπέμφθηκε ο ανήλικος και εξετάστηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, με αναφορά στην γιατρό που τον εξέτασε και ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε βία.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση ολοκλήρωσε την αντεξέταση της με υποβολές προς την μάρτυρα ότι η έκθεση της είναι ψευδορκία που δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι επιδεικνύει επαγγελματική αμέλεια και ότι η ίδια προκαλεί κίνδυνο για τις ανθρώπινες ζωές και κυρίως στα ανήλικα τέκνα. Η Μ.1. απάντησε ότι την προσβάλλει και δεν αποδέχεται την θέση της ότι αποτελεί κίνδυνο ή ότι ψεύδεται.
- Στα πλαίσια του διερευνητικού χαρακτήρα της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπέβαλε μερικές ερωτήσεις προς την Μ.1. Ειδικότερα, η μάρτυρας ρωτήθηκε πόσες φορές επισκέφθηκε τον ανήλικο για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης και αυτή απάντησε προσωπικά στις 23/03/2024 και στις 03/05/2023. Ρωτήθηκε αν μετά την ετοιμασία της έκθεσης, είχε οποιαδήποτε επαφή με τους διάδικους, απαντώντας ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα και όχι με την μητέρα γιατί ποτέ δεν συνεργαζόταν. Της έλεγε «χάνω τον χρόνο μαζί σας» ότι δεν έχουν κάτι να της προσφέρουν και ότι πάντα η Καθ’ ης επέμενε στις δικές της απόψεις και δεν τους άκουγε καθόλου.
- Σε σχετική ερώτηση για το πόσες συναντήσεις έγιναν με την Καθ’ ης η Αίτηση για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης, η λειτουργός απάντησε ότι έγινε μία στις 20/09/2023 στο γραφείο Ευημερίας διότι οι συνεργασίες έπρεπε να γίνονται και στο σπίτι και πως αυτή δεν τους ενημέρωνε για την διεύθυνση της. Με τον πατέρα, ανέφερε ότι έγιναν σίγουρα δύο συναντήσεις-επισκέψεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο σπίτι του.
- Η Μ.1. ρωτήθηκε τι την προβλημάτισε και εισηγήθηκε όπως αξιολογηθούν οι διάδικοι σε σχέση με τον γονικό τους ρόλο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Η μάρτυρας απάντησε ότι στόχος τους είναι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και αυτό να έχει επαφές και με τους δύο γονείς του και για αυτό πιστεύει πως οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας μπορούν να βοηθήσουν τους γονείς ώστε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Διευκρίνισε ότι δεν έγινε τέτοια αξιολόγηση στο παρελθόν και ούτε ενημέρωσε τους γονείς για κάτι τέτοιο.
- Στην συνέχεια, η Μ.1. ρωτήθηκε αν η Καθ’ ης η Αίτηση επικοινώνησε ποτέ μαζί της με σκοπό να επικοινωνήσει με το παιδί της, με την λειτουργό να απαντά αρνητικά και ότι από τον Μάρτιο του 2023 που ανέλαβε την υπόθεση, δεν το είχε ζητήσει οποιαδήποτε φορά. Διευκρίνισε ότι η τελευταία προσπάθεια που έγινε από την Υπηρεσία για την διεξαγωγή επικοινωνίας ήταν το 2021 όταν την είχαν καλέσει και δύο μέρες πριν τη συνάντηση αρνήθηκε να επισκεφθεί το γραφείο για να δει το παιδί της.
- Περαιτέρω, η Μ.1. ρωτήθηκε γιατί ακριβώς θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να παραμείνει στο περιβάλλον που μεγαλώνει και γιατί πιστεύει πως είναι αιτιολογημένα τα αιτήματα του Αιτητή. Η μάρτυρας απάντησε ότι από την συνεργασία με τον ανήλικο φάνηκε ότι υπάρχει μία πολύ στενή συναισθηματική σχέση με τον πατέρα του και αυτός από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και σήμερα, ήτοι για πέντε έτη διαμένει μόνο μαζί με τον Αιτητή. Επίσης, η λειτουργός ανέφερε ότι όσες φορές προσπάθησε να μιλήσει στον ανήλικο για την μητέρα του, το πρόβλημα του τραυλισμού του γινόταν πιο έντονο, αντιδρούσε και της έλεγε πόσο αγαπά τον πατέρα του και πόσο καλά νοιώθει και περνά με αυτόν και με τον αδελφό του.
- Ακολούθως, η Μ.1. ρωτήθηκε αν η Καθ’ ης η Αίτηση είναι σε θέση και μπορεί να ασκεί με επιτυχία τα γονικά της καθήκοντα. Η λειτουργός απάντησε ότι διατηρεί πολλούς προβληματισμούς, κυρίως διότι επέμενε να υποβάλει τον ανήλικο σε ιατρικές εξετάσεις ισχυριζόμενη ότι το παιδί είχε κακοποιηθεί και η λειτουργός, η ιατρός των πρώτων βοηθειών και η ιατροδικαστής δεν έβλεπαν οτιδήποτε και αυτή επέμενε χωρίς να αντιλαμβάνεται. Σε κάθε περίπτωση, διευκρίνισε ότι αν δεν δει τον ανήλικο μαζί με την Καθ’ ης η Αίτηση σε επικοινωνία, δεν είναι σε θέση να απαντήσει αν αυτή είναι κατάλληλη.
- Επιπρόσθετα, η Μ.1. ρωτήθηκε για την εισήγηση της για ρύθμιση ενός προγράμματος επικοινωνίας της Καθ’ ης η Αίτηση με τον ανήλικο στο μέλλον, εφόσον διασφαλιστεί η ασφάλεια του παιδιού. Η μάρτυρας απάντησε ότι εννοούσε για διεξαγωγή επικοινωνίας, εφόσον διασφαλιστεί πως το παιδί δεν θα υποβληθεί σε διαδικασίες που δεν είναι προς το συμφέρον του και θα τον ταλαιπωρήσουν, όπως την συνέχιση των καταγγελιών από την μητέρα του ότι ο ανήλικος έχει κακοποιηθεί και αυτό να παραπέμπεται και να ξεγυμνώνεται, χωρίς να υπάρχουν σημάδια πάνω στο σώμα του. Διευκρίνισε ότι συνήθως ξεκινούν με επικοινωνίες στο γραφείο Ευημερίας στην παρουσία της λειτουργού και σιγά-σιγά διεξάγονται ελεύθερες επικοινωνίες αν όλα πάνε καλά και μετά βλέπουν αναλόγως της πορείας τους.
· Η μαρτυρία του Αιτητή (Μ.Α.1)։
- Ως ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Αιτητή προσήλθε ο κ. Π.Π. (Μ.Α.1), ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο Β’ γραπτή δήλωση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ενώ κατέθεσε ως τεκμήρια συνολικά οκτώ έγγραφα. Θα προβώ ακολούθως σε αναφορά επί των κυριότερων σημείων της γραπτής δήλωσης του Μ.Α.1.
- Αρχικά, ο Αιτητής ανέφερε μεταξύ άλλων ότι πέραν του ανήλικου Ν.Π. είναι και πατέρας δύο παιδιών από προηγούμενους του γάμους ηλικίας 34 και 21 ετών αντίστοιχα. Για τον υιό του που είναι σήμερα 21 ετών είχε την φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια του με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου από το έτος 2015, ενώ αυτός διέμενε μαζί του μόνιμα από το 2010.
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι σχέσεις του με την Καθ’ ης η Αίτηση ήταν διαταραγμένες από την αρχή του έγγαμου τους βίου, αφού η ίδια τον ζήλευε υπερβολικά και συνεχώς δημιουργούσε προβλήματα και προστριβές. Τα προβλήματα εντάθηκαν ιδιαίτερα μετά την απόκτηση του υιού τους, αφού η Καθ’ ης η Αίτηση ξεκίνησε να έχει βίαια ξεσπάσματα τόσο απέναντι του όσο και απέναντι στου υιό τους και δεν ήταν ικανή να εκτελεί τα καθήκοντα της ως μητέρα και ως σύζυγος. Αναγκάστηκε να προβεί σε σχετικά διαβήματα για την εξέταση της Καθ’ ης η Αίτηση από ψυχίατρο, αφού στο παρελθόν σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει.
- Ο Αιτητής αναφέρει ότι αφού δεν άντεξε άλλο την απαράδεκτη συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση κατά το έτος 2015 προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου στις 23/11/2016 λύθηκε ο γάμος του με αυτήν.
- Υποστηρίζει ότι το 2016 η Καθ’ ης η Αίτηση χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του, εγκατέλειψε την Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με τον ανήλικο και μετέβη στην Λευκορωσία, αφού προηγουμένως εξασφάλισε πάσο από τον προξενείο της Λευκορωσίας στην Κύπρο με το οποίο θα μπορούσε να ταξιδέψει με τον ανήλικο χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του. Ισχυρίζεται ότι παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του για να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο τους στην Κύπρο, η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείτο πεισματικά να το πράξει και έτσι προέβη στις 04/05/2016 σε σχετική καταγγελία εναντίον της για απαγωγή του παιδιού τους, με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της.
- Ο Αιτητής αναφέρει μέσα από την γραπτή του δήλωση, ότι το 2018 και αφού όλες οι προσπάθειες του για επιστροφή του ανήλικου τέκνου του έπεσαν στο κενό, πούλησε το σπίτι του για το ποσό των €105,000 ξόφλησε τα χρέη του και με το ποσό των €7,000 που του απέμεινε από την πώληση της οικίας, μετέβη στην Λευκορωσία με σκοπό να φέρει πίσω το παιδί τους.
- Ακολούθως, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι κατά/ή περί τον Σεπτέμβριο του 2018 επέστρεψαν από την Λευκορωσία και διέμεναν όλοι μαζί σε υποστατικό το οποίο μετέτρεψε σε κατοικήσιμο σπίτι και του οποίου πλήρωνε αποκλειστικά το ενοίκιο, ενώ κατά/ή περί τον Δεκέμβριο του 2018 μετακόμισαν σε άλλη ενοικιαζόμενη οικία.
- Μετά την επιστροφή τους στην Κύπρο, ο Αιτητής ισχυρίζεται πως διαπίστωσε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση σχεδόν καθημερινά κτυπούσε βάναυσα τον ανήλικο εξασκώντας του παράλληλα και ψυχολογική βία. Υποστηρίζει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι άτομο ανισόρροπο, κυκλοθυμικό και ψυχικά διαταραγμένο, αδυνατούσε να φροντίσει τον ανήλικο και να του προσφέρει ασφάλεια, ενώ με την βάναυση και αυταρχική συμπεριφορά της εξέθετε συνεχώς τον ανήλικο σε διάφορους κινδύνους.
- Υποστηρίζει ακόμα, ότι κατά το παρελθόν είχε προβεί σε καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση για σωματική και ψυχολογική βία στην οικογένεια και εναντίον της είχε καταχωρηθεί σχετική ποινική υπόθεση. Επιπρόσθετα, σχετικά με την βάναυση συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση, είχε ενημερώσει κατά το παρελθόν και το Γραφείο Ευημερίας, ενώ ετοιμάστηκε μετά από εντολή της αστυνομίας, σχετική έκθεση από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων Λεμεσού, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Ο Αιτητής υποστηρίζει, ότι μετά τις πιο πάνω εξελίξεις και αφού διαπίστωσε ότι η κατάσταση για το ανήλικο τέκνο είχε καταστεί αφόρητη, τον Φεβρουάριο του 2019 με σκοπό προστασίας της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του υιού τους, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μαζί με το παιδί τους την κατοικία που διέμεναν στην Λεμεσό και να μεταβούν στο χωριό Λάσα της επαρχίας Πάφου, όπου και φιλοξενούνταν στην οικία της αδελφής του. Ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε μετά από συμβουλή και παρότρυνση του γραφείου ευημερίας και αφού είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι θα φύγει από το σπίτι μαζί με τον ανήλικο.
- Στην συνέχεια, ο Αιτητής αναφέρει ότι προχώρησε σε ενοικίαση κατοικίας στο χωριό Κανναβιού της επαρχίας Πάφου όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα με τον ανήλικο υιό τους και τον υιό του από προηγούμενο γάμο, η οποία ισχυρίζεται ότι επιθεωρήθηκε από το Γραφείο Ευημερίας και κρίθηκε κατάλληλη για την διαβίωση τους.
- Ο Αιτητής θεωρεί ότι επειδή η Καθ’ ης η Αίτηση από το 2016-2018 εγκατέλειψε την Κύπρο μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του, υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να εκδηλώσει παρόμοια συμπεριφορά, δεδομένης και της επιθυμίας της ίδιας να μεταβεί στην Λευκορωσία. Σε τέτοια περίπτωση, θα είναι αδύνατο για τον ίδιο να ασκήσει την γονική μέριμνα και να έχει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου, ενώ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα θέσει τον ανήλικο σε μεγάλο κίνδυνο, λόγω της συμπεριφοράς και της αντιμετώπισης που θα τυγχάνει από την Καθ’ ης η Αίτηση.
- Ισχυρίζεται ότι από το 2019 μέχρι και σήμερα, το ανήλικο τέκνο του ζει σε ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον και ότι η οποιαδήποτε επαφή με την Καθ’ ης η Αίτηση μόνο δυσμενείς επιπτώσεις θα έχει για την ψυχοσωματική του υγεία. Υποστηρίζει επίσης, ότι το ίδιο το ανήλικο τέκνο αντιδρά αρνητικά στο ενδεχόμενο επαφής και επικοινωνίας με την Καθ΄ ης η Αίτηση και στην ηλικία των 11 ετών έχει σχηματίσει την δική του άποψη και γνώμη. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι άκρως επικίνδυνη για την σωματική του ακεραιότητα αλλά και την μετέπειτα ψυχοσωματική εξέλιξη του ανήλικου τέκνου τους.
- Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η χορήγηση στον ίδιο διατάγματος με το οποίο να έχει υπό την φύλαξη του τον ανήλικο αλλά και με το οποίο να ασκεί αποκλειστικά κάποιες πτυχές της γονικής του μέριμνας, όπως της υγείας του, τα προσωπικά και ταξιδιωτικά του έγγραφα και ότι αφορά την μόρφωση και εκπαίδευση του, θα βοηθήσει στην ομαλή και απρόσκοπτη εξέλιξη του ανήλικου χωρίς την δημιουργία προβλημάτων, αφού η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν δείχνει κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για το παιδί και ούτε είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα της ως μητέρα.
- Είναι η θέση του Αιτητή, ότι είναι το μόνο κατάλληλο άτομο που μπορεί να αναλάβει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου με τρόπο ωφέλιμο και εποικοδομητικό και καθίσταται αναγκαίο όπως αυτός συνεχίσει να διαμένει μαζί του. Θεωρεί ότι τυχόν μετακίνηση του ανήλικου από τον ίδιο, θα προκαλέσει αχρείαστη αναστάτωση και ανασφάλεια σε αυτή την τόσο κρίσιμη ηλικία που διάγει.
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υποβλήθηκαν στον μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με διάφορα περιστατικά που βίωσε σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Ειδικότερα, μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν έχει πρόβλημα να επισκεφθεί κάποιο ιατρό/ειδικό ψυχικής υγείας στην βάση της εισήγησης του Γραφείου Ευημερίας για συνεργασία όλων των μερών με ειδικούς.
- Ο μάρτυρας ρωτήθηκε να περιγράψει στο Δικαστήριο από προσωπική του γνώση ή τα οποία του μεταφέρθηκαν από το ανήλικο τέκνο, διάφορα περιστατικά με τις μορφές βίας της Καθ’ ης η Αίτηση προς τον ανήλικο. Ο Αιτητής ανέφερε ότι όταν ζούσαν όλοι μαζί, είχαν έναν συνεχόμενο πόλεμο. Αρχικά, ο μάρτυρας είπε ότι το παιδί του έλεγε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση τον κτυπούσε στο στήθος ή στο πρόσωπο. Όταν το έλεγε στην Καθ’ ης η Αίτηση, η ίδια επικαλείτο ότι είναι ψέματα. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το παιδί του έλεγε ότι η μητέρα του τον απειλούσε πως αν δεν μείνει φρόνιμος, τότε θα τον στείλει ψυχίατρο και θα τον βάλουν μαζί με τους «πελλούς». Επίσης, ότι αν τα έλεγε του πατέρα του, τότε θα έστελνε τον ανήλικο σε άλλη οικογένεια, για να τον μεγαλώσουν ξένοι και ότι δεν θα ξαναδεί τους γονείς του.
- Περαιτέρω, ο μάρτυρας μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφέρθηκε σε διάφορες τιμωρίες που υπόβαλλε η Καθ’ ης η Αίτηση τον ανήλικο για ασήμαντους λόγους. Αρχικά, αναφέρθηκε σε μία περίπτωση όπου η μητέρα του έκλεισε το παιδί έξω από το σπίτι τον χειμώνα και ενώ έβρεχε κατά ή περί τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 2019. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση έβαζε τον ανήλικο τιμωρία σε μία γωνιά ανάμεσα στους τοίχους. Όταν έφυγαν από το σπίτι, ανέφερε ότι πέρασαν πολλές εβδομάδες για να φύγει από το μυαλό του αυτή η τιμωρία, αφού όταν ο ίδιος έλεγε στον Ν.Π. ότι δεν ήταν σωστό κάτι που έκανε, αυτός από μόνος του πήγαινε σε μία γωνία και έκλαιγε γιατί έτσι ήταν συνηθισμένος.
- Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ο Αιτητής περιγράφει το περιστατικό με την καταγγελία που έκανε η Καθ’ ης η Αίτηση για βία προς τον ανήλικο και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά από παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας πήρε τον ανήλικο στο γραφείο για να δει η μητέρα το παιδί. Όταν ολοκληρώθηκε η επικοινωνία και πριν φτάσουν στο σπίτι με το παιδί, του τηλεφώνησε η αστυνομία ότι έγινε καταγγελία πως ο Ν.Π. ήταν κτυπημένος και έπρεπε να τον πάρει στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Εκεί έλεγξαν τον ανήλικο ένας παθολόγος και ένας παιδίατρος και το μόνο που βρήκαν ήταν δύο τσιμπήματα από κουνούπι στο μάγουλο του. Η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αποδέχθηκε την απόφαση των ιατρών και ζήτησε ιατροδικαστική εξέταση. Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ιατροδικαστής κα Ε.Α. από την Λευκωσία για την εξέταση, όπου γύμνωσαν το παιδί που στεκόταν πάνω σε ένα κρεβάτι και το έβγαζαν φωτογραφίες. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι από εκείνη την ημέρα και μετά, ο ανήλικος δεν θέλει ούτε έξω από το νοσοκομείο να ξαναπεράσει.
- Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι επί το πλείστο η Καθ’ ης η Αίτηση τσακωνόταν με τον ανήλικο και φώναζε, ενώ τους άκουγε όλη η γειτονιά από τις 9.30 το βράδυ που η ίδια επέστρεφε από την εργασία της και εντεύθεν. Κατά την περίοδο που η Καθ’ ης η Αίτηση επέστρεψε από την Λευκορωσία, οι καβγάδες τους ήταν καθημερινοί. Ο μάρτυρας περιέγραψε ένα περιστατικό όπου η Καθ’ ης η Αίτηση έβριζε και φώναζε και το παιδί της είπε ότι είναι κακιά μάμα και αυτή τον κτύπησε στο πρόσωπο, προκαλώντας την παρέμβαση του Αιτητή. Σε μία άλλη περίπτωση, όταν ο ανήλικος επέμενε να μην βάλει το σακάκι του για να πάει στο σχολείο, η Καθ’ ης η Αίτηση εκνευρίστηκε και τον κτύπησε με το σακάκι στο κεφάλι με όλη της την δύναμη και με το φερμουάρ παρολίγο να του βγάλει το μάτι του. Αναφέρει ότι αμέσως πήγε στο Γραφείο Ευημερίας και κατάγγειλε όλα τα περιστατικά ανεξαιρέτως.
- Σε σχετικές ερωτήσεις προς τον Αιτητή, αν υπάρχει κάτι άλλο που μπορεί να πράξει, ώστε να πείσει τον ανήλικο για να έχει επικοινωνία με την μητέρα του, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο το παιδί συγχύζεται τόσο, που δεν επιθυμεί πλέον να μιλά στην μητέρα του και ούτε να την βλέπει. Ανάφερε ότι ένας κύριος λόγος που έπιασε το μωρό και έφυγε ήταν γιατί αυτή του έκανε ψυχολογικό πόλεμο και ότι δεν πρέπει να του ξανακάνει ο ίδιος ψυχολογικό πόλεμο ώστε να δεχθεί να βλέπει την μητέρα του. Υποστήριξε ότι είναι μεγάλος, είναι 11 ετών και όταν τον ρωτά αν θέλει να μιλήσει με την μητέρα του στο τηλέφωνο, αυτός απαντά αρνητικά και κλείνει εκεί το θέμα.
- Ακολούθησε η αντεξέταση του Αιτητή από την ίδια την Καθ’ ης η Αίτηση, από οπού θα επικεντρωθώ στα κυριότερα και πιο ουσιαστικά σημεία της, που σχετίζονται με τα επίδικα γεγονότα και θέματα. Αρχικά, ο μάρτυρας ρωτήθηκε για το ζήτημα της μεταφοράς του ανήλικου στην Λευκορωσία από την μητέρα του και του υποδείχθηκε ότι είχε εκδοθεί κανονικά πάσο για να μπορεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του. Ο Αιτητής ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω πάσο ήταν μόνο για την έξοδο από την Κύπρο και όχι για είσοδο και ότι η Καθ’ ης απήγαγε τον ανήλικο και έφυγε, όπως του ανέφερε μία κυρία που ήταν στο προξενείο. Στον μάρτυρα παρουσιάστηκαν εισητήρια επιστροφής στην Κύπρο μαζί με το ανήλικο στις 07/05/2016, τα οποία όπως η ίδια ανέφερε ακυρώθηκαν λόγω του διατάγματος της Interpol. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε σημασία αν είχε εισητήρια επιστροφής, αφού η Καθ’ ης έπιασε το παιδί του και έφυγε χωρίς την έγκριση του.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση ρώτησε τον μάρτυρα για το διάταγμα επικοινωνίας του Αιτητή με τον ανήλικο που είχε εκδοθεί το 2016 και αν βρίσκεται ακόμα σε ισχύ. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι πλέον σε ισχύ εκείνο το διάταγμα και πως από την στιγμή που η ίδια έπιασε το παιδί και έφυγε από την Κύπρο, εκείνα τέλειωσαν και δεν ισχύουν πλέον. Όταν ξαναρωτήθηκε αν βρίσκεται σε ισχύ το εν λόγω διάταγμα, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν ισχύει και ότι δεν είναι δικηγόρος για να ξέρει. Περαιτέρω, στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το 2019 απήγαγε το παιδί τους στην Λεμεσό και ζει πλέον χωρίς κανένα λόγο με τον ανήλικο, ενώ παραβίασε το διάταγμα επικοινωνίας. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν το εν λόγω διάταγμα είναι σε ισχύ, αλλά και ότι δεν προέβη σε αρπαγή του ανήλικου, απλά το γλύτωσε από τα βασανιστήρια που του έκαμνε η μητέρα του.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις προς τον μάρτυρα σε σχέση με το αν αυτός εργάζεται και για την οικονομική του κατάσταση. Ο Αιτητής απάντησε μεταξύ άλλων, ότι δεν εργάζεται από το 2018 για να προσέχει τα παιδιά του. Διευκρίνισε ότι το 2018 δεν μπορούσε να εργαστεί διότι είχε πουλήσει τα φορτηγά του και την εταιρεία του για να μεταβεί στην Λευκορωσία με σκοπό να την εντοπίσει, αφού δεν την εντόπιζε η Interpol. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ζήτησε οικονομική βοήθεια από το κράτος, μετά άνοιξαν οι δουλειές και ότι παίρνει ξανά βοήθημα από το κράτος από το 2021.
- Ακολούθως, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν το 2015 είχε δικαστικές υποθέσεις στην αστυνομία σε σχέση με την ίδια και τον ανήλικο, με τον Αιτητή να απαντά θετικά για τον ίδιο αλλά αρνητικά για τον ανήλικο. Προσδιόρισε ότι υπάρχουν ανοικτές δύο ποινικές υποθέσεις που ακόμα εξετάζονται και στις οποίες δηλώνει αθώος. Επίσης, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει σχετικά με την διαμονή της Καθ’ ης η Αίτηση στο ΣΠΑΒΟ το 2015. Ο Αιτητής ανέφερε ότι γνωρίζει την υπόθεση, λέγοντας ότι η Καθ’ ης η Αίτηση έλειπε μόνο τρείς ημέρες από το σπίτι και όχι ένα μήνα και πως ότι η ίδια υποστηρίζει είναι ψέμα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε και για την παραπομπή της Καθ’ ης η Αίτηση το 2019 για ψυχιατρική εξέταση μετά από δική του αίτηση, όπου αυτός απάντησε ότι ζήτησε από το Δικαστήριο να την πάρει σε ψυχίατρο, αλλά δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα γιατί δεν του είπε κάποιος.
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε για το ποια ήταν η σχέση της Καθ’ ης η Αίτηση με το άλλο παιδί του του τον Γ.Π. Ο Αιτητής απάντησε ότι αρχικά η σχέση τους ήταν καλή όταν ήταν μωρό, αλλά όταν άρχισε να μεγαλώνει κατάλαβε ότι είχαν τα ίδια προβλήματα που είχαν αργότερα με τον Ν.Π. ήτοι καβγάδες, τιμωρίες και τσακωμούς του Αιτητή μαζί της, γιατί τον έβαζε συνέχεια τιμωρίες. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ουσιαστικά ότι υπήρχε ένα διάταγμα επικοινωνίας με τον Γ.Π. στις 13/09/2014 το οποίο ο ίδιος είχε παραβιάσει. Ο Αιτητής απάντησε ότι το εν λόγω διάταγμα δεν τηρείτο, διότι τις περισσότερες ημέρες το παιδί ήταν μαζί του, γιατί η μητέρα του είχε σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού, κοιμόταν, ήταν μεθυσμένη και δεν την ενδιέφερε καν για τον ανήλικο. Δεν παρουσίασε κάποια ιατρική εξέταση, έκθεση ή μαρτυρία για τα όσα ανέφερε, όταν ρωτήθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση. Διευκρίνισε εκ νέου, ότι ουσιαστικά παραβίασε το διάταγμα επικοινωνίας με τον Γ.Π. και δεν επέστρεψε τον ανήλικο στην μητέρα του διότι αυτή αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού.
- Ακολούθως, η Καθ’ ης η Αίτηση ρώτησε τον μάρτυρα γιατί δεν μπορούσε το 2016 να επιστρέψει από την Λευκορωσία μαζί με τον ανήλικο Ν.Π. με τον Αιτητή να απαντά ότι δεν ήθελε να επιστρέψει και πως υπήρχε σχετική καταγγελία/ένταλμα από την Interpol που ακυρώθηκε από τον ίδιο το 2018. Ισχυρίστηκε ότι δεν ακυρώθηκε πιο νωρίς διότι πίστευε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση θα φύγει εκτός Λευκορωσίας σε άλλη χώρα και δεν θα μπορούσαν να την εντοπίσουν πλέον. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης αν έχει κάποια υπόθεση σε Δικαστήριο στην Λευκορωσία, με τον Αιτητή να απαντά καταφατικά και ότι δίχως ντροπή αυτή του ζήτησε διατροφή για τον ανήλικο, πέραν του γεγονότος ότι τον απήγαγε.
- Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι προέβη σε έξωση της Καθ’ ης η Αίτηση από την οικογενειακή στέγη που διέμεναν μέσω δικαστικού διατάγματος το 2016, ενώ αυτή απουσίαζε από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω του εντάλματος της Interpol. Ο Αιτητής το παραδέχθηκε, αναφέροντας πως της έκανε έξωση διότι όταν ήταν σε διάσταση έμενε στο συγκεκριμένο σπίτι, όμως όταν αποχώρησε δεν μπορούσε να κατοικήσει μέσα στο δικό του σπίτι και έπρεπε να καταχωρήσει σχετική αίτηση έξωσης.
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι στις 19/04/2016 το ανήλικο τέκνο τους νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για χειρουργική επέμβαση για ράψιμο φρυδιών, με τον Αιτητή να απαντά ότι αυτό είναι αστείο, ουδέποτε έγινε ράψιμο και ότι το παιδί χτύπησε πάνω στον τοίχο και για να ανοίξει υπόθεση τον πήρε στο νοσοκομείο.
- Στον Αιτητή υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με το πρόβλημα τραυλισμού που αντιμετωπίζει ο ανήλικος, ήτοι για πόσο διάστημα τραυλίζει και από πότε. Ο Μ.Α.1 απάντησε ότι ο ανήλικος τραυλίζει εδώ και πέντε έτη και ότι με την επιστροφή του στην Κύπρο τραύλιζε λίγο και μετά χειροτέρεψε αποδίδοντας το στην Καθ΄ ης η Αίτηση που τον τιμωρούσε και τον έδερνε.
- Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης αν ο ανήλικος ζητούσε συνάντηση με την μητέρα του, αλλά και ότι ο ίδιος στις 12/04/2019 παρακάλεσε τους αστυνομικούς να τον αφήσουν να φύγει με την μητέρα του. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν ζήτησε ποτέ να συναντήσει την μητέρα του και ότι η Καθ’ ης προσπαθεί να δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση, ισχυριζόμενος ότι του τηλεφώνησαν από την αστυνομία και του ζήτησαν ως χάρη να πάρει το παιδί στην Κεντρική Αστυνομία για να δει την μητέρα του, την ημέρα που εκδόθηκε το διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. Όταν ολοκληρώθηκε εκεί η συνάντηση τους και το παιδί εξέφρασε την θέση ότι θέλει να πάει με την μητέρα του, επενέβη η αστυνομία και ανέφερε ότι ο ανήλικος θα αποχωρήσει με αυτόν που προνοεί το διάταγμα. Όταν έφυγαν από εκεί, ο Αιτητής ρώτησε τον ανήλικο τι έγινε και αν επιθυμούσε να πάει με την μητέρα του, αυτός του απάντησε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση του υποσχέθηκε να τον πάρει στο λούνα παρκ και μετά να του αγοράσει Mcdonalds και πως θα τον επέστρεφε πίσω.
- Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση ρώτησε τον μάρτυρα για το πόσες φορές η ίδια χτύπησε τον ανήλικο και αν μπορεί να το αποδείξει παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Αιτητής απάντησε ότι τον χτύπησε αρκετές φορές, σχεδόν κάθε μέρα και πως τα περιστατικά βίας υπάρχουν καταχωρημένα στην αστυνομία Λεμεσού μαζί με τους ψυχολόγους που είδαν τον ανήλικο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η Καθ’ ης απειλούσε τον ανήλικο ότι θα τον δώσει σε άλλη οικογένεια, ότι θα τον στείλει σε ψυχίατρο, ενώ τον χτυπούσε στο στήθος καθημερινώς, τονίζοντας ότι του τα έχει πει το ίδιο το παιδί. Καταληκτικά, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν το ανήλικο τέκνο τους διέκοψε να βλέπει παιδοψυχολόγο, με τον Αιτητή να απαντά ότι τελείωσε την θεραπεία και πως πρέπει να συνεχίσει λογοθεραπεία. Ανέφερε ένα περιστατικό ότι πριν το 2020 όταν πήρε τον ανήλικο στο Νοσοκομείο Πάφου για να ξεκινήσει με τον παιδοψυχολόγο, ζητήθηκε η υπογραφή της μητέρας του και αυτή δεν υπόγραφε. Ισχυρίστηκε ότι την πήρε τηλέφωνο και το Γραφείο Ευημερίας για να υπογράψει αλλά αυτή αρνήθηκε.
· Η μαρτυρία της κας Μ.Ν. (Μ.Α.2)։
- Ο δεύτερος μάρτυρας που πρόσφερε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση για την πλευρά του Αιτητή ήταν η κ. Μ.Ν. εγγεγραμμένη σχολική εκπαιδευτική ψυχολόγος. Παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικό σημείωμα που ετοίμασε, το οποίο είχε ήδη κατατεθεί στα πλαίσια κατάθεσης της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ως Τεκμήριο Α’ Κ.12. Η μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για ένα σημείωμα ψυχολόγου το οποίο ετοίμασε η ίδια μετά από ατομικές συνεδρίες που είχε μαζί με τον ανήλικο Ν.Π. και της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο.
- Μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με την ετοιμασία του εν λόγω σημειώματος, η μάρτυρας ανέφερε ότι το παιδί ήρθε κοντά της μετά από πρωτοβουλία του πατέρα λόγω της χαμηλής του αυτοπεποίθησης, συναισθηματικών δυσκολιών και έντονου τραυλισμού. Ανέφερε ακόμα ότι μέσα από τις συναντήσεις που είχαν με το παιδί διαφάνηκε ότι ο τραυλισμός ήταν αποτέλεσμα έντονου άγχους μετά από συναισθηματική κακοποίηση που έλαβε από την μητέρα του, όπως το ίδιο το παιδί της ανέφερε. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι τα σχέδια τα οποία είναι συνημμένα στο σημείωμα της, ζητήθηκε να ετοιμαστούν από τον ανήλικο στα πλαίσια της διαδικασίας συναισθηματικής αξιολόγησης του παιδιού όπου αυτό κλήθηκε να προβεί σε ένα σχέδιο της οικογένειας του.
- Ειδικότερα, η μάρτυρας ανέφερε ότι ζήτησε στα πλαίσια αξιολόγησης του παιδιού να της ζωγραφίσει ένα σχέδιο της οικογένειας του, το οποίο αποτελείται από τον ίδιο, τον πατέρα και τον αδελφό του, ενώ το παιδί αρνείτο να ζωγραφίσει την μητέρα του. Ακολούθως, περιέγραψε το πρώτο σχέδιο όπου το παιδί ζωγράφισε τον πατέρα, το σπίτι τους στην επαρχία Λεμεσού, τον ίδιο και τον αδελφό του αρνούμενος πεισματικά να ζωγραφίσει την μητέρα του αναφέροντας της ότι δεν ανήκει στην οικογένεια του. Στην συνέχεια η Μ.Α.2 ζήτησε από το παιδί να της ζωγραφίσει την μητέρα και τον πατέρα του και ο ίδιος επιθυμούσε να τους ζωγραφίσει σε δύο ξεχωριστά φύλλα χαρτιού. Ζωγράφισε πρώτα τον πατέρα, καταγράφοντας διάφορα χαρακτηριστικά, ότι είναι καλός, ότι τον αγαπά και γενικότερα πολύ όμορφα λόγια για αυτόν. Ζωγράφισε τον εαυτό του στην ίδια ζωγραφιά και έγραψε ότι ήταν χαρούμενος, ότι ο πατέρας του δίνει σημασία και ότι περνούν χρόνο μαζί. Στην επόμενη ζωγραφιά που παρουσίασε η μάρτυρας στο Δικαστήριο, το παιδί ζωγράφισε τον εαυτό του μαζί με την μητέρα του, αλλά και το σκυλάκι το οποίο είχε. Στην εν λόγω ζωγραφιά, ο ανήλικος είπε στην Μ.Α.2 ότι κακοποιήθηκε συναισθηματικά από την μητέρα του, ότι του πώλησε το σκυλάκι του αλλά και ότι του έλεγε ψέματα ότι δεν είχε πατέρα. Αναφερόταν ότι είναι κακιά και γενικότερα έλεγε αρνητικά σχόλια για την μητέρα του. Εξέφραζε επίσης την επιθυμία του ότι δεν θέλει να βλέπει την μητέρα του, μετά από διερευνητικές ερωτήσεις που του έγιναν.
- Ακολούθως, περιέγραψε ακόμη ένα σχέδιο το οποίο ο ανήλικος το μοίρασε στην μέση. Στην μία πλευρά με πράσινο χρώμα, είναι ο πατέρας μαζί με τον ίδιο στο σπίτι που διαμένει. Έγραψε πάνω στο εν λόγω σχέδιο τις λέξεις χαρά, αγάπη, ευτυχία, δηλαδή αυτά που λαμβάνει από τον πατέρα του, όπως το ίδιο το παιδί της ανέφερε. Από την άλλη πλευρά, σχεδίασε με κόκκινο χρώμα την μητέρα του και τον ίδιο να ζητά βοήθεια. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι έγραψε στο μπάνιο τον κακό γιατί όπως είχε αναφέρει το παιδί τότε, τον είχε βάλει τιμωρία στο μπάνιο και γενικότερα της είπε ότι։ «οι μόνοι μου φίλοι είναι οι αράχνες πίσω από το ερμάρι». Ζωγράφισε τον εαυτό του μέσα σε ένα κουτί με την λέξη τρία λεπτά, που ήταν το σύνολο της τιμωρίας του.
- Σε ερώτηση της συνηγόρου του Αιτητή, αν έγινε οποιαδήποτε συνεδρία με τον πατέρα ή την μητέρα του παιδιού, η μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρξε συνεργασία μόνο με την πλευρά του πατέρα που έφερε και τον ανήλικο για να ξεκινήσουν συνεδρίες, ενώ με την μητέρα δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία. Δεν της είχαν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία επικοινωνίας της μητέρας, ήτοι τηλέφωνο, χώρος διαμονής ή διεύθυνση της. Διευκρίνισε ότι δεν το ζήτησε, διότι ο Αιτητής της προσκόμισε ένα έντυπο όπου καταγραφόταν πως ο ίδιος είχε την φύλαξη, φροντίδα και μέριμνα του ανήλικου, οπόταν και οι συγκαταθέσεις που ζήτησε για να μπορέσει να δει τον ανήλικο, ήταν μόνο από τον πατέρα του.
- Σε σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε στην μάρτυρα αν πέραν του τραυλισμού και των συμπτωμάτων άγχους του ανήλικου, προέκυψαν οποιαδήποτε άλλα θέματα, αυτή απάντησε ότι είχε διαφανεί ότι το παιδί είχε υποστεί μία μορφή κακοποίησης από την πλευρά της μητέρας, σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε ο ίδιος ο ανήλικος. Ειδικότερα, ο ανήλικος της ανέφερε ότι η μητέρα του τον είχε μεταφέρει εκτός Κύπρου και τον άφηνε σε ένα διαμέρισμα που διέμεναν για να κατεβεί να συναντήσει ένα άλλο άτομο. Μιλούσε στον ανήλικο με άσχημο τρόπο για τον πατέρα του και ότι δεν έχει πατέρα. Της είπε ότι η μητέρα του δεν του συμπεριφερόταν με ωραίο τρόπο, αφού τον έβαζε στην γωνία τιμωρία και οι μόνοι φίλοι του ήταν οι αράχνες πίσω από το ερμάρι.
- Ακολούθησε η αντεξέταση της Μ.Α.2 από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση. Αρχικά, υποβλήθηκαν στην μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το αν μίλησε με την μητέρα του ανήλικου και αν λήφθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία από αυτήν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι από την στιγμή που ο πατέρας της παρουσίασε το έντυπο που ανέγραφε ότι αυτός έχει την πλήρη φροντίδα και επιμέλεια του παιδιού, η ίδια προχώρησε με την συγκατάθεση του πατέρα. Διευκρίνισε ότι αν ο Αιτητής της προσκόμιζε οποιοδήποτε διάταγμα ότι και η μητέρα έχει από κοινού την φροντίδα και γονική μέριμνα του παιδιού, εννοείται θα καλούσε και τις δύο πλευρές.
- Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε αντεξεταζόμενη αν το παιδί φαινόταν στις συναντήσεις αγχωμένο ή στεναχωρημένο, με την Μ.Α.2 να απαντά ότι όταν το παιδί ερχόταν μαζί με τον πατέρα του ήταν πάντα χαρούμενο και ομιλητικό, σε καλή κατάσταση και πάντα περιποιημένο. Διευκρίνισε ότι στην πρώτη συνάντηση τους ήταν πιο μαζεμένος και αγχωμένος και αυτό είναι φυσιολογικό σε ένα άγνωστο περιβάλλον. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο μόνος λόγος που αναστατωνόταν ο ανήλικος κατά την διάρκεια των συναντήσεων, ήταν όταν αναφερόταν στο πρόσωπο της μητέρας του και παρουσίαζε τραυλισμό.
- Στην συνέχεια, η μάρτυρας ρωτήθηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της αν ο ανήλικος της είχε αναφέρει ότι υπέστη ο ίδιος και η μητέρα του οποιοδήποτε περιστατικό βίας. Η Μ.Α.2 απάντησε ότι δεν θυμάται κάποια πληροφορία για πρόκληση βίας προς την ίδια ή τον ανήλικο, από όσα της ανέφερε το ίδιο το παιδί και οτιδήποτε έχει να αναφέρει το παρέθεσε μέσα από το σημείωμα ψυχολόγου στην βάσει των κλινικών παρατηρήσεων της. Επίσης, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν την είχε ενημερώσει ο Αιτητής ότι ο ανήλικος νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο μετά από σωματική βία που υπέστη, με αυτήν να απαντά ότι όλες οι πληροφορίες που ήταν σε γνώση της, συμπεριλήφθηκαν στο έντυπο το οποίο έχει παραθέσει και πως το παιδί δεν είχε αναφέρει οποιαδήποτε κακοποιητική συμπεριφορά από την πλευρά του Αιτητή, αλλά αντιθέτως αναφερόταν με πολύ όμορφα λόγια για την σχέση του με τον πατέρα του.
- Ακολούθως, όταν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι όλες οι πληροφορίες που η ίδια έλαβε, λήφθηκαν μόνο από την πλευρά του Αιτητή, η Μ.Α.2 απάντησε ότι τις αρχικές πληροφορίες τις είχε λάβει από τον πατέρα του ανήλικου, αλλά όλα τα στοιχεία τα οποία κατέγραψε στο σημείωμα της, είναι αποτέλεσμα της δουλείας που είχε μαζί με το παιδί και όχι με τον πατέρα του. Ανέφερε ακόμα, ότι όλες οι πληροφορίες που αναγράφει είναι λεγόμενα του παιδιού, αλλά και τα σχέδια που έκανε, και μέσα από τις διερευνητικές ερωτήσεις, έγινε συζήτηση και έφτασε στο αποτέλεσμα να συντάξει το συγκεκριμένο σημείωμα.
- Μετά από σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην λειτουργό αν έχει συνεργαστεί με την αρμόδια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και αν της αναφέρθηκαν οι καταγγελίες στις οποίες είχε προβεί για βία εναντίον της αλλά και προς τον ανήλικο ή για την διαμονή τους στο ΣΠΑΒΟ, η Μ.Α.2 απάντησε ότι είχε επικοινωνήσει με την λειτουργό για να αναφέρει το περιστατικό που εξέταζε, αλλά δεν θυμόταν το όνομα της λειτουργού και ούτε γνώριζε για αυτά που ρωτήθηκε από την Καθ’ ης η Αίτηση, διευκρινίζοντας ότι τα όσα γνωρίζει είναι εκείνα που έχει καταθέσει.
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν της είχε αναφέρει ο ανήλικος ότι παρακάλεσε την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και τους αστυνομικούς να αποχωρήσει μαζί με την μητέρα του μετά από την συνάντηση του μαζί του στον αστυνομικό σταθμό. Η Μ.Α.2 απάντησε ότι γνώριζε ακριβώς το αντίθετο, ήτοι ότι ο ανήλικος της είχε αναφέρει ότι δεν ήθελε να δει την μητέρα του, ακόμη και όταν τον καλούσαν να πάει με τον πατέρα του στο Γραφείο Ευημερίας. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν ο ανήλικος της ανέφερε ή έδειξε κάποια συμπεριφορά ότι φοβόταν και βρισκόταν σε κίνδυνο, επειδή πάντα ερχόταν μαζί με τον πατέρα του. Η Μ.Α.2 ανέφερε ότι αν εξαιρέσει την πρώτη συνάντηση που το παιδί ήταν αμήχανο σε ένα άγνωστο περιβάλλον γιατί δεν την ήξερε, στις υπόλοιπες συναντήσεις ερχόταν χαρούμενος και έδινε μία πολύ ζεστή εικόνα για τον πατέρα του, η οποία σε καμία περίπτωση δεν της έδωσε την εικόνα από την στάση ή τα λεγόμενα του, ότι κακοποιείται ή περνά άσχημα μαζί με τον Αιτητή. Διευκρίνισε ότι βάσει της εμπειρίας της αλλά και των σπουδών της, είναι σε θέση να κάνει ορθές κλινικές παρατηρήσεις, επαναλαμβάνοντας ότι για τον πατέρα του ο ανήλικος μιλούσε με τον καλύτερο τρόπο, ενώ όταν αναφερόταν στην μητέρα του τραύλιζε έντονα και με τα σχέδια του που έγιναν στην παρουσία της, υπήρχαν αρνητικά σχόλια.
- Καταληκτικά, η Καθ’ ης η Αίτηση ρώτησε την Μ.Α.2 αν έχει βίντεο που να αποδεικνύει ότι το εν λόγω σχέδιο έγινε πράγματι από τον ανήλικο και ότι θα έκανε έρευνα για τον γραφικό του χαρακτήρα. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπάρχει συγκατάθεση για οπτικοακουστικό υλικό, οπόταν δεν είχε βίντεο, τονίζοντας ότι το σχέδιο έγινε στην παρουσία της.
· Η μαρτυρία της κας Α.Χ.- Καθ’ ης η Αίτηση (Μ.Υ.1)։
- Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των μαρτύρων της πλευράς του Αιτητή, ήταν η σειρά της Καθ’ ης η Αίτηση να καταθέσει. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Γ’ γραπτή δήλωση της, ενώ υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια συνολικά 24 έγγραφα.
- Θα επικεντρωθώ στην παράθεση των κυριότερων σημείων της γραπτής δήλωσης της Καθ’ ης η Αίτηση. Αρχικά, στα πλαίσια της γραπτής της κατάθεσης, η Μ.Υ. 1 αναφέρει ότι από το έτος 2007 διέμενε μαζί με τον Αιτητή και την ίδια, ο υιός του από προηγούμενο του γάμο, ο Γ.Π. τον οποίο μεγάλωσε αυτή και ο οποίος την φώναζε «μαμά». Αναφέρει ότι κατά το έτος 2015 εκδόθηκε διάταγμα γονικής μέριμνας για τον ανήλικο Γ.Π. για να διαμένει μόνιμα μαζί τους.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση ανέφερε ότι στις 03/03/2012 η προσπάθεια της να αποκτήσει παιδί με τον Αιτητή με την διαδικασία εξωσωματικής επέμβασης απέτυχε λόγω προβλήματος υγείας του ίδιου, παρουσιάζοντας σχετικό δικαιολογητικό, ενώ στις 07/01/2012 γεννήθηκε ο ανήλικος Ν.Π.
- Υποστήριξε ότι ο Αιτητής δημιουργούσε προβλήματα στον γάμο τους, ξενυχτούσε συχνά σε νυκτερινά κέντρα, κατανάλωνε ποσότητες αλκοόλ και γινόταν βίαιος ξεσπώντας στην ίδια και στα παιδιά τους. Ανέφερε ότι κατά το έτος 2015 καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον του Αιτητή για αδικήματα βίας στην οικογένεια στις οποίες ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι μεταξύ Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2015 μετά από παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας και της αστυνομίας, μεταφέρθηκε μαζί με το ανήλικο τέκνο της Ν.Π. στο καταφύγιο ΣΠΑΒΟ στην Πάφο για να προστατευθούν από τις βίαιες πράξεις του Αιτητή, προσκομίζοντας και σχετική βεβαίωση διαμονής της στον εν λόγω χώρο (βλ. Τεκμήριο 16).
- Μέσα από την γραπτή της δήλωση, η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι στις 19/04/2016 ο Αιτητής άσκησε βία στον ανήλικο και τον παράτησε έξω από το σπίτι της με αίματα στο κεφάλι. Όταν ρώτησε τον υιό της τι του είχε συμβεί, της ανέφερε ότι τα κτυπήματα προκλήθηκαν από τον πατέρα του, ο οποίος άσκησε βία εναντίον του και τον έριξε στον τοίχο. Αμέσως μετέβη στο νοσοκομείο για σκοπούς ιατρικής περίθαλψής του ανήλικου και προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του Αιτητή. Προσκόμισε ως Τεκμήριο σχετική βεβαίωση από την αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση τονίζει ότι ο ανήλικος Ν.Π. κατέχει την υπηκοότητα της Λευκορωσίας και στις 30/04/2016 ταξίδεψε στην Λευκορωσία μαζί της για επτά ημέρες με εισητήρια επιστροφής, με σκοπό την υποχρεωτική τακτοποίηση και έκδοση προσωπικών εγγράφων του παιδιού. Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι ήταν και μια ευκαιρία, μετά από συμβουλή του παιδοψυχολόγου, για αλλαγή περιβάλλοντος, προς το συμφέρον του ανήλικου και για να διευθετήσει τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας του πατρικού της σπιτιού, μετά τον θάνατο της μητέρας της που επήλθε στις 25/07/2015. Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής απέκρυψε από τις αρμόδιες αρχές, παραποιώντας τα αληθινά γεγονότα, επικαλούμενος ότι δήθεν απήγαγε τον ανήλικο πετυχαίνοντας έτσι τους στόχους του για αναστολή των ποινικών διώξεων εναντίον του.
- Υποστηρίζει ότι στις 06/02/2019 ο Αιτητής προέβη σε καταγγελία εναντίον της για κοινή επίθεση, άσκηση βίας και απειλής προς το παιδί της. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το ανήλικο τέκνο φοιτούσε σε δημοτικό σχολείο της Λεμεσού, αλλά από τις 08/02/2019 ημερομηνία αρπαγής του από τον Αιτητή, ο Ν.Π. απουσίασε αδικαιολόγητα από το σχολείο του και εναντίον του σχηματίστηκε ποινικός φάκελος. Από τις 08/02/2019 που ο Αιτητής άρπαξε τον ανήλικο και έφυγε, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι πήγαινε καθημερινά στην αστυνομία και στο Γραφείο Ευημερίας καταγγέλλοντας το γεγονός και επειδή η αστυνομία δεν προχωρούσε στα δέοντα μέτρα, αποτάθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή Ισχυρισμών και Παραπόνων της Αστυνομίας, στην Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού και στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Παρουσίασε σχετικά Τεκμήρια με τις προαναφερόμενες ενέργειες της. Υποστηρίζει ακόμα ότι στις 28/03/2019 η Ανεξάρτητη Αρχή Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, προχώρησε με πόρισμα πειθαρχικών υποθέσεων εναντίον των εμπλεκόμενων μελών της αστυνομίας.
- Η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι καθημερινά ρωτούσε το Γραφείο Ευημερίας και την αστυνομία που είναι το παιδί της και δεν της έλεγαν, ενώ απευθύνθηκε και σε διαδικτυακό μέσο μαζικής ενημέρωσης. Ισχυρίζεται επίσης, ότι για το ίδιο γεγονός της αρπαγής του άλλου ανήλικου τέκνου του από προηγούμενο του γάμο, καταγγέλθηκε από την πρώην σύζυγο του κα Ο.Μ.
- Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι στο παρελθόν ο Αιτητής παράνομα και ψευδώς προχώρησε σε σχετικά διαβήματα για υποχρεωτική εξέταση της από ψυχίατρο όπου αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται ιατρική φροντίδα και νοσηλεία και ως αποτέλεσμα αυτός αποχώρησε από την οικογενειακή τους στέγη.
- Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται μέσα από την γραπτή της δήλωση, ότι ο Αιτητής απέκρυψε από τις αρμόδιες αρχές την ύπαρξη του διατάγματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο τέκνο του Ν.Π. το οποίο κατέστη απόλυτο στις 22/03/2016 και το οποίο ίσχυε μέχρι και σήμερα.
- Υποστηρίζει ότι η αίτηση του Αιτητή είναι σε βάρος των συμφερόντων του ανήλικου τέκνου, διότι θεωρεί ότι το παιδί διατρέχει καθημερινά κίνδυνο στο περιβάλλον που ζει με τον πατέρα του κυρίως λόγω της ψυχικής διαταραχής του Αιτητή, ενώ στερείται την μητρική στοργή, αγάπη και παρουσία της, που τόσο έχει ανάγκη. Παράλληλα, αναφέρει ότι οι οποιεσδήποτε ασάφειες προέκυψαν λόγω της επαγγελματικής αμέλειας της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και των μελών της αστυνομίας, δεν διαφοροποιούν το γεγονός και το υλικό της οικογενειακής και σωματικής βίας που προκλήθηκε από τον Αιτητή προς τον ανήλικο.
- Είναι η θέση της, ότι με την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος θα μπορεί να έχει την καθημερινή φροντίδα και φύλαξη του ανήλικου τέκνου, έτσι ώστε να μπορεί να του προσφέρει ένα ήρεμο, ασφαλές και γεμάτο αγάπη περιβάλλον όπου θα λαμβάνει την απαραίτητη θαλπωρή που ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να του προσφέρει. Θεωρεί ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν το συντομότερο δυνατό τα αιτούμενα διατάγματα, η ζωή του ανήλικου θα βρίσκεται σε συνεχή αναστάτωση και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον είναι απόλυτα συνδεδεμένος μαζί της και αποτελεί το μόνο σταθερό πρόσωπο στην ζωή της.
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η Καθ’ ης η Αίτηση προέβη σε μία μακροσκελή δήλωση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι λάμβανε σωματική βία από τον Αιτητή και βρισιές ενώπιον και του ανήλικου υιού της Γ.Π.. όπως τον αποκάλεσε. Υποστήριξε ότι συντηρούσε καθημερινά όλη την οικογένεια και τις οικονομικές τους ανάγκες, ενώ ο Αιτητής αρνείται να εργάζεται και είναι τεμπέλης την ίδια ώρα που δεχόταν σωματική βία από αυτόν αν δεν του έδινε χρήματα για να διασκεδάζει τις νύκτες με τους φίλους του. Υποστήριξε ότι οι γείτονες την είδαν αρκετές φορές κτυπημένη και πως ο Αιτητής της είχε κρύψει το διαβατήριο της και της έκλεβε χρήματα από την τσάντα της. Υποστήριξε ότι μία φορά όταν επέστρεψε από την εργασία της και λόγω του ότι δεν είχε χρήματα να του δώσει, ο Αιτητής τους έβγαλε έξω από το σπίτι και αναγκαστικά έμειναν όλη την νύκτα στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι, ο μοναδικός σκοπός που έχει τον ανήλικο είναι για να εξασφαλίζει εισόδημα από το κράτος, επιδόματα ΕΕΕ και επίδομα μονογονιού και τέκνου, έτσι ώστε να μπορεί να διατηρεί την ζωή του τεμπέλη.
- Ισχυρίστηκε ακόμα ότι όσο και να προσπάθησε, λάμβανε άσχημη συμπεριφορά από την αστυνομία και την έσερναν έξω από τον αστυνομικό σταθμό. Υποστήριξε ότι παρουσιάστηκε αιμόφυρτη μπροστά στον ανήλικο και αυτοί δεν έκαναν τίποτε. Ανέφερε ακόμα ότι παρά τα πολλά διαβήματα της με επιστολές, συναντήσεις και τηλεφωνήματα προς το Γραφείο Ευημερίας, αυτοί επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια και ταξικό «bulling». Υποστήριξε ότι το ανήλικο τέκνο της ξεκίνησε να τραυλίζει μετά το πρώτο περιστατικό βίας που δέχθηκε από τον πατέρα του και την αρπαγή του, ενώ στην Λευκορωσία η ομιλία του ήταν ξεκάθαρη. Από την ημερομηνία που τον άρπαξε o Αιτητής ο τραυλισμός του χειροτερεύει, γεγονός που αποδεικνύει ότι το παιδί ζει σε φόβο και κίνδυνο.
- Ακολούθησε η αντεξέταση της Μ.Υ.1 από την συνήγορο του Αιτητή, από όπου θα επικεντρωθώ στα πιο ουσιαστικά σημεία της. Αρχικά, ρωτήθηκε αν ο Γ.Π. είναι δικό της παιδί που απέκτησε με τον Αιτητή. Η μάρτυρας απάντησε ότι είναι υιοθετημένο παιδί της το οποίο μεγάλωσε η ίδια από το 2017 λόγω της δύσκολης οικογενειακής της κατάστασης με τον προηγούμενο γάμο του Αιτητή. Όταν της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε υιοθέτησε τον Γ.Π. δια νόμου ή ότι υπήρξε η βιολογική του μητέρα, η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι δεν ανέφερε ποτέ ότι τον υιοθέτησε νόμιμα, αλλά ότι τον μεγάλωσε και την έλεγε «μαμά» και ότι τον προστάτευσε αρκετές φορές από την επιθετική βία του Αίτητη, όπως έπραξε και για τον ανήλικο Ν.Π.
- Αντεξεταζόμενη, η Καθ’ ης η Αίτηση ρωτήθηκε αν έχει απόδειξη για την βίαιη συμπεριφορά που επικαλέστηκε ότι αντιμετώπισε από την πλευρά του Αιτητή. Η μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει η μαρτυρία του υιού του Γ.Π. και ότι η μισή Λεμεσός γνωρίζει τον Αιτητή πολύ καλά, ότι έχει ψυχική διαταραχή, φωνάζει και ασκεί σωματική βλάβη προς το κοινό και την οικογένεια του. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν καταχωρημένα τεκμήρια για την νοσηλεία στο νοσοκομείο τόσο της ίδιας όσο και του παιδιού της, αναφορές και εξετάσεις από αστυνομικούς, μπλεγμένος αστυφύλακας σε υπόθεση βίας που ανακαλύφθηκε μετά από διερεύνηση ανεξάρτητης αρχής, ενώ αρκετά στοιχεία για την σωματική βία εκκρεμούν για κάποιο παράξενο λόγο στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού.
- Ακολούθως, στην μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το διάταγμα γονικής μέριμνας που είχε αρχικά εκδοθεί για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο και το οποίο της υποδείχθηκε, έπαυσε να ισχύει αφού ο Αιτητής είχε αποσύρει την κυρίως αίτηση και αυτή είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο. Η Καθ’ ης η Αίτηση διαφώνησε ότι δεν ήταν σε ισχύ, επιμένοντας ότι το διάταγμα είχε γίνει απόλυτο το 2017 και ότι μάλιστα εστάλη σφραγισμένο στο Δικαστήριο Λευκορωσίας μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της χώρας. Όταν υποδείχθηκε στην μάρτυρα, ότι και η ίδια αναγνωρίζει ότι το εν λόγω διάταγμα δεν ήταν σε ισχύ, αφού η ίδια επικαλέστηκε με υποβολή της κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, πως ο Αιτητής ξεγέλασε με αυτό τις αρχές παρουσιάζοντας το, αυτή επέμενε ότι ισχύει.
- Η μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης γιατί πήγε στο ΣΠΑΒΟ και τι έγινε εκείνη την ημέρα. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι υπήρχε η ποινική υπόθεση με αρ. 17340/15 η οποία λόγω της Ιντερπόλ αναβλήθηκε η ποινή του Αιτητή αφού η ίδια δεν μπορούσε να παρουσιαστεί όπως και άλλες δύο υποθέσεις που αναβλήθηκαν. Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε αν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση σε κάποια από τις τρείς ποινικές υποθέσεις που ανέφερε και αν ο Αιτητής έχει κριθεί ένοχος σε αυτές από το Δικαστήριο, η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι η ποινή του είναι ξεκάθαρη για το Δικαστήριο, αλλά και ότι υπάρχει μαρτυρία και ολοκληρωμένο υλικό.
- Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε σε σχέση με το ταξίδι που έφυγε στην Λευκορωσία μαζί με το ανήλικο τέκνο και αν ενημέρωσε τον Αιτητή πως εξέδωσε εισιτήρια για να φύγει στις 30 Απριλίου και να επιστρέψει τις 7 Μαϊου. Η Καθ’ ης ανέφερε ότι ενημέρωσε τον Αιτητή μέσω μηνύματος στο κινητό του και ότι μπορούν να ζητήσουν έγγραφο από την Cyta για να επιβεβαιωθεί ότι το έλαβε, αλλά εκείνος επειδή είχε ανοικτές ποινικές υποθέσεις, μαζί με τον δικηγόρο του έκανε συμφωνία για να τους βάλει στην Ιντερπόλ για να μην παρουσιαστούν. Όταν της υποδείχθηκε γιατί δεν παρουσίασε κάπου αυτό το μήνυμα, αφού εκκρεμούσε το ένταλμα της Ιντερπόλ και την έψαχναν, η μάρτυρας απάντησε ότι τα εισιτήρια παρουσιάστηκαν στο αεροδρόμιο και η αστυνομία ήταν ενήμερη για την ημερομηνία επιστροφής τους. Ανέφερε ακόμα ότι, όταν οι αρχές της Λευκορωσίας έμαθαν για τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούσαν και τα περιστατικά βίας, δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν στην Κύπρο, πριν να διερευνηθούν οι εν λόγω υποθέσεις.
- Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί δεν επέστρεψε στην Κύπρο στις 7 του Μάη, αυτή απάντησε λόγω του ότι εκδόθηκε το ένταλμα της Ιντερπόλ από τις 5 του μήνα και πως το πληροφορήθηκε από τις αρχές της Λευκορωσίας στο αεροδρόμιο. Όταν ρωτήθηκε εκ νέου τι είχε να φοβηθεί και δεν επέστρεψε τελικά στην Κύπρο, η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι αυτή και το παιδί της είναι λευκορώσοι υπήκοοι και στην Κυπριακή Δημοκρατία παρουσίασαν ένταλμα Ιντερπόλ για αρπαγή Λευκορώσου, συνεπώς δεν είχε κάτι να φοβηθεί, ούτε τον Αιτητή. Εξήγησε ότι δεν τους επέτρεπαν οι αρχές της Λευκορωσίας να φύγουν από την χώρα μέχρι να ξεκαθαρίσει η ποινική υπόθεση στην Κύπρο και διερωτήθηκε πως γίνεται να γίνει αρπαγή του υιού της ως λευκορώσου υπηκόου που ήδη βρισκόταν στην Λευκορωσία. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης της μάρτυρος σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, όταν ρωτήθηκε αν τελικά πήγε στο αεροδρόμιο στις 7 του Μάη για να επιστρέψει στην Κύπρο, η Καθ’ ης η Αίτηση ανέφερε ότι χωρίς να έχει το διαβατήριο του ανήλικου κανένας δεν μπορούσε να πετάξει, αφού αυτό δεν εκδόθηκε και δεν παραλήφθηκε.
- Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου αν ο ανήλικος από την ημέρα της γέννησης του μέχρι και την αρπαγή του από την Καθ’ ης η Αίτηση ήταν μόνιμος κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και πως απέκτησε δύο υπηκοότητες την λευκορωσική της μητέρας του και την κυπριακή του πατέρα του.
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν έχει καταδείξει τις συνθήκες στις οποίες διαμένει σήμερα και αν επέτρεψε στις αρμόδιες αρχές να επιθεωρήσουν τον χώρο διαμονής της, έτσι ώστε να μπορεί να έχει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι δεν της το ζήτησε κάποιος και ότι υπάρχει νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επισήμανε ακόμα, ότι η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει και διερωτήθηκε αν αμφιβάλλουν για την ικανότητα της να μεγαλώνει τα παιδιά της, τα οποία προηγουμένως συντηρούσε και μεγάλωνε.
- Αντεξεταζόμενη, όταν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ανέφερε ότι δεν συνεργαζόταν μαζί τους και δεν τους επέτρεπε να εισέλθουν στον χώρο όπου αυτή διαμένει, η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι δεν έχουν αποδείξεις και ούτε μπορούν να αποδείξουν γραπτώς ότι της υποβλήθηκε ένα τέτοιο αίτημα. Υποστήριξε ότι επιθυμούσε να λάβει απάντηση στην επιστολή που η ίδια απέστειλε στο Γραφείο Ευημερίας και δεν την έλαβε μέχρι και σήμερα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ανέφερε ότι για να τους επιτρέψει να επισκεφθούν το σπίτι, έπρεπε να της πουν ποιο σπίτι έχουν καταχωρημένο και ποια διεύθυνση, υποστηρίζοντας ότι η διεύθυνση του ανήλικου Ν.Π. εξαφανίστηκε από τον φάκελο.
- Περαιτέρω, η μάρτυρας ερωτήθηκε και για την αναφορά της λειτουργού Μ.Α. μέσα από την έκθεση της (βλ. Τεκμήριο Α’) αλλά και την μαρτυρία της, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση της είχε αναφέρει ότι δεν της είχε εμπιστοσύνη για να συνεργαστεί μαζί της και ότι της αποκρύβουν στοιχεία. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι κατάγγειλε την λειτουργό στον επίτροπο προστασίας δικαιωμάτων του παιδιού και στην προϊστάμενη του Γραφείου Ευημερίας Πάφου και ως τώρα ζητά συνάντηση. Επίσης, υποστήριξε ότι η λειτουργός κα Μ.Α. δεν γνωρίζει για όλα τα περιστατικά και το ιστορικό της οικογένειας.
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν στις 20/09/2023 που συνάντησε την λειτουργό, ζήτησε να έχει επικοινωνία με το παιδί της. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι πάντα ζητούσε επικοινωνία με τον ανήλικο, αλλά ζήτησε να καταγραφεί η συνάντηση με το παιδί της, να ηχογραφείται ή να διεξαχθεί στην παρουσία οποιουδήποτε τρίτου ανεξάρτητου ατόμου και η λειτουργός αρνήθηκε. Όταν η Καθ’ ης η Αίτηση ρωτήθηκε με ποιο τρόπο προσπαθεί να έχει επικοινωνία με το παιδί της, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας είναι η τηλεφωνική γραμμή του Αιτητή που ουδέποτε απαντά τον τελευταίο καιρό. Ανέφερε ότι επειδή ο Αιτητής δεν δέχεται οποιαδήποτε συνάντηση της με τον ανήλικο, τα Χριστούγεννα πριν δύο έτη, του αγόρασε δώρα και τα άφησε σε ένα περίπτερο για να περάσει ο πατέρας του να τα πιάσει. Ισχυρίστηκε επίσης, πως όταν προσπαθεί να τηλεφωνήσει του Αιτητή, αυτός της λέει ότι ο ανήλικος δεν θέλει να μιλήσει μαζί της και ότι δεν την θέλει. Θεωρεί ότι το παιδί της είναι συνεχώς φοβισμένο γιατί είδε και γνωρίζει πως συμπεριφέρεται ο Αιτητής.
- Αντεξεταζόμενη και μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η μάρτυρας αναφέρθηκε και στην τελευταία συνάντηση που είχε με τον ανήλικο στο Γραφείο Ευημερίας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πρόσεξε κάποια σημάδια στο πρόσωπο, τα μάτια και το αυτί του. Ο ανήλικος ανησυχούσε και ήταν κλειστός, έτσι τον ρώτησε τί είχε γίνει. Αυτός απάντησε։ «μάμα, ο παπάς». Ακολούθως, υποστήριξε ότι έβγαλε φωτογραφίες και φώναξε στην λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ρωτώντας την αν θεωρούν εντάξει τα σημάδια και αυτή της απάντησε։ «εν έχει πρόβλημα, εντάξει κτυπήθηκε το μωρό». Επισκέφθηκε την αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό και μετά από πολλές προσπάθειες δόθηκε εντολή για να εξεταστεί ο ανήλικος στο νοσοκομείο. Η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι ο ιατρός που εξέτασε τον ανήλικο παραδέχθηκε ότι δεν έγραψε όλες τις αναφορές και έγραψε μόνο ότι του είπαν οι αστυνομικοί μετά από εντολές του κ. Σ. από την Λεμεσό και μετά από δική της πίεση μετά από δύο εβδομάδες κάλεσαν ιατροδικαστή από την Λευκωσία για να εξετάσει το παιδί. Εξέφρασε την απορία πως γίνεται μετά από δύο βδομάδες να εντοπίσει τα σημάδια ο ιατροδικαστής. Έστειλε τις φωτογραφίες που έβγαλε στην αστυνομία και στον Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού και ως τώρα περιμένει απάντηση.
- Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε να εξηγήσει το γεγονός γιατί μέχρι σήμερα ο ανήλικος δεν ανέφερε πουθενά για οποιοδήποτε περιστατικό βίας από τον πατέρα του, ενώ για την ίδια έχει αναφέρει. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι το παιδί είναι φοβισμένο από την στιγμή που έλαβε σωματική βία από τον πατέρα του που τον φοβίζει και τον εξαναγκάζει, διότι ο Αιτητής είναι αντιμέτωπος με τρείς ποινικές υποθέσεις εναντίον του. Διερωτήθηκε τι θα μπορούσε να πει ο ανήλικος και να επιστρέψει σπίτι λαμβάνοντας συνεχή βία. Υποστηρίζει ότι ούτε η αστυνομία, ούτε και το Γραφείο Ευημερίας έλαβαν υπόψη το περιστατικό βίας εναντίον του ανήλικου, ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής προέβη σε πλύση εγκεφάλου του παιδιού για να προστατεύσει τον εαυτό του.
- Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε αν είναι σε θέση σήμερα να παραθέσει τις συνθήκες που διαβιώνει και την διεύθυνση της στο Δικαστήριο, ώστε να διαταχθεί επίσκεψη από το Γραφείο Ευημερίας, η Καθ’ ης η Αίτηση αρνήθηκε αυτό να γίνει από το Γραφείο Ευημερίας, αλλά μέσω ανεξάρτητης διερεύνησης από τις αρμόδιες αρχές. Και τούτο, λόγω της δολοφονίας του πατέρα του μικρότερου της παιδιού, τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν αλλά και τους φακέλους που κλείνουν για κάποιους λόγους, υποστηρίζοντας ότι θα ζητήσει την διερεύνηση της κατοικίας της από επίτροπο, εισαγγελέα και τρίτη ανεξάρτητη αρχή μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και για τα δύο παιδιά της.
- Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε αν στα τεκμήρια που έχει καταθέσει στο Δικαστήριο έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ευθύνη ή αμέλεια κάποιου αστυνομικού και ότι έχει κινηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του, αυτή απάντησε ότι στο Τεκμήριο 28 ημερομηνίας 25/09/2019 η ανεξάρτητη αρχή ενημερώνει για την διερεύνηση που έγινε και ότι αναμένει τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα και πως υπάρχουν κάποιοι κλειστοί φάκελοι στους οποίους δεν έχουν πρόσβαση.
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε πως θεωρεί όπως αναφέρει στην γραπτή της δήλωση, ότι ο ανήλικος είναι στενά συνδεδεμένος μαζί της, είναι το μόνο σταθερό πρόσωπο στην ζωή του, και ότι θα πρέπει να της παραχωρηθεί η φύλαξη και φροντίδα τού, από την στιγμή που δεν έχει επικοινωνήσει με αυτόν εδώ και πέντε χρόνια. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε μεταξύ άλλων, ότι ήταν συνεχώς στο πλευρό του ανήλικου από τότε που γεννήθηκε και πως είναι πιο κατάλληλο άτομο για να τον μεγαλώσει παρά ο πατέρας του, επαναλαμβάνοντας τα διάφορα περιστατικά οικογενειακής βίας που ισχυρίστηκε ότι βίωσε από τον Αιτητή.
- Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε η ίδια σε αίτηση στο Δικαστήριο για να διεκδικήσει το παιδί της, μετά τον ισχυρισμό για αρπαγή του, αφού το ήθελε τόσο πολύ, όπως της εισηγήθηκε και το Γραφείο Ευημερίας, η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι οι αιτήσεις είναι καταχωρημένες στο Δικαστήριο της Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι έψαχνε σε ποια επαρχία είναι ο ανήλικος, όπως φαίνεται στην επιστολή του πρώην δικηγόρου της κ. Ν. ενώ ούτε η αστυνομία ούτε το Γραφείο Ευημερίας της έδιναν πλήρη ενημέρωση. Έψαχνε παγκύπρια, στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις και ο Αιτητής κρυβόταν. Όταν ανακάλυψαν ότι το παιδί βρισκόταν στην επαρχία Πάφου, ήδη πρόλαβε ο Αιτητής και καταχώρησε μονομερή αίτηση και εξέδωσε διάταγμα.
- Της υποβλήθηκε στην συνέχεια ότι ψεύδεται πως δεν γνώριζε που βρισκόταν ο Αιτητής, αφού ο ίδιος της είχε ζητήσει μέσω του Υπουργείου Παιδείας να υπογράψει για την μεταγραφή του ανήλικου σε σχολείο στην Πάφο και αυτή αρνήθηκε. Η Καθ’ ης η Αίτηση ανέφερε ότι όταν ο Αιτητής επισκέφθηκε τους λειτουργούς του Υπουργείου Παιδείας, τους ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που είναι η μητέρα, επειδή ο ανήλικος έπρεπε να γραφτεί υποχρεωτικά. Ανέφερε ακόμα ότι το Υπουργείο Παιδείας κίνησε αγωγή στον Αιτητή διότι ο ανήλικος ήταν εγγεγραμμένος σε σχολείο στην Λεμεσό και μετά εξαφανίστηκε.
(III) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
- Σύμφωνα με το άρθρο 5 (1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
- Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. (2) εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου, (βλ. Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130 και Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1911). Το συμφέρον του παιδιού δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς, αφού στην δικαστική κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε αφού συνυπολογιστούν όλες οι σχετικές περιστάσεις και παράμετροι, το Δικαστήριο να καταλήξει σε μία ρύθμιση η οποία να εξυπηρετεί καλύτερα το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου.
- Ως συμφέρον του τέκνου νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, με προεξέχουσα βαρύτητα εκείνο το οποίο συνιστά βασικό παράγοντα της ορθής ψυχοσωματικής ανάπτυξης του παιδιού. Σε σχέση με τα κριτήρια του συμφέροντος του τέκνου, δεν υπάρχει κατά κανόνα ιεράρχηση. Εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης, σε ποιο θα δοθεί βαρύνουσα σημασία. Ο ψυχικός σύνδεσμος του γονέα με το παιδί, καθίσταται αποφασιστικό κριτήριο για την κρίση του συμφέροντος του, ιδιαίτερα όταν το παιδί είναι ώριμο ώστε να ακουστεί η άποψη του, όπως ορίζει ο σχετικός νόμος, οπότε αν από τα όσα υποπέσουν στην αντίληψη του Δικαστηρίου, προκύψει ότι το ανήλικο είναι περισσότερο ψυχικά συνδεδεμένο με έναν από τους δύο γονείς του, τότε το Δικαστήριο οφείλει να σεβαστεί την γνήσια επιθυμία του παιδιού.
- Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει όλα τα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο περιβάλλον για τη ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού και τις συνθήκες διαβίωσής του, έτσι ώστε να μην επέλθει οποιαδήποτε καταστροφική επίδραση στην ψυχολογία του. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και άλλους παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να συνεκτιμηθούν για την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού και που συμβάλλουν στην εξειδίκευση του συμφέροντος του, όπως είναι οι δεσμοί του με τα αδέλφια του (βλ. 14 (3) του Νόμου), η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του, αλλά και τυχόν δεσμοί του με τρίτα πρόσωπα, ακόμα και με άτομα πέραν του συγγενικού του περιβάλλοντος.
- Οφείλω να επισημάνω, ότι η θρησκεία, οι πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, η γλώσσα, η καταγωγή, η κοινωνική προέλευση και περιουσία, ως έχει νομολογηθεί, δεν αποτελούν παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται αυτοτελώς υπόψη, παρά μόνο σε σχέση με την τυχόν επίδρασή τους στο παιδί. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ο χρόνος που διαθέτει ο κάθε γονέας για το παιδί του, σε συνδυασμό με την ποιότητα αυτής της επαφής.
- Επί τούτου, το άρθρο 6 παρ. 2(β) του Ν. 216/90 προστατεύει την ισότητα μεταξύ των γονέων, αφού προνοεί ρητά τα ακόλουθα:
«Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία».
- Στο σύγγραμμα ΕΡΝΟΜΑΚ, έκδοση 2004 του Αρεοπαγίτη Βασίλη Βαθρακοκοίλη, στη σελίδα 903, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την ανάθεση της γονικής μέριμνας σε ένα γονέα:
«....στα στοιχεία που διαμορφώνουν το απαραίτητο το πρόσφορο περιβάλλον για μια σωστή ψυχοσωματική και ψυχοδιανοητική ανάπτυξη, ανάπλαση του τέκνου, γιατί κατά τις νεότερες κοινωνικές αντιλήψεις οι περισσότερες υλικές ανέσεις δεν διαπλάθουν ψυχή, σώμα και νόηση αλλά προεχόντως καταστροφικές επιδράσεις ασκούν στο ανήλικο τέκνο το οποίο έχει ανάγκη για την ανάπτυξη του γενικά μια σωστής διαπαιδαγώγησης σε ένα σωστό περιβάλλον και φροντίδα λογική και όχι της φθοροποιού χλιδής. Πρέπει το δικαστήριο για το σκοπό αυτό να λαμβάνει υπόψη του τις ψυχολογικές προεχόντως οικονομικές και ιστορικές πτυχές της υπόθεσης με γνώμονα τα δεδομένα της σύγχρονης παιδαγωγικής ψυχολογίας και κοινωνιολογίας. Ακόμη πρέπει να ερευνά τις ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον το ιστορικό την επαγγελματική απασχόληση, την πνευματική τους ανάπτυξη, τη δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, την τυχόν εκτροπή από την ορθή κοινωνική συμπεριφορά και γενικά την ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων τη σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου, γιατί η εναλλαγή στις συνθήκες διαβίωσης ενός ενήλικου δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου τον ψυχικό δεσμό με το κάθε γονέα εφόσον όμως αναπτύχθηκε φυσιολογικά, αβίαστα δηλαδή είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του τέκνου που έχει την ικανότητα διάκρισης, τη συμφωνία των γονέων εφόσον όμως δεν επακολούθησε μεταβολή περιστάσεων, το φύλο την ηλικία τις ειδικές ανάγκες του τέκνου την ύπαρξη αδελφών και κυρίως ανηλίκων ώστε να μην διασπάται η αδελφική συμβίωση του και η μεταξύ αυτών αλληλεγγύη και συνοχή που αποτελεί παράγοντα ασφάλειας και δύναμης για τα ανήλικα».
- Το δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο θεμελιώνεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Ν.216/90 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«17(1)։ Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
- Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», Τόμος VII, αναφέρονται τα πιο κάτω (σελ. 228-229):
«Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων.
Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες».
- Σύμφωνα με την καθοδηγητική νομολογία, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικων τέκνων, δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται ουσιαστικά για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα, της οποίας ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2001) 1 Α.Α.Δ. 1108, Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, Διευθύντρια Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) 1911 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1153).
- Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588, 1593, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
- Αναφορικά με το ζήτημα της απαγόρευσης εξόδου του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από το έδαφος της Δημοκρατίας, θα πρέπει να καταδειχθεί ο κίνδυνος ο ένας γονέας που συνήθως είναι αλλοδαπός, να εγκαταλείψει την Κύπρο μεταφέροντας μαζί του το ανήλικο τέκνο, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του άλλου γονέα, όπως η άσκηση της επικοινωνίας με το παιδί του, αλλά και διαφόρων πτυχών της γονικής μέριμνας.
- Αναφορικά με την εξουσία των Δικαστηρίων να εκδίδουν τέτοιας φύσης διατάγματα, παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα «Διατάγματα-Injuctions» έκδοση 2016, των κ.κ. Ερωτοκρίτου-Αρτέμη, όπου στην σελ. 286 αναφέρονται τα ακόλουθα։
«(ε) Διατάγματα εξόδου από τη Δημοκρατία։
Το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διηνεκή ή παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν την έξοδο ανηλίκου από τη Δημοκρατία, χωρίς την συγκατάθεση του άλλου γονέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχει υποψία ότι ενδεχομένως να επιχειρηθεί η μεταφορά του ανηλίκου στο εξωτερικό μπορεί να ζητηθεί από το δικαστήριο να συμπεριλάβει στο διάταγμα και διαταγή για τοποθέτηση του ανήλικου στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων για έξοδο από τη Δημοκρατία, γνωστό ως "stop list"».
(IV) Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΕΚΝΟ։
- Στις 27/01/2025 το Δικαστήριο διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων που βρίσκεται στην ηλικία των 12 ετών, ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη η γνώμη του, οι ανησυχίες και προβληματισμοί του, σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπό εξέταση αίτησης και ανταπαίτησης.
- Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.
- Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα:
«H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6(3) του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ’ αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους.
Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6(3) του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του».
- Στην απόφαση Π.Ε. -και- K.R.U. του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Έφεση αρ. 23/18, ημερομηνίας 03/12/2019, η πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου κα Σταματίου, επισήμανε τα ακόλουθα:
«H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.
Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».
- Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (βλ. σελ. 560-561):
«β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα».
- Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει την γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και έτσι αυτό επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αντλείται συνήθως καθοδήγηση από την σχετική νομολογία. Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη (2004) στην σελ. 907, εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το 6ο έτος της ηλικίας του.
- Το άρθρο 12(1) του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου (Ν.5(ΙΙΙ)/2000) διαλαμβάνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής των απόψεων του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και δίδεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος, σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητας του.
- Ανέφερε ότι νοιώθει τέλεια όταν περνά χρόνο με τον πατέρα του. Δεν θυμάται να τον έβαλε ποτέ τιμωρία ο πατέρας του, παρά μόνο θυμώνει όταν κάνει καμιά τρέλα. Μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο ανήλικος ανέφερε ότι δεν έτυχε να τον κτυπήσει ποτέ ο πατέρας του, ενώ δεν θυμάται κάποια στιγμή που δεν πέρασε καλά με αυτόν.
- Όταν ρωτήθηκε αν περνούσαν όμορφα με τους γονείς του, όταν έμεναν όλοι μαζί, ο ανήλικος απάντησε αρνητικά και ότι τσακώνονταν και φώναζαν. Ανέφερε ότι θυμόταν που η μητέρα του τον έβαζε τιμωρία στη γωνία όταν ήταν πολύ μικρός και του έδινε πολύ ξύλο. Μία φορά τον έβγαλε έξω από το σπίτι ως τιμωρία. Τον άρπαξε και τον πήρε στην Λευκορωσία χωρίς να το θέλει και εκεί πέρασε πολλά βάσανα όπως ανέφερε. Όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν εκείνος που τον φρόντιζε όταν έμεναν όλοι μαζί στο σπίτι, ανέφερε ότι δεν πολύ θυμάται, αλλά μαγείρευε η μητέρα του και το μόνο που έκαμνε ήταν να τσακώνεται με τον πατέρα του. Διευκρίνισε ότι πάντα τον φρόντιζαν ο πατέρας και ο αδελφός του.
- Ο ανήλικος ρωτήθηκε αν του τηλεφωνεί η μητέρα του και αν επικοινωνεί μαζί του. Απάντησε καταφατικά, αλλά δεν της απαντά, γιατί δεν θέλει να της μιλά καν αφού είναι κακιά και δίνει ξύλο. Η τελευταία φορά που του τηλεφώνησε ήταν την πρωτοχρονιά που πέρασε για να του ευχηθεί, αλλά δεν της απάντησε γιατί δεν ήθελε να της μιλήσει. Ανέφερε ότι έχει τέσσερα χρόνια να συναντήσει την μητέρα του. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος Ν.Π. απάντησε ότι δεν πεθύμησε την μητέρα του και ούτε θέλει να της μιλήσει, επαναλαμβάνοντας ότι είναι κακιά.
- Ακολούθως, ο ανήλικος ρωτήθηκε πως περνούσε όταν ήταν με την μητέρα του. Ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι όταν ήταν στην Λευκορωσία τον έβαλε μία άσχημη τιμωρία, ήτοι να σταθεί με τα γόνατα πάνω σε ρύζι στο πάτωμα και αυτός έκλαιγε από τον πόνο. Δεν θυμόταν να αναφέρει οποιαδήποτε χαρούμενη στιγμή που είχε με την μητέρα του στο παρελθόν. Περιέγραψε το περιστατικό που οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, μετά από την καταγγελία της μητέρας του, όπου τον γύμνωσαν για να εξετάσουν αν έχει πάνω του σημάδια, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι ντράπηκε πολύ.
- Όταν στον ανήλικο υποβλήθηκε η θέση ότι η μητέρα του επιθυμεί να τον βλέπει και να μένει μαζί της και πως νοιώθει για αυτό, ο Ν.Π. απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι δεν θέλει να την βλέπει καθόλου, ούτε να πηγαίνει κάπου μαζί της και ειδικά να ζει μαζί της, για τον λόγο ότι δεν θέλει να του δίνει πάλι ξύλο. Όταν ο ανήλικος ρωτήθηκε αν άλλαζε κάτι πάνω στην μητέρα του ή αν περιμένει κάτι από αυτήν, για να αρχίσει ξανά να την βλέπει, απάντησε αρνητικά και πως αναμένει να μην κάνει στον μικρότερο υιό της, αυτά που έκανε και στον ίδιο. Μετά από συνεχείς διερευνητικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο ανήλικος επέμενε ότι δεν θέλει ποτέ να ξαναρχίσει η επικοινωνία με την μητέρα του.
163. Μέσα από την ζωντανή διαδικασία της συνέντευξης είχα την ευκαιρία να συζητήσω αρκετά θέματα με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και να αντιληφθώ τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς του. Παρατήρησα ότι ήταν έντονο στην ομιλία του το πρόβλημα τραυλισμού που αντιμετωπίζει. Παρουσιάστηκε αρκετά αυθόρμητος μεν αλλά και προβληματισμένος δε για την στάση και συμπεριφορά της μητέρας του. Ήταν ευδιάκριτο ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων έχει αναπτύξει ένα ιδιαίτερα ισχυρό συναισθηματικό δέσιμο με τον πατέρα του, ενώ για την μητέρα του τρέφει πολύ αρνητικά συναισθήματα, τα οποία φαίνεται να πηγάζουν από τα βιώματα του και τα περιστατικά τα οποία περιέγραψε με γλαφυρότητα και πικρία. Παρουσιάστηκε έντονος και απόλυτος στην θέση του, ότι δεν επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε σχέση ή επικοινωνία με την μητέρα του, εξηγώντας και τους λόγους που διατηρεί αυτή του την στάση.
164. Έχω διαπιστώσει ότι ο ανήλικος Ν.Π. διαθέτει σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Παρά την διαπίστωση ότι οι αναφορές του ανήλικου εμπεριείχαν μία απόλυτα δογματική στάση, θεωρώ ότι σε γενικές γραμμές εξέφρασε την αληθινή γνώμη και τις απόψεις του ελεύθερα, γνήσια και αυθόρμητα, χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη ή επηρεασμό. Μου έδωσε την εντύπωση ότι είναι αρκετά συνειδητοποιημένος και ειλικρινής, αφού έχει πλήρη επίγνωση των επιλογών αλλά και των επιθυμιών του, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο οι θέσεις και επιθυμίες του, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη του.
(V) AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ & ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ։
- Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου (1988) 1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 2 ΑΑΔ 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506). Ο σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται.
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της, αλλά και με βάση την σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, με αντιπαραβολή των θέσεων κάθε πλευράς και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), πάντοτε υπό το πρίσμα και το αυστηρό πλαίσιο των δικογραφημένων ισχυρισμών, ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (βλ. Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31/05/2017).
- Αποτελεί κοινή θέση, ότι η κάθε ξεχωριστή υπόθεση κρίνεται στην βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα των διαδίκων και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο θα αγνοήσει ή δεν θα ασχοληθεί με μαρτυρία η οποία δεν συνάδει καθόλου με αυτά και ούτε μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε μία τέτοια μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση, με βάση την σχετική νομολογία, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε ένα μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα η οποία καθίσταται αξιόπιστη ή να απορρίψει άλλο μέρος της το οποίο δεν μπορεί να αποδεχθεί. Γενικά, η μαρτυρία θα πρέπει να αντικρίζεται με ευρύτητα, σφαιρικά και όχι μικροσκοπικά και αποσπασματικά.
- Αρχικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας κας Μ.Α. (Μ.1) αλλά και της έκθεσης που αυτή ετοίμασε. Οφείλω να επισημάνω ότι η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας δεν είναι μάρτυρας των διαδίκων, ούτε και αντιπρόσωπος του ανήλικου, αλλά σκοπός της είναι η υποβοήθηση του δικαστικού έργου. Στα πλαίσια της εξεταστικής διαδικασίας για την εξακρίβωση του γνήσιου συμφέροντος του ανήλικου, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξασφαλίσει την έκθεση, η οποία καθίσταται βασική προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ενώ χωρίς την μαρτυρία αυτή, δεν δύναται στην βάση των διατάξεων του Καν. 5 του Διαδικαστικού Κανονισμού ΔΚ1/72 να κριθεί αίτηση για την κηδεμονία, φύλαξη και φροντίδα ενός ανήλικου τέκνου.
- Στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Δαμιανού ν. Δαμιανού (1989) 1 Α.Α.Δ. 29, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα։
«Η θέσπιση του Κ.5 δικαιολογείται από την φύση του επίδικου θέματος που είναι ο καθορισμός των συμφερόντων του ανήλικου και όχι το βάσιμο των διεκδικήσεων των αντιδικούντων γονέων. Η εξασφάλιση ανεξάρτητης πηγής για την διαφώτιση του Δικαστηρίου στον ευαίσθητο τομέα των συμφερόντων του ανήλικου, αποτελεί ουσιαστική νομοθετική πρόνοια. Και δεν παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για να την παρακάμψει».
- Νοείται ότι η έκθεση θα πρέπει να παρέχει τα απαραίτητα στοιχεία στο Δικαστήριο για να μπορέσει να το υποβοηθήσει να καταλήξει στην απόφαση του. Σε κάθε περίπτωση όμως, το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξάγει ένας λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας δεν δεσμεύει με το πόρισμα της το Δικαστήριο (βλ. απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Παπαϊωάννου ν. Παλαιολόγου (2002) 1 Α.Α.Δ. 16).
- Θεωρώ ότι η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος πραγματογνώμονα στις υποθέσεις γονικής μέριμνας. Συνεπώς, οφείλω να αναφερθώ στις κατευθυντήριες αρχές που αφορούν την αποδοχή και την προσέγγιση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα.
- Ομολογουμένως, το καθήκον ενός πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου σχετικά με την μαρτυρία του, έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων, ώστε να δώσει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει συναφώς την δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης που τελικώς αποδέχεται (βλ. Περικλέους ν. Μιχαήλ (2012) 1 Α.Α.Δ. 2420).
- Βαρύνουσας σημασίας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός πραγματογνώμονα από το Δικαστήριο, έχει αποφασιστεί ότι συνιστά το γεγονός πως ο πραγματογνώμονας είχε προσωπικά την ευκαιρία, στις περιπτώσεις όπου τούτο είναι πρακτικά εφικτό και χωρίς να είναι, απολύτως απαραίτητο, να εξετάσει ο ίδιος το αντικείμενο ή την κατάσταση σε σχέση με την οποία καλείται να καταθέσει στο Δικαστήριο την γνώμη του. Το πότε χρονικά έλαβε χώρα αυτή η εξέταση από τον πραγματογνώμονα, υπό ποιες συνθήκες και με ποια μέσα, είναι επίσης στοιχείο σχετικό με το υπό συζήτηση θέμα, αναλόγως πάντοτε των επίδικων ζητημάτων. Δηλαδή, ουσιαστικά ποια είναι η βάση της μαρτυρίας του, επί της οποίας στηρίζει την γνώμη του (βλ. Πλοίο "Arabella" v. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου (2005) 1 Α.Α.Δ. 428, Παύλου ν. Ανδρέου, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, ημερομηνίας 26/03/2014). Αναμφίβολα, σε μία έκθεση ο λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας συμπεριλαμβάνει και εξ’ ακοής μαρτυρία, στην οποία το Δικαστήριο θα προσδώσει την ανάλογη βαρύτητα.
- Το πιο θεμελιώδες και σημαντικό για την υπόθεση, είναι όπως η γνώμη του πραγματογνώμονα, να είναι δεόντως αιτιολογημένη, τεκμηριωμένη, επαρκής και πειστική (βλ. Πελεκάνος κ. α. ν Πελεκάνου (2010) 1 Α.Α.Δ. 1746). Αυτό συνήθως λαμβάνει χώρα από τους λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας μέσω της διεξαγωγής συνεντεύξεων με τα εμπλεκόμενα μέρη, την έρευνα, επεξεργασία, καταγραφή και διασταύρωση των πληροφοριών που λαμβάνουν, με τελικό στόχο να καταλήξουν στα συμπεράσματα και τις εισηγήσεις τους.
- Στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, θεωρώ ότι η έκθεση που ετοίμασε η Μ.1 ημερομηνίας 24/01/2024 (βλ. Τεκμήριο Α’) αποτελεί απότοκο της αντικειμενικής και ανεπηρέαστης έρευνας στην οποία έχει προβεί. Σε αυτήν διαφαίνεται ότι έχουν καταγραφεί όλα τα σημαντικά στοιχεία και δεδομένα που αφορούν τους δύο γονείς, όπως το ιστορικό, την οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες διαβίωσης τους, το ιστορικό της συνεργασίας της με τους διαδίκους και την αλληλεπίδραση που είχαν αλλά και την συμπεριφορά τους, το ιστορικό του ανήλικου τέκνου και την σχέση του με τους γονείς του. Σε μεγάλο βαθμό, κρίνεται ότι η έκθεση της λειτουργού περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να βοηθηθεί το Δικαστήριο, αξιολογώντας και την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε, για να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα σε σχέση με το συμφέρον του ανήλικου Ν.Π.
- Η Μ.1 εισηγείται μέσα από την έκθεση που ετοίμασε, ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να παραμείνει στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει και θεωρεί δικαιολογημένα τα αιτήματα του Αιτητή που άπτονται της γονικής μέριμνας του Ν.Π. τα οποία εξάλλου ασκούνται από τον ίδιο, από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και σήμερα.
- Εξέφρασε την θέση, ότι από την συνεργασία που είχαν με τον Αιτητή, αυτός μεριμνά για την φροντίδα, ασφάλεια και ευημερία του παιδιού και αποτελεί ένα σταθερό πρόσωπο αναφοράς για το παιδί, γεγονός που του προσδίδει ασφάλεια. Συγχρόνως, διαπιστώθηκε ένας στενός συναισθηματικός δεσμός μεταξύ πατέρα και παιδιού. Επιπρόσθετα, η λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής προσπαθεί να ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην κάλυψη των αναγκών του ανήλικου και το επίπεδο φροντίδας και προστασίας που του παρέχεται είναι ικανοποιητικό.
- Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου, αν υπήρχε οποιαδήποτε φορά που το Γραφείο Ευημερίας αντιμετώπιζε κάποιο ζήτημα ή ενδοιασμό για την καταλληλότητα του πατέρα να έχει την φύλαξη και φροντίδα του μεγαλύτερου παιδιού του από προηγούμενο του γάμο, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και πως δεν διαπιστώθηκαν οποιαδήποτε θέματα σε σχέση με την φύλαξη του. Όταν η λειτουργός ρωτήθηκε από το Δικαστήριο γιατί ακριβώς θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου να παραμείνει στο περιβάλλον που μεγαλώνει και γιατί είναι δικαιολογημένα τα αιτήματα του Αιτητή, υποστήριξε μεταξύ άλλων πως από την συνεργασία της με τον ανήλικο διαφάνηκε μια πολύ στενή συναισθηματική σχέση με τον πατέρα του, με τον οποίο διαμένει εδώ και πέντε έτη. Ενώ αντιθέτως, όταν προσπαθούσε να του μιλήσει για την μητέρα του το πρόβλημα του τραυλισμού του χειροτέρευε, αντιδρούσε και επικαλείτο την αγάπη του για τον πατέρα του και πόσο όμορφα νοιώθει όταν περνά χρόνο μαζί του.
- Αντίθετα, μέσα από την μαρτυρία της η λειτουργός ουσιαστικά ανέφερε πως αντιμετώπισε μία επιθετική και αδιάλλακτη στάση από την μητέρα του ανήλικου τέκνου. Επιβεβαίωσε ότι παρόλο που της είχε ζητηθεί να επισκεφθούν τον χώρο διαμονής της για να ελέγξουν τις συνθήκες της, η Καθ’ ης η Αίτηση προέβαλλε διάφορες δικαιολογίες και δεν ήταν συνεργάσιμη σε βαθμό που δεν ήταν σε θέση να έχει άποψη για τις συνθήκες διαμονής και διαβίωσης της. Υποστήριξε ότι από την πρώτη στιγμή καθοδήγησαν την Καθ’ ης η Αίτηση για να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος φύλαξης-επικοινωνίας με το παιδί της και αυτή αρνείτο πεισματικά, δεν άκουγε και πως όταν το παιδί ήρθε στην Πάφο και υπόβαλε αίτηση ο Αιτητής, μόνο τότε προνόησε να καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση, εκφράζοντας την θέση ότι δεν θα το έπραττε αν δε το έκανε πρώτα ο Αιτητής. Της έλεγε ότι χάνει τον χρόνο της μαζί τους, πως δεν έχουν κάτι να της προσφέρουν και επέμενε στις δικές της απόψεις.
- Όταν η λειτουργός ρωτήθηκε από το Δικαστήριο αν η Καθ’ ης η Αίτηση είναι σε θέση και μπορεί να ασκεί με επιτυχία τα γονικά της καθήκοντα, αυτή απάντησε ότι διατηρεί πολλούς προβληματισμούς, διότι επέμενε να υποβάλει τον ανήλικο σε ιατρικές και ιατροδικαστικές εξετάσεις για φερόμενη κακοποίηση από τον πατέρα του, ενώ δεν διαπιστώθηκε το οτιδήποτε και αυτή επέμενε.
- Κρίνω, ότι σε μεγάλο βαθμό η μαρτυρία της λειτουργού σε σχέση με το ζήτημα της ανάθεσης της φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου τέκνου, του καθορισμού του τόπου διαμονής του, αλλά και της ανάθεσης ορισμένων πτυχών της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα, ήταν αρκούντως βοηθητική για το Δικαστήριο. Τα ευρήματα και οι διαπιστώσεις της μέσα από τις επισκέψεις και την έρευνα της, ήταν ικανοποιητικές και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ουσιωδώς, ενώ ούτε έχει κλονιστεί η αξιοπιστία των ισχυρισμών και θέσεων της. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, η λειτουργός μετέφερε με καθαρότητα και ειλικρίνεια τα όσα είχε παρατηρήσει, χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη ή επηρεασμό. Θεωρώ ότι τεκμηρίωσε ουσιαστικά και με επάρκεια τις θέσεις και εισηγήσεις της, παρέχοντας στο Δικαστήριο όλα τα αναγκαία εχέγγυα τα οποία επιτρέπουν την αξιολόγηση της ορθότητας ή μη των απόψεων της. Συνεπώς, αποδέχομαι πλήρως τις θέσεις της σε σχέση με το προαναφερόμενο υπό κρίση ζήτημα, αφού οι διαπιστώσεις της, κρίνονται βοηθητικές και εδράζονται σε μία ορθολογική βάση στα πλαίσια ορισμένων πραγματικοτήτων που η ίδια παρατήρησε.
- Αναφορικά με τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις της λειτουργού σε σχέση με το ζήτημα της επαφής και της επικοινωνίας και με τους δύο γονείς του ανήλικου τέκνου, θεωρώ πως με τον τρόπο που έχουν παρατεθεί στην βάση της έκθεσης που ετοίμασε, αυτές είναι ιδιαίτερα βοηθητικές και καθοδηγητικές για το Δικαστήριο. Ουσιαστικά, η λειτουργός εξέφρασε την θέση ότι το ανήλικο τέκνο θα πρέπει να έχει επαφή και με τους δύο γονείς του με στόχο την ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη, όμως η επαφή του με τον γονέα να είναι εποικοδομητική και όχι τραυματική, αφού μέσα από τις αξιολογήσεις των ειδικών ψυχικής υγείας, διαπιστώθηκε ότι ο ανήλικος βιώνει μετατραυματικό στρές. Για αυτό τον λόγο εισηγείται την άμεση έναρξη θεραπευτικών συνεδριών του ανήλικου με ψυχολόγο. Εισηγείται δηλαδή, την αξιολόγηση των γονέων από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας αναφορικά με την άσκηση του γονικού τους ρόλου, ώστε μέσω της βοήθειας των ειδικών να διεξαχθούν προσπάθειες αποκατάστασης της επικοινωνίας της Καθ’ ης η Αίτηση με το ανήλικο τέκνο και συνεπακόλουθης ρύθμισης της εν λόγω επικοινωνίας, εφόσον διασφαλιστεί η ασφάλεια του ανήλικου.
- Σε κάθε περίπτωση, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της από την συνήγορο του Αιτητή, συμφώνησε με την θέση ότι δεν μπορεί να εισηγηθεί την οποιαδήποτε επικοινωνία του παιδιού στον χώρο της μητέρας, αφού δεν γνωρίζει την διεύθυνση διαμονής της, λόγω της άρνησης συνεργασίας της και επειδή δεν γνωρίζει αν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για να γίνει αυτό. Μετά από σχετικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο, ανέφερε ότι η επικοινωνία συνήθως ξεκινά με επικοινωνία του παιδιού στο γραφείο Ευημερίας στην παρουσία της λειτουργού και σταδιακά διεξάγονται επικοινωνίες χωρίς επίβλεψη, αν όλα πάνε καλά και αναλόγως της πορείας τους.
- Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι οι εισηγήσεις της λειτουργού σε σχέση με το ζήτημα της επικοινωνίας, εδράζονται σε μία ορθολογιστική βάση και σε ορισμένες πραγματικότητες, συνεκτιμώντας κυρίως το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, καθώς και τις ευρύτερες ανησυχίες των εμπλεκομένων μερών. Οι εισηγήσεις της λειτουργού για συνεργασία του ανήλικου τέκνου των διαδίκων με ψυχολόγο, αλλά και των γονέων του με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, με στόχο την αποκατάσταση της σχέσης και επικοινωνίας μητέρας-παιδιού, κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση και φαίνεται να καθίστανται απολύτως απαραίτητες υπό τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης, αλλά και λόγω της υποτροπής ή της ανασφάλειας που προκλήθηκε στον ανήλικο, αλλά και της παρόδου αρκετών ετών χωρίς καμία επαφή και αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Θεωρώ ότι το πνεύμα των εισηγήσεων της λειτουργού θα πρέπει να υιοθετηθεί και από το Δικαστήριο σε μεγάλο βαθμό, διότι είναι ο μόνος δρόμος για την ομαλοποίηση των σχέσεων του ανήλικου με την Καθ’ ης η Αίτηση.
- Σε γενικές γραμμές, κατά την αντεξέταση της, η λειτουργός μου άφησε αρκετά θετική εντύπωση, αφού απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με ευθύτητα, αμεσότητα, ειλικρίνεια και σταθερότητα, χωρίς οποιεσδήποτε υπεκφυγές. Θεωρώ ότι, οι θέσεις και απόψεις της λειτουργού δεν κλονίστηκαν μέσα από την αντεξέταση της Καθ’ ης η Αίτηση. Δεν έχω διαπιστώσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις τέτοιας εμβέλειας ή ανακρίβειες ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της μάρτυρος. Προσπαθούσε να τεκμηριώνει τις θέσεις της με στοιχεία και στην βάση των ευρημάτων της, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την έκθεση που ετοίμασε και στο πεδίο της γνώσης που έλαβε. Ούτε βέβαια, έχω διαπιστώσει μέσα από την ολότητα του μαρτυρικού υλικού που έχω ενώπιον μου, πως διατήρησε οποιαδήποτε μεροληπτική στάση υπέρ του ενός ή του άλλου γονέα, επιχειρώντας να καταγράψει την γνήσια της άποψη, στην βάση κάποιων πραγματικοτήτων που διέγνωσε. Συνεπώς, αποδέχομαι την ολότητα της μαρτυρίας της ως αξιόπιστη και τεκμηριωμένη.
- Υπεισερχόμενος τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Αιτητή, σε γενικές γραμμές και στο μεγαλύτερο μέρος της μου άφησε θετική εντύπωση. Διαπιστώνω ότι περιέγραψε με ευθύτητα, ειλικρίνεια και παραστατικότητα τα όσα βίωσε στην οικογενειακή εστία, αλλά και όσα διαδραματίστηκαν μετά την διάσταση των διαδίκων, κατά την μετάβαση της Καθ’ ης η Αίτηση στην Λευκορωσία με το ανήλικο τέκνο τους, αλλά και τα όσα επακολούθησαν με την επιστροφή τους στην Κύπρο και την μετοίκηση του στην Πάφο με το παιδί.
- Είναι η θέση μου, ότι παρά την επίμονη αντεξέταση της Καθ’ ης η Αίτηση επί διάφορων ζητημάτων που αφορούσαν την μεταξύ τους σχέση, την σχέση τους με το παιδί τους, αλλά και των γεγονότων που βίωσαν, η στάση του Αιτητή παρέμεινε σταθερή, δεν κλονίστηκε και ούτε περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες δύνανται να καταστήσουν αναξιόπιστη την μαρτυρία του, η οποία σε τελική ανάλυση θεωρώ πως ήταν πειστική και τεκμηριωμένη σε μεγάλο βαθμό.
- Αρχικά, να επισημάνω ότι αποδέχομαι ως πειστική την θέση του Αιτητή περί αρπαγής του ανήλικου το 2016 από την Καθ’ ης η Αίτηση και την μεταφορά του στην Λευκορωσία χωρίς την συγκατάθεση του, αλλά και το γεγονός ότι προέβη σε σχετικά διαβήματα για την επιστροφή του στην Κύπρο μέσω των αρμοδίων αρχών. Η εν λόγω θέση του, επιβεβαιώνεται μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και των τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν, κυρίως του Τεκμηρίου 4, όπου η αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού ενημερώνει τους δικηγόρους του Αιτητή για την έκδοση εντάλματος σύλληψης της Καθ’ ης η Αίτηση στις 04/05/2016 αφού αυτή καταζητείτο, αλλά και την λήψη των απαραίτητων διαδικασιών για την εξασφάλιση διεθνούς εντάλματος σύλληψης της από την Ιντερπόλ.
- Επιπρόσθετα, σε σχέση με την θέση του Αιτητή ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία στην Λεμεσό μαζί με το ανήλικο τέκνο του και να μετεγκατασταθούν μαζί στην επαρχία Πάφου, με σκοπό την προστασία του Ν.Π. από την βάναυση συμπεριφορά της μητέρας του, κρίνω ως ειλικρινή, εύλογη και γνήσια την στάση του, παρόλο που δεν μπορώ να αποδεχθώ την μονομερή ενέργεια του ως το πλέον ορθό και ενδεδειγμένο μέτρο. Το ίδιο φρονώ για την ξαφνική διακοπή της φοίτησης του στο σχολείο της Λεμεσού. Ούτε φυσικά μπορώ να αποδεχθώ ως βάσιμο τον ισχυρισμό του ότι ενήργησε με αυτόν τον τρόπο, μετά από συμβουλή ή παρότρυνση του γραφείου ευημερίας, αφού κάτι τέτοιο δεν έχει επιβεβαιωθεί ή τεκμηριωθεί μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι υπάρχει τεράστιος κίνδυνος η Καθ’ ης η Αίτηση να εκδηλώσει παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον, λόγω του ότι εγκατέλειψε για δύο έτη την Κύπρο μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, θεωρώ ως εύλογη την θέση του αυτή και την αποδέχομαι. Αποδέχομαι επίσης ως αληθή την θέση του, ότι το ίδιο το ανήλικο τέκνο αντιδρά αρνητικά στο ενδεχόμενο επαφής και επικοινωνίας με την μητέρα του, αφού πρόκειται για μία πραγματικότητα που έχει επιβεβαιωθεί μέσα από την συνέντευξη του Δικαστηρίου με το ανήλικο τέκνο, αλλά και από τα ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας.
- Περαιτέρω, πιστώνεται υπέρ του η τοποθέτηση του η οποία έλαβε χώρα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, με την οποία δήλωσε την ετοιμότητα του για επίσκεψη σε κάποιο ιατρό/ειδικό ψυχικής υγείας στα πλαίσια της εισήγησης του Γραφείου Ευημερίας για συνεργασία των εμπλεκομένων μερών με ειδικούς.
- Επιπρόσθετα, ο Αιτητής περιέγραψε με ιδιαίτερη παραστατικότητα, διάφορα περιστατικά πρόκλησης σωματικής και ψυχικής βίας προς τον ανήλικο από την Καθ’ ης η Αίτηση κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης αλλά και της αντεξέτασης του. Ένα μεγάλο μέρος των εν λόγων περιστατικών αλλά και των γεγονότων που ακολούθησαν, επιβεβαιώθηκαν μέσα και από την συνέντευξη του Δικαστηρίου με το ανήλικο τέκνο Ν.Π. Ειδική έμφαση δίδεται στις τιμωρίες που φαίνεται να υπέβαλλε τον ανήλικο η μητέρα του και οι οποίες έχουν καταγραφεί μεταξύ άλλων και στο σημείωμα ψυχολόγου που ετοίμασε η Μ.Α.2 (Βλ. Τεκμήριο Α’-Κ.12) όπως και στα σχέδια του παιδιού.
- Αναφορικά με το ζήτημα της επικοινωνίας του ανήλικου Ν.Π. με την μητέρα του, ο Αιτητής υποστήριξε ουσιαστικά ότι δεν μπορεί να πιέσει το παιδί του να έχει επαφή με την Καθ΄ ης η Αίτηση εφόσον το ίδιο δεν το επιθυμεί καθόλου, επειδή δεν θέλει να του προκαλεί ψυχολογικά προβλήματα, αφού εξάλλου αυτός ήταν και ο λόγος που έφυγαν, ήτοι για να γλυτώσουν τον ψυχολογικό πόλεμο που δεχόταν από αυτήν. Θεωρώ ως εύλογη την ανησυχία και τον προβληματισμό του Αιτητή, εν τούτοις θεωρώ ότι η στάση του καθίσταται εν πολλοίς δογματική και απόλυτη, ως εκ τούτου δεν μπορώ να την αποδεχτώ, λαμβάνοντας υπόψη την αυξημένη ευθύνη του ως ο γονέας που διατηρεί εδώ και έξι συνεχή έτη την φροντίδα και φύλαξη του παιδιού του και του χρέους του να εξαντλήσει κάθε μέσο και τρόπο, με τελικό στόχο την ομαλοποίηση των σχέσεων του ανήλικου με την μητέρα του, πάντοτε στα πλαίσια ενός ασφαλούς περιβάλλοντος και εφόσον προάγεται το γνήσιο συμφέρον του. Η συνεργασία του Αιτητή και η ενθάρρυνση της επικοινωνίας εκ μέρους του εντός λογικών πλαισίων και χωρίς εξαναγκασμό, αποτελεί βασική παράμετρο για την υλοποίηση των εισηγήσεων του Γραφείου Ευημερίας.
- Όσον αφορά την αντεξέταση του Αιτητή από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση, κρίνω ότι επιχειρήθηκε σε μεγάλο βαθμό να κλονιστεί η αξιοπιστία του ως μάρτυρα και να παρουσιαστεί ως ένας βίαιος πατέρας, άεργος και τεμπέλης. Έχω διαπιστώσει ότι απαντούσε με ευθύτητα σε όσα ερωτήθηκε και επιχείρησε να προβάλει ή να αιτιολογήσει την δική του εκδοχή σε μία σειρά ζητημάτων, όπως την ισχυριζόμενη βία προς τον ανήλικο, το γεγονός της μεταφοράς του παιδιού στην Λευκορωσία από την μητέρα του, τα φερόμενα περιστατικά βίας προς την Καθ’ ης η Αίτηση και το πρόβλημα τραυλισμού του παιδιού τους. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι το 2019 απήγαγε το παιδί τους, ενώ παραβίασε και το διάταγμα επικοινωνίας. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν το εν λόγω διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ, αλλά και ότι δεν προέβη σε αρπαγή του ανήλικου, αλλά πως το γλύτωσε από τα βασανιστήρια που του έκαμνε η μητέρα του.
- Υπεισερχόμενος στην μαρτυρία της Μ.Α. 2, οφείλω να επισημάνω ότι σε γενικές γραμμές μου άφησε θετική εντύπωση. Και τούτο, διότι επιχείρησε με επάρκεια να παραθέσει την επιστημονική της άποψη στα πλαίσια βέβαια των όρων εντολής της. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι η μαρτυρία της θα υποβοηθήσει το δικαστικό έργο ώστε να αποκτήσει μία ολοκληρωμένη εικόνα αναφορικά με την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του ανήλικου τέκνου, αλλά και προς τον σκοπό της διάγνωσης του γνήσιου και καλώς νοούμενου συμφέροντος του παιδιού.
- Η εν λόγω μάρτυρας ανέλυσε εκτενώς κατά την διάρκεια της εξέτασης της, τα όσα διαπίστωσε μέσα από την έρευνα της και τις συναντήσεις που είχε με τον ανήλικο, ενώ ανέλυσε με ιδιαίτερη λεπτομέρεια τα όσα κατέγραψε στο σημείωμα της (βλ. Τεκμήριο Α’ Κ.12) καθώς και τα σχέδια που ετοίμασε ο ίδιος ο ανήλικος. Μέσα από την μελέτη του εν λόγω σημειώματος, διαφαίνεται ότι η Μ.Α.2 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ανήλικος φάνηκε να παρουσιάζει τραυλισμό και έκρηξη θυμού, η οποία εκφράζεται με λεκτική επιθετικότητα προς το πρόσωπο της μητέρας του. Η μάρτυρας ουσιαστικά έκρινε ότι σε συνδυασμό με την κακοποιητική συμπεριφορά που ο ίδιος ο ανήλικος περιέγραψε πως έλαβε από την Καθ’ ης η Αίτηση και σύμφωνα με συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια, κατέληξε στο ότι ο Ν.Π. παρουσιάζει χαρακτηριστικά μετατραυματικού στρες με διαταραχή άγχους και κρίνει απαραίτητη την περαιτέρω διερεύνηση και παρέμβαση από ειδικό σχολικό εκπαιδευτικό ψυχολόγο ή κλινικό ψυχολόγο με ειδίκευση σε παιδιά και εφήβους.
- Μέσα από την κυρίως εξέταση αλλά και την αντεξέταση της μάρτυρος, αυτή ανέφερε ότι είχε συνεργασία μόνο με την πλευρά του πατέρα, αφού έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να απευθυνθεί στην μητέρα του ανήλικου για να λάβει οποιαδήποτε στοιχεία ή να την συναντήσει, λόγω του ότι έλαβε γνώση από τον Αιτητή ενός προσωρινού διατάγματος με το οποίο του είχε ανατεθεί η φύλαξη, φροντίδα και μέριμνα του ανήλικου. Οφείλω να επισημάνω, ότι η εν λόγω θέση της Μ.Α.2 δεν με αφήνει ικανοποιημένο και ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως πραγματογνώμονας και επαγγελματίας, θεωρώ ότι όφειλε τουλάχιστον να έρθει σε επαφή και με την μητέρα του ανήλικου, ούτως ώστε να έχει μία ολοκληρωμένη θεώρηση τόσο των συνθηκών και του πλήρους ιστορικού του παιδιού, όσο και της σχέσης του και με τους δύο γονείς του. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω παράλειψη της, δεν αναιρεί την επάρκεια και αντικειμενικότητα των διαπιστώσεων της, ιδίως από την στιγμή που τα όσα έχει παρατηρήσει και καταγράψει ήταν ουσιαστικά αποκλειστικό απότοκο της προσωπικής της επαφής με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και βεβαίως των κλινικών παρατηρήσεων της.
- Η μάρτυρας επιβεβαίωσε τόσο μέσα από την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, ότι ο ανήλικος είχε υποστεί μία μορφή κακοποίησης από την μητέρα του, σύμφωνα με όσα της είχε αναφέρει ο ίδιος ο ανήλικος, αιτιολογώντας αυτήν της την διαπίστωση και περιγράφοντας τα όσα της μετέφερε το παιδί τόσο δια ζώσης όσο και μέσα από τα σχέδια του. Σε σχετικές επίμονες ερωτήσεις και υποβολές κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, αν κατά τις συναντήσεις που έγιναν παρατήρησε ότι το παιδί ήταν αγχωμένο ή στεναχωρημένο ή φοβισμένο ή ότι βρισκόταν σε κίνδυνο, η μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα και πειστικότητα πως δεν έχει διαπιστώσει κάτι τέτοιο, αντιθέτως έδειχνε χαρούμενος και ομιλητικός δίνοντας μία πολύ ζεστή εικόνα αγάπης για τον Αιτητή, σε αντιπαραβολή με την μητέρα του, την οποία περιέγραψε με αρκετά αρνητικά σχόλια και συναισθήματα. Τόνισε ότι ο ίδιος ο ανήλικος της είχε αναφέρει ότι δεν ήθελε να συναντήσει την μητέρα του, ακόμη και αν τον καλούσαν να πάει με τον πατέρα του στο Γραφείο Ευημερίας.
- Παρά τις υποβολές που της έγιναν ότι όλες οι πληροφορίες που έλαβε, λήφθηκαν μόνο από την πλευρά του Αιτητή, η Μ.Α.2 απάντησε ότι όλα τα στοιχεία που κατέγραψε στο σημείωμα της, είναι αποτέλεσμα της δουλειάς που έγινε με τον ανήλικο και μόνο και όχι με τον πατέρα του, αλλά και ότι όλες οι πληροφορίες που αναγράφονται σε αυτήν πηγάζουν από τα λεγόμενα του παιδιού και των σχεδίων που ο ίδιος ετοίμασε.
- Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ σε μεγάλο βαθμό τις διαπιστώσεις, τα ευρήματα και τις τελικές εισηγήσεις της Μ.Α.2, αφού θεωρώ ότι αυτές συνιστούν αποτέλεσμα της αντικειμενικής, αμερόληπτης και αιτιολογημένης παρουσίασης των δεδομένων του ανήλικου και τα οποία εδράζονται στα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που εξήγησε, αλλά και τις κλινικές της παρατηρήσεις στα πλαίσια της εργασίας, εμπειρίας και επιστημονικής της κατάρτισης. Οι απαντήσεις που έδινε κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης της, ήταν πειστικές και οι απόψεις της τεκμηριωμένες. Ως εκ τούτου, είναι η θέση μου ότι η μαρτυρία της μπορεί να δώσει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να αξιολογήσει θετικά την ακρίβεια των ευρημάτων της και να το υποβοηθήσει στην διαμόρφωση της δικής του ανεξάρτητης γνώμης επί των επίδικων ζητημάτων, όπως έχουν τελικώς διαμορφωθεί.
- Υπεισερχόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Καθ’ ης η Αίτηση, οφείλω να επισημάνω ότι δεν μου άφησε καθόλου θετική εντύπωση. Ήταν μία μαρτυρία κατά πάντων, με πλήρη αμφισβήτηση των θέσεων όλων των εμπλεκομένων μερών, απορρίπτοντας κατηγορηματικά όλα τα στοιχεία που παρατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Προώθησε πριν αρκετά έτη καταγγελίες και παράπονα εναντίον της αστυνομίας και του Γραφείου Ευημερίας, ενώ απευθύνθηκε και στην Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, χωρίς εν τέλει να αποκαλύψει τα αποτελέσματα των ερευνών τους. Προέβη σε μία αγωνιώδη προσπάθεια να καταδείξει ότι αυτή και το παιδί της είναι τα θύματα στην υπό εξέταση υπόθεση και ότι όλοι οι αρμόδιοι φορείς είτε την αγνοούσαν είτε της εναντιώνονταν ή τουλάχιστον επεδείκνυαν βαριάς μορφής επαγγελματική αμέλεια. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία της δεν συμβάδιζε ούτε και με τις απόψεις του ίδιου του παιδιού της. Η σημαντικότερη διαπίστωση του Δικαστηρίου, είναι ότι δεν συνεργαζόταν καθόλου με τις αρμόδιες αρχές για τους δικούς της λόγους ή όταν απευθυνόταν μόνη της σε αυτές κατά το δοκούν, ήταν για σκοπούς αναφοράς των ισχυρισμών της. Παρουσίασε διάφορα ανεδαφικά σενάρια συνωμοσίας εναντίον της, όπου ακόμα και ο ιατρός που εξέτασε το παιδί της ενεργούσε καθ’ υπόδειξη των αστυνομικών.
- Η μαρτυρία της Καθ’ ης η Αίτηση χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα, ασυνέπεια και έλλειψη λογικής σε αρκετά σημεία. Σε γενικές γραμμές, δεν έπεισε με τους ισχυρισμούς της και δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται κάποιες πραγματικότητες ή αποκάλυπτε την απουσία ενσυναίσθησης και αντίληψης των συνεπειών των πράξεων, αλλά και των παραλείψεων της. Έφτασε στο σημείο σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασης της, να προβάλει μέχρι και τον όψιμο ισχυρισμό ότι ο ανήλικος Ν.Π. δεν είναι τελικά υιός του Αιτητή, αφού η εξωσωματική θεραπεία στην οποία υπεβλήθηκε απέτυχε, χωρίς να αναφέρει αν προσβλήθηκε μέχρι σήμερα η πατρότητα του παιδιού. Επιπρόσθετα, υποστήριξε την θέση ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου από την γέννηση του, επειδή στην συνέχεια απέκτησε την υπηκοότητα της Λευκορωσίας, κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Η στάση και συμπεριφορά της σε ορισμένα σημεία της μαρτυρίας της, ξεπερνά κάθε λογική και ούτε συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Διατήρησε μία άκρως επιθετική στάση κατά πάντων, προβάλλοντας διάφορους αβάσιμους και ανεδαφικούς ισχυρισμούς. Επιπρόσθετα, οφείλω να επισημάνω ότι ένα μεγάλο μέρος των θέσεων και ισχυρισμών της Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει δικογραφηθεί και συνεπώς αυτοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ή να αξιολογηθούν δεόντως από το Δικαστήριο, σύμφωνα με την σχετική νομολογία.
- Η κύρια θέση της Καθ’ ης η Αίτηση όπως αυτή προβλήθηκε μέσα από την μαρτυρία της, ήταν ότι συνεχώς η ίδια και το παιδί τους δέχονταν σωματική βία από τον Αιτητή περιγράφοντας διάφορα περιστατικά, στα πλαίσια των οποίων καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο τρείς ποινικές υποθέσεις. Ειδικότερα, περιέγραψε με λεπτομέρεια μία σειρά από περιστατικά βίας προς την ίδια και τον ανήλικο, τα οποία ομολογουμένως είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικά. Προσεγγίζοντας την εν λόγω μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή, κρίνω ότι δεν είμαι σε θέση να υιοθετήσω ή να επιβεβαιώσω τα όσα ισχυρίστηκε η Καθ’ ης η Αίτηση, από την στιγμή που αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί μέσα από ανεξάρτητη πειστική ή ενισχυτική μαρτυρία ή μέσα από την ανεξάρτητη έκθεση της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας.
- Ούτε έχω διαπιστώσει να υπάρχει οποιαδήποτε καταδίκη του Αιτητή στις ποινικές υποθέσεις που αντιμετωπίζει για πρόκληση σωματικής ή ψυχικής βίας στην Καθ΄ ης η Αίτηση ή προς το παιδί τους. Μάλιστα, μετά από την μελέτη των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια από την ίδια την Καθ’ ης η Αίτηση, όπως τις επιστολές της αστυνομικής διεύθυνσης Λεμεσού, διαπιστώνω ότι σε μία από τις υποθέσεις που καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο μετά από την καταγγελία της Καθ’ ης η Αίτηση, αναστάλθηκε η ποινική δίωξη του Αιτητή, ενώ οι περισσότερες καταγγελίες της, αποτελούσαν απλή αναφορά στην οποία προέβη για μελλοντική χρήση. Αντεξέταζόμενη η Καθ’ ης η Αίτηση για το ζήτημα αυτό, απάντησε ότι υπάρχει η μαρτυρία του υιού του Αιτητή Γ.Π., ότι η μισή Λεμεσός γνωρίζει τον Αιτητή πολύ καλά, αλλά και ότι υπάρχουν καταχωρημένα έγγραφα στο νοσοκομείο και εξετάσεις σε σχέση με την βία. Εν τούτοις, διαπιστώνω ότι αυτά ουδέποτε παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ούτε επιβεβαιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η πρόκληση βίας από τον Αιτητή. Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, όταν ρωτήθηκε αν ο Αιτητής κρίθηκε ένοχος σε κάποια από τις ποινικές υποθέσεις που αντιμετωπίζει, η Καθ’ ης απάντησε ότι η καταδίκη του είναι ξεκάθαρη για το Δικαστήριο, αλλά και ότι υπάρχει μαρτυρία και ολοκληρωμένο υλικό. Οι εξηγήσεις που έδωσε, δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο. Να τονίσω εν προκειμένω, ότι δεν έχει αναδειχθεί ή επιβεβαιωθεί οποιοδήποτε περιστατικό βίας του Αιτητή μέσα από την συνέντευξη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων.
- Συνακόλουθα, θεωρώ ότι προκαλούνται εύλογα ερωτηματικά για την μαρτυρία που παρατέθηκε από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση, από την στιγμή που δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αδιάψευστα στοιχεία όπως επίσημες ιατρικές εκθέσεις τραυμάτων ή ψυχολογικές αξιολογήσεις οι οποίες να τεκμηριώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την πρόκληση σωματικής ή ψυχολογικής βίας προς την Καθ’ ης η Αίτηση και κυρίως προς το ανήλικο τέκνο Ν.Π. Η παραμονή της Καθ’ ης η Αίτηση στο ΣΠΑΒΟ κατά το παρελθόν και το έγγραφο που παρατέθηκε ως Τεκμήριο, δεν τεκμηριώνει και ούτε επιβεβαιώνει τα λεγόμενα της, ενώ δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία ή έστω μάρτυρας από το ΣΠΑΒΟ, ώστε να επιβεβαιωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η εγκυρότητα και αξιοπιστία των ισχυρισμών της. Συνεπώς, καταλήγω εν προκειμένω ότι οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο.
- Να επισημάνω, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση έστρεφε συνεχώς τα βέλη της εναντίον της αστυνομίας και του Γραφείου Ευημερίας, υποστηρίζοντας ότι όταν μεταφέρθηκε το παιδί της από τον Αιτητή από την Λεμεσό στην Πάφο, καθημερινά ρωτούσε που βρίσκεται και δεν της έλεγαν ούτε την ενημέρωναν. Θεωρώ ότι μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει επιβεβαιωθεί ο εν λόγω ισχυρισμός, ενώ αυτή παρέλειψε να παρουσιάσει το φερόμενο πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, το οποίο επικαλέστηκε μέσα από την γραπτή της μαρτυρία σε σχέση με την καταγγελία στην οποία είχε προβεί.
- Μεταξύ άλλων, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστήριξε ότι το ανήλικο τέκνο της διατρέχει καθημερινά κίνδυνο στο περιβάλλον που ζει με τον πατέρα του κυρίως λόγω της ψυχικής διαταραχής του, ενώ πως αν δεν της δοθεί η φύλαξη και φροντίδα του Ν.Π. τότε αυτός θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο ανήλικός είναι απόλυτα συνδεδεμένος μαζί της και πως είναι το μόνο σταθερό πρόσωπο στην ζωή του. Οι εν λόγω τοποθετήσεις της Καθ’ ης η Αίτηση, καταδεικνύουν ότι δεν συνάδουν με την κοινή λογική και παραβλέπουν την πραγματικότητα που έχει παγιωθεί τα τελευταία έξι έτη που το παιδί ζει με τον πατέρα του, την ίδια στιγμή που ο ανήλικος έχει να συναντήσει την μητέρα του εδώ και αρκετά χρόνια. Η πιο πάνω θέση της, δεν συμβαδίζει ούτε με την συνέντευξη του ανήλικου τέκνου της, που δήλωσε ότι δεν θέλει να την ξαναδεί και ούτε συνάδει με τα ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Αντιθέτως, μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αποκαλύφθηκε ότι το μόνο σταθερό πρόσωπο στην ζωή του παιδιού είναι ο πατέρας του, ο οποίος του προσφέρει σταθερότητα, στήριξη και αγάπη, όπως ο ίδιος ο Ν.Π. τόνισε κατ’ επανάληψη μέσα από την συνέντευξη του με το Δικαστήριο.
- Κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, η Καθ’ ης η Αίτηση ρωτήθηκε κατ’ επανάληψη για τους λόγους που δεν επέστρεψε στην Κύπρο με το παιδί από την Λευκορωσία, αφού εξέδωσε και εισιτήρια επιστροφής τους και δεν είχε πρόθεση απαγωγής του Ν.Π. Οι απαντήσεις της Καθ’ ης η Αίτηση δεν είχαν λογική και χρονική συνοχή, ενώ δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, αφού ενώ διεμήνυσε αρχικά ότι πήγε στο αεροδρόμιο για να ταξιδέψει στην Κύπρο και τους σταμάτησαν εκεί οι λευκορωσικές αρχές λόγω του ότι εκδόθηκε το ένταλμα της Ιντερπόλ, στην συνέχεια όταν ρωτήθηκε εκ νέου για το ζήτημα, παραδέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς ότι τελικά δεν είχε μεταβεί εκείνη την ημέρα στο αεροδρόμιο, αφού ο ανήλικος δεν είχε ακόμα διαβατήριο και δεν μπορούσε να πετάξει με το αεροπλάνο.
- Επέμενε συνεχώς ότι οι λευκορωσικές αρχές δεν τους επέτρεπαν να φύγουν από την χώρα μέχρι να ξεκαθαρίσει η ποινική υπόθεση στην Κύπρο, διερωτούμενη πως γίνεται να γίνει αρπαγή του υιού της ως λευκορώσου υπηκόου ο οποίος βρισκόταν στην Λευκορωσία. Σε κάθε περίπτωση μέσα από το αντίγραφο του λευκορωσικού διαβατηρίου του ανήλικου Ν.Π. (βλ. Τεκμήριο 23) καταγράφεται η ημερομηνία έκδοσης του, ήτοι στις 13/05/2016. Δηλαδή, καταδεικνύεται ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της ότι μετέβη με το παιδί της στην Λευκορωσία ο οποίος είχε ήδη την λευκορωσική υπηκοότητα, αφού το διαβατήριο του εκδόθηκε μετά την μετάβαση του στην εν λόγω χώρα. Ούτε επιβεβαιώνεται η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι ο ανήλικος Ν.Π. δεν ήταν μόνιμος κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας από την γέννηση του, επειδή είχε και την λευκορωσική υπηκοότητα της μητέρας του. Ο εν λόγω ισχυρισμός ξεπερνά κάθε λογική, αλλά και τις αρχές της συνήθους διαμονής ενός προσώπου, αφού ο ανήλικος γεννήθηκε, μεγάλωνε και διαβίωνε στην Κύπρο. Αντιβαίνει ακόμα και στις δικές της θέσεις όπως παρατέθηκαν μέσα από την μαρτυρία της, όπου ανέφερε ότι γέννησε τον Ν.Π. στην Κύπρο όπου και η ίδια ζούσε και εργαζόταν με πολλές θυσίες και είχε αναλάβει σε μεγάλο βαθμό την φροντίδα του. Θεωρώ ότι αποτελεί μία απεγνωσμένη προσπάθεια της Καθ’ ης η Αίτηση να δικαιολογήσει τις πράξεις της με την μεταφορά του ανήλικου στην χώρα καταγωγής της για δύο ολόκληρα χρόνια και ενώ επιβεβαιώθηκε από τις αρμόδιες αρχές ότι την αναζητούσαν.
- Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση αντεξέταστηκε επίμονα γιατί δεν έχει καταδείξει μέχρι σήμερα στις αρμόδιες αρχές τον χώρο και τις συνθήκες διαμονής της, ώστε να μπορεί να είναι σε θέση να έχει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου της. Μέσα από τις απαντήσεις της, προβλημάτισε το Δικαστήριο με την στάση της, αφού αποκαλύφθηκε ότι διατηρεί συγκεκριμένες εμμονές με το ζήτημα αυτό, λανθασμένο τρόπο αντίληψης καθώς και έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι απαντήσεις της σε σχέση με το θέμα αυτό δεν έπεισαν το Δικαστήριο, ενώ θεωρώ ότι από την στιγμή που και η ίδια διεκδικεί με τόσο πάθος την επιμέλεια του παιδιού της, θα αναμενόταν από την ίδια να ανοίξει διάπλατα την πόρτα της οικίας της στο Γραφείο Ευημερίας, ώστε να καταδείξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι διαμένει σε ένα κατάλληλο χώρο και πως είναι σε θέση να αναθρέψει το παιδί της επιτυχώς. Εν τούτοις, η Καθ’ ης η Αίτηση επέμενε μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε, ότι κανείς δεν της ζήτησε να επισκεφθεί τον χώρο διαμονής της, ενώ επικαλέστηκε την νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων.
- Υποστήριξε μεταξύ άλλων, ότι για να τους επιτρέψει να επισκεφθούν το σπίτι της, θα έπρεπε πρώτα να την ενημερώσουν για το ποια διεύθυνση έχουν καταχωρημένη, διότι αυτή είχε εξαφανιστεί από τον φάκελο ή ότι δεν είχε λάβει ακόμα απάντηση στις επιστολές που είχε αποστείλει προς το Γραφείο Ευημερίας. Διερωτήθηκε αν αμφισβητούσαν την ικανότητα της να μεγαλώσει τα παιδιά της που η ίδια τα είχε μεγαλώσει, αλλά ουσιαστικά δεν επέτρεπε σε κανέναν να το επιβεβαιώσει, κάτι που δεν συνάδει με την λογική των πραγμάτων. Εν τέλει, εξέφρασε την θέση ότι αρνείται να αναφέρει την διεύθυνση της στο Δικαστήριο και στο Γραφείο Ευημερίας ώστε να ελεγχθούν οι συνθήκες διαμονής της, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα πρέπει να γίνει μέσω ανεξάρτητης διερεύνησης από τις αρμόδιες αρχές, επικαλούμενη την «δολοφονία» του πατέρα του μικρότερου παιδιού της, των ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν, αλλά και λόγω των φακέλων που «κλείνουν» για κάποιους λόγους.
- Ενδεικτική της στάσης και ασυνέπειας της, ήταν και η απάντηση της όταν ρωτήθηκε αν στις 20/09/2023 που συναντήθηκε με την λειτουργό, ζήτησε να έχει επικοινωνία με το παιδί της. Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε ότι πάντοτε ζητούσε επικοινωνία με τον ανήλικο Ν.Π. όμως είχε ζητήσει να ηχογραφηθεί η συνάντηση στην παρουσία οποιουδήποτε τρίτου ανεξάρτητου προσώπου και η λειτουργός αρνήθηκε. Ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι αρκετές φορές προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ανήλικο ή να συναντηθεί με αυτόν και ο Αιτητής προέβαλλε εμπόδια σε αυτή την επικοινωνία με την δικαιολογία ότι το παιδί δεν επιθυμεί να την δει ή ότι θα πρέπει πρώτα να αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις εναντίον του.
- Αντεξεταζόμενη και μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρθηκε και στην τελευταία συνάντηση που είχε με τον ανήλικο στο Γραφείο Ευημερίας και στα σημάδια κακοποίησης που η ίδια παρατήρησε στον ανήλικο. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το ίδιο το παιδί της, αποκάλυψε ότι δέχθηκε βία από τον πατέρα του, ότι έβγαλε φωτογραφίες και ότι επιβεβαίωσε τα κτυπήματα και η λειτουργός που βρισκόταν στον εν λόγω χώρο. Εν τούτοις, η Καθ’ ης η Αίτηση ουδέποτε παρουσίασε τις εν λόγω φωτογραφίες ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να αξιολογηθούν και οι φερόμενοι ισχυρισμοί της ουδέποτε επιβεβαιώθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ή άλλη ενισχυτική μαρτυρία. Έφτασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι ο ιατρός που εξέτασε τον ανήλικο, της παραδέχθηκε ότι κατέγραψε μόνο ότι του είπαν οι αστυνομικοί μετά από εντολές του αξιωματικού κ. Σ. από την Λεμεσό, ενώ δεν έχει τεκμηριωθεί κάτι τέτοιο μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Όταν η Καθ’ ης η Αίτηση ρωτήθηκε να εξηγήσει το γεγονός γιατί μέχρι σήμερα το παιδί της δεν ανέφερε πουθενά για οποιοδήποτε περιστατικό βίας από τον πατέρα του, ενώ για την ίδια το είχε αναφέρει, αυτή επέμενε ότι ο Ν.Π. υπέστη πλύση εγκεφάλου από τον Αιτητή για να προστατεύσει τον εαυτό του, αλλά και ότι τελεί υπό το καθεστώς φόβου, ενώ ούτε η αστυνομία ή το Γραφείο Ευημερίας έλαβαν υπόψη το περιστατικό βίας εναντίον του. Δεν μπορώ να αποδεχθώ την εν λόγω θέση της Καθ’ ης η Αίτηση, αφού αυτή δεν συνάδει και ούτε επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία που έχω ενώπιον μου. Ούτε βέβαια έχω διακρίνει ότι ο ανήλικος Ν.Π. ενεργεί καθ’ υπόδειξη του πατέρα του ή ότι είναι υποχείριο του.
- Εν όψει των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω κατά προτεραιότητα το ζήτημα της ανάθεσης της φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, αλλά και τον καθορισμό του τόπου διαμονής του. Είναι η θέση μου, ότι η εισήγηση της αρμόδιας κοινωνικής λειτουργού κας Μ.Α. για το εν λόγω ζήτημα, όπως αυτή έχει διατυπωθεί μέσα από εμπεριστατωμένη έκθεση της, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, αφού τα δεδομένα της υπό εξέταση υπόθεσης δικαιολογούν εν προκειμένω, ότι με αυτό τον τρόπο θα διασφαλιστεί το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου Ν.Π. Θεωρώ ότι η διαμορφωθείσα κατάσταση πραγμάτων δικαιολογεί πλήρως την συνέχιση της φύλαξης και φροντίδας του παιδιού από τον πατέρα του, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω.
- Ένα από τα βασικότερα κριτήρια που θα αξιολογήσει το Δικαστήριο σε υποθέσεις ρύθμισης των πτυχών της γονικής μέριμνας, αποτελεί η υφιστάμενη κατάσταση ενός παιδιού, δηλαδή το status quo. Έχει νομολογηθεί ευρέως, πως τα Δικαστήρια είναι απρόθυμα να διαταράξουν την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων αν αυτή είναι ικανοποιητική. Στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Re A (A Minor) [1991] F.L.R. 399, υποδείχθηκε ότι η διαμονή του παιδιού με συγκεκριμένο γονέα επί σειρά ετών, προσδίδει προτεραιότητα στον γονέα αυτό, εκτός εάν κρίνεται από το Δικαστήριο ακατάλληλος.
- Στην απόφαση Stylianou v. Stylianou (1988) 1 CLR 520, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։
«If the child is happy and well settled and he gets on well, there must be shown a good and strong reason militating in further welfare of the child for a Judge to disturb the life of the child by re-ordering change of the custody. The status quo should not be disturbed, unless good reason is shown».
Στην ίδια απόφαση γίνεται εκτενής παραπομπή στην καθοδηγητική νομολογία επί του θέματος, από όπου παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα։
«In Rostron v. Rostron (1982)3 FLR 270, Oliver, L.J., said:-
«...the conclusion which I reach.. is that the status quo should not be disturbed with the upheaval, the unsettlement, the emotional disquiet which that will bring, if. taking a risk, and a risk which I am not persuaded.. that it is essential in the children's interests should be run».
In Diccoco v. Milne (1983) 4 FLR 247, Ormerod, L.J., said:-
«.it is generally accepted by those who are professionally concerned with children that, particularly in the early years, continuity of care is a most important part of the child' s sense of security and that disruption of established bonds is to be avoided whenever it is possible to do so.»
In Pountney v. Morris (1984) FLR 381, Dunn, L.J., said:-
«This is a case in which the children have now been with their father for over two years. They are absolutely happy and well settled with him, and they get on well with their step-mother. It seems to me that there is a risk that if they were moved to their mother, leaving aside the material difference that there would be in their lives, there might be difficulties with the step-father».
- Στην υπό εξέταση υπόθεση, έχει διαφανεί μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας των διαδίκων και κυρίως την ανεξάρτητη έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής λειτουργού, αλλά και μέσα από την συνέντευξη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ότι ο Ν.Π. εξακολουθεί να διαμένει τα τελευταία έξι έτη μαζί με τον πατέρα του, ήτοι μετά τον οριστικό χωρισμό των γονέων του, στην οικία του και φροντίζεται από αυτόν σε ικανοποιητικό βαθμό. Δεν έχει διαφανεί ότι ο ανήλικος αποστερείται τα χρειώδη, αλλά αντιθέτως διαπιστώθηκε πως ο Αιτητής προσπαθεί να ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην κάλυψη των αναγκών του παιδιού και μεριμνά για την φροντίδα, ασφάλεια και ευημερία του. Διαμένει σε μία κατάλληλη και εξοπλισμένη οικία, όπου διαθέτει το δικό του ξεχωριστό υπνοδωμάτιο και προσωπικό χώρο, όπως διαπιστώθηκε μέσα από την συνεργασία με την αρμόδια λειτουργό και κυρίως διαβιώνει σε έναν χώρο της αρεσκείας του, ευτυχισμένο σε ένα οικείο, ασφαλές και κατάλληλο περιβάλλον, όπως ο ίδιος ο ανήλικος εξέφρασε μέσα από την συνέντευξη του με το Δικαστήριο. Έχει τεκμηριωθεί ότι το παιδί προσαρμόστηκε ομαλά και ικανοποιητικά στο κοινωνικό του περιβάλλον και πως η συμβολή του πατέρα του σε αυτή την σταθερότητα, ήταν καταλυτική και ουσιαστική χωρίς να διαπιστωθούν οποιαδήποτε προβλήματα.
- Επιπρόσθετα, όπως έχει προκύψει από την ολότητα της μαρτυρίας που παρατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει αναμφίβολα ένας στενός συναισθηματικός δεσμός με τον πατέρα του, αφού του παρέχει ασφάλεια, αγάπη, σταθερότητα και θαλπωρή. Η εν λόγω διαπίστωση επιβεβαιώθηκε και μέσα από τα όσα ανέφερε με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό ο ίδιος ο ανήλικος μέσα από την συνέντευξη του, όπου τόνισε πως περνά όμορφα όταν βρίσκεται με τον πατέρα του. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η στενή σχέση που διατηρεί ο ανήλικος και με τον ετεροθαλή αδελφό του Γ.Π. με τον οποίο διαμένουν μαζί στην οικογενειακή εστία.
- Στον αντίποδα, διαφάνηκε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση παρά τους ισχυρισμούς της ότι είναι σε θέση να προσφέρει ένα ήρεμο, ασφαλές και γεμάτο αγάπη περιβάλλον για το ανήλικο τέκνο της αλλά και πως αυτό είναι απόλυτα συνδεδεμένο μαζί της, παρέλειψε να τεκμηριώσει ότι μπορεί και είναι ικανή να ανταποκριθεί σε όσα υποστήριξε. Αντιθέτως, η άρνηση συνεργασίας της με το Γραφείο Ευημερίας και κατ’ επέκταση η μη διαπίστωση των συνθηκών της, αφού η Καθ’ ης η Αίτηση δεν επέτρεψε ούτε καν την επίσκεψη στον χώρο διαμονής της ο οποίος παραμένει άγνωστος, στερεί από το Δικαστήριο με δική της υπαιτιότητα, την δυνατότητα να αξιολογήσει τα όσα αυτή ισχυρίζεται και κυρίως την εξακρίβωση των συνθηκών διαβίωσης της στην απουσία μίας τέτοιας αναγκαίας μαρτυρίας. Η τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου για διαμονή ενός ανήλικου τέκνου σε ένα εντελώς άγνωστο περιβάλλον, θα ήταν τουλάχιστον ακροσφαλής, αναιτιολόγητη και δεν θα ανταποκρινόταν στην λογική των πραγμάτων αλλά και στα δεδομένα που έχουν παγιωθεί εν προκειμένω. Ούτε βέβαια έχει διαφανεί, ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων είναι έτοιμο να διαμένει ή να διανυκτερεύει στον τόπο διαμονής της Καθ’ ης η Αίτηση, ιδίως από την στιγμή που για τους λόγους που έχει εξηγήσει, δεν επιθυμεί να την συναντήσει πόσω μάλλον να διαμένει μαζί της, όπως εξάλλου δήλωσε στην συνέντευξη του, δικαιολογώντας την στάση του αυτή με αναφορά στις τραυματικές εμπειρίες που βίωσε όταν ήταν μαζί της.
- Στην βάση των πιο πάνω, είναι η θέση μου, ότι το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιτάσσει την αποφυγή οποιωνδήποτε μεταβολών στην ζωή του και της αλλαγής της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. Επιβάλλεται δηλαδή, η απρόσκοπτη και αδιάλειπτη συνέχιση της σταθερότητας των συνθηκών ανάπτυξης του ανήλικου Ν.Π., χωρίς ξαφνικές ή ανεπιθύμητες εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης του, οι οποίες με βεβαιότητα θα προκαλέσουν δυσμενείς, τραυματικές και απρόβλεπτες συνέπειες στην ψυχοσωματική του ανάπτυξη, πέραν της ταλαιπωρίας, της ανασφάλειας, της αβεβαιότητας, της απόγνωσης και του άγχους που ενδέχεται να επέλθουν σε αυτόν, δεδομένων και των απόψεων και ανησυχιών που ο ίδιος εξέφρασε προς το Δικαστήριο. Συνεπώς, δεν προσφέρεται εν προκειμένω η διατάραξη της ρουτίνας και της καθημερινότητας του, ούτε βέβαια η ξαφνική αλλαγή του κοινωνικού ή σχολικού του περιβάλλοντος, αφού τούτο κατά την άποψη μου δεν θα ήταν επιθυμητό, εύλογο και ούτε θα εξυπηρετούσε κατ’ ουδένα λόγο το γνήσιο και καλώς νοούμενο συμφέρον του.
- Αναφορικά με το ζήτημα της αποκλειστικής ανάθεσης ορισμένων πτυχών άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου Ν.Π. στον Αιτητή όπως αυτές που αφορούν την υγεία του, τα θέματα εκπαίδευσης και τα προσωπικά και/ή ταξιδιωτικά του έγγραφα, κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι και εδώ θα πρέπει να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο η εισήγηση της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας.
- Κανείς δεν αντιλέγει ότι το συμφέρον ενός παιδιού εξυπηρετείται πρωτίστως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων του σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις που το αφορούν, με έμφαση στα ζητήματα υγείας και διαπαιδαγώγησης του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι πλήρως κατάλληλη ή ικανή να διεκπεραιώσει με επιτυχία, σύνεση και επιμέλεια τα γονικά της καθήκοντα, στην βάση όσων διαπίστωσε και ανέφερε η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας κα Μ.Α. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση χωρίς κανένα ουσιαστικό ή βάσιμο λόγο εξακολουθεί εδώ και αρκετά έτη να μην συνεργάζεται καθόλου με τις αρμόδιες αρχές, το Γραφείο Ευημερίας και με τον πατέρα του ανήλικου Ν.Π. Η εν λόγω στάση της δημιουργεί ιδιαίτερο προβληματισμό και ανησυχία, αφού δεν έχει καταδειχθεί ότι πράγματι η ίδια είναι σε θέση να ανταποκριθεί με επιτυχία στα απαιτητικά γονικά της καθήκοντα, τα οποία επιβάλλουν μεταξύ άλλων συνεργασία, κατανόηση και ωριμότητα.
- Επιπρόσθετα, τα ανησυχητικά περιστατικά κακοποίησης του ανήλικου Ν.Π. από την ίδια την μητέρα του, όπως αυτά έχουν αναφερθεί από τον ίδιο και τα οποία έχουν διαπιστωθεί και επιβεβαιωθεί με τον πιο επίσημο τρόπο μέσα από τις κλινικές παρατηρήσεις της ψυχολόγου κας Μ.Ν. (Μ.Α.2), καταδεικνύουν ότι στην υπό εξέταση υπόθεση προκύπτουν ειδικές και εξαιρετικές περιστάσεις ικανές να αποκλείσουν την ισότιμη συμμετοχή της Καθ’ ης η Αίτηση στην από κοινού λήψη αποφάσεων με τον Αιτητή στα ζητήματα που άπτονται της γονικής μέριμνας του παιδιού τους. Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα, στην βάση της διαπίστωσης ότι η Καθ’ ης η Αίτηση στο παρελθόν, διαφάνηκε ότι με τις πράξεις ή παραλείψεις της, άσκησε κακώς την γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της, παραβαίνοντας ουσιωδώς τα γονικά της καθήκοντα και αδυνατώντας να ανταποκριθεί επαρκώς σε αυτά. Η μονομερής μεταφορά του ανήλικου στην χώρα καταγωγής της για δύο ολόκληρα έτη, χωρίς να μπορέσει να δικαιολογήσει βασίμως την εν λόγω πράξη, τα περιστατικά κακοποίησης του παιδιού της όπως αυτά έχουν καταγραφεί, η απουσία συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές, αλλά και η επιμονή της σε διάφορα ζητήματα, όπως η πρόκληση βίας από τον πατέρα του, η οποία δεν έχει επιβεβαιωθεί μέσα από πειστική και αξιόπιστη μαρτυρία, καταδεικνύουν ότι ενδέχεται στο μέλλον η Καθ’ ης η Αίτηση να αποτελέσει κίνδυνο για το παιδί ή τουλάχιστον αποκαλύπτει την αδυναμία παροχής από αυτήν ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για το ίδιο, αφού οι αποφάσεις της θα του δημιουργήσουν ανεπανόρθωτη ψυχοσυναισθηματική βλάβη. Η εν λόγω θέση, υπερτονίζεται και από την σταθερή άποψη και ανησυχία του παιδιού της, το οποίο εξέφρασε έντονα αρνητικά συναισθήματα προς το πρόσωπο της, δικαιολογώντας αυτή του την στάση.
- Επιπρόσθετα, δεν έχω διαπιστώσει μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι πράγματι σε θέση να συμβάλει εμπράκτως στις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου Ν.Π. και πως όταν αυτό χρειαστεί και απαιτηθεί θα ανταποκριθεί ή θα συνεργαστεί θετικά και γόνιμα προς το γνήσιο συμφέρον του παιδιού. Αντιθέτως, έχει τεκμηριωθεί κυρίως μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ότι ο Αιτητής μπορεί και είναι σε θέση να ανταποκριθεί με επιτυχία στα γονικά του καθήκοντα, κάτι που ήδη πράττει εδώ και έξι χρόνια που ασκεί ουσιαστικά όλες τις πτυχές της γονικής μέριμνας του Ν.Π. και λαμβάνει τις αποφάσεις που το αφορούν από μόνος του, παρέχοντας του φροντίδα και ευημερία, ως το μόνο σταθερό πρόσωπο αναφοράς στην ζωή του. Συνεπώς, από την στιγμή που έχω διαπιστώσει ότι η γενικότερη συμπεριφορά και στάση του ενός γονέα επηρεάζει δυσμενώς τον ψυχισμό του παιδιού τους, αφού οι αποφάσεις που αυτός ελάμβανε δεν αποσκοπούσαν στο γνήσιο συμφέρον του ανήλικου, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την ανάθεση ορισμένων πτυχών της άσκησης της γονικής μέριμνας του παιδιού στον ένα από τους δύο γονείς, με στόχο την καλύτερη διασφάλιση του συμφέροντος και της ευημερίας του.
- Αναφορικά με το ζήτημα της επικοινωνίας των διαδίκων με τον ανήλικο Ν.Π., να επισημάνω αρχικά ότι μέσα από τις αιτούμενες θεραπείες τους αυτοί δεν αξιώνουν διαζευκτικά ή άλλως πώς μία τέτοια ρύθμιση. Εν τούτοις, έχω διαπιστώσει μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ότι η λειτουργός κα Μ.Α. θεωρεί ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων θα πρέπει να έχει επαφή και επικοινωνία και με τους δύο γονείς του, με στόχο την ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επαφή θα πρέπει να είναι εποικοδομητική και όχι τραυματική. Για αυτό και η λειτουργός εισηγείται όπως διεξαχθούν προσπάθειες αποκατάστασης της επικοινωνίας του ανήλικου Ν.Π. με την Καθ’ ης η Αίτηση μέσω της βοήθειας ειδικών και όπως ρυθμιστεί στο μέλλον ένα πρόγραμμα επικοινωνίας της με το παιδί, εφόσον συνεργαστούν όλοι οι εμπλεκόμενοι με ειδικούς ψυχικής υγείας και αφού διασφαλιστεί η ασφάλεια του ανήλικου.
- Φρονώ ότι θα υιοθετήσω πλήρως την εν λόγω εισήγηση της λειτουργού με πρώτιστο μέλημα την διασφάλιση του συμφέροντος του τέκνου. Από την στιγμή που το Δικαστήριο ρύθμισε την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και καθόρισε τον τόπο διαμονής του, θεωρώ ότι θα πρέπει ακολούθως απαραιτήτως να διασφαλιστεί και να ληφθεί υπόψη το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα που δεν έχει την φύλαξη του παιδιού του. Εν τούτοις, τα υπό κρίση δεδομένα στην παρούσα υπόθεση είναι ιδιάζουσας φύσης και πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Η εμπιστοσύνη του ανήλικου Ν.Π. προς την μητέρα του έχει κλονιστεί σε μεγάλο βαθμό, επικρατεί ανασφάλεια, ενώ η πάροδος αρκετών ετών χωρίς καν να συναντηθούν καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επανασύνδεση και επαφή τους.
- Δεδομένης της επίμονης άρνησης του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να συναντήσει την μητέρα του, θα πρέπει να τροχιοδρομηθούν οι απαραίτητες εκείνες διαδικασίες μέσω του Γραφείου Ευημερίας αλλά και ειδικών, ούτως ώστε να καταστεί εφικτή στο προσεχές μέλλον η διεξαγωγή επικοινωνίας μητέρας-παιδιού. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό, το συντομότερο δυνατό το ανήλικο τέκνο των διαδίκων να λάβει την απαραίτητη βοήθεια και καθοδήγηση από ειδικούς, ώστε να αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης με την μητέρα του και να μπορεί να διεξαχθεί ομαλά και επιτυχώς η επικοινωνία με αυτήν. Προς τούτο, υιοθετώ την εισήγηση της λειτουργού για παροχή συμβουλευτικής καθοδήγησης στον ανήλικο Ν.Π. από ειδικό αλλά και για την αξιολόγηση των γονέων σε σχέση με τον γονικό τους ρόλο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Κρίνω, ότι είναι από τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει αυτεπαγγέλτως την παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης στον ανήλικο, χωρίς την προηγούμενη λήψη συγκατάθεσης των γονέων τους, εφόσον έχει καταδειχθεί ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον του παιδιού τους, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 εδ. 3 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990.
- Επειδή, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι συνθήκες διαμονής της Καθ’ ης η Αίτηση, θεωρώ ότι η εν λόγω επικοινωνία θα πρέπει να λάβει χώρα αμέσως μετά την λήξη των συνεδριών του ανήλικου Ν.Π. με τον παιδοψυχολόγο στο χώρο του Γραφείου Ευημερίας υπό την επίβλεψη της λειτουργού ή σε ένα ουδέτερο δημόσιο χώρο στην παρουσία της λειτουργού. Θα πρέπει να υιοθετηθεί ένα δοκιμαστικό και σταδιακά μεταβαλλόμενο πρόγραμμα επικοινωνίας, το οποίο να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα του ανήλικου τέκνου. Σε περίπτωση που δεν παρατηρηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα στην διεξαγωγή της επικοινωνίας, η επικοινωνία εξελιχθεί ομαλά και το παιδί είναι δεκτικό στην συνέχιση της δείχνοντας ικανοποιημένο, τότε θα πρέπει να διευρυνθεί η εν λόγω επικοινωνία και να διεξάγεται ελεύθερα και απρόσκοπτα, χωρίς επίβλεψη σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες. Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρατηρηθεί οποιοδήποτε περιστατικό βαρύνουσας σημασίας ή οποιαδήποτε συμπεριφορά της Αιτήτριας η οποία δύναται να πλήξει την ασφάλεια και την ευημερία του παιδιού και που είναι τραυματική για αυτό, η εν λόγω επικοινωνία θα πρέπει να διακοπεί άμεσα, μέχρι την επαναξιολόγηση της κατάστασης του ανήλικου.
- Όσον αφορά το αίτημα του Αιτητή για έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από την Κύπρο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του και όπως τοποθετηθεί το όνομα του στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από την Κύπρο απαγορεύεται, εκτός με την γραπτή συγκατάθεση του, φρονώ ότι η εν λόγω αιτούμενη θεραπεία θα πρέπει υπό τις περιστάσεις και του ιστορικού της παρούσης υπόθεσης να επιτύχει.
- Λαμβάνω υπόψη μου το αναντίλεκτο γεγονός ότι η Καθ’ ης η Αίτηση κατάγεται από την Λευκορωσία και δεν έχει καταδείξει οποιουσδήποτε στενούς ή μακροχρόνιους προσωπικούς η επαγγελματικούς δεσμούς με την Κύπρο ή ότι κατέχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Ούτε έχει προκύψει μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας ότι διαθέτει στενούς συγγενείς ή φίλους εντός της κυπριακής επικράτειας. Η προηγούμενη συμπεριφορά της Καθ’ ης η Αίτηση και η μεταφορά του ανήλικου στην Λευκορωσία για δύο ολόκληρα έτη χωρίς την συγκατάθεση του πατέρα του, επιβεβαιώνει και υπερτονίζει τον ορατό και πραγματικό κίνδυνο μελλοντικής μεταφοράς του παιδιού στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι θα πρέπει να συνεχίσει η τοποθέτηση του ονόματος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ν.Π. στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναμφίβολα θεωρώ ότι είναι από τις ξεκάθαρες περιπτώσεις, όπου το status quo θα πρέπει να διατηρηθεί με την συνέχιση εφαρμογής του διατάγματος stop-list.
- Συνεπώς στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων και διαπιστώσεων μου, εξυπακούεται ότι οι αξιώσεις που διαλαμβάνονται στην ανταπαίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση καθίστανται αβάσιμες, ατεκμηρίωτες και θα πρέπει να απορριφθούν.
(VI) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
- Συνακόλουθα, για όλους τους προαναφερόμενους λόγους και πάντοτε με γνώμονα το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, εκδίδονται τα ακόλουθα τελικά διατάγματα։
(Α) Τελικό Διάταγμα με το οποίο ανατίθεται στον Αιτητή, η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, Ν.Π.
(Β) Τελικό Διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ν.Π., ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Αιτητή στην επαρχία Πάφου, που σήμερα βρίσκεται στο χωριό Κανναβιού της επαρχίας Πάφου.
(Γ) Τελικό Διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται στον Αιτητή το δικαίωμα να αποφασίζει για θέματα που αφορούν την υγεία, εκπαίδευση και για τα προσωπικά και/ή ταξιδιωτικά έγγραφα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ν.Π., χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση της Καθ’ ης η Αίτηση.
Οι υπόλοιπές πτυχές της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων θα ασκούνται από κοινού.
(Δ) Τελικό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ν.Π., χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή, η οποία να δίνεται ενώπιον Πρωτοκολλητή ή πιστοποιούντος υπαλλήλου ή άδεια του Δικαστηρίου.
(Ε) Τελικό Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι αρμόδιες αρχές όπως προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες ώστε το όνομα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Ν.Π., εγγραφεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας (stop list). Η έξοδος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, θα επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχει η γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή, η οποία να δίδεται ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή πιστοποιούντος υπαλλήλου ή μετά από άδεια του Δικαστηρίου.
(ΣΤ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι διάδικοι όπως μεριμνήσουν άμεσα για την παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης στο ανήλικο τέκνο των διαδίκων Ν.Π., από εγκεκριμένο κρατικό παιδοψυχολόγο ή από ιδιώτη παιδοψυχολόγο, αλλά και όπως αναλάβουν εξ’ ημισείας το κόστος διορισμού και αμοιβής του, στην βάση του άρθρου 6 εδ. 3 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990.
- Προτρέπονται οι διάδικοι στην βάση της σχετικής εισήγησης της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, όπως συναινέσουν στην άμεση αξιολόγηση τους από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας σε σχέση με τον γονικό τους ρόλο ή όπως λάβουν άμεσα συμβουλευτική και/ή ψυχολογική στήριξη από κάποιο ειδικό, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ασκήσουν ορθότερα τις πτυχές της γονικής μέριμνας, προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου τους, αλλά και για να πετύχουν την καλύτερη επικοινωνία μεταξύ τους, καθώς και την ομαλοποίηση των σχέσεων τους.
- Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας Πάφου, προς ενημέρωση της αρμόδιας λειτουργού αλλά και για να προβεί στις δέουσες ενέργειες, όπως μεταξύ άλλων την έναρξη ή συνέχιση της συνεργασίας με τους διαδίκους, προς ενδυνάμωση του γονικού τους ρόλου και βελτίωσης των διαπροσωπικών τους σχέσεων. Προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην αποκατάσταση της σχέσης μητέρας-παιδιού και στην σταδιακή ρύθμιση της επικοινωνίας της Καθ’ ης η Αίτηση με τον ανήλικο Ν.Π. υπό την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας, εφόσον διασφαλιστεί η ασφάλεια και η ευημερία του.
- Οι αιτούμενες θεραπείες οι οποίες διαλαμβάνονται στην Ανταπαίτηση της Καθ’ ης η Αίτηση απορρίπτονται εις ολόκληρο.
- Ασκώντας την διακριτική μου εξουσία και ενόψει της φύσης της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως κάθε διάδικος να επιβαρυνθεί τα δικά του έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) .......................................
Χ. Πογιατζής, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο