D.T. ν. Α.Ο., Αρ. Αίτησης? 4/2024, 2/9/2025
print
Τίτλος:
D.T. ν. Α.Ο., Αρ. Αίτησης? 4/2024, 2/9/2025

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΣΤΕΓΗΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή Δ. Οικ. Δ.

       Αρ. Αίτησης։ 4/2024         

Μεταξύ:

 

                                         D.T. από την Πάφο

 

Αιτήτριας

 

                                                   -και-

 

 

                                        Α.Ο. από την Πάφο 

 

Καθ' ου η αίτηση

                                          ----------------------

 

 

Ημερομηνία: 02/09/2024

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια։ κα Φωτεινή Κανδρή

Για τον Καθ' ου η Αίτηση։ κα Ε. Θεοχάρους για Σωτήρης Αργυρού & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (για έξοδα)

Στις 29/03/2024 η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια Αίτηση και ταυτόχρονα καταχώρησε την παρούσα μονομερή Αίτηση στα πλαίσια της οποίας το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινά διατάγματα με τα οποία παραχωρήθηκε σε αυτήν η αποκλειστική χρήση ολόκληρης της κατοικίας που διέμεναν οι διάδικοι πριν την διάσταση τους καθώς και διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην εν λόγω οικία.

Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για Α.Δ.Ο. και ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε στις 23/04/2024 την Ένσταση του, ενώ στις 26/04/2024 την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του στην εναρκτήρια αίτηση.

Κατά την δικάσιμο της παρούσης στις 26/06/2024 και ενώ η ενδιάμεση αίτηση ήταν ορισμένη για Ακρόαση με Γραπτές Αγορεύσεις, η συνήγορος της Αιτήτριας αιτήθηκε την άδεια του Δικαστηρίου για απόσυρση τόσο της ενδιάμεσης αίτησης όσο και της εναρκτήριας, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της. Η συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση δεν έφερε ένσταση στην απόσυρση των εν λόγω Αιτήσεων, εν τούτοις αξίωσε να επιδικαστούν προς όφελος της όλα τα έξοδα διότι είχε ήδη προβεί στην ετοιμασία των γραπτών αγορεύσεων της, αφού δεν είχε ενημερωθεί προηγουμένως από την συνήγορο της Αιτήτριας για την ενδεχόμενη απόσυρση της υπόθεσης. Στην συνέχεια, το Δικαστήριο απέρριψε τις δύο αιτήσεις που εκκρεμούσαν ως αποσυρθείσες άνευ βλάβης.

Επειδή οι προσπάθειες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης όσον αφορά το ζήτημα των εξόδων δεν καρποφόρησαν, το Δικαστήριο ζήτησε από τους συνηγόρους των διαδίκων να παραδώσουν τις γραπτές τους αγορεύσεις επί του ζητήματος πριν να εκδώσει την απόφαση του επί του υπό εξέταση θέματος.

Στην αγόρευση της συνηγόρου της Αιτήτριας, αρχικά υποστηρίζεται ότι επειδή η κυρίως αίτηση δεν εκδικάστηκε στην ουσία της, δεν υπάρχει επιτυχών και αποτυχών διάδικος για να θεωρηθεί ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μπορεί να διεκδικήσει τα έξοδα της διαδικασίας. Αναφέρει ότι η καταχώρηση της παρούσης Αίτησης πραγματοποιήθηκε για την δικαστική προστασία της Αιτήτριας από τον Καθ’ ου η Αίτηση και ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη η καταχώρηση της. Η φύση της συγκεκριμένης αίτησης προϋποθέτει υπαιτιότητα του Καθ’ ου η Αίτηση, ενώ πράγματι είχαν εκδοθεί στις 04/03/2024 εναντίον του διατάγματα περιοριστικών μέτρων για άσκηση ενδοικογενειακής βίας. Υποστηρίζει μάλιστα ότι αφορμή για την καταχώρηση της Αίτησης ήταν η υπαίτια εμπλοκή και συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση που ουδέποτε συμμορφώθηκε με τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εξέδωσε το Δικαστήριο.

Η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει επίσης ότι η πελάτισσα της αναγκάστηκε να φύγει από την οικία μαζί με τον ανήλικο τέκνο της, διότι ήταν αδύνατο να παραμείνει εκεί μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως Αίτησης, αφού η ζωή της ήταν υπό στενή παρακολούθηση στην εν λόγω οικία. Για αυτό και μετακόμισε από την εν λόγω οικία με την βοήθεια της μητέρας της που ήρθε από την Ρωσία. Συνεπώς δεδομένων των συνθηκών, ο Καθ’ ου η Αίτηση ευθύνεται εξ’ ολοκλήρου και/ή ισομερώς για την μη συνέχιση της διαδικασίας εκδίκασης της κυρίως Αίτησης, καθότι η αποχώρηση της Αιτήτριας από την εν λόγω οικία δεν ήταν εκούσια απόφαση της. Για αυτό τον λόγο εισηγείται ότι η ευθύνη θα πρέπει να επιμεριστεί μεταξύ των διαδίκων και κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

Αναφορικά με το ζήτημα εκδίκασης του προσωρινού διατάγματος και της ενδιάμεσης Αιτήσεως, αναφέρει ότι η συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση δεν ενημερώθηκε ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν ήταν έτοιμη με την γραπτή της αγόρευση και ότι η Αίτηση θα αποσυρόταν, αλλά ούτε είχε ρωτήσει αν η πλευρά τους ήταν έτοιμη και/ή δεν είχε ρωτήσει τι θα γινόταν με την Αίτηση, αφού όπως η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο γνώριζε ότι η Αιτήτρια δεν βρισκόταν πλέον στην οικία. Υποστηρίζει ότι ήταν προφανές ότι θα υπήρχε θέμα προώθησης της Αίτησης και χωρίς να επικοινωνήσει μαζί τους προχώρησε μόνη της σε ετοιμασία γραπτών αγορεύσεων για το προσωρινό διάταγμα και δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια.

Αναφέρει ότι η πλευρά της Αιτήτριας καλόπιστα ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο για να αποσύρει την Αίτηση, χωρίς να γνωρίζει αν έχει καταχωρηθεί η γραπτή αγόρευση του Καθ’ ου η Αίτηση, η οποία όπως υποστηρίζει δεν καταχωρήθηκε ποτέ στο σύστημα i-justice και ούτε απέδειξε η συνήγορος του Καθ’ ου ότι την είχε έτοιμη στις 26/06/2024. Καταληκτικά, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι με βάση την σχετική νομολογία αλλά και επειδή είναι δίκαιο και ορθό, θα πρέπει η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

Στον αντίποδα, μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση, περιγράφεται το χρονικό της διαδικασίας και τα δικονομικά διαβήματα στα οποία προέβησαν οι διάδικοι. Εκφράζει την θέση ότι είναι τουλάχιστον εύλογο και δίκαιο όπως τα δικηγορικά έξοδα επιδικαστούν προς όφελος του Καθ’ ου η Αίτηση, για τον λόγο ότι η πλευρά του δεν είχε ενημερωθεί με οποιοδήποτε τρόπο για την πρόθεση της Αιτήτριας να αποσύρει την παρούσα και συνεπώς είχε ήδη ετοιμάσει τις γραπτές της αγορεύσεις, ενώ δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία και/ή διευθέτηση σε σχέση με το ζήτημα της επιδίκασης των εξόδων που προέκυψαν μέχρι σήμερα.

Υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε δίκη και ούτε υπάρχει κάποιο αποτέλεσμα το οποίο να ανάγει κάποιο από τα μέρη σε επιτυχόντα διάδικο. Εν τούτοις, εισηγείται ότι η ματαίωση της δίκης μετά από αίτημα της πλευράς της Αιτήτριας με την απόσυρση της εναρκτήριας και της ενδιάμεσης Αίτησης, μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα αποτέλεσμα της δίκης το οποίο δεν μπορεί να ωφελεί την Αιτήτρια, εφόσον δεν έχει επιτύχει στην Αίτηση της με βάση απόφαση του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, αποτελεί εισήγηση της πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση ότι το Δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει την απόσυρση των δύο αιτήσεων ως ένα αποτέλεσμα δίκης προς όφελος του Καθ’ ου η Αίτηση, αφού ο σκοπός της ένστασης του αλλά και της υπεράσπισης του, ήταν να αποσυρθεί ή να απορριφθεί η Αίτηση της Αιτήτριας και εκ του αποτελέσματος, έχει επέλθει αυτός ο σκοπός. Καταληκτικά, η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση εισηγείται πως είναι τουλάχιστον εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, όπως τα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας επιδικαστούν υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։

 

Στο άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/1960, ως τροποποιήθηκε καθορίζεται η εξουσία της επιδίκασης εξόδων από το Δικαστήριο ως ακολούθως։

 

«Τα έξoδα oιασδήπoτε πoλιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμεvα πρoς αυτήv, εvώπιov oιoυδήπoτε δικαστηρίoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε εκάστoτε ισχύovτoς vόμoυ ή δευτερoγεvoύς voμoθεσίας, θα τελoύv υπό τηv διακριτικήv εξoυσίαv τoυ δικαστηρίoυ και τo δικαστήριov θα έχη πλήρη εξoυσίαv vα απoφασίζη υπό τιvoς και κατά τιvα έκτασιv τα τoιαύτα έξoδα θα πληρωθώσι ».

 

Επιπρόσθετα, στον Κ. 39.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 προνοούνται τα ακόλουθα։

 

«39.1. Η πρωταρχική αρχή

(1) Αναφορικά με τα ακόλουθα:

(α) οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα μεταξύ διαδίκων·

(β) οποιαδήποτε έξοδα πληρωτέα από πελάτη στον δικηγόρο του πελάτη·

(γ) κατά πόσον το σύνολο των εξόδων ή μέρος αυτών θα υπολογίζεται με αναφορά στους κανονισμούς 39.12(3)-(5) του παρόντος Μέρους ή σε κάποια άλλη βάση·

(δ) από ποιον θα υπολογίζονται τα έξοδα·

(ε) το ποσόν οποιωνδήποτε εξόδων·

(στ) τη χρονική περίοδο εντός της οποίας τα έξοδα είναι πληρωτέα· και

(ζ) οποιεσδήποτε δόσεις με τις οποίες τα έξοδα θα είναι πληρωτέα,

η πρωταρχική αρχή είναι ότι, τηρουμένου του πρωταρχικού σκοπού, όλα τα πιο πάνω εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και οποιαδήποτε ειδική ή γενική διάταξη οποιουδήποτε κανονισμού υπόκειται σε αυτή την πρωταρχική αρχή.

 

39.2. Παράγοντες τους οποίους λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας

(1) Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα τού επιτυχόντα διαδίκου και ότι τέτοια διαταγή ή διαταγές θα εκδίδονται ή πρέπει να εκδίδονται σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση υποβάλλεται κατά την πορεία της δικαστικής διαδικασίας.

(2) Όταν το δικαστήριο αποφασίζει ποια διαταγή να εκδώσει (αν θα εκδώσει) αναφορικά με έξοδα, λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις, περιλαμβανομένων των ακόλουθων:

(α) τη συμπεριφορά όλων των διαδίκων·

(β) κατά πόσον διάδικος πέτυχε σε μέρος της υπόθεσής του, ακόμη και αν δεν ήταν πλήρως επιτυχής· και

(γ) οποιαδήποτε αποδεκτή πρόταση διακανονισμού υποβλήθηκε από διάδικο η οποία γνωστοποιείται στο δικαστήριο και δεν είναι πρόταση στην οποία εφαρμόζονται οι συνέπειες ως προς τα έξοδα, δυνάμει του Μέρους 35.

(3) Η συμπεριφορά των διαδίκων περιλαμβάνει:

(α) συμπεριφορά πριν καθώς και κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και ειδικότερα τον βαθμό στον οποίο οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με οποιοδήποτε σχετικό προδικαστηριακό πρωτόκολλο·

(β) κατά πόσον ήταν εύλογο για διάδικο να εγείρει, προωθήσει ή αμφισβητήσει συγκεκριμένο ισχυρισμό ή ζήτημα·

(γ) τον τρόπο με τον οποίο διάδικος έχει προωθήσει ή υπερασπιστεί την υπόθεσή του ή συγκεκριμένο ισχυρισμό ή ζήτημα· και

(δ) κατά πόσον ενάγων ο οποίος έχει πετύχει στην απαίτησή του εν όλω ή εν μέρει, υπερέβαλε ως προς την απαίτησή του.

(4) Οι διαταγές τις οποίες το δικαστήριο δύναται να εκδώσει, δυνάμει του παρόντος κανονισμού περιλαμβάνουν διαταγή:

(α) όπως διάδικος καταβάλει:

(i) αναλογία των εξόδων άλλου διαδίκου·

(ii) συγκεκριμένο ποσόν αναφορικά με τα έξοδα άλλου διαδίκου·

(iii) έξοδα μόνο από ή μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία·

(iv) έξοδα τα οποία δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας·

(v) έξοδα σε σχέση με συγκεκριμένα βήματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν στη διαδικασία·

(vi) έξοδα σε σχέση με διακριτό μόνο μέρος της διαδικασίας· και

(vii) τόκο επί εξόδων σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960.

(β) για συμψηφισμό εξόδων μεταξύ των διαδίκων».

 

Περαιτέρω, ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την επιδίκαση των εξόδων, ιδιαίτερα διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα ‘The Annual Practice 1959’ σελ. 1822:

 

«Discretion to be exercised Judicially: Wide though the discretion is, it is a judicial discretion, and must be exercised on fixed principles, that according to rules of reason and justice not according to private opinion».

 

Στην Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου, (2016) 1 Α.Α.Δ. ημερομηνίας 07/06/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων։

 

«Το θέμα των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Ο κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, τυγχάνει εφαρμογής και σε ενδιάμεσες αποφάσεις, όπως αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία επέλυσε οριστικά το ζήτημα της παρακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου που τέθηκε με την αίτηση του εφεσίβλητου (βλ. Δημοκρατία v. Milouca Motor Trading Ltd (2000) 1 A.A.Δ. 630). Απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι, οι οποίοι ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που διάδικος συνέβαλε αδικαιολόγητα στη διόγκωση των εξόδων της δίκης για λόγους που δεν σχετίζονταν με το αποτέλεσμα (βλ. Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου κ.ά (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833, Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 2221).

 

Περαιτέρω, στην Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα։

 

«Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται».

 

Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η διαγωγή και η συμπεριφορά των διαδίκων καθώς και η υπαιτιότητα τους στην δημιουργία των εξόδων είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.

 

Επιπρόσθετα, στην καθοδηγητική υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959 - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου».

 

Στην καθοδηγητική αγγλική απόφαση στην υπόθεση J.T. Stratford & Son Ltd v. Lindley and Others (No.2) (1969) 3 All E.R. 1122, υποδείχθηκαν οι βασικές παράμετροι για τον τρόπο που το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όταν μια υπόθεση δεν έχει προχωρήσει σε εκδίκαση και έχει αποσυρθεί։

 

«The plain fact is that, when the House of Lords made the order for "costs in the cause", they anticipated that the case would go to trial for adjudication on the merits.  It was a case that was finely balanced. A slight turn in the evidence might make all the difference. So the House thought it right to make the costs of the interlocutory proceedings depend on who won or lost in the main action. But a situation has arisen which they never envisaged. Counsel for the plaintiffs has urged us to award the plaintiffs the costs because they would very probably have won if the action had been tried on its merits.  I decline to go into that question. We cannot try the action at this stage. I put aside the respective merits of the dispute. I ask simply: what is to be done in a situation which the House of Lords did not envisage? I think that we should not dismiss the action under RSC, Ord 25 r 1(5), for want of prosecution. I think that the court should give the plaintiffs leave under RSC, Ord 21 r 3(1), to discontinue. That rule gives the court a wide discretion as to costs. It covers the costs which have been ordered to be "costs in the cause". In the new situation, we should deal with the costs as if they have been "costs reserved". Finding that neither side wishes to go on with this action, I think that the master and the judge exercised their discretion wisely in giving leave to discontinue on the footing that each side is to bear its own costs, including costs in the cause. The order should be that the action be discontinued, each side paying its own costs, including the costs in the cause. I would dismiss the appeals ».

Εν προκειμένω, ο Lord Denning τόνισε τα ακόλουθα στη σελίδα 1123 της εν λόγω απόφασης:

«The action has never come for trial. No costs have ever been awarded in the action. Nobody has lost. Nobody has won ».

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ։

 

Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσης, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω κατευθυντήριες νομικές αρχές αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της πιο πάνω υπόθεσης, είναι η θέση μου ότι στην υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να γίνει λόγος για την ύπαρξη επιτυχόντος ή αποτυχόντος διάδικου. Και τούτο διότι, ουδέποτε εκδικάστηκε η ουσία της επίδικης διαφοράς και ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που αφορούν την εναρκτήρια Αίτηση. Να επισημάνω ότι εκκρεμούσε ακόμα η εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης η οποία ήταν ορισμένη για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις και όπου το Δικαστήριο δεν θα ασχολείτο ουσιαστικά με την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς ενώ ούτε θα προέβαινε σε ευρήματα αξιοπιστίας της μαρτυρίας των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων.

 

Είναι η θέση μου, ότι εν προκειμένω ουσιαστικά με την ταυτόχρονη απόσυρση της ενδιάμεσης και της εναρκτήριας Αίτησης και στην απουσία ένστασης από την άλλη πλευρά, δεν προέκυψε νικητής και ηττημένος, ενώ ούτε βέβαια μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο οποιαδήποτε πρόβλεψη αποτελέσματος στην απουσία μαρτυρίας και χωρίς καν να εκδικαστεί η υπόθεση. Στις αγορεύσεις τους και οι δύο συνήγοροι συμφωνούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχών διάδικος στην παρούσα υπό τις περιστάσεις, όμως προβάλλουν τα δικά τους επιχειρήματα γιατί θα πρέπει να τους επιδικαστούν τα έξοδα της παρούσης διαδικασίας.

 

Σε κάθε περίπτωση, από την μία δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση της πλευράς της Αιτήτριας ότι οι δύο αιτήσεις προωθήθηκαν και αποσύρθηκαν στην συνέχεια εξ’ υπαιτιότητας του Καθ’ ου η Αίτηση. Ακόμα και αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει και την εικόνα για τα έξοδα και ποιος θα πρέπει να τα επωμιστεί εν όψει του τελικού αποτελέσματος, ήτοι της απόσυρσης της υπόθεσης χωρίς να εκδικαστεί η ουσία της.

Από την άλλη, δεν μπορώ να υιοθετήσω την θέση της συνηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η απόσυρση της εναρκτήριας και της ενδιάμεσης Αίτησης μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα αποτέλεσμα της δίκης το οποίο δεν μπορεί να ωφελεί την Αιτήτρια αλλά μόνο τον Καθ’ ου η Αίτηση που δικαιούται στα έξοδα. Ένας τέτοιος συνειρμός θα ήτο εντελώς αυθαίρετος και εκτός λογικής, από την στιγμή που η παρούσα δεν οδηγήθηκε σε ακρόαση και δεν ακούστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το ότι η παρούσα αποσύρθηκε άνευ βλάβης για συγκεκριμένους λόγους, σίγουρα δεν ανάγει τον Καθ’ ου η Αίτηση ως επιτυχών διάδικο στην παρούσα υπόθεση.

 

Στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Νίκου Αργυρού ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 241/2009, ημερ. 13/02/2013 (2013) 1 Α.Α.Δ. 327, η πλευρά του πιστωτή ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο για να αποσύρει την ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του οφειλέτη. Ο οφειλέτης δεν έφερε ένσταση αλλά ζήτησε τα έξοδα της διαδικασίας και το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έπρεπε να εκδοθεί διαταγή για έξοδα. Το Εφετείο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε κακώς την διακριτική του ευχέρεια και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με τα έξοδα.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ։

 

Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις και λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων την συμπεριφορά των διαδίκων κατά την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, το κατά πόσον ήταν εύλογο για τους διάδικους να εγείρουν την απαίτηση ή την υπεράσπιση τους στην παρούσα υπόθεση και κυρίως το κατά πόσον κάποιος διάδικος έχει επιτύχει στην απαίτηση του, εν όλω ή εν μέρει, κρίνω ότι η πιο ορθή, εύλογη και δίκαιη διαταγή υπό τις περιστάσεις αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της.

 

Εν τούτοις, επειδή όμως η πλευρά της συνηγόρου της Αιτήτριας με την συμπεριφορά της και/ή την παράλειψη της πριν την τελευταία δικάσιμο, δεν συνέδραμε στην εξοικονόμηση εξόδων της διαδικασίας (βλ. Κ. 39.2 (2) (α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023), αφού δεν ενημέρωσε καν προηγουμένως την συνήγορο του Καθ’ ου η Αίτηση για την άμεση πρόθεση της να αποσύρει την παρούσα στο σύνολο της, ούτως ώστε να προβούν σε μία συμφωνία σε σχέση με τα έξοδα και έτσι αυτή δήλωσε ετοιμότητα με τις γραπτές της αγορεύσεις τις οποίες είχε ήδη ετοιμάσει γεγονός το οποίο αποδέχομαι, κρίνω ορθό, δίκαιο και εύλογο να επιδικάσω τα έξοδα μόνο της εμφάνισης ημερομηνίας 26/06/2024 υπέρ της πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                                  (Υπ.) ............................................................

                           Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο