Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 820 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 820/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. - Λ. Τ. του Α., 2) Σ. - Ι. Τ. του Α., 3) Σ. Α. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καλλία, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Ι. Π., συζύγου Ε. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαβλαδέλλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2014 μη οριστική, 29/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.09.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 214/26.07.2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο δέχθηκε τύποις και ουσία την από 14.09.2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 29/27.12.2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 15.10.2011 από το άρθρο 1094 του Α.Κ. αγωγή των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η αναιρεσιβληθείσα δικαστική απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσείοντες και επιπλέον οι Α. χήρα Σ. Τ., το γένος Α. και Η. Σ., Α. Τ. του Σ. και Τ. σύζυγος Α. Τ. ήγειραν ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... την από 15.10.2011 αγωγή από το άρθρο 1094 του Α.Κ., την οποία απηύθηναν κατά της ήδη αναιρεσίβλητης. Η άνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθυνόταν, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε δε η ηπ' αριθμ. 7/30.04.2014 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της διαδικασίας στο ακροατήριο αυτού (Δικαστηρίου) προς τον σκοπό διενεργείας αυτοψίας. Διενεργηθείσης της αυτοψίας και συνταγείσης της υπ' αριθμ. ...2015 εκθέσεως του Ειρηνοδίκη Νικολάου Γκεκοπούλου, δια της από 24-1-2017 κλήσεως, η αγωγή επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο απευθυνόταν. Συζητήσεως γενομένης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την αυτή ως άνω διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 29/27.12.2017 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Την εκδοθείσα άνω απόφαση προσέβαλε με την από 14.09.2018 έφεσή της, την οποία απηύθηνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και έστρεψε κατά των αρχικώς εναγόντων, η ήδη αναιρεσίβλητη. Συζητήσεως γενομένης επί της εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 214/26.07.2022 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δια της οποίας η έφεση έγινε τύποις και ουσία δεκτή, εξαφανίσθηκε, κατά τη εκκληθέν μέρος της, η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απορρίφθηκε η από 15.10.2011 αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες, αποβιωσάσης της πρώτης ενάγουσας και ενηλικιωθείσης της τρίτης, με την από 15.09.2022 αίτησή τους που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης, ζητώντας την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τους περιλαμβανομένους στο αναιρετήριο λόγους. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί των οποίων στηρίχθηκε αυτό για την εκφορά της κρίσεώς του, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. "Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ... .
Εν προκειμένω, η εναγόμενη, προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και με τις προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιόν του, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενη κατά λέξη: "Οι αντίδικοι και ο δικαιοπάροχός τους, αφού επί τουλάχιστον 27 χρόνια (για την έκταση των 39 τ.μ.) και 45 χρόνια για την υπόλοιπη επίδικη έκταση, δεν έκαναν καμία απολύτως ενέργεια αμφισβήτησης των συμφωνηθέντων ορίων, άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους, η οποία υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Η υπό κρίση αγωγή των αντιδίκων ασκείται καταχρηστικά δεδομένου ότι η συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου τους και η δική τους καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε (από το 1967 και το 1985 κατά τα προαναφερόμενα) μέχρι σήμερα, χωρίς να προβάλλουν καμία διαμαρτυρία ή να κάνουν καμία ενέργεια κατά των δικαιωμάτων μου, ζητούν την ανατροπή τους, η οποία κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, είναι άδικη και μη ανεκτή και συνεπάγεται για μένα επαχθείς συνέπειες (μεγάλη μείωση της αξίας του, αφού δεν θα έχω πλέον ιδιοκτησία με πρόσωπο στην επαρχιακή οδό) όταν μάλιστα, έχει δημιουργηθεί σε μένα από τη συμπεριφορά των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους, εύλογα η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το υποτιθέμενο δικαίωμά τους. Οι πράξεις των αντιδίκων και η από αυτούς δημιουργηθείσα κατάσταση, η ανατροπή της οποίας επάγεται δυσμενείς επιπτώσεις σε μένα, τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγούμενη συμπεριφορά τους. Συντρέχουν δηλαδή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά των αντιδίκων αλλά και τη δική μου, ενόψει των οποίων αλλά και της αδράνειάς τους, η επακολουθήσασα άσκηση του τυχόν δικαιώματός τους, η οποία τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί από τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, εξέρχεται των υπό της διάταξης του 281 ΑΚ διαγραφόμενων ορίων και θα προκαλέσει σε μένα δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά μου, σε αντίθεση με τα συμφέροντα των αντιδίκων. Περαιτέρω, η άσκηση του δικαιώματος των αντιδίκων, έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να τηρούνται στις συναλλαγές, στα επιβαλλόμενα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και προς τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ώστε η άσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αρ. 7/2014 μη οριστική (συνεκκαλούμενη) απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι "η απαγόρευση της άσκησης δικαιώματος που ορίζει το άρθρο 281 ΑΚ με τους όρους που αυτό προβλέπει είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές και κατά συνέπεια δεν τυγχάνει εφαρμογής σε καθαρά διαδικαστικές πράξεις, όπως εν προκειμένω η άσκηση της κρινόμενης αγωγής". Ωστόσο, η απόρριψη του άνω ισχυρισμού, τον οποίο η εναγομένη επαναφέρει με τον αντίστοιχο υπό στοιχείο 3 λόγο έφεσης, ως απαράδεκτου με την ανωτέρω αιτιολογία, είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, σε δύο σημεία του προπαρατεθέντος αποσπάσματος των προτάσεων της εναγομένης, αναφέρεται με σαφήνεια, επάρκεια και ρητώς ότι "η άσκηση του δικαιώματος των αντιδίκων έρχεται σε προφανή αντίθεση ... στα επιβαλλόμενα χρηστά ήθη.." και "..η επακολουθήσασα άσκηση του τυχόν δικαιώματός τους ... εξέρχεται των υπό της διάταξης 281 ΑΚ διαγραφόμενων ορίων...". Επομένως, καθίσταται ευχερώς αντιληπτό ότι η προτεινόμενη από τη διάδικο καταχρηστική άσκηση αφορά στο ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα (των εναγόντων) ουσιαστικού δικαίου και όχι στο ένδικο βοήθημα της αγωγής καθεαυτό. Τούτο δε, παρότι πράγματι σε άλλο σημείο του ίδιου αποσπάσματος αναγράφεται ότι "Η υπό κρίση αγωγή των αντιδίκων ασκείται καταχρηστικά δεδομένου ότι ... " ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός (καταχρηστικής άσκησης) κατατείνει στην αμιγώς διαδικαστική πράξη της αγωγής, της οποίας, πράγματι, κατά πάγια νομολογία, δεν νοείται καταχρηστική άσκηση ... . Πέραν του ζητήματος της τυπικής διατύπωσης, όμως, η οποία ενδέχεται να παρίσταται ενίοτε ως ατελής, μη αρκούντως ακριβής ή εξειδικευμένη, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να άρει ανάλογη διατύπωση, συνεκτιμώντας το όλο δικόγραφο.
Εν προκειμένω δε, στο εν λόγω απόσπασμα των προτάσεων της εναγομένης, η ταυτόχρονη χρήση των εκφράσεων "Η υπό κρίση αγωγή των αντιδίκων ασκείται καταχρηστικά.." αφενός και "η άσκηση του δικαιώματος των αντιδίκων σε έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη" και "... η άσκηση του τυχόν δικαιώματός τους εξέρχεται των ορίων του 281 ΑΚ ..." αφετέρου, προς στιγμήν δημιουργεί σύγχυση. Ωστόσο, αυτή αίρεται από τη συνεκτίμηση όλου του κειμένου του προβαλλόμενου ισχυρισμού (αναλυτική περιγραφή παρατεταμένης αδράνειας-παράλειψης των εναγόντων), υπέρ του ότι εκτίθενται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και νόμιμο οι προϋποθέσεις του κανόνα δικαίου της ΑΚ 281. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε κι απέρριψε τον προταθέντα ισχυρισμό, ενώ έπρεπε να είχε κάνει δεκτή την ένσταση ως παραδεκτή και νόμιμη.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να εξετασθεί περαιτέρω η προβαλλόμενη ένσταση ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. ... .
Δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου ..., Κ.. Σ., νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ... (τ. 53 αρ. 331, 332), οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος και έκτη των εναγόντων κατέστησαν ψιλοί κύριοι και η ήδη αποβιώσασα από 19.9.2017, πρώην πρώτη ενάγουσα, παρακράτησε εφ' όρου ζωής το δικαίωμα επικαρπίας ενός ελαιοκτήματος στη θέση ..., εμβαδού 2,5 στρεμμάτων, συνορεύον γύρωθεν δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένης, βόρεια με ιδιοκτησία Σ.. Π., νότια με ιδιοκτησία Ε.. Κ. και ανατολικά με επαρχιακή οδό .... Το ακίνητο είχε περιέλθει στην Α. χήρα Σ. Τ., με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της το 1960. Η εναγομένη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγρού με αμπέλι και αποθήκη, εμβαδού 5 στρεμμάτων περίπου, στην ως άνω θέση, ο οποίος περιήλθε σε αυτή δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου ... ..., νομίμως μεταγραμμένου, που συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης γύρωθεν με ιδιοκτησίες εναγόντων, Ι.. Γ., κληρονόμων Ν.. Μ. και Ν.. Κ.. Το ακίνητο της εναγομένης δεν συνορεύει με την επαρχιακή οδό ..., σε αντίθεση με το ακίνητο των εναγόντων, το οποίο βόρεια, συνορεύει και εφάπτεται με ιδιοκτησία Σ.. Π., κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει κατά μήκος της επαρχιακής οδού το επίδικο τμήμα, εμβαδού 60,95 τ.μ. Περί το έτος 1985, κατόπιν φιλονικίας μεταξύ του συζύγου της πρώτης ενάγουσας - πατέρα - παππού των λοιπών εναγόντων και του πατέρα της εναγομένης, προς οριοθέτηση των δύο άνω ακινήτων, τοποθετήθηκαν διαχωριστικοί πάσσαλοι, παρουσία αγροφυλάκων. Περί το έτος 1993, οι ενάγοντες διαπίστωσαν, μετά από την από το έτος 1992 αναχώρησή τους για τις Η.Π.Α., ότι η εναγομένη, αμφισβητώντας την κυριότητά τους στο άνω ακίνητό τους, είχε διανοίξει μέσω αυτού, δρόμο από το ακίνητό της προς την επαρχιακή οδό ..., καθώς το δικό της ακίνητο στερούνταν πρόσοψης στην επαρχιακή οδό, η δε είσοδος στο ακίνητό της τοποθετείται 12 περίπου μέτρα από την επαρχιακή οδό και προς το τέλος του επίδικου τμήματος. Οι ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αγωγή στις 24.12.2012 (βλ. σφραγίδα δικαστικού επιμελητή Ο.. Μ., που επέδωσε την αγωγή στην εναγομένη), ήτοι δεκαεννέα και πλέον έτη μετά την διαπιστωθείσα εκ μέρους τους προσβολή. Κατά το διαδραμόν αυτό διάστημα δεν αποδείχθηκε όχληση εκ μέρους τους προς την εναγομένη ως προς το επίδικο τμήμα. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ακίνητο της εναγομένης "είχε και από αλλού πρόσβαση" (σελ. προτάσεων εφεσίβλητων) καταρρίπτεται από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων (θυγατέρα της α' ενάγουσας, αδερφή - κουνιάδα - θεία των λοιπών εναγόντων), η οποία, εξετασθείσα ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι "... . Το ακίνητο της εναγομένης δεν είχε πρόσβαση στο δρόμο... . Η εναγομένη είχε πρόσβαση από άλλο σημείο στο τριγωνικό τμήμα των 37 τ.μ. που κατέλαβε". Με άλλα λόγια, ως προς το επίδικο τμήμα των 60,95 τ.μ., το ακίνητο της εναγομένης στερούνταν πρόσβασης στην επαρχιακή οδό, σε αντίθεση με το έτερο διεκδικούμενο με την αγωγή τμήμα, των 37 τ.μ., το οποίο όμως, δεν είναι πλέον επίδικο, μετά την απόρριψη της αγωγής ως προς αυτό (κατά του απορριπτικού αυτού σκέλους της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες). Αποδείχθηκε επίσης, ότι κατά το διαδραμόν χρονικό διάστημα, από την εκδηλωθείσα κατάληψη του επίδικου τμήματος εκ μέρους της εναγομένης και έως την άσκηση της αγωγής, η τελευταία, μόνιμη κάτοικος ..., σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι κατοικούσαν και κατοικούν μόνιμα στις Η.Π.Α., το καθάριζε, το επέβλεπε, το επιχωμάτωσε και το εκμίσθωσε (μαζί με λοιπό τμήμα του άνω αγρού της) στην εταιρεία "... ΟΕ" και συγκεκριμένα από 14.3.1996 έως το 2006 περίπου. Η μισθώτρια, μάλιστα, α) χρησιμοποιούσε το επίδικο τμήμα προκειμένου με το επαγγελματικό όχημά της να εισέρχεται από την επαρχιακή οδό ... στο μίσθιο και να εξέρχεται στην ίδια επαρχιακή οδό από αυτό, β) στάθμευε το επαγγελματικό της όχημα στο επίδικο και γ) είχε τοποθετήσει σε αυτό -με τη σύμφωνη γνώμη, μάλιστα, του συζύγου της α' ενάγουσας - διαφημιστική πινακίδα με την επωνυμία και τις δραστηριότητές της (έκθεση οικοδομικών υλικών). Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα και εφόσον παρήλθε διάστημα μείζον των δεκαεννέα ετών, κατά το οποίο διαμορφώθηκε η προκτεθείσα κατάσταση στο επίδικο τμήμα, η ανατροπή της κατάστασης αυτής θα δημιουργήσει επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη, της οποίας το ακίνητο θα στερείται πρόσοψης στην επαρχιακή οδό, όπερ θα επηρρεάσει όχι μόνο την εξυπηρέτηση της ιδίας προσωπικά, αλλά και την εκμετάλλευση του ακινήτου της σε περίπτωση εκμίσθωσής του, αφού ο εκάστοτε μισθωτής θα στερείται διόδου σε αυτό από την επαρχιακή οδό (παράμετρος εξαιρετικά σημαντική), τη στιγμή μάλιστα που η έκταση του επίδικου (61 τ.μ. περίπου) είναι ασύγκριτα μικρότερη προς το σύνολο του ακινήτου (ελαιοκτήματος) των εναγόντων, με ουδεμία για τους ίδιους χρηστική αξία (το επίδικο τμήμα των 61 τ.μ.), αφού δεν έχει καν ελαιοφύτευση. Εξάλλου, η εναγομένη εύλογα πίστευε -για διάστημα εγγίζον τα όρια της παραγραφής των ασκούμενων με την αγωγή δικαιωμάτων - ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν τα καταγόμενα με την κρινόμενη αγωγή δικαιώματά τους, η άσκηση των οποίων υπερβαίνει κατά τρόπο προφανή τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά παραδοχή ως και ουσιαστικώς βάσιμης της προτεινόμενης σχετικά ένστασης της εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση, δέχθηκε την αγωγή (ως προς το επίδικο τμήμα) ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε κι εφάρμοσε το νόμο και για το λόγο αυτό, πρέπει, αφού κρατηθεί η αγωγή και εξετασθεί από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί (κατά το επίδικο τμήμα των 60,95 τ.μ.), κατά τα προεκτεθέντα, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων έφεσης, εφόσον η αγωγή απορρίπτεται έτσι στο σύνολό της. ...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (πρβλ Ολομ.Α.Π. 9/1997, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 95/2017, Α.Π. 739/2011, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (πρβλ Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (πρβλ Α.Π. 68/2022, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (πρβλ Α.Π. 1654/2007, Α.Π. 1632/2007, Α.Π. 669/2007). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ. το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής καταστάσεως να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 1248/2018, Α.Π. 909/2017). Περαιτέρω, μεταξύ των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της από την ανωτέρω διάταξη ενστάσεως είναι και η επίκληση της υπάρξεως δικαιώματος, καθόσον μόνον υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να νοηθεί καταχρηστική άσκηση. Εάν αυτός που προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό αρνείται τα περιστατικά που στηρίζουν το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η από το ως άνω άρθρο ένσταση, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (Ολ.Α.Π. 17/1995, Α.Π. 721/2022, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 914/1987, Α.Π. 489/1976, Α.Π. 544/1972). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που εξετάζεται κατά λογική αναγκαιότητα, όπως κατωτέρω θα καταδειχθεί, πρώτος, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν συην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (αναιρεσιβληθείσα απόφαση) δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγμα που δεν προτάθηκε και πράγμα που δεν προτάθηκε νομίμως (και εξομοιούται με πράγμα που δεν προτάθηκε). Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την απορριφθείσα ως απαράδεκτη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος ενώ στο δικόγραφο της εφέσεως και στο πλαίσιο του τρίτου λόγου εφέσεως διατυπώθηκε παράπονο για τη "σιγή" κατ' ουσίαν απόρριψη της ως άνω ενστάσεως, χωρίς να γίνεται αναφορά στην απόρριψή της ως απαράδεκτης. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι το αυτό Δικαστήριο (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) έκρινε επί της αυτής ενστάσεως αν και αυτή δεν είχε προβληθεί νομίμως δηλαδή ως τέτοια, αλλά οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, οι συγκροτούντες την ιστορική της βάση, συνιστούσαν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, παραδεκτώς προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος και τούτο διότι με την άσκηση της από 14.09.2018 εφέσεώς της η αναιρεσίβλητη επιδιώκοντας την κατ' ουσίαν παραδοχή της ενστάσεώς της, από το άρθρο 281 του Α.Κ., για την οποία εσφαλμένως υπολάμβανε ότι είχε απορριφθεί σιγή, ενώ είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη με την υπ' αριθμ. 7/30.04.2014 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία συνεκκλήθηκε (άρθρο 513§2 του Κ.Πολ.Δ.) με την υπ' αριθμ. 29/27.12.2017 οριστική απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, κατ' αποτέλεσμα επεδίωξε την εν όλω ανατροπή της κρίσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την ένστασή της. Περαιτέρω, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, παραδεκτώς προτείνεται και είναι βάσιμος. Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη, ως εκκαλούσα, στην από 14.09.2018 έφεσή της και με τον τρίτο λόγο αυτής παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την "ένστασή" της από το άρθρο 281 του Α.Κ. ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός της αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σωρευτικώς με τους ισχυρισμούς της περί νομικής και ουσιαστικής αβασιμότητας της από 15.10.2011 αγωγής ως και παραγραφής του ασκούμενου με αυτή ουσιαστικού δικαιώματος.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της από το άρθρο 281 του Α.Κ., σύμφωνα με όσα σημειώθηκαν ανωτέρω, δεν συνιστούσε ένσταση (άρθρο 262§1 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά αρνητική απάντηση στην αγωγή και ως τέτοιος έπρεπε να αξιολογηθεί. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας τον τρίτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο η ανωτέρω διάδικος παραπονέθηκε για την απόρριψη της "ενστάσεώς" της από το άρθρο 281 του Α.Κ., αντιπαρήλθε τους λοιπούς λόγους εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε τον τρίτο λόγο της από 14.09.2018 εφέσεως ως παραδεκτό και βάσιμο, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε προς αναδίκαση την από 15.10.2011 αγωγή, αναδίκασε αυτή και την απέρριψε. Έτσι όμως κρίνοντας το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε πράγμα που δεν είχε προταθεί νομίμως και συγκεκριμένα δέχτηκε ως παραδεκτό και βάσιμο τον τρίτο λόγο εφέσεως και προχώρησε περαιτέρω, ενώ έπρεπε, επισημαίνοντας τη φύση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ως αρνητικής απαντήσεως στην αγωγή, να δεχτεί την έφεση και να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης εν συνόλω, λαμβάνοντας υπόψη και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν το ιστορικό της προβληθείσης ενστάσεως, όπως και τους λοιπούς λόγους εφέσεως. Επομένως, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να αναιρεθεί στο σύνολό της, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού λόγου, κατά παραδοχή του δεύτερου σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Πρέπει, επίσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εφόσον τέτοια σύνθεση είναι δυνατή (άρθρο 580§3 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που έχει καταβληθεί από τους αναιρεσείοντες (άρθρο 495§3 εδάφ. προτελευταίο του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των νικώντων αναιρεσειόντων πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, να επιβληθούν εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 214/26.07.2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο άνω Δικαστήριο, συγκείμενο από άλλο δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων προσδιορίζει δε το ποσό αυτών σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000,00€)..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ