ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 821/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 821/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 821/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 821 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 821/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΑΝΔΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, οδός Αγίας Σοφίας αρ. 38, με Α.Φ.Μ. 090000125, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, 1) Π. Γ., που ανακάλεσε την από 28-2-2024 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις, και 2) Στέλιο Σταματόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) - Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ - ΣΥΚΕΩΝ", ως καθολικού διαδόχου του Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Αγίου Παύλου", που εδρεύει στις Συκιές Θεσσαλονίκης, οδός Στρατηγού Σαράφη και Ι. Μιχαήλ αρ. 1, με Α.Φ.Μ. 998502113, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πρίτσινα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, οδός Βογατσικού αρ. 7, με Α.Φ.Μ. 090180433, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 6-9-2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6923/2015 εν μέρει οριστική, 2191/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1695/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του β' αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 21-09-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1695/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον σωματείο, με την επωνυμία "ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΑΝΔΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 21-05-2012 αγωγή εναντίον του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Δήμος Νεάπολης - Συκεών", ως καθολικού εκ του νόμου διαδόχου του Δήμου Αγίου Παύλου, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έχει την κυριότητα, νομή και κατοχή ποσοστού 13/24 μιας εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 29.559,18 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου Αγίου Παύλου, να αναγνωριστεί ως αποκλειστικός δικαιούχος της υπολοίπου αποζημίωσης, κατά ποσοστό 13/24, που καθορίστηκε με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο καταβολής αποζημίωσης του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ. για το ρυμοτομούμενο (προς διαπλάτυνση της "Λεωφόρου ΟΧΙ") εδαφικό τμήμα, εμβαδού 801,63 τμ, της ευρύτερης ως άνω έκτασης και να διαταχθεί η απόδοση της οφειλόμενης, εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, αποζημίωσης. Στο πλαίσιο της παραπάνω ανοιγείσας δίκης, το Ελληνικό Δημόσιο, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, άσκησε, εναντίον του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος σωματείου και εναντίον του εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Νεάπολης - Συκεών", την από 06-09-2013 κύρια παρέμβαση, αντιποιούμενο το αντικείμενο της δίκης ως μοναδικός αληθής κύριος και νομέας της επίδικης έκτασης. Ζήτησε δε, απορριπτομένης της αγωγής, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί της επίδικης έκτασης κατά το άνω ιδανικό μερίδιο (13/24). Επί των ανωτέρω αγωγής και κύριας παρέμβασης, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, ερήμην του δευτέρου των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, Δήμου Νεάπολης - Συκεών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η 6923/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Με την τελευταία α) απορρίφθηκαν (με σχετική οριστική διάταξή της), η αγωγή και η κύρια παρέμβαση αναφορικά με την περιγραφόμενη επιμέρους επίδικη έκταση των 3,910,28 τ.μ. του μη λειτουργούντος Κοιμητηρίου της Ευαγγελίστριας, ως αόριστες, διότι δεν γινόταν στην αγωγή ακριβής περιγραφή του εν λόγω εδαφικού τμήματος, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του, ούτε η έκταση αυτή αποτυπωνόταν στο ενσωματωμένο στην αγωγή και την παρέμβαση από Σεπτέμβριο του έτους 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π. Δ. β) κρίθηκε ότι με το άρθρο 51 του Διατάγματος της 5ης Μαρτίου 1928 το ενάγον Σωματείο δεν απέκτησε εκ του νόμου την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου, ούτε συνιστά το υπ' όψιν Διάταγμα νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, αφού με τις σχετικές διατάξεις ρυθμίστηκε το δικαίωμα διοίκησης και διαχείρισης των αναφερόμενων σε αυτό Ιερών Ναών, ενώ το ζήτημα της κυριότητας κ.λπ. των Ιερών Ναών επιχειρήθηκε να διευθετηθεί με το άρθρο 3 παρ, 6 του Ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιακών πόρων των εν ταις Νέαις Χώρες από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων". Ομοίως κρίθηκε ότι νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο δεν αποτελούν ούτε τα ως άνω δύο αναφερόμενα στην αγωγή συμβόλαια δωρεάς και αποδοχής δωρεάς, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αφού με αυτά το ενάγον προσπορίστηκε κυριότητα επί του μη επίδικου ιδανικού μεριδίου της άνω έκτασης και συνακόλουθα η αγωγή κατά την περί τακτικής χρησικτησίας βάση της απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. γ) έγινε (με ομοίως οριστική διάταξη) εν μέρει δεκτή η κύρια παρέμβαση και ως ουσία βάσιμη ως προς τον ερημοδικαζόμενο δεύτερο των καθ' ων αυτή, λόγω του τεκμηρίου ερημοδικίας, αφού οι περιεχόμενοι στην κύρια παρέμβαση (κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη) ισχυρισμοί του κυρίως παρεμβαίνοντος, θεωρήθηκαν ομολογημένοι, καθόσον πρόκειται για γεγονότα, για τα οποία επιτρέπεται ομολογία και αναγνωρίστηκε το κυρίως παρεμβαίνον, ως προς τον δεύτερο των καθ' ων Δήμο Νεάπολης - Συκεών, "...αποκλειστικός κύριος ποσοστού 13/24 εξ αδιαιρέτου της έκτασης, εμβαδού 25.614 τ.μ., η οποία βρίσκεται στο Δήμο Νεάπολης - Συκεών, όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 07.11.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, Ν. Τ. δ) κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η έκδοση της οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς τα ταχθέντα θέματα. Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, άσκησε κύρια παρέμβαση το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης". Στο δικόγραφο αυτής, στο οποίο ενσωματώνονται τόσο η αγωγή όσο και η κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, το παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. ισχυρίζεται ότι το ίδιο είναι κύριο του επίδικου ιδανικού μεριδίου (13/24) της επίμαχης έκτασης, την οποία προσδιορίζει κατά το ένα μεν τμήμα της σε 32.052,90 τ.μ., άλλως 25.648,90 τ.μ. (όπως αναφέρεται στην αγωγή), κατά το έτερο δε τμήμα της (νεκροταφεία Ευαγγελίστριας) σε 31.161,51 τ.μ., άλλως 3.910,12 τ.μ. (όπως στην αγωγή), που περιήλθε στην κυριότητά του αυτοδικαίως εκ του νόμου και δη του Ν. 4301/2014, δοθέντος ότι το ίδιο με βάση τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου είναι οιονεί καθολικός διάδοχος της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Θεσσαλονίκης, στην οποία ανήκε η επίμαχη έκταση, Ζήτησε δε, απορριπτομένων της αγωγής και της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, να αναγνωριστεί το ίδιο κύριο επί του άνω ποσοστού (13/24) του επίδικου ακινήτου. Η κύρια παρέμβαση, αφού διενεργήθηκε και η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη (αριθμ. 39/2016), συνεκδικάστηκε με την αγωγή και την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την δικάσιμο της 6ης Οκτωβρίου 2017 και εκδόθηκε η 2191/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση της Ιεράς Μητρόπολης ως αόριστη, απορρίφθηκε η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και έγινε δεκτή εν μέρει η κύρια παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου, Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και αναγνωρίστηκε ως συγκύριο, κατά ποσοστό 13/24 εξ αδιαιρέτου της επίδικης εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 25.648,90 τ.μ. περίπου. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης, ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: α) η από 20-04-2018 έφεση καθώς και οι από 5-12-2019 πρόσθετοι λόγοι του ήδη αναιρεσείοντος σωματείου, β) η από 30-04-2018 έφεση του ν.π.δ.δ με την επωνυμία "Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης" και γ) η από 16-4-2018 έφεση του Δήμου Νεάπολης - Συκεών. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η με αριθμό 1695/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που τις απέρριψε, την οποία προσβάλλει το ενάγον και ήδη αναιρεσείον σωματείο με την επωνυμία "Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης" με την κρινόμενη από 21-09-2022 αίτηση αναίρεσης, στρεφομένη κατά των 1. Του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ - ΣΥΚΕΩΝ", 2. Του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου και 3. Του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ". Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι το τρίτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Δ. Κ., την οποία προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της αίτησης κοινοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο τρίτο αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού αυτό δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τούτο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του.

Α. Η μη εξέταση από το δικαστήριο της ουσίας λόγου έφεσης θεμελιώνει όχι τον εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (αίτηση αδίκαστη) αλλά εκείνον εκ του ιδίου άρθρου αριθμού 8, δηλαδή της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πράγματος που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 11/1996). Ο λόγος αυτός πάντως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ρητά ή σιωπηρά. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σ' αυτήν αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ελέγχεται και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αναφέρεται σε ακυρότητες και απαράδεκτα που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, δεν εξέτασε τους λόγους της έφεσής του, με τους οποίος αυτό παραπονείτο, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και την εξαιτίας αυτής απόρριψη της αγωγής του, κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία. Επίσης, ισχυρίζεται ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της βάσης της αγωγής τη στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία, δεχθέν ότι με το λόγο αυτό πλήττεται μη συνεχόμενο με τα εκκληθέντα κεφάλαιο. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν, αναφορικά με τους παραπάνω λόγους, εκτίθενται τα εξής: "Περαιτέρω, ο τέταρτος (κατά την αρίθμηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων) πρόσθετος λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, υπό τη μορφή της αποδυναμώσεως, ως εκ της μακροχρόνιας συμπεριφοράς του, του δικαιώματός του (που είχε προβληθεί επικουρικώς και πρωτοδίκως) δεν αφορά τα προαναφερόμενα κεφάλαια που προσβάλλονται με την υπό κρίση έφεση (όπως μνημονεύονται αναλυτικά ανωτέρω), ούτε τα κεφάλαια τα οποία συνέχονται αναγκαίως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια και επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος. Οι υπόλοιποι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με έφεση και συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, έχουν συναφώς ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι και το επίδικο ακίνητο, ήτοι το εξ αδιαιρέτου ποσοστό 13/24 της άνω περιγραφείσας έκτασης των 25.648,90 τ.μ. (όπως άλλωστε και το υπόλοιπο ιδανικό μερίδιο των 11/24 της ίδιας έκτασης), αποτελούσε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας βοσκότοπο - δημόσια γαία (μιριγιέ), του άρθρου 3 περ. β' του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 1 Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί της οποίας οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνον δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), με την έκδοση σχετικού ταπίου, το οποίο (επίδικο ιδανικό μερίδιο της άνω έκτασης), μετά την απελευθέρωση περιήλθε, στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν αποκτήθηκε (και) επ' αυτής (όπως αντιθέτως συνέβη στο μη επίδικο ιδανικό μερίδιο των 11/24 που εξουσιάζονταν από ιδιώτες κατά παραχώρηση με ταπιά του Τουρκικού Δημοσίου) δικαίωμα εξουσίασης από ιδιώτες, με την έκδοση και γι' αυτό (επίδικο ιδανικό μερίδιο) ταπίων (τέτοιος ισχυρισμός άλλωστε δεν προβάλλεται από κανένα από τους διαδίκους), και όχι στην Κοινότητα Αγίου Παύλου και στην συνέχεια τον Δήμο Αγίου Παύλου, αφού δεν επρόκειτο για έκταση που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής. Δεν ήταν δηλαδή γαία της περίπτωσης δ' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 3 του ΟΘΝπΓ, ήτοι εγκαταλελειμμένη σε κοινότητα γαία (μετρουκέ), προορισμένη για την κοινή χρήση των κατοίκων της. Συνακόλουθα, η αγωγή του εκκαλούντος Σωματείου παρίσταται απορριπτέα ουσία αβάσιμη. Τούτο διότι, η επίδικη βοσκήσιμη γαία δεν είχε αφεθεί σε κοινή χρήση κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και επομένως δεν περιήλθε μετά την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό στην Κοινότητα Αγίου Παύλου και μετέπειτα στον καθολικό της διάδοχο Δήμο Αγίου Παύλου και ήδη τον εναγόμενο Δήμο Νεάπολης - Συκεών, ώστε να είναι δυνατή η κτήση του επίδικου ιδανικού μεριδίου 13/24 αυτής από το ενάγον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως αβάσιμα το τελευταίο ισχυρίζεται." Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ως απαράδεκτος απορρίφθηκε ο τέταρτος πρόσθετος λόγος εφέσεως του αναιρεσείοντος που αφορούσε την προβληθείσα από αυτόν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του δεύτερου αναιρεσίβλητου περί του οποίου θα λεχθεί κατωτέρω, ενώ ο τρίτος πρόσθετος λόγος έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και όχι ως απαράδεκτος. Εξάλλου και ο ισχυρισμός του περί κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία εξετάσθηκε από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς, κατ' ορθή εκτίμηση, 8 (και όχι 9) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Β. Eπειδή επί τουρκοκρατίας, υπό το κράτος του οθωμανικού δικαίου, το οποίο αγνοούσε την έννοια του νομικού προσώπου, οι χριστιανικές εκκλησίες (Ναοί) εν γένει δεν αναγνωριζόντουσαν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγνωριζόντουσαν όμως DE FACTO ως περιουσιακές ολότητες (UNIVERSITAS BONORUM) προορισμένες για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και φιλανθρωπικού σκοπού τους, των οποίων τη διαχείριση, ως επί ιδίου πράγματος, ασκούσαν κατά τα παραχωρηθέντα από το Σουλτάνο προνόμια του Γένους, οι κατά τόπους αρχές με επιτρόπους της Ορθόδοξης Κοινότητας υπό την προεδρία του Επιχωρίου Επισκόπου, μέσου δε των προνομίων αυτών, τα οποία επικυρώθηκαν και με τα Σουλτανικά Διατάγματα του Χάρτι - σερίφ του 1839 και Χάττι- Χουμαγκούν της 18 Φεβρουαρίου 1856, οι υποθέσεις των χριστιανικών καθιδρυμάτων υπαγόντουσαν στη δικαιοδοσία των Πατριαρχικών Δικαστηρίων, που εφάρμοζαν τους Βυζαντινούς νόμους, οι οποίοι χρησίμευαν ως νόμοι του Ελληνικού Έθνους. H πραγματική αυτή κατάσταση που υπήρχε στις Νέες Χώρες κατά το χρόνο της απελευθέρωσής τους από την Ελλάδα, περιβλήθηκε νομοθετικό κύρος με το Ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων", στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου εμπίπτει η κτήση κυριότητας με βάση την υπό εκκλησιαστικών εν γένει καθιδρυμάτων κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας διαχείριση ακινήτων και την διάθεση των από την διαχείριση αυτή προσόδων προς κοινωφελείς σκοπούς, όπως και η συντήρηση των εκκλησιών. Ειδικότερα, στο νόμο αυτόν προβλέπονται τα εξής: Άρθρο 1: "1. Από 1η Απριλίου 1921 αι από Τουρκοκρατίας εν ταις Νέαις Χώραις, πλην της Κρήτης και Σάμου, υφιστάμεναι Ορθόδοξοι Χριστιανικοί Κοινότητες καταργούνται αυτοδικαίως και αι διοικούσαι αυτές αντιπροσωπείαι, εφορίαι ή άλλαι επιτροπείες θεωρούνται αυτοδικαίως διαλελυμέναι. 2. Συντελουμένης της κατά τον παρόντα Νόμο εξακριβώσεως της περιουσίας κοινότητος τινός προ της ανωτέρω προθεσμίας, η κατάργησις δύναται να διαταχθεί διά Β. Διατάγματος και προ της προθεσμίας ταύτης". Άρθρο 2: "1. Εις πάσαν πόλιν ή χωρίον, κατοικούμενην υπό μικτού πληθυσμού χριστιανών μετά μουσουλμάνων ή Ισραηλιτών, δύναται να συσταθεί "Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία" έχουσα υπό την δικαιοδοσία αυτής όλους τους εν τη τέως περιφερεία της καταργούμενης ορθοδόξου κοινότητος κειμένους ιερούς ναούς, νεκροταφεία και εξωκκλήσια και πάντα τα επ' αυτής τέως ηρτημένα κοινωφελή φιλανθρωπικά ή άλλα ευαγή ιδρύματα. 2. Εκαστη ανωτέρα ενοριακή αντιπροσωπεία διατελούσα υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και υπό την προεδρίαν του οικείου Μητροπολίτου ή Επισκόπου ή του αρχιερατικού αυτού επιτρόπου, αποτελείται αναλόγως του εν τη περιφερεία αυτής πληθυσμού εξ έξ μέχρις είκοσι τεσσάρων μελών εκλεγόμενων μεταξύ των ενοριτών εν μεν ταις πόλεσι και χωρίοις όπου κατά τον νόμον περί ενοριών υφίσταται εις και μόνος ενοριακός ναός απευθείας υπό των ενοριτών, παντού δε αλλού υπό γενικής συνελεύσεως αποτελουμένης είτε εκ των μελών όλων των εκκλησιαστικών συμβουλίων των εν τη πόλη ενοριακών ναών είτε εξ ειδικών αντιπροσώπων εκλεγομένων παρ' εκάστης ενορίας. Τα της εκλογής θέλουσι κανονισθεί διά Β. Διατάγματος. 3. Η σύστασις εκάστης ανωτέρας ενοριακής αντιπροσωπείας γίνεται δια διατάγματος, ορίζοντος και τον αριθμό των μελών αυτής εντός του ορίου της προηγούμενης παραγράφου. 4. Τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των ανωτέρω ενοριακών Αντιπροσωπειών, ο επί των πράξεων της διαχειρίσεως αυτών έλεγχος και εποπτεία του υπουργείου ως και ο τρόπος διοικήσεως των υπ' αυτάς κοινωφελών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και η δικαιοδοσία των Ανωτέρων ενοριακών Αντιπροσωπειών επί των "Ταμείων εκπαιδευτικής πρόνοιας" κανονισθήσονται διά Β. Διατάγματος". Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης, του άνω άρθρου 2 παρ. 4 του άνω Ν. 2508/1920, εκδόθηκε το από 05.03.1928 Διάταγμα "Περί Οργανισμού της Ανωτέρας Ενοριακής Αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης και των υπ' αυτήν ιδρυμάτων και ενοριακών ναών". Στο άρθρο 51 του Διατάγματος αυτού ορίζεται ότι: "Οι ιεροί Ναοί Ευαγγελίστριας και Αγίας Παρασκευής μετά των ομωνύμων Νεκροταφείων και του Ναού του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου ανήκουσιν εις την ενταύθα Φιλόπτωχον Αδελφότητα και διοικούνται υπ' αυτής συμφώνως προς την μεταξύ της τέως Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητας Θεσσαλονίκης και της ειρημένης αδελφότητας σύμβασιν της 26 Απριλίου 1875, μετά δε την τυχόν διάλυσιν αυτής περιέρχονται εις το Θεαγένειον Νοσοκομείον". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται το ζήτημα της διοίκησης και διαχείρισης των αναφερόμενων σε αυτήν Ιερών Ναών και νεκροταφείων, που παραχωρείται στο ενάγον Σωματείο και δε ρυθμίζεται το δικαίωμα κυριότητας επ' αυτών. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι το υπ' όψιν Διάταγμα εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2508/1920, που είχε το προπαρατεθέν περιεχόμενο (αφορούσε, δηλαδή, τα καθήκοντα και τα δικαιώματα των ανωτέρω ενοριακών Αντιπροσωπειών, τον επί των πράξεων της διαχείρισης αυτών έλεγχο και εποπτεία του υπουργείου, καθώς και τον τρόπο διοίκησης των υπό αυτές κοινωφελών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και τη δικαιοδοσία των Ανωτέρων ενοριακών Αντιπροσωπειών επί των "Ταμείων εκπαιδευτικής πρόνοιας"). Αντίθετα, το ζήτημα της κυριότητας των Ιερών Ναών κ.λπ. επιχειρήθηκε να διευθετηθεί με το άρθρο 3 παρ. 6 του ίδιου Νόμου, με το οποίο ορίσθηκε ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα, τη διαχείριση των οποίων είχαν επί Τουρκοκρατίας οι αρχές και επιτροπές των Ορθοδόξων Κοινοτήτων ή των υπαγομένων σ' αυτές επί μέρους ιδρυμάτων, στα οποία, όπως είναι φανερό περιλαμβάνονται και τα παντός είδους νομικά πρόσωπα, των οποίων ακινήτων τις προσόδους οι ανωτέρω αρχές, επιτροπές, ιδρύματα και νομικά πρόσωπα διέθεταν για την εξυπηρέτηση κάποιου από τους σκοπούς που μνημονεύονται στο νόμο αυτό, μεταξύ των οποίων και οι κοινωφελείς, αναγνωρίζονται ως περιουσίες τους που έχουν αποκτηθεί νομίμως και αν ακόμα οι τίτλοι τους έχουν εκδοθεί στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί κάποια ακυρότητα κτήσης κατά τον οθωμανικό νόμο, είτε λόγω έλλειψης ικανότητας προς κτήση από το αποκτών νομικό πρόσωπο, είτε λόγω του ανεπίδεκτου μεταβίβασης του ακινήτου με πράξη αιτία θανάτου, είτε για μη τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων κατά τη μεταβίβαση. Με τη διάταξη αυτή έπαψε να υπάρχει εξ υπαρχής η ανικανότητα των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων, επομένως και των νομικών προσώπων, να αποκτήσουν κυριότητα, η οποία υπήρχε στο παρελθόν, σύμφωνα με το καθεστώς το οποίο ίσχυε επί τουρκοκρατίας (ανυπαρξία νομικών προσώπων), η κτήση, όμως, αυτή της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δεν επερχόταν αμέσως από το νόμο, αλλά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 εδ, β'και 6, 11 παρ. 1, 14 παρ. 1,15 παρ. 1, 16, 19 παρ. 1 και 2 και 21 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετά την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο νόμο αυτό και την, μετά από τη νόμιμη συλλογή και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώρισή της με απόφαση των αρμοδίων κατά τη διάταξη του άρθρου 11 επιτροπών (ΟλΑΠ 1741/1980). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο ανήκουν και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, ήτοι εκείνες που ρυθμίζουν εξαναγκαστικά, κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, τις σχέσεις άδηλου αριθμού προσώπων (ΑΠ 1099/2015). Ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και το αποδιδόμενο σε αυτήν νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς ( Ολ ΑΠ 2/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και συνεπεία αυτής μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 51 του προαναφερθέντος Διατάγματος της 5ης Μαρτίου 1928 απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του (αποτελούντα και βάση της αγωγής του) ότι απέκτησε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ex lege κατά τις μνημονευόμενες διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, επικυρώνοντας την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ εάν εφάρμοζε ορθά τη διάταξη αυτή, θα έκανε δεκτή την αγωγή του μετά από παραδοχή της έφεσής του. Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν, αναφορικά με τον παραπάνω λόγο, αφού εκτέθεται η μείζων πρότασή της με την παράθεση της νομικής σκέψης που προαναφέρεται και στην παρούσα απόφαση στη συνέχεια διαλαμβάνονται τα εξής: Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάστηκε, με επιμέλεια του ενάγοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ........αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο, που βρίσκεται επί της Λεωφόρου "ΟΧΙ", στην εκτός σχεδίου και εντός ζώνης περιοχή της Δημοτικής Κοινότητας Αγίου Παύλου του Δήμου Νεάπολης Συκεών, είναι ιδανικό μερίδιο 13/24 εδαφικής έκτασης, συνολικού εμβαδού 25,648,90 τ.μ., που συνορεύει βόρεια με την λεωφόρο "ΟΧΙ" της οικιστικής ενότητας Αγίου Παύλου, νότια με χώρο σχολείου και με την οικιστική ενότητα της Ευαγγελίστριας, δυτικά με το νοσοκομείο "Άγιος Δημήτριος" και με οριοθετημένο ρέμα, πέραν δε αυτού με πάρκο (Κήποι του Πασά) και ανατολικά με τον Ιερό Ναό Αποστόλου Παύλου και το περιαστικό δάσος "Σέιχ-Σου", όπως αυτή εμφαίνεται στο συνημμένο στην υπ' αριθμ, 39/21,06.2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Κ. Τ., από Σεπτέμβριο του έτους 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θεσσαλονίκης Π. Δ. υπό περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ...................Με την υπ' αριθμ. ....1875 σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος, ιδρυθέντος κατά το έτος 1871, σωματείου και της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Θεσσαλονίκης, η τελευταία παραχώρησε στο εκκαλούν Σωματείο, κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου, το δικαίωμα να ανεγείρει, με δικές του δαπάνες νεκροταφείο, για την ταφή των ελληνορθόδοξων χριστιανών της τουρκοκρατούμενης πόλης της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την σύμβαση αυτή, το εκκαλούν όφειλε εντός ενός μεν έτους από την υπογραφή της ν' αρχίσει το περιτείχισμα του νεκροταφείου (ο τρόπος κατασκευής του οποίου και οι διαστάσεις του μνημονεύονται στην σύμβαση) και να διαχαράξει τις σε αυτό διαιρέσεις, εντός δε τριετίας να αποπερατώσει τούτο, ενώ σε αυτήν προβλέπονται και τα είδη των τάφων του νεκροταφείου. Το εκκαλούν ανέλαβε και την υποχρέωση να ανεγείρει ναΐσκο εντός του νεκροταφείου, όπισθεν δε να κατασκευάσει το οστεοφυλάκιο, καθώς και κατοικία για τον φύλακα παρά την πύλη, άμα το επέτρεπαν οι πόροι, καθώς και να προσφέρει το αναγκαίο υλικό και προσωπικό για την νεκροπομπή. Κατ' άρθρο 7 της σύμβασης: "Τα έσοδα, έξοδα και εν γένει η διαχείρισις του Νεκροταφείου ανήκουσιν εις την Φιλόπτωχον Αδελφότητα", κατά δε το άρθρο 8 αυτής: "Η διαχείρισις των έργων του νεκροταφείου ενεργείται υπό ειδικής επιτροπής, διοριζόμενης παρά της Φιλοπτώχου Αδελφότητος εις ην θα παρίσταται και εις αντιπρόσωπος της κοινότητος, διοριζόμενος παρά της Δημογεροντίας και της εικοσιτετραμελούς επιτροπής και έχων δικαίωμα ψήφου και αποστολήν να επιβλέπη εις την ακριβή τήρησιν του παρόντος Κανονισμού, εν περιπτώσει δε παραβάσεως τούτου, ν' αναφέρηται ούτος κατά πρώτον μεν εις την Διοικητικήν Επιτροπήν της Φιλοπτώχου Αδελφότητος, κατά δεύτερον δε βαθμόν εις την Δημογεροντίαν και την εικοσιτετραμελή Επιτροπήν, εις ην θα εγκαλή την Φιλόπτωχον Αδελφότητα προς απολογίαν και εν περιπτώσει παραβάσεως προς επανόρθωσιν αυτής". Στο άρθρο 9 ορίστηκε ότι, από τα πρώτα χρήματα που θα εισπράττονταν θα πληρώνονταν προς την Φιλόπτωχο Αδελφότητα τα χρέη του νεκροταφείου, μετά δε την απόσβεση αυτών, αυτή όφειλε να ανεγείρει τον ως άνω ναΐσκο και ό,τι άλλο κατεπείγον προς καλλωπισμό του νεκροταφείου, όπως αρχή δενδροφυτειών κ.λπ., μετά δε ταύτα να διαθέτει το περίσσευμα των εσόδων του νεκροταφείου προς επιτυχία του σκοπού αυτής κατά τον κανονισμό της. Κατ' άρθρο 10 της συμβάσεως: "Εν περιπτώσει διαλύσεως της Φιλοπτώχου Αδελφότητος το Νεκροταφείον περιέρχεται υπό την δικαιοδοσίαν του ήδη υφισταμένου Νοσοκομείου, τα κεκτημένα όμως δικαιώματα μένουσιν άθικτα". Κατά το τελευταίο δε άρθρο 11 της συμβάσεως: "Εάν η Φιλόπτωχος Αδελφότης εγκρίνη δύναται κατόπιν να ανεγείρει και έτερον Νεκροταφείον παρά την θέσιν της Αγίας Παρασκευής, όπερ θέλει θεωρείσθαι ως παράρτημα του κυρίου Νεκροταφείου. Οφείλει όμως προηγουμένως να καθυποβάλλη υπό έγκρισιν της δημογεροντίας και της εικοσιτετραμελούς Επιτροπής το σχέδιον και τας διατάξεις του παραρτήματος αυτού". Από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της υπ' όψιν συμβάσεως, σαφώς συνάγεται ότι σε αυτήν ουδόλως προσδιορίζεται η εδαφική έκταση επί της οποίας θα ανεγειρόταν το νεκροταφείο, ούτε γινόταν οιαδήποτε μνεία περί ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων επ' αυτού, αλλ' απλώς (ανεξαρτήτως του τόπου) παραχωρήθηκε από την Ελληνορθόδοξη Κοινότητα στο ενάγον Σωματείο το δικαίωμα ανέγερσης και διαχείρισης του νεκροταφείου, υπό την εποπτεία της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας, με την διενέργεια από το ενάγον των σχετικών αναγκαίων δαπανών και την είσπραξη των εσόδων από την λειτουργία του, ενόψει του γεγονότος ότι η ανέγερση αυτού και των εν γένει συνοδευτικών εγκαταστάσεων, θα γινόταν με δαπάνες του τελευταίου (ενάγοντος). Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής το ενάγον, προέβη σε κατάληψη έκτασης, εμβαδού 40.401 τ.μ., εκτός των ανατολικών τειχών της Θεσσαλονίκης και πλησίον αυτών, στην οποία περιλαμβάνονταν και η περιοχή των Λατομείων, του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου και του Κέδρηνου Λόφου. Ακολούθως περιέφραξε μέρος της καταληφθείσας έκτασης προς το νότιο τμήμα της, με την κατασκευή υψηλού λίθινου περιτειχίσματος και προέβη στον καλλωπισμό της με δεντροφυτεύσεις, ενώ σταδιακά και μετά την πάροδο κάποιων ετών (περί τα πέντε), ολοκλήρωσε την κατασκευή, εντός του περιφραγμένου νότιου τμήματος της άνω εκτάσεως του Νεκροταφείου της Ευαγγελίστριας μαζί με τον ομώνυμο Ιερό Ναό, που λειτούργησαν υπό την διαχείρισή του μέχρι το έτος 1931, δοθέντος ότι δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 5148/1931 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.Δ. της 17.12.1923 "Περί Ενοριακών Ναών και Εφημερίων" (Φ.Ε.Κ. Α' 234/1931), η διοίκηση και διαχείριση των νεκροταφείων περιήλθε (έκτοτε) στους Δήμους και τις Κοινότητες. Επίσης, το ενάγον ανήγειρε στο βόρειο τμήμα της ανωτέρω έκτασης, κατά το έτος 1920, πλησίον του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου, Μικρό Ναό του Αποστόλου Παύλου. ....με το άρθρο 51 του από 05.03.1928 Διατάγματος "Περί Οργανισμού της Ανωτέρας Ενοριακής Αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης και των υπ' αυτήν ιδρυμάτων και ενοριακών ναών", το ενάγον δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας, επί των αναφερόμενων σε αυτό Νεκροταφείων και Ιερών Ναών (μεταξύ αυτών και επί του Μικρού Ναού του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου, που βρίσκεται εντός της επίδικης έκτασης). Περαιτέρω, το ενάγον σωματείο με το υπ' αριθμ. ....1931 συμβόλαιο αποδοχής δωρεάς, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι. Ρ., και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, προέβη σε αποδοχή δωρεάς κατά το έτερο ποσοστό 11/24 εξ αδιαιρέτου έκτασης 50.000 τ.μ. περίπου (στην οποία συμπεριλαμβάνεται η επίδικη εν προκειμένω έκταση, όπως ειδικότερα θα αναφερθεί κατωτέρω), στην οποία δωρεά προς το ενάγον σωματείο είχαν προβεί οι κύριοι του εν λόγω ιδανικού μεριδίου, Β. Κ. του Μ. και Ε. σύζυγος Β. Κ., με το υπ' αριθμ. ....1931 συμβόλαιο δωρεάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που είχε, ομοίως, νομίμως μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται στο σημείο τούτο ότι, κατά τα αναφερόμενα στο άνω συμβόλαιο αποδοχής δωρεάς, το ενάγον σωματείο αποδέχεται την δωρεά ευχαριστώντας τους δωρητές, αν και, όπως ισχυρίζεται, την έκταση που δωρίζεται την κατείχε και την νεμόταν από αμνημονεύτων χρόνων η Φιλόπτωχος Αδελφότης. Αντιθέτως, ουδόλως ισχυρίζεται ότι το ακίνητο που δωρίζεται, είχε αποκτήσει αυτοδικαίως εκ του νόμου με την προαναφερθείσα ....διάταξη του άρθρου 51 του, πολύ πρόσφατου μάλιστα τότε, ως άνω από 05.03.1928 Διατάγματος. Επίσης, ενώ υποστηρίζει (νόμω αβάσιμα,....ότι και από την ακροτελεύτια διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου, κατά την οποία, μετά την τυχόν διάλυση του ενάγοντος οι αναφερόμενοι ιεροί Ναοί κ.λπ. περιέρχονται εις το Θεαγένειον Νοσοκομείον, ενισχύεται η (εσφαλμένη κατά τα ανωτέρω) άποψή του ότι το συγκεκριμένο άρθρο ρυθμίζει και το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών, σύμφωνα με το καταστατικό του, το οποίο ουδόλως τροποποίησε ώστε να εναρμονιστεί με τις ανωτέρω απόψεις του, σε περίπτωση διαλύσεως του ενάγοντος Σωματείου η κινητή και ακίνητη περιουσία αυτού περιέρχεται κατά πλήρη κυριότητα στο Χαρίσειο Γηροκομείο Θεσσαλονίκης. ...........Σε αρμονία με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον το κυρίως παρεμβαίνον, ελληνικό Δημόσιο κατέστη και εξακολουθεί να είναι κύριος του επίδικου ιδανικού μεριδίου13/24 της άνω έκτασης των 25.648,90 τ.μ.. η κύρια παρέμβασή του είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή του εκκαλούντος Σωματείου (κατά το τμήμα της που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη), ως ουσία αβάσιμη και δέχθηκε ως βάσιμη την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων (κατά το μέρος που οι λόγοι τους κρίθηκαν παραδεκτοί) της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων του Σωματείου με την επωνυμία "Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών Θεσσαλονίκης"...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι το ενάγον (ήδη αναιρεσείον) δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί των αναφερομένων σε αυτό νεκροταφείων και ιερών ναών (μεταξύ αυτών και επί του μικρού ναού του Αγιάσματος του Αγίου Παύλου), που ταυτίζονται με την επίδικη έκταση) ex lege, με το άρθρο 51 του από 05.03.1928 Διατάγματος, καθόσον με τη διάταξη αυτή (σε συνδυασμό με την από 26 Απριλίου 1875 σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία παραχωρήθηκε από την τελευταία στο ενάγον αποκλειστικά και μόνο το δικαίωμα ανέγερσης και διαχείρισης των προαναφερομένων νεκροταφείων και του ιερού ναού Ευαγγελίστριας) ρυθμίσθηκε το ζήτημα της διοίκησης και διαχείρισης (και όχι της κυριότητος) των αναφερομένων σε αυτήν ναών και νεκροταφείων, σύμφωνα και με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, υπό στοιχείο (Β). Στη συνέχεια απέρριψε τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές του, ώστε, με την παράλειψη της εφαρμογής της, να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που του αποδίδεται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 522 του ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το εφετείο κρίνει αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάσισε σωστά με βάση τα παράπονα, τα οποία περιλαμβάνονται στην έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Σφάλματα της απόφασης που δεν προσβλήθηκαν από τον εκκαλούντα δεν λαμβάνονται υπόψη. Αν η εκκαλούμενη απόφαση περιέχει περισσότερες επιβλαβείς για τον εκκαλούντα διατάξεις, δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση για όλες αλλά μόνο για εκείνες για τις οποίες προβάλλονται παράπονα με την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Εξάλλου, η δημιουργούμενη με την κύρια παρέμβαση δίκη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της δίκης για την αγωγή. Η διάταξη δε της απόφασης για την κύρια παρέμβαση αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο μη συνεχόμενο με το αναφερόμενο στην αγωγή. Με την έφεση ως προς το κεφάλαιο της αγωγής δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπόθεση και ως προς το κεφάλαιο της κύριας παρέμβασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Οι πρόσθετοι λόγοι, παρά τον αυτοτελή τους χαρακτήρα από άποψη περιεχομένου, εξαρτώνται από την έφεση, φέρουν δε, σε σχέση με αυτήν, παρακολουθηματικό χαρακτήρα. Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) Προϋποθέτουν άσκηση έφεσης, συνεπώς χωρίς έφεση πρόσθετοι λόγοι δεν νοούνται. β) Για την κατ' ουσίαν έρευνα αυτών, απαιτείται η έφεση να έχει ασκηθεί παραδεκτώς, εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. Οι πρόσθετοι λόγοι δεν συζητούνται, αλλ' απορρίπτονται χωρίς έρευνα της ουσίας αυτών, αν η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή τυπικώς άκυρη, επειδή δεν περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο. γ) Δεν μπορούν να αναφέρονται σε οποιοδήποτε κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, αλλά μόνο στα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ή τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αν η έφεση στρέφεται μόνο κατά της διάταξης που απορρίπτει την αγωγή δεν συμμεταβιβάζεται το κεφάλαιο περί κύριας παρέμβασης και αντιστρόφως, καθόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν εκτείνεται στην ασκηθείσα πρωτοδίκως κύρια παρέμβαση, αλλά η σχετική κρίση πρέπει να προσβάλλεται αυτοτελώς. Έτσι επί απόρριψης της αγωγής και αποδοχής της κύριας παρέμβασης τα οικεία κεφάλαια της απόφασης θα πρέπει να προσβάλλονται αυτοτελώς από τον ηττηθέντα ενάγοντα, το μεν πρώτο έναντι του εναγομένου, το δε δεύτερο έναντι του κυρίως παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1207/2003). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη (από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) της ένστασής του καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του κυρίως παρεμβαίνοντος (στην πρωτόδικη δίκη) Ελληνικού Δημοσίου. Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 20-04-2018 έφεσης του αναιρεσείοντος και δη τόσο από το περιεχόμενο όσο και από το αίτημα αυτής, που έχει επί λέξει ως εξής: "Να εξαφανισθεί εν μέρει, για τους αναφερόμενους στο ιστορικό λόγους η εκκαλουμένη... ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαιά της και προς το σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η υπ' αριθμ. 19365/2012 αγωγή μου"...προκύπτει ότι με αυτήν προσβάλλεται μόνο η απορριπτική της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος διάταξη της πρωτόδικης απόφασης και όχι και η διάταξη με την οποία έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, εφόσον με την έφεση δεν προσβλήθηκε το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε την κύρια παρέμβαση, απαραδέκτως επαναφέρθηκε με τον 4ο πρόσθετο λόγο της έφεσης η πρωτοδίκως προταθείσα από το αναιρεσείον (ενάγον - καθ' ου η κύρια παρέμβαση) ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του κυρίως παρεμβαίνοντος, αφού δεν αφορούσε ίδιο ή αναγκαία συνεχόμενο με την έφεση κεφάλαιο.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση που απέρριψε τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η προβαλλομένη, με τον ίδιο λόγο, αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον 4ο πρόσθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, χωρίς καμία αιτιολογία, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα διότι ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται εν προκειμένω αφού δεν διατυπώθηκε αιτιολογία επί της ουσίας. Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Επίσης, δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο (έστω και εσφαλμένα) τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 559/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου που το αναιρεσείον είχε προτείνει πρωτοδίκως όσον αφορά την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και την οποία επανέφερε στο Εφετείο με την επίκληση (στο εφετήριο) της πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων. Την παραπάνω ένσταση το αναιρεσείον (καθ' ου η κύρια παρέμβαση), ως ηττηθείς διάδικος, θα μπορούσε να επαναφέρει στο Εφετείο μόνο με συγκεκριμένο λόγο έφεσης, όπως και πράγματι έκανε με τον 4ο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, ο οποίος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος από το δικάσαν Δικαστήριο με την παραδοχή ότι αυτός δεν αφορά τα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ούτε τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, είναι αβάσιμος, διότι, από τις προεκτεθείσες (υπό στοιχείο Α) παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, διότι απαραδέκτως επαναφέρθηκε ενώπιον του. Ε. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της απόφασης σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1033/2022, 407/2020, ΑΠ 112/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη: α) την με αριθμό 1590/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης β) την με αριθμό 843/1981 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και γ) το με αριθμό ...-2006 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της πpoσβαλλόμεvης απόφασης, και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτήν διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία εκτιμήθηκαν αυτοτελώς ως έγγραφα ή ως δικαστικά τεκμήρια, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος. Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

ΣΤ. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που μαζί με την Σύμβαση κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Επιδιώκεται, δηλαδή, με τη διάταξη αυτή η προστασία της περιουσίας του φυσικού ή νομικού προσώπου από κάθε στέρηση, την οποία αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτήν, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (ΟλΑΠ 896/1985, ΟλΣτΕ 3521/1992). Η προστασία που παρέχεται με τις διατάξεις αυτές δεν είναι απόλυτη, διότι είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρο, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο από αυτούς σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 968/2010). Ειδικότερα, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ειδικότερα, για την περίπτωση της στέρησης της ιδιοκτησίας, η αρχή της αναλογικότητας οδηγεί στην διαμόρφωση μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος υπέρ του κοινωνικού συνόλου και της επιτασσόμενης προστασίας της ιδιοκτησίας ως ατομικού δικαιώματος (ΑΠ 968/2010). Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή, το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή, να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 629/2019). Kατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016). Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον με τις παραδοχές της ότι η κυριότητα της επίδικης έκτασης δεν ανήκει στο αναιρεσείον αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο ανέτρεψε "....μια διαμορφωμένη και υπαρκτή πραγματική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας το σύνολο της πόλης της Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένου ικανού αριθμού τοπικών αρχών αλλά και Υπουργείων αναγνώριζαν επί 125 και πλέον έτη το σωματείο μας ως το μόνο και αληθή κύριο της επίδικης έκτασης"...Προς επίρρωση δε του ανωτέρω ισχυρισμού του το αναιρεσείον επικαλείται τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις εξής υποθέσεις: Ζαφρανάς κατά Ελλάδας (απόφαση της 4-10-2011), Μεγάλη του Γένους Σχολή κατά Τουρκικής Δημοκρατίας (απόφαση 2007), Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατά Τουρκικής Δημοκρατίας (αποφάσεις 2008 και 2010) και Μονές κατά Ελληνικού Δημοσίου (απόφαση 1994). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ εξάλλου με το λόγο αυτό, υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσβάλλεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Ζ. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...". Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας. Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Περαιτέρω, πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής συντάσσεται και κατά παντός αυτογνωμόνως επιλαμβανομένου οποιουδήποτε κτήματος ανήκοντος στην δημόσια περιουσία του Κράτους, αντικείμενο δε της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής είναι αποκλειστικά το κύρος του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου και όχι η αναγνώριση της κυριότητας ή έστω η προσωρινή ρύθμιση της νομής ή άλλα ουσιαστικά δικαιώματα του Δημοσίου ή οποιουδήποτε άλλου. Όλα αυτά τα ζητήματα εξετάζονται παρεμπιπτόντως αλλά μόνον ως προδικαστικά ζητήματα και όχι ως αντικείμενο της σχετικής δίκης χωρίς να καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο, μόνον ως προς το κύρος του ανακοπτόμενου πρωτοκόλλου και όχι για τα εκατέρωθεν ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων (ΑΠ 1293/2024).

Εξάλλου, από την ίδια τη φύση του δεδικασμένου γίνεται σαφές ότι ενυπάρχει σε αυτό η δικαιϊκή αρχή non bis in idem (ουχί δις επί τω αυτώ) ή bis de eadem re ne sit actio (δεν δίδεται αγωγή δύο φορές για το ίδιο αντικείμενο). (ΑΠ 2168/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της σύμβασης της Ρώμης (εμπεριέχουσας την αρχή nε bis in idem), επειδή το Εφετείο, κατά το αναιρεσείον, με την προσβαλλομένη απόφαση και την κρίση ότι το επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο "....κατέστησε άνευ αντικειμένου τις προηγούμενες δικαιοδοτικές κρίσεις που εξέφεραν οι αποφάσεις ΜΠρΘεσ 843/1982 και ΕιρΘεσ 1590/1980, αμφότερες προ πολλού τελεσίδικες και αμετάκλητες"....Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κάθε περίπτωση όμως είναι και αβάσιμος. Και τούτο διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ανωτέρω λόγου, των ως άνω αποφάσεων, προκύπτει ότι αυτές εκδόθηκαν (σε πρώτο βαθμό και κατ' έφεση), κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί ανακοπής τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα του Γ. Λ., ιερέως του Ι.Ν Αγίου Παύλου (ευρισκομένου στην επίδικη έκταση) κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία (ανακοπή) ζητείτο η ακύρωση του ... πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής εκδοθέντος από το Δασάρχη Θεσσαλονίκης, που αφορούσε τμήμα της επίδικης έκτασης. Στη δίκη εκείνη παρενέβη προσθέτως υπέρ του ανακόπτοντος το αναιρεσείον. Με την 1590/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, επικυρωθείσα με την 843/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού κρίθηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης, ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο. Με τις παραπάνω αποφάσεις όμως παρήχθη μόνο προσωρινό δεδικασμένο με την έννοια ότι δεν μπορούσε υπό τις αυτές προϋποθέσεις να ασκηθεί η αυτή αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του ανακόπτοντος δια της αποβολής του και δεν αφορούσε το ουσιαστικό ζήτημα της κυριότητας της επίδικης έκτασης. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του αιτήματος αυτών, στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όσον αφορά το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και μειωμένα έως 50% των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α.), όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Δήμο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-09-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1695/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900,00) ευρώ για τον πρώτο και των τριακοσίων (300,00) ευρώ για το δεύτερο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή