Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 822 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 822/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., δημοτικής ενότητας Πλατανιά. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τζανάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Λ. του Μ., 2) Μ. Λ. του Δ. και 3) Σ. συζύγου Μ. Λ., το γένος Ι. Σ., απάντων κατοίκων ..., δημοτικής ενότητας ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 3/2016 εν μέρει οριστική, 89/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία συνεκδίκασε την ανωτέρω αγωγή με την από 16-12-2014 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και 50/2022 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 127 του ΑΚ, όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 63 παρ.1 του ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' του ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες μεταξύ τους και προς εκείνη του άρθρου 286 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με την οποία η διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου επέρχεται μόνον αν η μεταβολή αυτή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο ανήλικος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στην κατ' έφεση δίκη από τους ασκούντες, κατά το άρθρο 1510 του ΑΚ, τη γονική μέριμνα γονείς του, ενηλικιώθηκε μετά το πέρας της συζητήσεως ή μετά την έκδοση της εφετειακής αποφάσεως, τότε, το κατά της αποφάσεως αυτής ένδικο μέσο της αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται προσωπικά κατ' αυτού, που ήδη ενηλικιώθηκε, και όχι κατά των γονέων του, οι οποίοι ασκούσαν τη γονική του μέριμνα και παρέστησαν για λογαριασμό του στο εφετείο, αφού έκτοτε παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία τους ως νομίμων αντιπροσώπων του, οι οποίοι δεν νομιμοποιούνται πλέον παθητικά, υπό την προϋπόθεση ότι ο εκκαλών έως την άσκηση της αναιρέσεως έλαβε γνώση της ενηλικιώσεως (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 36/2021, ΑΠ 833/2005). Άλλως, η αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 577 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1263/2018, ΑΠ 1288/ 2012, ΑΠ 181/2011, ΑΠ 833/2005). Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατά το άρθρο 63 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 του ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζουν οι διάδικοι προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή η προηγηθείσα της ασκήσεως της αναιρέσεως ενηλικίωση του διαδίκου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1695/2010).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 15.12. 2022 (και με αριθμό καταθέσεως 43/15.12.2022) αίτηση αναιρέσεως με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 50/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία, συνεκδικάζοντας τις από 05.03.2019 και 06.03.2019 αντίθετες εφέσεις κατά της υπ' αριθμόν 89/2018 οριστικής αποφάσεως και της συνεκκληθείσας, ως προς τις οριστικές της διατάξεις, υπ' αριθμόν 3/2016 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δέχτηκε τυπικά τις εφέσεις αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την δεύτερη έφεση της ανήλικης τότε (κυρίως) ενάγουσας-ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την πρώτη έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος-αναιρεσείοντος αποκλειστικά και μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε στα δικαστικά έξοδα που επιδικάσθηκαν για την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής του. Η υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης στρέφεται ατομικά κατ' αυτής. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παραστάσεως στο Δικαστήριο της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 63 και 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή γεννήθηκε στις 25.08.2004 και κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της ανηλικότητάς της, εκπροσωπήθηκε στο Εφετείο από τους γονείς της που ασκούσαν τη γονική της μέριμνα και είχαν ασκήσει με την άνω ιδιότητά τους και την ένδικη αγωγή της. Επομένως, αυτή ενηλικιώθηκε με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας της στις 25.08.2022 και έκτοτε κατέστη ικανή να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα. Το γεγονός της ενηλικώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης το γνώριζε ο αναιρεσείων, διότι, πέραν του ότι τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στα σχετικά -παραδεκτώς επισκοπούμενα- δικόγραφα των διαδίκων (αγωγές τους, εφέσεις, προτάσεις) αναφερόταν ότι η ανήλικη θυγατέρα του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων γεννήθηκε στις 25.08.2004, το γεγονός αυτό το αναφέρει και ο ίδιος στην αίτηση αναιρέσεως, οπότε ήταν γνωστή σε αυτόν η ημεροχρονολογία της γεννήσεως και άρα και της ενηλικιώσεώς της. Επομένως, ο αναιρεσείων παραδεκτώς άσκησε ατομικά στο όνομα της πρώτης αναιρεσίβλητης την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως, αφού η τελευταία ενηλικώθηκε στις 25.08.2022, ήτοι μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως στο Εφετείο που έλαβε χώρα στις 02.11.2021 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (η οποία δημοσιεύθηκε στις 23.09.2022) και πριν από την άσκηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 15.12.2022 και συνακόλουθα νομίμως χωρεί η συζήτησή της ως προς αυτήν. Περαιτέρω, από την υπ' αριθμόν ....2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων, Ε. Κ., την οποία νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων, με την επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 15.12.2022 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Κρήτης με αριθμό καταθέσεως 43/15.12.2022, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 50/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης (23.09. 2024) και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, μαζί με κλήση του αναιρεσείοντος προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν στην παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο των τελευταίων, ως εκ του νόμου αντικλήτου αυτών, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 151/2021). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, δοθέντος ότι αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 17.11.2022 και το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 15.12.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).
3.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 04.08.2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων η ανήλικη τότε τρίτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, εκπροσωπούμενη νόμιμα από τους γονείς της λόγω της ανηλικότητάς της, ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, να καταβάλει για λογαριασμό της στους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της: α) το ποσό των 250.000 ευρώ ως (πρόσθετη) χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 του ΑΚ και β) το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ένεκα του τραυματισμού της, που προκλήθηκε από αδικοπραξία, τελεσθείσα εις βάρος της, κατά την επίθεση που δέχθηκε από το σκύλο του εναγομένου. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμόν 3/2016 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού της ανήλικης ήταν ο εναγόμενος, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το αιτούμενο κονδύλιο χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει για την άνω αιτία στους γονείς της ανήλικης και για λογαριασμό της το ποσό των 80.000 νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ενώ ως προς το αιτούμενο κονδύλιο του άρθρου 931 του ΑΚ, ενόψει των αγωγικών ισχυρισμών περί μόνιμης παραμορφώσεως της τότε ανήλικης παθούσας, αναβλήθηκε επί της ουσίας η έκδοση οριστικής αποφάσεως και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών της και αν αυτή υπέστη ή όχι μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωση και σε ποιο βαθμό εκ του τραυματισμού της: Παράλληλα, ο εναγόμενος της άνω (κυρίας) αγωγής, ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την από 16.12.2014 (παρεμπίπτουσα) αγωγή του κατά των γονέων της άνω ανήλικης και ζήτησε, επικαλούμενος ότι οι τελευταίοι είναι συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 95,5 % στην πρόκληση του τραυματισμού της επειδή παραμέλησαν να ασκήσουν την προσήκουσα εποπτεία επ' αυτής, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν κατά ποσοστό 49,75% έκαστος και συνολικώς κατά ποσοστό 99,5% οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί ο ίδιος να καταβάλει στην ανήλικη ενάγουσα της (κυρίας) αγωγής, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων. Ακολούθως, και αφού προηγουμένως με την υπ' αριθμόν 59/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων αντικαταστάθηκε η διορισθείσα πραγματογνώμονας-πλαστική χειρουργός Ε. Σ. και διορίσθηκε στη θέση της η πλαστική χειρουργός Ε. Ξ. για την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης η οποία είχε διαταχθεί με την άνω εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η ανήλικη ενάγουσα της (κυρίας) αγωγής, εκπροσωπούμενη νόμιμα από τους γονείς της, μετά την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την από 06.11.2017 κλήση της κατά του εναγομένου-αναιρεσείοντος, επανέφερε προς συζήτηση την πιο πάνω αγωγή της, μετά τη συζήτηση της οποίας και τη συνεκδίκασή της με την άνω παρεμπίπτουσα αγωγή εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 89/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν ως προς το μέρος για το οποίο είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως και ειδικότερα υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στους ενάγοντες γονείς της ανήλικης και για λογαριασμό της το ποσό των 30.000 ευρώ ως πρόσθετη χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και της συνεκκληθείσας υπ' αριθμόν 3/2016 εν μέρει οριστικής αποφάσεως ως προς τις οριστικές της διατάξεις οι διάδικοι άσκησαν τις από 05.03.2019 (ο κυρίως εναγόμενος-παρεμπιπτόντως ενάγων-αναιρεσείων) και από 06.03.2019 (η κυρίως ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη) εφέσεις τους, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη -υπ' αριθμόν 50/2022- τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης με την οποία αυτές έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η δεύτερη έφεση της κυρίως ενάγουσας-πρώτης αναιρεσίβλητης και έγινε δεκτή η πρώτη έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος-αναιρεσείοντος αποκλειστικά και μόνο κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε στα δικαστικά έξοδα που επιδικάσθηκαν με την υπ' αριθμόν 89/2016 απόφαση σχετικά με την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής του, εξαφανίσθηκε κατά το αναφερόμενο μέρος της η εκκαλουμένη δι' αυτής απόφαση και αφού κρατήθηκε η υπόθεση ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο και δικάσθηκε κατ' ουσίαν ως προς αυτό, επιβλήθηκε εις βάρος του παρεμπιπτόντως ενάγοντος το υπόλοιπο των δικαστικών εξόδων των παρεμπιπτόντως εναγομένων, ποσού 325 ευρώ για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ήδη ο εναγόμενος-παρεμπιπτόντως ενάγων-αναιρεσείων με την υπό κρίσιν αίτηση αναιρέσεως και ειδικότερα τόσο κατά του κεφαλαίου της κατ' αυτού κύριας αγωγής όσο και κατά του κεφαλαίου της παρεμπίπτουσας αγωγής, αφού οι αναιρετικές αιτιάσεις αναφέρονται και στην παραμέληση εποπτείας του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων γονέων της τότε ανήλικης πρώτης αναιρεσίβλητης, στην οποία στηρίχθηκαν οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως για την κατ' ουσίαν απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής.
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 923 παρ. 1 του ΑΚ "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί. Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία είναι η επίβλεψη, η επιτήρηση και η προφύλαξη του εποπτευομένου από κινδύνους που υπερβαίνουν τις δυνάμεις του, ανάλογα με τις περιστάσεις, η επισήμανση τέτοιων κινδύνων με σκοπό την αποφυγή τους και γενικά η καθοδήγηση του εποπτευομένου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τους κανόνες της κοινωνικής συμπεριφοράς. Αν πρόκειται για ανήλικο, η εποπτεία ασκείται, κατ' αρχήν, από τους έχοντες τη γονική μέριμνα γονείς του και, ειδικότερα, την επιμέλεια του προσώπου του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1510 και 1518 του ΑΚ. Το μέτρο της εποπτείας εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως την ηλικία, την ωριμότητα, τη μόρφωση, αλλά και την κατάσταση της υγείας (σωματικής και πνευματικής) εποπτεύοντος και επoπτευομένου, καθώς και από την δυνατότητα προβλέψεως ή την επικινδυνότητα της ζημιογόνου ενέργειας ή από άλλες παρόμοιες περιστάσεις. Η πιο πάνω διάταξη καθιερώνει τεκμήριο μαχητό εις βάρος του γονέα (εποπτεύοντος) για την ύπαρξη πταίσματός του περί την άσκηση ζημιογόνου εποπτείας, η οποία θεωρείται έτσι ως πλημμελής και μη προσήκουσα, αλλά και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραμέλησης της εποπτείας κατά την έννοια αυτή και της ζημίας που προκλήθηκε. Το τεκμήριο αυτό μπορεί να ανατραπεί αν ο εποπτεύων γονέας επικαλεστεί κατ' ένσταση και αποδείξει (άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ότι άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν μπορούσε να αποτραπεί, άλλως δημιουργείται εις βάρος του υποχρέωση αποζημιώσεως ή/και χρηματικής ικανοποιήσεως του τρίτου για την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ασκήθηκε ή δεν ασκήθηκε εποπτεία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ελέγχεται όμως η κρίση του ότι η εποπτεία που ασκήθηκε είναι ή δεν είναι η προσήκουσα με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, ήτοι, ελέγχεται η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της προσήκουσας εποπτείας (ΑΠ 1094/2022, ΑΠ 476/2013, ΑΠ 1328/2007). Όμως, σκοπός της παραπάνω διατάξεως είναι η προστασία των τρίτων έναντι των παράνομων πράξεων εποπτευομένων ανηλίκων ή των προσώπων που τελούν υπό δικαστική συμπαράσταση (τα οποία συνήθως είναι αφερέγγυα ή ανίκανα προς καταλογισμό) και όχι του ίδιου του εποπτευομένου, για ζημίες που υφίστανται εξαιτίας της παραμέλησης της εποπτείας τους, ενώ η ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο δεύτερος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στην πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε και παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από τη διάταξη του άρθρου 923 του ΑΚ. Έτσι, αν από την παραμέληση της εποπτείας του, υπέστη ζημία ο ίδιος ο εποπτευόμενος από αδικοπραξία τρίτου, η ευθύνη του εποπτεύοντος έναντι του εποπτευομένου θα στηριχθεί όχι στη διάταξη του άρθρου 923 του ΑΚ αλλά είτε στις διατάξεις που διέπουν την ιδιαίτερη σχέση (νομική ή συμβατική) από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας είτε ενδεχομένως στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, εξαιτίας της παραβάσεως του καθήκοντος επίβλεψης (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 532/2012). Για τη βλάβη του ίδιου του εποπτευομένου υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη μεταξύ του τρίτου και του εποπτεύοντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 926 και 927 του ΑΚ (ΑΠ 48/2016, ΑΠ 239/2010). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 924 του ΑΚ "ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον (παρ. 1). Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου (παρ. 2)".. Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου για τη ζημία που έγινε από αυτό σε τρίτο, δηλαδή από μόνο το γεγονός της κατοχής του ζώου και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητά του. Και τούτο διότι ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό. Αντιθέτως, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο, θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, η οποία μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Έτσι, στην περίπτωση της διατάξεως του άνω άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ, ο κάτοχος του ζώου που προκάλεσε τη ζημία σε τρίτο, για να απαλλαγεί της ευθύνης του προς αποζημίωση ή/και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει: α) ότι δεν παραμέλησε υπαιτίως την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του ζώου και β) ότι ανάμεσα στην υποχρέωση για εποπτεία και την πρόκληση ζημίας δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος, υπό την έννοια ότι η ζημία θα προκαλούνταν και αν ο κάτοχος δεν είχε παραμελήσει την εποπτεία του ζώου. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1228/ 2019, ΑΠ 669/2017). Ως κατοικίδια ζώα νοούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας ή τη διατροφή του κατόχου τους, ενώ, ως κάτοχος του ζώου κατά την έννοια του άρθρου 924 του ΑΚ και στις δύο παραγράφους θεωρείται εκείνος που έχει φυσική εξουσία πάνω στο ζώο και που έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει και να το φροντίζει για χρόνο όχι πρόσκαιρο και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του (ΑΠ 935/2020, ΑΠ 1263/2015, ΑΠ 1979/2014, ΑΠ 1445/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις άνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογίας κατά την έννοια της άνω διατάξεως αντίστοιχα, υπάρχει όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
5.- Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος και τον εξ αυτού τραυματισμό της τότε ανήλικης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην περιοχή Μόδι του Δήμου Πλατανιά Χανίων την 23-8-2008 και περί ώρα 19:30, η ανήλικη ενάγουσα, γεννηθείσα την 25-8-2004 ηλικίας τότε τεσσάρων (4) ετών περίπου, βρισκόταν μαζί με τα τέσσερα από τα οκτώ (8) αδέλφια της, ήτοι τον Δ. γεννηθέντα την ..., την Κ. γεννηθείσα την ..., την Ν. γεννηθείσα την ... και τον Ι. γεννηθέντα την ..., και με δύο ακόμη ανήλικα παιδιά ηλικίας ... και ... ετών, σε υπαίθριο χώρο πλησίον της οικίας της όπου διέμενε με την οικογένειά της. Τα παιδιά έπαιζαν κοντά σε ένα αγροτεμάχιο (ελαιόφυτο) το οποίο ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου, εκτάσεως περίπου πέντε (5) στρεμμάτων, το οποίο βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την οικία της οικογένειας της ενάγουσας, χωρίς να αποδεικνύεται η ακριβής απόστασή του από αυτήν. Την ώρα εκείνη ο εναγόμενος διήλθε με το αγροτικό του αυτοκίνητο από το σημείο όπου βρίσκονταν τα παιδιά, μεταφέροντας στον χώρο φορτώσεως (καρότσα) του αυτοκινήτου του, ένα σκύλο ιδιοκτησίας του, ηλικίας έξι (6) ετών περίπου, ράτσας ροντβάιλερ και κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου βρισκόταν το ακίνητό του. Αφού στάθμευσε το αυτοκίνητό του, εισήλθε στο αγροτεμάχιό του και άρχισε να εκτελεί εντός αυτού διάφορες αγροτικές εργασίες, αφήνοντας το σκύλο του πάνω στον χώρο φορτώσεως (καρότσα) του αυτοκινήτου του, χωρίς φίμωτρο και χωρίς να τον δεσμεύει με αλυσίδα, λουρί ή με άλλο κατάλληλο τρόπο. Όσο ο εναγόμενος βρισκόταν στο χώρο εντός του αγροτεμαχίου του, ο σκύλος του, ο οποίος δεν ήταν δεμένος, έφυγε από τον χώρο του αυτοκινήτου και πλησίασε την παρέα των παιδιών τα οποία τρόμαξαν στην θέα του μεγαλόσωμου σκύλου του εναγομένου, πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να τρέχουν για να απομακρυνθούν. Η ανήλικη ενάγουσα όμως, λόγω της μικρής ηλικίας της, δεν κατάφερε να απομακρυνθεί εγκαίρως από το σημείο, με αποτέλεσμα ο σκύλος να βρεθεί γρήγορα κοντά της και να της επιτεθεί. Συγκεκριμένα ο σκύλος άρπαξε την ενάγουσα από το κεφάλι, την έριξε στο έδαφος και την δάγκωσε βίαια και κατ' επανάληψη στην περιοχή του τριχωτού της κεφαλής, προκαλώντας τις σωματικές βλάβες. Αμέσως, τα υπόλοιπα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν και ο εναγόμενος, ο οποίος άκουσε τις φωνές στους, προσέτρεξε προς το σημείο του συμβάντος και κατάφερε να απελευθερώσει την ανήλικη, την οποία αμέσως μετέφερε στο Νοσοκομείο Χανίων, προκειμένου να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Για την προαναφερόμενη επίθεση του σκύλου στα ανήλικα, ευθύνεται ο εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την φύλαξη και την εποπτεία του σκύλου του, όσα δε αντιθέτως υποστηρίζει ότι δηλαδή ο σκύλος ήταν δεμένος σε ένα από τα ελαιόδενδρα της ιδιοκτησίας του, και ότι τα παιδιά τον πλησίασαν και άρχισαν να εκτοξεύουν εναντίον του πέτρες, ενώ τον ερέθισαν με τις φωνές, τις χειρονομίες τους και τα ξύλα που έφεραν, με αποτέλεσμα να εξαγριωθεί αυτός και να αρπάξει την ενάγουσα, κρίνονται ως αβάσιμα, διότι αφενός ο ίδιος ο εναγόμενος. κατά την απολογία του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων που περιέχεται στην υπ' αριθ. 999/2014 απόφαση, ανέφερε ότι κατά τη στιγμή της επίθεσης ο σκύλος ήταν λυμένος και διέφυγε της προσοχής του, αφετέρου ο ισχυρισμός του αυτός δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Πέραν τούτου ο σκύλος δεν έφερε φίμωτρο, το γεγονός δε ότι κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ο σκύλος ήταν απόλυτα εξημερωμένος, εξοικειωμένος με τους ανθρώπους και ακίνδυνος, δεν δύναται να στηρίξει αντίθετη κρίση περί της μη αναγκαιότητας αυτού (φίμωτρου), καθόσον ο συγκεκριμένος σκύλος ήταν ράτσας ροντβάιλερ, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι επιθετική ράτσα, ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος κατά την ως άνω απολογία του, ανέφερε ότι ο σκύλος δεν ήταν εκπαιδευμένος και τον χρησιμοποιούσε ως φύλακα της οικίας του και ως κυνηγόσκυλο και ως εκ τούτου απαιτείτο η τοποθέτηση φίμωτρου σε ενδεχόμενη επαφή με τρίτους ανθρώπους, τους οποίους δεν αναγνώριζε ο σκύλος. Ο ίδιος ο μάρτυρας που εξετάσθηκε με επιμέλεια του εναγομένου, στην κατάθεση του που δόθηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα, με τη με αριθμό 3/2016 εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι η διάπλαση του σκύλου ήταν τέτοια, που αν δεν επενέβαινε ο εναγόμενος, οι συνέπειες για την υγεία της ανήλικης ενάγουσας, θα ήταν πολύ χειρότερες. Άλλωστε, από το γεγονός ότι ο σκύλος, επιτέθηκε στην ανήλικη και από το ότι ο εναγόμενος χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να την απεγκλωβίσει από τον σκύλο που την είχε αρπάξει και την δάγκωνε βίαια, αποδεικνύεται ότι ο σκύλος ήταν άγριος και επιθετικός και ότι ο εναγόμενος δεν μερίμνησε για την δέσμευση του με το κατάλληλο μέσο, ώστε να μην είναι δυνατόν να επιτεθεί σε τρίτα πρόσωπα, δημιουργώντας κίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα και προκαλώντας φόβο σε αυτούς, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη δε περισσότερο σε ένα ανήλικο τετράχρονο παιδί, το οποίο δεν είχε καμία δυνατότητα άμυνας στην επίθεση του μεγαλόσωμου σκύλου.
Εξάλλου, την υπαιτιότητα του εναγομένου ως προς την φύλαξη του ζώου με την μορφή της παράλειψης λήψης των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας (φίμωτρο, δέσμευση με λουρί) δέχθηκε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων (δικάζοντας κατ' έφεση) με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 99/2014 απόφασή του, που εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, με την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος της ανήλικης και του επεβλήθη ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν τον βαρύνει οποιοδήποτε πταίσμα ως προς τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου, που προεβλήθη πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τον 1ο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέος ουσιαστικά αβάσιμος. Αντιθέτως, δεν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο των παρεμπιπτόντως εναγομένων, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης ενάγουσας της κύριας αγωγής. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι εν προκειμένω οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, πολύτεκνοι γονείς με αυξημένες υποχρεώσεις άσκησαν την προσήκουσα επιμέλεια, ενόψει του ότι επέτρεψαν το παιχνίδι στην ύπαιθρο στην τετράχρονη θυγατέρα τους, η οποία συνοδευόταν από τα μεγαλύτερα αδέλφια της, η περιοχή δε που εκινείτο ήταν πλησίον της οικίας της, αμιγώς αγροτική με σπάνια κυκλοφορίας οχημάτων, καθώς καταλήγει σε αδιέξοδο. Σε κάθε περίπτωση η παρουσία τους δεν θα απέτρεπε την επέλευση του προπεριγραφόμενου συμβάντος, ενόψει του ότι ο σκύλος ήταν επιθετικός και βίαιος και η παρουσία τους δεν θα απέτρεπε την επίθεση εις βάρος της ανήλικης, μετά δε την επίθεση του ζώου, μόνο ο εναγόμενος ιδιοκτήτης του ήταν αντικειμενικά σε θέση να ελευθερώσει την ενάγουσα, αφού σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας μόνο στις εντολές του εναγομένου θα υπάκουε ο συγκεκριμένος σκύλος, αναγνωρίζοντας αυτόν ως αφεντικό του. Επομένως, η σχετική εκ του άρθρου 923 παρ. 1 ΑΚ ένσταση των παρεμπιπτόντως εναγομένων πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα-παρεμπιπτόντως ενάγοντα με τον 4ο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον σχετικό, προς ανατροπή του τεκμηρίου εκ του άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ, λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος περί του ότι απαλλάσσεται -ως κάτοχος του σκύλου- της ευθύνης για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτόν στην τότε ανήλικη παθούσα ως τρίτη επειδή δεν παραμέλησε υπαιτίως την υποχρέωσή του για φύλαξη και εποπτεία του ζώου του, δεχόμενο ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος υφίσταται, κατά την παρ. 2 του άρθρου 924 του ΑΚ, νόθος αντικειμενική ευθύνη, ως κατόχου ζώου, στηριζόμενη σε εικαζόμενο πταίσμα του για τη φύλαξη και εποπτεία αυτού, ενώ, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση των παρεμπιπτόντως εναγομένων γονέων της τότε ανήλικης ότι αυτοί άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία επ' αυτής. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο: α) ως προς την παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, κατά τη φύλαξη και εποπτεία του σκύλου του, απορρίπτοντας με τις ανωτέρω σκέψεις, τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεώς του κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων για την παροχή έννομης προστασίας από αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ και β) ως προς το ζήτημα ότι οι αναιρεσίβλητοι γονείς της τότε ανήλικης παθούσας-πρώτης αναιρεσίβλητης άσκησαν την προσήκουσα εποπτεία επ' αυτής, κάνοντας δεκτή την σχετική ένστασή τους και απορρίπτοντας στη συνέχεια τον αντίστοιχο λόγος εφέσεως και την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους αναφερθέντες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των διατάξεων του άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ. β', 914 και 1510 του ΑΚ, οι οποίοι ήταν εφαρμοστέοι και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση, και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, στο πραγματικό των οποίων υπήγαγε τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, για τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν και δικαιολογούσαν την απόρριψη των αντίστοιχων λόγων της εφέσεως και της παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος και την παραδοχή της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εν λόγω διατάξεων ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τούτο, διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι: α) ο εναγόμενος, ως κάτοχος του σκύλου, που είχε τη φροντίδα και τη φύλαξή του, στις 23.10.2008, οπότε έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, παρέλειψε να λάβει τα προστατευτικά εκείνα μέτρα για την φύλαξη και εποπτεία του, αφήνοντάς τον ελεύθερο πάνω στο χώρο φορτώσεως (καρότσα) του αυτοκινήτου του χωρίς φίμωτρο και χωρίς να τον δεσμεύει με αλυσίδα, λουρί ή με άλλο κατάλληλο τρόπο, με συνέπεια, ενόσω ο ίδιος είχε απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο, ο σκύλος, ο οποίος δεν ήταν δεμένος, να φύγει από το χώρο της καρότσας, να πλησιάσει την παρέα των παιδιών που έπαιζαν, μεταξύ των οποίων και η τότε ανήλικη ενάγουσα και να της επιτεθεί προκαλώντας σε αυτήν σωματικές βλάβες, β) ότι για τον συγκεκριμένο σκύλο, ο οποίος -κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας- ήταν επιθετικής ράτσας (ροντβάιλερ) και ο εναγόμενος ιδιοκτήτης του τον χρησιμοποιούσε ως φύλακα της οικίας του και ως κυνηγόσκυλο, ήταν αναγκαία η τοποθέτηση φίμωτρου σε ενδεχόμενη επαφή με τρίτους, τους οποίους δεν αναγνώριζε ο σκύλος, και γ) παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος σκύλος ήταν άγριος και επιθετικός, ο εναγόμενος δεν μερίμνησε για τη δέσμευσή του με το κατάλληλο μέσο, ώστε να μην δύναται να επιτεθεί σε τρίτα πρόσωπα δημιουργώντας κίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα, πληρούσαν το πραγματικό των αόριστων νομικών εννοιών της "αιτιώδους συνάφειας" προς την ζημία την οποία υπέστη η ανήλικη παθούσα από την επίθεση του σκύλου αυτού, υπό την έννοια ότι η ζημία δεν θα προκαλούνταν αν ο αναιρεσείων δεν είχε παραμελήσει τη φύλαξη και την εποπτεία του και "της υπαίτιας παραμέλησης της υποχρεώσεως προς φύλαξη και εποπτεία του ζώου", αφού, η προαναφερθείσα ενέργεια του σκύλου και συγκεκριμένα η ανεξέλεγκτη φυγή του από το χώρο φορτώσεως (καρότσα) του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και η πορεία του προς την ανήλικη παθούσα, εξαιτίας της μη ασφαλούς φύλαξης και εποπτείας αυτού -υπό τη μορφή της παραλείψεως λήψης των κατάλληλων μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας εκ μέρους του αναιρεσείοντος, είχε ως αποτέλεσμα ο σκύλος να επιτεθεί στην ανήλικη και να προκαλέσει στην τελευταία σωματικές βλάβες, ενώ, αν ο αναιρεσείων δεν είχε παραμελήσει την φύλαξη και εποπτεία του ζώου του, δεν θα είχαν συμβεί τα προαναφερθέντα.
Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 923 του ΑΚ, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφερμοστέα, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη διαλαμβάνονται, και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα των, απόντων από τον τόπο, όπου έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, παρεμπιπτόντως εναγομένων-γονέων της ανήλικης και ήδη δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων σχετικά με την παραμέλησή της και ότι για το επίδικο συμβάν και τον τραυματισμό της ουδεμία ευθύνη τους βαρύνει ως γονείς της, οι οποίοι στο πλαίσιο ασκήσεως της γονικής τους μέριμνας άσκησαν την προσήκουσα επιμέλεια επ' αυτής, ενόψει του ότι επέτρεψαν το παιχνίδι στην ύπαιθρο στην τετράχρονη θυγατέρα τους, η οποία συνοδευόταν από τα μεγαλύτερα αδέλφια της και εκινείτο σε περιοχή πλησίον της οικίας της, που ήταν αμιγώς αγροτική με σπάνια κυκλοφορία οχημάτων καθώς καταλήγει σε αδιέξοδο και ότι, σε κάθε περίπτωση, η παρουσία τους στον τόπο του συμβάντος δεν θα απέτρεπε την επέλευσή του λόγω της επιθετικότητας και βιαιότητας του σκύλου, τον οποίο, μετά την επίθεση, μόνον ο εναγόμενος ιδιοκτήτης του ήταν, αντικειμενικά, σε θέση να ελευθερώσει την ανήλικη διότι μόνο στις εντολές του εναγομένου θα υπάκουσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ο συγκεκριμένος σκύλος, αναγνωρίζοντάς τον ως αφεντικό του. Ήτοι, περιστατικά τα οποία καθιστούσαν βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση που επικαλέστηκαν και απέδειξαν οι παρεπιμπτόντως εναγόμενοι, δηλαδή ότι άσκησαν, στο πλαίσιο της ασκήσεως της γονικής μέριμνας, τη προσήκουσα εποπτεία επί της ανήλικης θυγατέρας τους ή/και ότι η παρουσία τους σε κάθε περίπτωση, παρά την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, ανατρέποντας έτσι το εις βάρος τους, ως εποπτευόντων γονέων, μαχητό τεκμήριο για την ύπαρξη πταίσματός τους περί την άσκηση ζημιογόνου εποπτείας. Από τις ίδιες ως; άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων στην προκειμένη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων του άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού οι άνω αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο θέμα της ευθύνης στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος, η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών και, συνεπώς, το Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Συνακόλουθα, ο πέμπτος και ο έκτος, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί το Εφετείο την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή του παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου γενικές διατάξεις: α) του άρθρου 924 του ΑΚ, δεχόμενο ότι ο ίδιος παραμέλησε υπαιτίως την υποχρέωση για φύλαξη και εποπτεία του σκύλου του και β) του άρθρου 923 του ΑΚ, δεχόμενο ως προσήκουσα την εποπτεία του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων επί της τότε ανήλικης θυγατέρας τους, ανατρέποντας μη ορθώς το εις βάρος τους τεκμήριο ευθύνης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το αντίστοιχο σκέλος τους, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι περιλαμβανόμενες σε αυτούς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό κατέλεξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και στα πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από τον ίδιο εκδοχής ότι δεν παραμέλησε υπαιτίως την υποχρέωσή του προς φύλαξη και εποπτεία του σκύλου του και εντεύθεν ότι δεν έχει ευθύνη στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωθεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές ότι δηλαδή το ένδικο συμβάν οφείλεται αποκλειστικά στην υπαίτια παραμέληση της υποχρεώσεως για φύλαξη και εποπτεία του σκύλου του από τον αναιρεσείοντα, χωρίς περαιτέρω να συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο των παρεμπιπτόντως εναγομένων γονέων της τότε ανήλικης παθούσας. Επιπλέον, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ανεπάρκεια αιτιολογιών, επειδή το Εφετείο: α) κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων έχει αποκλειστική ευθύνη αποκλειστικά και μόνο για την άγρια και επιθετική φύση του σκύλου του ως παραγόντων που επέβαλαν τη χρήση αλυσίδας και φίμωτρου λόγω υπαίτιας παραμελήσεώς του στην φύλαξη και εποπτεία αυτού, ενώ αποδείχθηκε ότι ο σκύλος του ήταν υπάκουος, φιλικός με τα μέλη της οικογένειάς του και τους τρίτους χωρίς να εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά και κατά την χρονική στιγμή του ένδικου συμβάντος βρισκόταν εντός του αγροτεμαχίου του και ήταν δεμένος με αλυσίδα σε ένα από τα ελαιόδενδρα της ιδιοκτησίας του, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 924 παρ. 2 του ΑΚ, με το να καταλήξει στο ως άνω πόρισμά του, παραβίασε, εξειδικεύοντάς το πλημμελώς, το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι αν ο σκύλος του ήταν λυτός και ανυπάκουος θα είχε φύγει από την καρότσα του αυτοκινήτου ήδη κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του και θα είχε έρθει κοντά στον ίδιο (το αφεντικό του) και επιπλέον η κατά την κοινή πείρα φυσική δύναμη και ο όγκος του σκύλου του, σε συνδυασμό με τη νηπιακή ηλικία της παθούσας, αναιρούν τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως πως την άρπαξε από το κεφάλι, την έριξε στο έδαφος και τη δάγκωσε βίαια και κατ' επανάληψη στην περιοχή του τριχωτού της κεφαλής και β) αξίωσε περισσότερα στοιχεία ως προϋπόθεση για την ευθύνη του ως κατόχου σκύλου συντροφιάς, σε σχέση με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 924 του ΑΚ και του ν. 3.170/2003 "Ζώα συντροφιάς, αδέσποτα ζώα συντροφιάς και άλλες διατάξεις" -ιδίως δε των άρθρων 1 και 2 του νόμου αυτού- κατά τις οποίες δεν υφίστατο γενική υποχρέωση χρήσεως φίμωτρου από τους κατόχους σκύλου συντροφιάς, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας εκ των αριθμών 1 περ. β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να εξειδικεύσει και να χρησιμοποιήσει τα διατεινόμενα από τον αναιρεσείοντα διδάγματα της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών και μόνο, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη λήψη των κατάλληλων μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, από το Εφετείο. Ως προς την υπό το στοιχείο β' αιτίαση, επιπροσθέτως, διότι η ευθύνη του αναιρεσείοντος δεν στηρίζεται στις επικαλούμενες διατάξεις του ν. 3170/ 2003, αλλά στις διατάξεις των άρθρων 330 εδ. β', 924 παρ. 2 και 914 του ΑΚ, κατά τις οποίες παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, ήτοι, η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνετούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε το Εφετείο. Ειδικότερα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε την παραμέληση της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος ως προς την φύλαξη και εποπτεία του ζώου του, υπό τη μορφή παράλειψης εκ μέρους του λήψεως των κατάλληλων μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας γενικώς από τον μέσο συνετό άνθρωπο κάτοχο σκύλου, μεταξύ των οποίων είναι και η τοποθέτηση φίμωτρου, το οποίο, ενόψει των ιδιοτήτων του συγκεκριμένου σκύλου ως άγριου και επιθετικού και του τρόπου χρησιμοποιήσεώς του από τον αναιρεσείοντα ως φύλακα της οικίας του και ως κυνηγόσκυλου, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για να αποτρέψει την εκ μέρους του σκύλου πρόκληση ζημίας σε τρίτον, όπως εν προκειμένω στην τότε ανήλικη παθούσα, λόγω της εγγενούς επικινδυνότητάς του, κρίση, η οποία, σε κάθε περίπτωση, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και κατά το σκέλος του αυτό, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι, κατά τις άνω διακρίσεις, απαράδεκτος και αβάσιμος αντίστοιχα.
6.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της "αναπηρίας" (κάποιας ελλείψεως σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου) ή "παραμορφώσεως" (κάθε ουσιώδους αλλοίωσης της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής) ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, κατά τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαίως με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της άνω διατάξεως, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ύψος του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται και καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ (ΑΠ 670/2006). Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που υπήρχε χωρίς αυτό (ΑΠ 774/2007). Και στην περίπτωση της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ως άνω εύλογου χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ως προς την αξίωση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το άρθρο 931 του ΑΚ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 299 και 931 ΑΚ συνεκτίμησε, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, την οποία δέχθηκε ότι οφείλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, και την ανάγκη της να αποκατασταθεί η εξ αυτής δυσχέρεια στις διαπροσωπικές της σχέσεις. Ακόμη, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο κατ' ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, δέχθηκε, αν και δεν συνέτρεχαν προς τούτο οι προϋποθέσεις εφαρμογής της: α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία λόγω των ουλών που φέρει εκ του ένδικου τραυματισμού της, οι οποίες όμως εντοπίζονται όλες στο τριχωτό της κεφαλής, ώστε να μην επηρεάζεται η εξωτερική της εμφάνιση καθιστώντας αυτή δύσμορφη, β) ότι η αναπηρία αυτή, έστω και ως μερική, είναι μόνιμη, ενώ τούτο δεν συμβαίνει αφού οι παραπάνω ουλές που προκλήθηκαν από τον τραυματισμό της δύναται να αποκατασταθούν αν όχι πλήρως σε σημαντικό βαθμό με χειρουργικές επεμβάσεις, γ) ότι ανεξαρτήτως του αν η σωματική βλάβη της πρώτης αναιρεσίβλητης ήθελε εκτιμηθεί ως παραμόρφωση ή αναπηρία, η μερική έστω δυνατότητα αποκαταστάσεώς της την καθιστά μη μόνιμη και οριστική, γεγονός που επηρεάζει την επικαλούμενη αρνητική επενέργεια στο περιουσιακό-οικονομικό μέλλον της και εντεύθεν το εύλογο της χρηματικής παροχής που της επιδικάσθηκε και δ) ότι το σχετικό αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ ασκήθηκε πρόωρα, ενόψει της βεβαιούμενης προοπτικής βελτιώσεως της καταστάσεως της υγείας της και δεν ήταν δυνατόν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, να γίνει λόγος για μόνιμη αναπηρία ή παραμόρφωσή της ούτε για βέβαιη αρνητική επενέργεια στο περιουσιακό μέλλον της παθούσας, ώστε αυτή να δικαιούται, τελικά, εύλογη προς τούτο χρηματική παροχή βάσει της άνω διατάξεως. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες των άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο της (κύριας) αγωγής για επιδίκαση στην πρώτη αναιρεσίβλητη πρόσθετης χρηματικής παροχής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, πέραν των όσων ανωτέρω αναφέρονται σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν και την ευθύνη του αναιρεσείοντος δέχθηκε ως αποδειχθέντα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα ακόλουθα: "Αμέσως μετά την επίθεση η ανήλικη ενάγουσα μεταφέρθηκε από τον εναγόμενο στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, όπου διαπιστώθηκε ότι αυτήν ήταν σε κατάσταση "shock", με βαθειά θλαστικό τραύμα σπλαχνικού κρανίου και τριχωτού της κεφαλής. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης υπογκαιμικού και νευρογνεούς "shock", αρτηριακής πίεσης (Α.Π) 80/40 σφύξεις 145min και έντονης βυθιότητας, οδηγήθηκε στο χειρουργείο, όπου υπεβλήθη, υπό γενική αναισθησία με άμεση διασωλήνωση, σε επιμελή καθαρισμό, αιμόσταση και συμπλησιαστική συρραφή των τραυμάτων. Στη συνέχεια λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης και της ανυπαρξίας παιδοχειρουργικής κλινικής στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων, διεκομίσθη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο του Ηρακλείου για περαιτέρω αντιμετώπιση (βλ. την από 21-05-2009 ιατρική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων). Σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2008 κλινική ιατροδικαστική εξέταση της ανήλικης, η οποία (εξέταση) διενεργήθηκε την ...-2008 από τον ιατροδικαστή του Υπουργείου Δικαιοσύνης Χ. Λ., στα πλαίσια της ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του Α.Τ. Ν. Κυδωνίας, διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη αμέσως μετά το περιστατικό έφερε: 1) Πολλαπλές, πρόσφατες και διάσπαρτες εκδορές ακανόνιστου σχήματος και ακανόνιστης φοράς στην δεξιά μετωπιαία, στην αριστερή και δεξιά κροταφική χώρα καθώς και στην αριστερή βρεγματική χώρα. 2) Πολλαπλές πρόσφατες και διάσπαρτες εκδορές, ακανόνιστου σχήματος και ακανόνιστης φοράς σε όλη την αυχενική χώρα. 3) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με τέσσερα (4) ράμματα, επιμήκης σχήματος, οριζοντίως φερόμενο στην αριστερή βρεγματική χώρα, μήκους 6 εκ. 4) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με τέσσερα (4) ράμματα επιμήκης σχήματος, λοξώς φερόμενο στην αριστερά βρεγματο-κροταφική χώρα, μήκους 7 εκ. 5) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με πέντε (5) ράμματα επιμήκης σχήματος, λοξώς φερόμενο, στην αριστερά κροταφική χώρα, μήκους 7 εκ. (Τα ανωτέρω τραύματα 3, 4 και 5 φέρουν το σχήμα Ζ0) 6) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με τέσσερα (4) ράμματα επιμήκης σχήματος, οριζοντίως φερόμενο, αρχόμενο από την αριστερή υποκροταφική χώρα, άνωθεν του αριστερού ωτός, επεκτεινόμενο στην αριστερή ινιακή χώρα, μήκους 14 εκ. 7) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με πέντε (5) ράμματα, επιμήκης σχήματος, καθέτως φερόμενο, επί του σκάφους του αριστερού πτερυγίου του ωτός, μήκους 3,5, εκ. 8) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με ένα (1) ράμμα, επιμήκης σχήματος, καθέτως φερόμενο στην αριστερή οπισθοωτιαία χώρα, μήκους 3 εκ., 9) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με ένα (1) ράμμα, επιμήκης σχήματος, λοξώς φερόμενο επί του σκέλους της ελάσσονος έλικας του αριστερού ωτός, μήκους 1,5 εκ., 10) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με τρία (3) ράμματα, επιμήκης σχήματος, οριζοντίως φερόμενο στη δεξιά βρεγματική χώρα, μήκους 5 εκ., 11) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με τρία (3) ράμματα επιμήκης σχήματος, καθέτως φερόμενο στη δεξιά υποκροταφική χώρα σε απόσταση 0.5 εκ. εκ του δεξιού ακουστικού πόρου, μήκους 2 εκ., 12) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με τέσσερα ράμματα, επιμήκης σχήματος, λοξώς φερόμενο με τη φορά του μείζονος τόξου του πτερυγίου του δεξιού ωτός, μήκους 1,5 εκ., 13) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με ένα (1) ράμμα ακανόνιστου σχήματος, οριζοντίως φερόμενο στην βρεγματό-ινικαή χώρα, μήκους 2,5 εκατοστών, 14) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με δύο (2) ράμματα, επιμήκης σχήματος, οριζοντίως φερόμενο, στην βρεγματό-ινιακή χώρα, μήκους 2 εκ. (Τα τραύματα 13 και 14 είναι παράλληλα μεταξύ τους). 15) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με ένα (1) ράμμα, επιμήκης σχήματος, λοξώς φερόμενο και σε απόσταση 1,5 εκ. από τραύμα (3), στην αριστερή βρεγματική χώρα, μήκους 1,5 εκ., 16) Πρόσφατο συνεραμμένο τραύμα με εννέα (9) ράμματα, επιμήκης σχήματος, οριζοντίως φερόμενο, αρχόμενο από την αριστερή χώρα έως την δεξιά ινιακή χώρα, μήκους 14 εκ., 17) Πολλαπλά μικρά, ανοιχτά τραύματα επιμήκους σχήματος και ακανόνιστης φοράς επί της βρεγματικής χώρας, επί της αριστερής κροταφικής χώρας καθώς και επί της ινιακής χώρας μέγιστων διαστάσεων 3 χ 0,5 εκ., 18) Πολλαπλές, διάσπαρτες, θλαστικές εκχυμώσεις μελανέρυθρης χροιάς στην βρεγματική χώρα., 19) Πολλαπλές στικτές εκδορές στο τριτημόριο της έσω επιφανείς του δεξιού βραχίονα., 20) Πολλαπλές στικτές εκδορές στο τριτημόριο της έσω επιφάνειας του δεξιού αντιβραχίονα., 21) Δύο θλαστικές εκχυμώσεις μελανέρυθρης χροιάς, στρογγυλού σχήματος στην μεσότητα της πρόσθιας επιφάνειας της δεξιάς κνήμης. διαμέτρου 1 εκ και 1,5 εκ., 22) Πολλαπλές διάσπαρτες στικτές εκδορές στις ραχιαίες επιφάνειες των δακτύλων της αριστερής άκρας χειρός (παλάμης). 23) Ανοιχτό τραύμα, επιμήκης σχήματος μετά λύσης των μαλακών μορίων του τριχωτού της κεφαλής, γωνιακού σχήματος (περίπου 90 μοιρών), συνολικού μήκους 3 εκ. Μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις από τον ιατροδικαστή και με δυσκολία, η ενάγουσα ανέφερε για έντονο άλγος στα ανωτέρω σημεία, έντονη κεφαλαλγία, ζάλη και αστάθεια κατά τη βάδιση. Οι ανωτέρω κακώσεις χαρακτηρίσθηκαν από τον ως άνω ιατροδικαστή, βαρύτατες ως επικίνδυνες σωματικές βλάβες κεφαλής, δια νύσσοντος και θλώντος οργάνου που συνηγορούν σε δήγματα κυνός, επενεχθείσες προ 24ώρου εκ των οποίων θέλει νοσήσει εξήντα (60) ημέρες, εξαιρέσει επιπλοκής τινός............ Περαιτέρω από την από 26-10-2017 πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από την Ε. Ξ., πλαστικό χειρουργό και κατατέθηκε νόμιμα στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 17/27-10-2017 προκύπτει ότι κατά την κλινική εξέταση την 26-10-2017, η ενάγουσα διαπιστώθηκε ότι φέρει: α) εκτεταμένη ουλή με απώλεια τριχών (μετατραυματική αλωπεκία) μεγίστου μήκους 12 εκατοστών και μεγίστου πλάτους 7 εκατοστών στην αριστερή βρεγματοϊνιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής. Το έλλειμμα των τριχών καλύπτει περί το 0,75% της επιφάνειας σώματος (ορίζεται ότι η παλαμιαία επιφάνεια της άκρας χειρός της πάσχουσας αποτελεί το 1% της συνολικής επιφάνειας σώματος), β) μετατραυματική ουλή στην αριστερή βρεγματική χώρα διαστάσεων περίπου 10 χ 0,02 εκ., γ) πολλαπλές μετατραυματικές ουλές μήκους έξι (6), τεσσάρων (4) και πέντε (5) εκατοστών στην αριστερή βρεγματική και κροταφική χώρα, δ) πολλαπλές μικρότερες μετατραυματικές ουλές στο τριχωτό της κεφαλής αριστερά και δεξιά καθώς και στον τράγο του αριστερού ωτός. Οι ανωτέρω βλάβες θεωρούνται μόνιμες ως ουλές και είναι δυνατόν να βελτιωθούν μερικώς με διάφορες μεθόδους της πλαστικής χειρουργικής. όσον αφορά στην άτριχη περιοχή και λόγω της ιδιαιτερότητας της θέσης είναι εφικτή η βελτίωσή της στο μέλλον σε ποσοστό 50-60%, μετά από πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις. Όπως δε προκύπτει από την από 11-2-2009 ιατρική βεβαίωση του πλαστικού χειρουργού Σ. Μ., για την αποκατάστασή της θα απαιτηθεί να υποβληθεί η ενάγουσα σε πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις υπό γενική αναισθησία. Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. ...-2021 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης Σ. Μ., που διενεργήθηκε κατόπιν αιτήματος των γονέων της ανήλικης ενάγουσας, βεβαιώνεται ότι από την εκτίμηση των ιατρικών βεβαιώσεων του ιατρικού φακέλου της ανήλικης και από την εξέταση της ιδίας την 29-10-2021, προκύπτουν τα εξής: Τα πολυάριθμα σοβαρότατα τραύματα, η αιμορραγία εξ αυτών και οι ζωτικές ενδείξεις της κατά την διακομιδή, φανερώνουν ότι η ζωή της ενάγουσας τέθηκε σε άμεσο κίνδυνο και ότι το συμβάν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ένταση πληγμάτων. Τα ευρήματα δε της εξέτασης την 29-10-2021 είναι: 1) ουλή βάθους με ολική απώλειας τριχοφυΐας μήκους 115 χιλιοστών (11,5 εκ) και πλάτους 73 χιλιοστών στην αριστερή βρεγματοϊνιακή της κεφαλής 2) Μετατραυματική ουλή στην αριστερή βρεγματική κροταφική χώρα μήκους 97 χιλ. και πλάτους 20 χιλ. (2 εκ.)., 3) Μετατραυματική ουλή μήκους 58 χιλ. (5,8 εκατοστών) στην αριστερή βρεγματική χώρα, 5) μετατραυματική ουλή 54 χιλ. στην αριστερή κροταφική χώρα. 6) Ουλή μήκους 22 χιλ. πλησίον της προηγούμενης 7) Ένδεκα έτερες ουλές στο τριχωτό της κεφαλής μήκους 15 έως 7 χιλιοστών. Επίσης η ανήλικη φέρει εμφανή ουλή στον τράγο του αριστερού ωτός. Στα σημεία των ουλών παρατηρείται ολική (1,2,3) ή μερική (407) απώλεια τριχοφυΐας. Μετά δε την παρέλευση δεκατριών ετών από το συμβάν οι βλάβες πρέπει να θεωρούνται μόνιμες και αποτελούν σοβαρή παραμόρφωση-δυσμορφία της παθούσας. Η επιμόλυνση και εμφάνιση σοβαρών δερματικών παθήσεων στο άμεσο και απώτερο μέλλον στα ως άνω σημεία είναι λίαν πιθανή...... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία, η οποία θα επιδράσει δυσμενώς στο μέλλον της, και ιδιαιτέρως στην κοινωνική της εξέλιξη, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η δυσμορφία αυτή στο τριχωτό της κεφαλής (πολλαπλές ουλές στο τριχωτό της κεφαλής και στο αυτί, μετατραυματική αλωπεκία) αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων. Κατά συνέπεια, αφού η ως άνω μερική αναπηρία της ενάγουσας είναι βέβαιο ότι επιδρά δυσμενώς στο μέλλον της και η επίδραση αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, η τελευταία δικαιούται κατ' άρθρο 931 ΑΚ ιδιαίτερη αυτοτελή αποζημίωση σε εύλογο κεφάλαιο εφάπαξ για τη δημιουργία οικονομικής βάσης προς την ευχερέστερη διαβίωσή της στο μέλλον. Επομένως δοθέντος ότι η ενάγουσα ήταν ηλικίας μόλις τεσσάρων ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος και ενόψει του είδους και της έκτασης της αναπηρίας της, η κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση, που πρέπει να της επιδικασθεί ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, απορριπτομένου του επιπλέον αιτουμένου ποσού ως ουσιαστικά αβάσιμου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και δέχθηκε εν μέρει και δη κατά το ανωτέρω ποσό το ως άνω αγωγικό αίτημα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και οι τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 3ο λόγο της 37/2019 εφέσεως και με τον 2ο λόγο της 39/2019 εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης εύλογης, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, πρόσθετης χρηματικής παροχής, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση τους σχετικούς λόγους της εφέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τους οποίους ζητούσαν η μεν πρώτη να καθορισθεί υπέρ της μεγαλύτερο ποσό για την άνω αιτία ο δε δεύτερος να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, άλλως να επιδικασθεί στην ανήλικη μικρότερο ποσό για την αιτία αυτή, από εκείνο που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας έτσι την εκκληθείσα απόφαση που είχε κρίνει ομοίως ως προς το ερευνώμενο κεφάλαιο της αγωγής και είχε επιδικάσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική παροχή κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ. Έτσι που έκρινε και με όσα, ως άνω, δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, με τις ως άνω κρίσεις του, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μερικής μόνιμης παραμορφώσεως-δυσμορφίας της πρώτης αναιρεσίβλητης (ήτοι διαρκής και εφ. όρου ζωής) βάσει του χαρακτήρα των βλαβών που υπέστη και ως προς το αν οι βλάβες αυτές είναι από τώρα μόνιμες, αλλά και της δυσμενούς επιδράσεως αυτών στο κοινωνικό-προσωπικό της μέλλον και εντεύθεν ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επιδικάσεως σε αυτήν αυτοτελούς χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, διότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Εξετέρου διότι τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με τα οποία συγκροτείται ως έννοια της επιδράσεως της ως άνω δυσμορφίας στο μέλλον της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφορούν δυσμενείς συνέπειες στην κοινωνική και όχι αποκλειστικά στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής της (ΑΠ 1051/2011), δικαιολογούσαν την παραδοχή του αιτήματος της αγωγής της τελευταίας ως δυναμένου από τώρα να διαγνωσθεί ώστε να της επιδικασθεί η εκ της άνω διατάξεως πρόσθετη χρηματική παροχή και όχι την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως πρόωρου. Όσον αφορά, ειδικότερα την υπό δ' αιτίαση, διότι η προσβαλλόμενη δεν έκρινε επί μέλλουσας αλλά για αποκατάσταση παρούσας ήδη αξιώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1793/2017), με βάση την ήδη παγιωμένη κατάσταση της υγείας της μετά την παρέλευση δεκατριών ετών από τον ένδικο τραυματισμό της, όπως δέχθηκε το Εφετείο, και την εξ αυτού μονιμότητα της δυσμορφίας της. Αρκούσε δε για την επιδίκαση της χρηματική αυτής παροχής το αντικειμενικό γεγονός της μόνιμης μερικής δυσμορφίας ως αυτοτελούς έννομου αγαθού που χρήζει προστασίας, την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι υπέστη η πρώτη αναιρεσίβλητη ως απότοκο του ένδικου τραυματισμού της, χωρίς μάλιστα σύνδεση με κάποια συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία της (αφού η αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση, που συνδέεται κατ' ανάγκη με την απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας και συνεπώς δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως των άρθρων 299, 929 και 914 του ΑΚ) για την οποία δεν υπήρχε ανάγκη ειδικότερου προσδιορισμού της, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθότι η ζημία της αυτή δεν δύναται να προσδιορισθεί λόγω της παραμορφώσεως-δυσμορφίας, αλλά και της τότε ανηλικότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δεν είχε εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορούσε ήδη από την επέλευση αυτής να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως και ο δεύτερος λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 599 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής της ως άνω εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων και, συνεπώς, δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της εφαρμογής της. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην της αναφοράς των, κατά το χρόνο του ένδικου συμβάντος, προσωπικών περιστάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης (ηλικία, προσωπική-κατάσταση, έλλειψη υπαιτιότητας εποπτευόντων), επισημαίνεται ότι, με βάση τις μέχρι τότε ιατρικές εκθέσεις και διαγνώσεις, η δυσμορφία αυτής, ως απότοκος του είδους και της εκτάσεως του ένδικου τραυματισμού της, είναι μερικώς μόνιμη, ήτοι διαρκής και εφ' όρου ζωής, και θα έχει επίδραση στο μέλλον της και συγκεκριμένα επισημαίνεται ότι: α) η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέστη, εκ του ένδικου τραυματισμού της μόνιμη μερική παραμόρφωση-δυσμορφία στο τριχωτό της κεφαλής της με πολλαπλές ουλές στην εν λόγω περιοχή και στον τράγο του αριστερού ωτός και μετατραυματική αλωπεκία, β) ότι οι βλάβες αυτές ως ουλές, μετά την πάροδο δεκατριών ετών από τον χρόνο του ένδικου συμβάντος και του τραυματισμού της, θεωρούνται πλέον ως μόνιμες και αποτελούν σοβαρή δυσμορφία της παθούσας, γ) η δυσμορφία αυτή θα επιδράσει δυσμενώς στο μέλλον της, ε) ότι η επίκτητη αυτή ατέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης εκ του ένδικου τραυματισμού της, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στην μελλοντική κοινωνική της εξέλιξη, ιδία στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων, και ότι, συνεπώς, δικαιούται την εκ του άρθρου 931 του ΑΚ προβλεπόμενη πρόσθετη χρηματική παροχή. Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για την εφαρμογή της άνω διατάξεως, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση σε αυτήν και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε το Εφετείο. Ουδεμία δε αντίφαση περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μονιμότητας ή μη της δυσμορφίας της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως επιμέρους με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αιτιάται αυτήν ο αναιρεσείων, εκ μόνου του λόγου ότι στην προσβαλλόμενη γίνεται επίκληση τμημάτων του περιεχομένου της από 26.10.2017 ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την βελτίωση των δύσμορφων ουλών της πρώτης αναιρεσίβλητης με μελλοντικές πλαστικές χειρουργικές επεμβάσεις. Ειδικότερα, δεν υφίσταται η επικαλούμενη αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης αντιφάσεως ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη υπέστη μόνιμη μερική παραμόρφωση-δυσμορφία διότι οι ανωτέρω βλάβες στο τριχωτό της κεφαλής της και στο αριστερό αυτί και η μετατραυματική αλωπεκία θεωρούνται μόνιμες ως ουλές και της παραδοχής ότι οι βλάβες αυτές είναι δυνατόν να βελτιωθούν μερικώς με διάφορες μεθόδους της πλαστικής χειρουργικής, αφού η τελευταία παραδοχή, η οποία αναφέρεται στην μερική αποκατάσταση των βλαβών αυτών, δεν αναιρεί την πρώτη παραδοχή, η οποία αναφέρεται στη διάρκειά τους, για τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι είναι μόνιμες και, συνεπώς, τέτοιας σημασίας που να δικαιολογεί την επιδίκαση της άνω αυτοτελούς χρηματικής παροχής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται κάποια παραδοχή ότι πρόκειται για πλήρως αναστρέψιμες βλάβες ούτε παρατίθεται στο σκεπτικό της σχετική, από την διορισθείσα πραγματογνώμονα, διαπίστωση περί μη μονιμότητας των ως άνω βλαβών της πρώτης αναιρεσίβλητης. Η κρίση του Εφετείου περί της επιδράσεως της παραπάνω δυσμορφίας της πρώτης αναιρεσίβλητης (η οποία αποκλείει την επιδίκαση της χρηματικής παροχής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ), είναι αρκούντως αιτιολογημένη, αφού η ύπαρξη της δυσμορφίας της, ναι μεν δεν σημαίνει -κατ' ανάγκη- ότι επιδρά στο οικονομικό-περιουσιακό της μέλλον, πλην όμως είναι εξ ορισμού βλαπτική για αυτήν (δεδομένη) και μάλιστα, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ως μόνιμη έστω και μερική, επιδρά οπωσδήποτε στο μέλλον της κατά την έννοια της άνω διατάξεως, δηλαδή στην κοινωνική και προσωπική εξέλιξη αυτής, ιδία στο πλαίσιο των διαπροσωπικών σχέσεων. Ενώ και ο νόμος για την θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως του άρθρου 931 του ΑΚ αρκείται και στην απλή ακόμη δυνατότητα δυσμενούς επιρροής της παραμορφώσεως (ή της αναπηρίας) στο μέλλον του παθόντος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 599/2018). Επομένως, όλες οι άνω αιτιάσεις είναι προεχόντως αβάσιμες, αλλά και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτες, διότι δι' αυτών αποδίδεται μεν παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 του ΑΚ ως προς τη συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων της εφαρμογής του, στην πραγματικότητα, όμως, αφορούν την πληρέστερη κατά τον αναιρεσείοντα ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και με την προβολή τους, υπό την επίφαση των άνω επικαλούμενων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων, η ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το συμπέρασμα που συνήγαγε από αυτές ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μόνιμης μερικής δυσμορφίας της πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και της επιδράσεως αυτής στο κοινωνικό και προσωπικό της μέλλον, τα οποίο εκτίθενται συνοπτικώς μεν αλλά σαφώς στην προσβαλλομενη απόφαση. Ενόψει τούτων, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ και, επομένως, ο δεύτερος λόγος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, κατά παράβαση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 931 του ΑΚ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας, με ελλιπείς αιτιολογίες, στην παθούσα, κατά την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως χρηματική παροχή το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει καταφανώς του ποσού που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις. Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την οφειλόμενη στην πρώτη αναιρεσίβλητη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, πρόσθετη χρηματική παροχή, στο προαναφερόμενο ποσό των τριάντα (30.000) χιλιάδων ευρώ, το ύψος του οποίου έκρινε εύλογο με βάση το είδος, την έκταση, την ηλικία, τις συνέπειες της δυσμορφίας και τις προσωπικές της περιστάσεις, δεν παραβίασε ευθέως, αξιώνοντας λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δοθέντος ότι το άνω επιδικασθέν ποσό δεν υπερτερεί, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση περί το δίκαιο και μάλιστα καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής παροχής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, με βάση τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό της, ούτε προσβάλλει το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, που προστατεύεται με την ανωτέρω υπερονομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ, αφού υπάρχει μία σχέση ανεκτής αναλογίας μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και του ως άνω επιδικασθέντος ποσού. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με βάση τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε σε αυτήν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το είδος και την έκταση της δυσμορφίας της πρώτης αναιρεσίβλητης με πολλαπλές ουλές στο τριχωτό της κεφαλής και στο αυτί και μετατραυματική αλωπεκία (μόνιμη, όχι πλήρης, ήτοι μερική), καθώς και ως προς την επίδραση αυτής στο μέλλον και την κοινωνική εξέλιξή της, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές, που στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί άνευ αμφιβολίας η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω αξιώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης ώστε να της επιδικαστεί η εκ του άρθρου 931 του ΑΚ προβλεπόμενη πρόσθετη χρηματική παροχή. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το αντίστοιχο σκέλος του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος και καθ' ό μέρος με το αντίστοιχο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεχόμενο το Εφετείο ότι υφίσταται δυσμενής επίδραση στο μέλλον της πρώτης αναιρεσίβλητης, ιδία στην κοινωνική εξέλιξη αυτής, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκαν και παραβιάσθηκαν εσφαλμένως από το Εφετείο, ούτε όμως και ο τρόπος της παραβιάσεώς τους. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι η άνω αιτίαση αναφέρεται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, τα οποία δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του....". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται και η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 61 ΚΠολΔ) χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως (ΑΠ 944/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο της (κύριας) αγωγής για επιδίκαση στην πρώτη αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, πέραν των όσων ανωτέρω αναφέρονται σχετικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη από τον ένδικο τραυματισμό της, το είδος και την έκτασή τους, την κατάσταση της υγείας και της θεραπείας της, δέχθηκε και τα εξής: "....Πέραν όμως των σωματικών βλαβών και κακώσεων η ανήλικη μετά την ανωτέρω επίθεση από τον σκύλο του εναγομένου υπέστη έντονο σοκ. Νοσηλεύθηκε στο ως άνω Νοσοκομείο (ΠΑΓΝΗ) για δύο εβδομάδες περίπου, ενώ μετά την έξοδο από το Νοσοκομείο, παρακολουθήθηκε από την 11-11-2008, στο Ιατρείο Παίδων και Εφήβων του Κ.Ψ.Υ. Χανίων μετά από παραπομπή του παιδοψυχιατρικού τμήματος του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ν. Ηρακλείου. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2008 γνωμάτευση του παιδοψυχιάτρου του Ιατρείου Παίδων και Εφήβων του Κ.Ψ.Υ. Χανίων, Α. Σ., η ανήλικη έπασχε από επιλεκτική βωβότητα (αλαλία) και ήπιες διαταραχές συμπεριφοράς μετατραυματικής αιτιολογίας, για την αντιμετώπιση των οποίων έχρηζε εντατικής ψυχοθεραπευτικής παρακολούθησης για τουλάχιστον έξι (6) μήνες και θεραπευτικές προσεγγίσεις συμβατές με την αναπτυξιακή της ηλικία, τουλάχιστον έως ότου ολοκληρωθούν οι σωματικές αποκαταστασιακές επεμβάσεις. Επίσης, από την τακτική παρακολούθησή της από την παιδοψυχίατρο Ν. Σ., διαπιστώθηκε ότι η ανήλικη εξακολουθεί να βιώνει άγχος αφανισμού και πληροί τα κριτήρια για να τεθεί η Διάγνωση της Διαταραχής Συμπεριφοράς-Μετατραυματικής Αιτιολογίας και συνεστήθη εντατική ψυχοθεραπεία σε ατομική βάση, συνεδρίες συμβουλευτικής των γονέων για να υποστηριχθεί το παιδί στο ενδοοικογενειακό πλαίσιο για την επούλωση των ψυχικών τραυμάτων και για την καλύτερη συνεργασία του στις μελλοντικές επεμβάσεις για την αποκατάσταση των σωματικών βλαβών (βλ. την από 26-02-2009) ιατρική βεβαίωση της ως άνω παιδοψυχιάτρου). Εξάλλου, κατά την εξέταση που έλαβε χώρα από την ψυχολόγο Ε. Κ., περί τα έξι (6) έτη μετά τον ένδικο τραυματισμό, διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να εμφανίζει συμπτώματα που συνδέονται άμεσα με το μείζον τραυματικό γεγονός, το οποίο συνέβη σε μια ηλικία που δεν ήταν ώριμη αναπτυξιακά να επεξεργαστεί και να διαχειριστεί τα συναισθήματά της. Παρουσίαζε άγχος και αυξημένη διεγερσιμότητα/υπερεπαγρύπνιση που φαινόταν να επηρεάζει τόσο τη συγκέντρωσή της όσο και τη διάθεσή της. Επιπλέον εμφάνιζε εκρήξεις θυμού που κατευθύνονται προς τα μικρότερα αδέλφια της και δυσκολευόταν να διαχειριστεί τα αρνητικά της συναισθήματα. Τέλος, διεφάνη μια ασυμφωνία που επηρεάζει αρνητικά τη διάθεσή της και την αυτοεικόνα της. Κρίθηκε δε ότι είναι απαραίτητη η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία, προκειμένου να εκτονωθούν τα συναισθήματα, να ελεγχθεί το άγχος και να καλλιεργηθεί υψηλότερη αυτοεκτίμηση (βλ. την από 10-07-2014 ψυχολογική έκθεση-γνωμάτευση της ανωτέρω ψυχολόγου).... Η ενάγουσα, από την εις βάρος της αδικοπραξία υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. Η έκταση αυτής, αφού, ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός της, η υπαιτιότητα του εναγομένου, το είδος και η έκταση του τραυματισμού της ενάγουσας και κυρίως η ψυχική βλάβη της υγείας της ενόψει της ηλικίας της κατά το χρόνο του τραυματισμού της (4 ετών) κατά την οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είχε αναπτύξει διανοητική κατάσταση η οποία ήταν ικανή να προσπορίσει σ' αυτήν την αντίληψη της ύπαρξης ενός θλιβερού γεγονότος και να διαταράξει το συναισθηματικό της κόσμο με συνέπεια την επέλευση δυσμενών συγκινησιακών μεταβολών βλ. συναφώς και ΑΠ 1471/1997 ΕλλΔνη 1998.538) και η απότοκος αυτού χρόνια διαταραχή, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων εκ των οποίων η μεν ενάγουσα ανήλικη, τέκνο πολύτεκνης οικογένειας με οκτώ τέκνα, ο δε εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης προσοδοφόρας αγροτικής περιουσίας εκτάσεως 70 στρεμμάτων περίπου και ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας με την επωνυμία "Αφοι Πρώιμου ΟΕΒΕ" με αντικείμενο την εκμετάλλευση ελαιουργείου, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 211/2017). Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υποθέσεως, αλλά, και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 944/2017 -άρθρ. 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβάσιμου του συναφούς αγωγικού κονδυλίου για το επιπλέον ποσό. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και δέχθηκε ότι η ανήλικη υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας επεδίκασε το ανωτέρω ποσό, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις ως προς την ηθική βλάβη και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον 2ο λόγο της 37/2029 εφέσεως και με τον 10 λόγο της 39/2019 εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους σχετικούς λόγους εφέσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τους οποίους ζητούσαν η μεν πρώτη να καθορισθεί υπέρ της μεγαλύτερο ποσό για την άνω αιτία, ο δε δεύτερος να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, άλλως να επιδικασθεί στην ενάγουσα μικρότερο ποσό για την αιτία αυτή, από εκείνο που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας έτσι την εκκληθείσα απόφαση που είχε κρίνει ομοίως ως προς το ερευνώμενο κεφάλαιο της αγωγής και είχε επιδικάσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 80.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (και αληθώς μόνο εκ του αριθμού 1), με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης της παθούσας κατά παράβαση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στην παθούσα, κατά την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 80.000 ευρώ, το οποίο όμως είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις. Με όσα, ως άνω, δέχθηκε το Εφετείο ως προς τον καθορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δηλαδή με το να καθορίσει την καταβλητέα χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που δέχθηκε ότι αυτή υπέστη ένεκα του ένδικου τραυματισμού της στο ποσό των 80.000 ευρώ, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που επιτάσσουν οι ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, δοθέντος ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση περί το δίκαιο, υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε παρόμοιες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (της υπαίτιας εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραμελήσεως φύλαξης και εποπτείας του ζώου του) με βάση τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων με τις ως άνω αιτιάσεις αποδίδει, αληθώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
8.- Ενόψει τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια, μετά την κατά τα άνω παραδοχή της βασιμότητας του προαναφερθέντος τρίτου λόγου αυτής, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του ΑΚ) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Ακολούθως, πρέπει, κατά το αναιρούμενο ως άνω τμήμα της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 4, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο προς τούτο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης εις βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων δεν θα περιληφθεί στην προκειμένη απόφαση διότι δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής της, αφού οι τελευταίοι, που νικούν, δεν παραστάθηκαν και, συνεπώς, δεν υπέβαλαν σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 106,183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.12.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 50/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ως προς τους Μ. Λ. και Σ. συζ. Μ. Λ.
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 50/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Λ., κατά το τμήμα της που αφορά στο αγωγικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τμήμα της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτόν.
Και Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ