ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 823/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 823/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 823/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 823 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 823/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μαρία Τατσέλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΡΝΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Βούλγαρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α. και 2) Ι. Κ. του Ν., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 174/2018 μη οριστική και 160/2022 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-1-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος, που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1351/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμούς ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με έδρα το Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, Δ. Ν. Θ., τις οποίες νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από 25.01.2023 και καταχωρηθείσας στο Πρωτοδικείου Μεσολογγίου με αύξ. αριθμό καταθέσεως 1/08.02.2023, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 160/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, δικάσαντος ως Εφετείου, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης (23.09.2024) και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, μαζί με κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως στην άνω ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους αναιρεσίβλητους. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε και κατέθεσαν έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 53 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

2. Με την υπό κρίσιν, από 25.01.2023 (και με αριθμό καταθέσεως 1/08.02.2023), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 160/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά, πλην απέρριψε κατ' ουσίαν την από 03.12.2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμόν 123/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30.09.2016 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε ως αντικείμενο αξιώσεις τους για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω απώλειας διαφυγόντων κερδών ως ζημιωθέντων από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας, τελεσθείσα εις βάρος τους, και αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να τους καταβάλει αποζημίωση, πλέον των νομίμων τόκων και λοιπών εξόδων. 3.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

4.- Από τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για ορισμένους λόγους, οι οποίοι απαριθμούνται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 1032/ 2019, ΑΠ 575/2018) και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 241/2023, ΑΠ 1312/2021, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 64/2017), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται σε αυτήν σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος (ΑΠ 241/2023). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1033/2019). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 963/2006) ελέγχονται και οι δύο αναιρετικώς με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 335/2018). Ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε, ως αόριστη (ΑΠ 807/2017). Τούτο διότι, το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ή να μην κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου της (ΑΠ 487/2020, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 308/2015, ΑΠ 502/2014). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 241/2023, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών στοιχείων της εν λόγω αξιώσεως αποζημιώσεως και δικονομική ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους. Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1932/2017). Όταν ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει, αλλά και αρκεί, να εκτίθενται στην αγωγή, για την κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της, εκείνα τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή με βάση τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια (ΟλΑΠ 20/1992), χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται στην αγωγή τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών ούτε να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι αυτό μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις (ΟλΑΠ 22/1995 ΑΠ 1379/2010). Ακόμη, κατά την έννοια των ιδίων ως άνω διατάξεων, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει την αποζημίωση αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσόμενους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως και αποδείξεως (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ήδη αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με το παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής τους (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς θεμελίωση της επικαλούμενης ζημίας που προκλήθηκε σε βάρος τους από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, συνιστάμενης στην παράλειψη των διοικούντων φυσικών προσώπων και των προστηθέντων υπαλλήλων της να λάβουν τα αναγκαία μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας (όπως φίλτρα κατακρατήσεως της σκόνης, συνεχή κατάβρεξη των υλικών, επικάλυψή τους κατά την μεταφορά) για την αποτροπή εκπομπών σκόνης από το εργοτάξιο εξόρυξης αδρανών υλικών που έχει εγκαταστήσει σε μικρή απόσταση από τα παρακείμενα του εργοταξίου και περιγραφόμενα ελαιοκτήματά τους, των οποίων αυτοί κατά την άσκηση της αγωγής είχαν την αποκλειστική κυριότητα και τα οποία καλλιεργούσαν και εκμεταλλευόταν προβαίνοντας κατ' έτος στη συλλογή του ελαιοκάρπου, ιστορούσαν στο δικόγραφο αυτό, ότι οι μεγάλες ποσότητες της σκόνης που εκπέμπονταν κατά τις εργασίες εξόρυξης αδρανών υλικών, τη συνεχή φόρτωσή τους με μεγάλα φορτηγά και τη λειτουργία του σπαστήρα δομικών υλικών, που εκτελούσαν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, επικάθησαν στα φυλλώματα και στους καρπούς των ελαιοδένδρων τους προκαλώντας σε αυτά σοβαρή βλάβη κατά την περίοδο της ανθοφορίας και της καρποφορίας τους και ότι λόγω της τοξικότητας της σκόνης προκλήθηκε ξήρανση αρκετών βλαστών, κλαδίσκων, φύλλων και ανθέων ακόμη και των ανθεκτικότερων ελαιοδένδρων. Ότι λόγω της ζημίας την οποία υπέστησαν τα ελαιόδεντρά τους και ο ελαιόκαρπος από την συνεχή επικάθηση της εκπεμπόμενης σκόνης μειώθηκε η παραγωγή κάθε ελαιοδένδρου σε ποσοστό 50% τουλάχιστον και απώλεσε ο καθένας τους το καθοριζόμενο ποσό χρημάτων, το οποίο θα κέρδιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παραγωγή ελαιοκάρπου για μια τριετία, αν δεν είχε λάβει χώρα η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, εκθέτοντας αναλυτικά, προς θεμελίωση του αιτήματος της αποθετικής ζημίας τους, την μειωμένη ποσότητα των ελαιών που θα παρήγαγε κάθε ελαιόδενδρο σύμφωνα με την κατάστασή του ποικιλίας Καλαμών άνω των 30 ετών και τους γεωπονικούς κανόνες, την αντίστοιχη μειωμένη ποσότητα ελαιοκάρπου, καθώς και την μειωμένη τιμή πωλήσεως αυτών κατά την ως άνω τριετία. Ζήτησαν δε, μετά τον περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει, μετ' αφαίρεση των δαπανών που δεν πραγματοποιήθηκαν για τη συγκομιδή του απωλεσθέντος ελαιοκάρπου, το χρηματικό ποσό, στο οποίο ανέρχεται με την εκτέλεση των αριθμητικών πράξεων η αποθετική ζημία τους. Με τους έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή τους απορρίπτοντας τους αντίστοιχους παραδεκτώς προβαλλόμενους ισχυρισμούς της, με τις αιτιάσεις ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφερόταν απαραίτητα στοιχεία για την πληρότητά της και ιδίως δεν αναφερόταν: α) το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα τοξικά στοιχεία, τα οποία περιείχε η σκόνη που επικάθησε στα ελαιόδενδρα των αναιρεσιβλήτων και τα οποία, λόγω της τοξικότητάς τους, είχαν καταστήσει τη σκόνη τοξική, β) ποια ήταν τα νόμιμα όρια της σκόνης, τα οποία δεν έπρεπε να υπερβεί η σκόνη που εκπέμπονταν από το λατομείο, καθώς επίσης και το μέρος κατά το οποίο η σκόνη του λατομείου υπερέβη τα παραπάνω νόμιμα όρια, γ) ποια ήταν τα περιβαλλοντικά μέτρα, τα οποία δεν λήφθηκαν κατά την ανάπτυξη των αναφερόμενων δραστηριοτήτων εξόρυξης και μεταφοράς των αδρανών υλικών, τα οποία, αν είχαν ληφθεί, θα απέτρεπαν τη μεταφορά και την επικάθηση της εκπεμπόμενης σκόνης στα ελαιόδεντρα των αντιδίκων της και δ) τα συγκεκριμένα περιστατικά και τα μέτρα, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος που φέρονται ότι απώλεσαν και του οποίου την αναπλήρωση ζητούσαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός των παραγωγικών δυνατοτήτων των ελαιοδένδρων τους και της τιμής των ελαιών για τα αναφερόμενα έτη και κατ' επέκταση ο προσδιορισμός της τυχόν ζημίας τους. Ωστόσο, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, ενιαίως κρινόμενοι, είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες στην αγωγή ελλείψεις δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αγωγής, αφού δεν αφορούν αναγκαία εκ του νόμου στοιχεία προς θεμελίωση της αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων για αποζημίωση, ώστε να ιδρύουν τον εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αντιθέτως, οι ανωτέρω αιτιάσεις τους ανάγονται σε ποσοτική αοριστία, η οποία, όμως, συναρτάται, κατά τα προεκτεθέντα, με την ίδρυση της εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, η οποία δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, για τους οποίους και μόνον επιτρέπεται αναίρεση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, εκδοθείσα μετά από έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση οι ίδιοι λόγοι είναι και αβάσιμοι: α) διότι ναι μεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ως άνω ισχυρισμοί, προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο, πλην, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, ο ισχυρισμός της τελευταίας περί αοριστίας της ένδικης αγωγής δεν προτάθηκε στο Εφετείο, αλλά και β) διότι η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της μελλοντικής αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους), αλλά και τα περιστατικά, οι ειδικές περιστάσεις και τα μέτρα, βάσει των οποίων ήταν πιθανό, μετ' αφαίρεση των δαπανών που δεν πραγματοποιήθηκαν για τη συγκομιδή του απωλεσθέντος ελαιοκάρπου, το προσδοκώμενο διαφυγόν κέρδος των αναιρεσιβλήτων κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Έτσι, θεμελιώνουν το, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β', 914 και 922 του ΑΚ, δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων, του οποίου ζητεί την προστασία, χωρίς να απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και η επιπλέον παράθεση αυτών που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ ο περαιτέρω προσδιορισμός του πραγματικού ύψους των διαφυγόντων κερδών των αναιρεσιβλήτων αποτελούσε αντικείμενο πλέον της αποδεικτικής διαδικασίας. Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β', 914 και 922 του ΑΚ, ως και εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων κρίνοντας ότι η ως άνω ασκηθείσα αγωγή είναι ορισμένη. 5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ α' του ΚΠολΔ, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων (ενστάσεων), καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/ 2023). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει, όμως, έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αν το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 975/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ. 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Με τον δωδέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας λόγω παράλειψης λήψεως των αναγκαίων μέτρων προστασίας εκ μέρους των προστηθέντων της κατά την εξόρυξη και μεταφορά των αδρανών υλικών του άνω εργοταξίου και εντεύθεν περί μερικής αποδοχής της αγωγής των αναιρεσιβλήτων: α) με αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε σχετικά με την απόσταση μεταξύ των ελαιοκτημάτων των αναιρεσιβλήτων και του λατομείου και πλέον συγκεκριμένα 1) ενώ, αρχικώς, δέχθηκε ότι σε απόσταση 150 περίπου μέτρων ανατολικά των ως άνω ακινήτων βρίσκεται το λατομείο της ... (της εξόρυξης), στη συνέχεια, κατ' αντίφαση με την ως άνω παραδοχή της, δέχθηκε ότι η απόσταση των ακινήτων αυτών και δη του εγγύτερου σημείου τους από το εν λόγω λατομείο είναι περίπου 355 μέτρα και 2) ενώ δέχθηκε, αρχικώς, ότι η εκπεμπόμενη από το λατομείο σκόνη επικάθησε στα ελαιόδενδρα των αντιδίκων της λόγω μη λήψεως των αναγκαίων μέτρων περιβαλλοντολογικής προστασίας, ακολούθως, κατ' αντίφαση με την ως άνω παραδοχή της, δέχθηκε ότι η επικάθηση της εκπεμπόμενης σκόνης έλαβε χώρα ανεξαρτήτως του ότι για την αδειοδότηση του λατομείου έχουν τηρηθεί όλοι οι καθορισθέντες όροι για τον περιορισμό των οχλήσεων. β) με ελλιπείς αιτιολογίες: 1) δέχθηκε ότι η ζημία των αντιδίκων της επήλθε λόγω της μεγάλης ποσότητας σκόνης που επικάθησε στα ελαιόδενδρά τους, χωρίς όμως να αναφέρει πόση ήταν η επικαθήσασα σκόνη ώστε να διαπιστωθεί αν όντως αυτή ήταν μεγάλη, 2) δέχθηκε ότι η σκόνη επικάθησε στα ελαιόδενδρα λόγω της μη λήψεως των αναγκαίων μέτρων περιβαλλοντικής προστασίας χωρίς όμως να αναφέρει ποια από αυτά τα μέτρα δεν είχαν ληφθεί και τα οποία, αν είχαν ληφθεί, θα απέτρεπαν τη ζημία, χωρίς να αναφέρει πως είναι δυνατόν να αδειοδοτήθηκε και να λειτούργησε απρόσκοπτα το λατομείο αν δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα και πως οι αρμόδιες Αρχές επέτρεψαν τη λειτουργία του λατομείου, την εξόρυξη και τη μεταφορά των αδρανών υλικών δίχως τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, δίχως να αναφέρει, σχετικά με τον προσδιορισμό της προκληθείσας ζημίας των αντιδίκων της, πως είναι δυνατόν η μείωση της παραγωγής των ελαιοδένδρων τους να είναι ίδια και για τα τρία παραπάνω έτη, η ίδια για όλα τα ελαιόδεντρα και η ίδια και για τα δύο κτήματα των αναιρεσιβλήτων, παρά το γεγονός ότι η απόσταση των κτημάτων αυτών και καθενός των ελαιοδένδρων από τις πηγές της σκόνης δεν ήταν η ίδια, αλλά ούτε και η ποσότητα της σκόνης ήταν η ίδια για καθένα των παραπάνω τριών ετών, με αποτέλεσμα τα διαφορετικά αυτά στοιχεία να διαφοροποιούν και το ποσοστό μείωσης της παραγωγής κάθε ελαιοδένδρου, 3) δέχθηκε ότι η σκόνη που επικάθησε στα ελαιόδενδρα των αντιδίκων της επέφερε τη ζημία τους "ανεξαρτήτως του εάν δεν παρουσίαζε τοξικότητα και από την απόπλυσή της από ύστερες βροχοπτώσεις" χωρίς να αναφέρει πως η σκόνη, αν δεν περιέχει τοξικές ουσίες, προκάλεσε τη ζημία, αλλά και μετά την απόπλυσή της από τη βροχή να εξακολούθησε να προκαλεί ζημία, 4) δέχθηκε ότι η σκόνη επικάθησε στα ελαιόδενδρα επειδή οι προστηθέντες υπάλληλοί της δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και πρόνοια δίχως, όμως, να αναφέρει ποια ήταν η απαιτούμενη επιμέλεια και πρόνοια, αν μεταξύ των κτημάτων των αντιδίκων της και του λατομείου εξόρυξης παρεμβαλλόταν και άλλα κτήματα με ελαιόδεντρα, αν φυσούσαν άνεμοι στην περιοχή και την κατεύθυνσή τους, αν η παρεμπόδιση της εξατμησοδιαπνοής και της σύνθεσης της χλωροφύλλης επέφεραν μόνο μείωση της παραγωγής των ελαιοδένδρων και όχι νέκρωση αυτών, αν πέριξ του λατομείου υπήρχαν και άλλοι ελαιώνες και σε καταφατική περίπτωση αν η σκόνη επικάθησε και στους ελαιώνες αυτούς και αν επηρεάστηκε η παραγωγή τους και, τέλος, ποια ήταν η σύνθεση της σκόνης για να διαπιστωθεί αν ήταν όμοια με τη σύνθεση του εδάφους των ελαιώνων των αναιρεσιβλήτων, αφού αν ήταν όμοια, όπως πράγματι ήταν, τότε αποκλείεται, ακόμη και αν επικάθησε στα ελαιόδενδρα των αντιδίκων της, να προκάλεσε την επικαλούμενη ζημία τους. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου διέλαβε σε αυτήν, με βάση αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι εκμεταλλεύονται καλλιεργητικά ακίνητα, που βρίσκονται στη θέση "..." ..., το πρώτο ο α' των εφεσιβλήτων-εναγόντων εμβαδού 5.857 τ.μ. και το δεύτερο ο β' των εφεσιβλήτων-εναγόντων εμβαδού 5 περίπου στρεμμάτων, πάνω στα οποία βρίσκονται εμφυτευμένα ελαιόδενδρα ποικιλίας Καλαμών, ηλικίας άνω των 30 ετών και δη 148 ελαιόδενδρα στο α' και 147 στο β' ως άνω ακίνητο αντίστοιχα. Στην παραπάνω περιοχή και σε απόσταση 150 μέτρων ανατολικά των ως άνω ακινήτων βρίσκεται το λατομείο ..., στο οποίο από τον Απρίλιο 2014 η εναγομένη-εκκαλούσα τεχνική εταιρεία, έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί εργοτάξιο εξόρυξης αδρανών υλικών για την εξυπηρέτηση της κατασκευής της ... και δη του τμήματος από ... μέχρι ..., έργο που αυτή έχει αναλάβει. Η απόσταση των ακινήτων αυτών, και δη το εγγύτερο σημείο τους, από το εν λόγω λατομείο είναι περίπου 355 μ. Τα εξορυχθέντα αδρανή υλικά από το λατομείο αυτό μεταφέρονταν μέσω αγροτικής εν μέρει χωμάτινης οδού πλησίον των ακινήτων αυτών με φορτηγά αυτοκίνητα, οδός που εφάπτεται στο α' ακίνητο και είναι κοντά στο β'. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η δημιουργούμενη σκόνη να μεταφέρονταν με τον αέρα λόγω της μικρής απόστασης και να επικάθονταν στα φύλλα των ελαιοδένδρων στα ακίνητα των εφεσιβλήτων-εναγόντων, αναλόγως με την απόσταση των δένδρων τόσο από το λατομείο όσο και από την αγροτική οδό, αλλά και αυτή που δημιουργούνταν κατά την εξόρυξη των απαιτούμενων για την κατασκευή του ως άνω έργου αδρανών υλικών, τη συνεχή φόρτωση αυτών στα φορτηγά, καθώς και τη λειτουργία του σπαστήρα των δομικών υλικών, ώστε να εκπέμπονταν μεγάλη ποσότητα σκόνης, η οποία κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο 2014 έως και το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, ομοίως δε κατά το 2015 και όλο το 2016, λόγω μη λήψης των αναγκαίων μέτρων περιβαλλοντολογικής προστασίας εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσης, ώστε αυτή να διέφευγε υπό μορφή σύννεφου με τη βοήθεια του αέρα προς τα ως άνω ακίνητα των εναγόντων-εφεσιβλήτων, όπου και επικάθονταν στα φύλλα και στους καρπούς των ελαιοδένδρων τους εμποδίζοντας τις φυσιολογικές λειτουργίες τους. Ειδικότερα, το στρώμα της εκπεμπόμενης από το λατομείο σκόνης, που επικάθησε στα φυλλώματα των ελαιοδένδρων τους, κατά τα επίμαχα χρονικά διαστήματα εμπόδιζε το φαινόμενο της εξατμισοδιαπνοής και τη σύνθεση της χλωροφύλλης, που απαιτείται για την ανάπτυξη της ανθοφορίας και την παραγωγή των ελαιόκαρπων. Αυτό έλαβε χώρα ανεξαρτήτως του εάν η επικαθήμενη σκόνη δεν παρουσίαζε τοξικότητα και από την απόπλυσή της από ύστερες βροχοπτώσεις και του επικαλούμενου από την εναγομένη-εκκαλούσα γεγονότος ότι για την αδειοδότηση του προαναφερθέντος λατομείου έχουν τηρηθεί όλοι οι καθορισθέντες περιβαλλοντολογικοί όροι για τον περιορισμό των οχλήσεων, το γεγονός δε αυτό καταλογίζεται τόσο στα διοικούντα την εναγομένη-εκκαλούσα φυσικά πρόσωπα όσο και στους προστηθέντες υπαλλήλους της, που εκτελούσαν για λογαριασμό της τις εργασίες εξόρυξης, θραύσης, αποθήκευσης και μεταφοράς των αδρανών υλικών, οι οποίοι δεν επέδειξαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα την απαιτούμενη επιμέλεια και πρόνοια, που μπορούσαν να καταβάλουν, αλλά αντιθέτως παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή των εκπομπών σκόνης στα παρακείμενα ακίνητα, σύμφωνα άλλωστε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Σημειωτέον ότι η εκκαλούσα-εναγομένη προμηθεύονταν τα απαιτούμενα υλικά για το ως άνω έργο που ανέλαβε ωφελούμενη από τη δραστηριότητα αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της άνω παράνομης και ζημιογόνου συμπεριφοράς η παραγωγή του κάθε ελαιοδένδρου ποικιλίας Καλαμών των εφεσιβλήτων-εναγόντων μειώθηκε για τα έτη 2014, 2015 και 2016 σε ποσοστό 50%, ενώ σύμφωνα με την ηλικία τους και τη φυσική πορεία των πραγμάτων η κατά μέσο όρο παραγωγή αυτών θα ανέρχονταν σε 60 κιλά ελιές ανά δένδρο, σύμφωνα άλλωστε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, και η παραγωγή τους ανήλθε πραγματικά σε 30 κιλά ανά ελαιόδενδρο χωρίς να αποδειχθεί άλλη περαιτέρω ζημία από μείωση του μεγέθους του εναπομείναντος συγκομισθέντος καρπού. Επομένως, η ζημία που υπέστη ο α' των εφεσιβλήτων-εναγόντων κατά έτος ανήλθε στο ποσό των 4.795,20 Ευρώ (=148 ελαιόδενδρα χ 30 απολεσθέντα κιλά/δένδρο = 4.440 κιλά προς 1,20 Ευρώ/κιλό-5.328,00 Ευρώ- μείον τα έξοδα που θα απαιτούνταν για τη συγκομιδή της απολεσθείσας παραγωγής ποσοστού 10%, ύψους 532,80 Ευρώ) και συνολικά για τα 3 έτη (2014, 2015, 2016) η ζημία ανέρχεται στο ποσό των 14.385,60 Ευρώ (= 4.795,20χ3). Αναφορικά με το ακίνητο του β' των εφεσιβλήτων-εναγόντων η ζημία που υπέστη κατ' έτος ανήλθε στο ποσό των 4.762,80 Ευρώ (=147 ελαιόδενδρο Χ 30 απολεσθέντα κιλά/δένδρο = 4.410 κιλά προς 1,20 Ευρώ/κιλό=5.202 Ευρώ-μείον τα έξοδα που θα απαιτούνταν για τη συγκομιδή της απολεσθείσας παραγωγής, ύψους 529,20 Ευρώ) και συνολικά για τα 3 έτη (2014, 2015, 2016) η ζημία ανέρχεται στο ποσό των 14.288,40 Ευρώ (=4.762,80 χ 3), καθόσον οι ως άνω ποσότητες ελαιοκάρπου θα συγκομιζόταν, και από την πώληση αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα επιτυγχανόταν το ως άνω τίμημα, εάν δεν είχε μεσολαβήσει το ζημιογόνο ως άνω γεγονός. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε όμοια κρίση ορθώς εφάρμοσε το νόμο και οι λόγοι της έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα η έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας κατά τον τρόπο αυτό την πρωτόδικη υπ' αριθμόν 123/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίσθηκε ότι η ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 14.385,60 ευρώ και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 14.288,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής έως την εξόφληση. Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β', 914 και 922 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού, ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι τα διοικούντα την αναιρεσείουσα φυσικά πρόσωπα και οι προστηθέντες υπάλληλοί αυτής, που εκτελούσαν για λογαριασμό της τις εργασίες εξόρυξης, θραύσης, αποθήκευσης και μεταφοράς των αδρανών υλικών από το λατομείο όπου η αναιρεσείουσα είχε εγκαταστήσει εργοτάξιο εξόρυξης, δεν επέδειξαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα την απαιτούμενη επιμέλεια και πρόνοια, που μπορούσαν να καταβάλουν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά, αντιθέτως, παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα περιβαντολογικής προστασίας για την αποτροπή των εκπομπών σκόνης, η οποία μεταφερόταν με τον αέρα λόγω της μικρής αποστάσεως στα παρακείμενα ελαιοκτήματα των αναιρεσβλήτων και επικάθονταν στα ελαιόδενδρά τους εμποδίζοντας έτσι τις φυσικές λειτουργίες τους, β) ότι η άνω παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια, 330 εδ. β' του ΑΚ) συμπεριφορά των προαναφερθέντων προσώπων ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο και επέφερε, γ) ότι συμπεριφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία στους αναιρεσιβλήτους εξαιτίας της μειωμένης -κατά τα επίδικα τρία (3) έτη- παραγωγής του κάθε ελαιοδένδρου των ακινήτων τους κατά ποσοστό 50% και δ) ότι η κατά τα άνω αποζημίωση επιδικάσθηκε στους αναιρεσίβλητους για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας τους από την μειωμένη παραγωγή των ελαιοδένδρων που υπήρχαν στα παραπάνω ακίνητά τους. Οι παραδοχές αυτές δικαιολογούσαν την θεμελίωση υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων καταβάλλοντας σε αυτούς την αντίστοιχη αποζημίωση και εντεύθεν την κατά ένα μέρος παραδοχή της ένδικης αγωγής τους, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και ετέρων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το στρώμα της εκπεμπόμενης από το λατομείο σκόνης που επικάθησε στα φυλλώματα των ελαιοδένδρων έλαβε χώρα, σε πιστή κατά τούτο αντιγραφή "ανεξαρτήτως και του επικαλούμενου από την εναγομένη-εκκαλούσα γεγονότος ότι για την αδειοδότηση του προαναφερθέντος λατομείου έχουν τηρηθεί όλοι οι καθορισθέντες περιβαλλοντικοί όροι για τον περιορισμό των οχλήσεων" δεν αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή της ότι η εκπεμπόμενη σκόνη επικάθησε στα ελαιόδενδρα των αναιρεσιβλήτων λόγω μη λήψεως των αναγκαίων μέτρων περιβαλλοντολογικής προστασίας εκ μέρους των διοικούντων και των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, αφού το εφετείο, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του, σαφώς δέχεται ότι οι συνέπειες της εκπεμπόμενης σκόνης είχαν ως αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή κάθε ελαιοδένδρου των αναιρεσιβλήτων εξαιτίας της άνω υπαίτιας και παράνομης και δη της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων της αναιρείουσας και τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί με την έφεσή της (χωρίς και να το αποδείξει) ότι σύμφωνα με την αδειοδότηση του εν λόγω λατομείου είχαν τηρηθεί οι καθορισθέντες περιβαλλοντολογικοί όροι για τον περιορισμό των οχλήσεων. Αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει από τη διατύπωση "ανεξαρτήτως και του .... ότι" που εκτίθεται στην άνω περικοπή της, καθόσον η παραδοχή αυτή απλώς δικαιολογεί την εκτίμηση του Εφετείου για την κρίση του ως προς την ζημία που τελικώς επήλθε στα ελαιόδενδρα των αναιρεσιβλήτων. Η αιτίαση, εξάλλου, της αναιρεσείουσας περί αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόσταση μεταξύ του εργοταξίου και των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμη. Τούτο, διότι, ενόψει του συνόλου των άνω παραδοχών του Εφετείου και όχι όσων κατ' επιλογή αποσπασματικά περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αιτιολογία του Εφετείου για το θέμα αυτό δεν εξαντλείται στην επικαλούμενη κατ' επιλογή μεμονωμένη παραδοχή, δεδομένου ότι στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται σαφής αναφορά στην εξέλιξη της διαδρομής της σκόνης που εκπέμπονταν από τη λειτουργία του λατομείου κατά την εκτέλεση των εργασιών εξόρυξης και μεταφοράς των αδρανών υλικών, για την οποία, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταφερόταν με τον αέρα λόγω της μικρής αποστάσεως και επικάθονταν στα φύλλα των ελαιοδένδρων αναλόγως με την απόσταση των δένδρων τόσο από το λατομείο όσο και από την αγροτική οδό μέσω της οποίας μεταφερόταν τα εξορυσθέντα από το λατομείο αδρανή υλικά. Συνακόλουθα, ουδεμία αντίφαση υπάρχει στις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού οι πληττόμενες, ως άνω, αιτιολογίες της δεν αποκλείουν, λογικά, η μία την άλλη και, επομένως, ο λόγος αυτός, κατά τις άνω αιτιάσεις του πρώτου σκέλους του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η κρίση του Εφετείου ως προς τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεν είναι, κατά τα προεκτεθέντα (υπό το στοιχείο -4-), δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
Συνεπώς, ο ίδιος λόγος, κατά τη σχετική αιτίαση του δευτέρου μέρους του δευτέρου σκέλους του σχετικά με τον προσδιορισμό της μειωμένης παραγωγής κάθε ελαιοδένδρου των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα ως προς τη συνδρομή ή μη πιθανότητας για την ύπαρξη του επικαλούμενου με την αγωγή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, διαφυγόντος κέρδους των αναιρεσιβλήτων, η οποία όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν η ίδια και για τα τρία παραπάνω έτη και για τα δύο ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την παραπάνω βάση υπολογισμού και συνακόλουθα ως προς το ύψος της αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 1385/2012, ΑΠ 726/2008). Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και κατά τις λοιπές αιτιάσεις του (ειδικότερες ελλείψεις που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών), διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, δι' αυτών αποδίδεται μεν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην πραγματικότητα, όμως, υπό το πρόσχημα των άνω επικαλούμενων αναιρετικών πλημμελειών από το λόγο αυτόν, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την μη απόδειξη των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και εντεύθεν ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ως άνω ανέλεγκτη εκτίμηση των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων δεν παραβιάστηκαν εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β', 914 και 922 του ΑΚ ούτε η εκτίμησή τους ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του KΠολΔ. Η δε παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και έτσι δεν δημιουργεί τον άνω λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 894/2008).

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτώς προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΟλΑΠ 2/1989). Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της καθεμιάς εξ αυτών (ΟλΑΠ 8/2013), δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, ως και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 127/2018, ΟλΑΠ 469/1984) και προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 1/2016, ΑΠ 933/2014). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 250/2014), ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 839/2010) είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει και όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως (ΑΠ 54/2017).

Εξάλλου, για την, αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.

Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποίησης, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, που φέρει το βάρος αποδείξεως. Συνακόλουθα, η άρνηση, αιτιολογημένη ή μη, της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως που δεν έχει αυτοτέλεια, όπως και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ελλείψεως ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως δεν αποτελούν "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1713/2014). Ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομιμοποιήσεως στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 και όταν πρόκειται για αποφάσεις πρωτοδικείων εκδοθείσες μετά από έφεση κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1, ενώ αν συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ή 560 αριθμός 6 αντίστοιχα (ΑΠ 786/2021). Με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη νοηματική απόδοση του περιεχομένου του, όπως και με τους τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους, κατά το πρώτο σκέλος τους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με τις αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου: 1) δεν έλαβε υπόψη το νομίμως προβληθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό της ότι η ίδια ουδεμία σχέση είχε με τη λειτουργία του άνω λατομείου αδρανών υλικών και τη μεταφορά τους, αφού, ειδικότερα, επρόκειτο για δραστηριότητες όχι δικές της, αλλά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΑΕ", την οποία είχε χρησιμοποιήσει ως υπεργολάβο του συγκεκριμένου έργου η κοινοπραξία με την επωνυμία "Κ/Ξ EURO ΙΩΝΑ" που είχε αναλάβει την κατασκευή του οικείου τμήματος της Ιωνίας οδού, για τις ανάγκες της οποίας λειτούργησε το παραπάνω λατομείο και 2) δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προβληθέντες και ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της: α) ότι η εκπεμπόμενη από το λατομείο σκόνη που τυχόν επικάθησε στα ελαιόδενδρα των αναιρεσιβλήτων δεν επέφερε καμμιά μείωση της παραγωγής τους αφού δεν ήταν επιβλαβής, αλλά αντιθέτως υπήρξε επωφελής για τα ελαιόδενδρά τους, β) ουδεμία ποσότητα σκόνης είχε επικαθήσει στα εν λόγω ελαιόδενδρα από τις προαναφερθείσες δραστηριότητες του λατομείου, καθώς είχαν ληφθεί όλα τα κατάλληλα προς τούτο αποτρεπτικά μέτρα τόσο κατά τη λειτουργία του όσο και κατά τη μεταφορά των αδρανών υλικών και λατομικών προϊόντων, γ) ότι η τυχόν επικαθήσασα σκόνη στα ελαιόδενδρα των αναιρεσιβλήτων δεν είχε προέλθει από τη λειτουργία του λατομείου, αλλά από την ίδια την περιοχή, καθόσον, λόγω της αγροτικής της φύσης, η σκόνη ήταν και είναι συνηθισμένο φαινόμενο και δ) ότι, αντιθέτως προς το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής για μείωση της παραγωγής των ελαιοδένδρων των αναιρεσιβλήτων επειδή η σκόνη που επικάθησε σε αυτά εμπόδιζε το φαινόμενο της εξατμησοδιαπνοής και τη σύνθεση της χλωροφύλλης, η μείωση της εξατμησοδιαπνοής (την οποία συνεπάγεται η παρεμπόδισή της) αυξάνει την παραγωγή των ελαιοδένδρων σε αντίθεση με την αύξησή της, η οποία επιφέρει μείωση της παραγωγής. Οι λόγοι αυτοί, ενιαίως κρινόμενοι, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι διότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες, κατά τα άνω, ισχυρισμοί, όπως προτάθηκαν, αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της, ερειδομένης στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β', 914 και 922 του ΑΚ, ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων (που στηρίζεται στην αδικοπραξία με παράλειψη), τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ενώ ο πρώτος από τους λόγους αυτούς, κατά το πρώτο σκέλος του, εκτιμώμενος παράλληλα και ως ισχυρισμός περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσείουσας, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ως άρνηση, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα και μόνο της αναιρεσείουσας, συναγόμενα από τις εκτιθέμενες από αυτήν νομικές διατάξεις και συμπεράσματα που αυτή αντλεί από την, κατά την εκδοχή της, εκτίμηση των αποδείξεων. Ο πρώτος πιο πάνω λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι, σε κάθε, περίπτωση, και αβάσιμος: α) διότι ναι μεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε παραδεκτά και στον δεύτερο βαθμό, πλην, όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, ισχυρισμός της τελευταίας περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως δεν προτάθηκε με λόγο εφέσεως στο Εφετείο και, παρότι ο ισχυρισμός αυτός ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν συντρέχει εν προκειμένω (ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη αυτού) νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για την προβολή του, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αλλά και β) διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό της και τον απέρριψε, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχθηκε αιτιολογημένα ότι "σε απόσταση 150 περίπου μέτρων ανατολικά των ως άνω ακινήτων βρίσκεται το λατομείο ..., στο οποίο από τον Απρίλιο 2014, η εναγομένη-εκκαλούσα τεχνική εταιρεία, έχει εγκαταστήσει και λειτουργεί εργοτάξιο εξόρυξης αδρανών υλικών για την εξυπηρέτηση της κατασκευής της ... και δη του τμήματος από ... μέχρι ..., έργο που αυτή έχει αναλάβει" και, επιπλέον, ότι "Σημειωτέον ότι η εκκαλούσα-εναγομένη προμηθευόταν τα απαιτούμενα υλικά για το ως άνω έργο που ανέλαβε ωφελούμενη από τη δραστηριότητα αυτή" και ως εκ τούτου το Εφετείο δέχθηκε, κατ' αποτέλεσμα, εφόσον αυτό αποδείχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα ευθυνόταν για την αποκατάσταση της προκληθείσης αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, κατά το δεύτερο σκέλος του ο καθένας, με τους οποίους, υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ως προς τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο τους απέρριψε σιωπηρά, δηλαδή χωρίς αιτιολογία, είναι, επίσης, απαράδεκτοι, διότι είναι αντιφατικοί έναντι του πρώτου σκέλους των λόγων αυτών, με τους οποίους προβάλλεται, όπως αναφέρθηκε ήδη, η εκ του αριθμού 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, των ιδίων αμέσως πιο πάνω ισχυρισμών της, καθόσον αποτελεί προϋπόθεση της πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, της ελλείψεως δηλαδή αιτιολογίας, η λήψη υπόψη των ισχυρισμών αυτών, για τους οποίους προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 663/2021, ΑΠ 579/2007). Με τους δεύτερο και ενδέκατο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 5 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν με τις αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου: α) με την παραδοχή ότι η εκπεμπόμενη από το λατομείο σκόνη "δεν παρουσίαζε τοξικότητα", δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με την αγωγή από τους αναιρεσιβλήτους σχετικά με τον επιζήμιο χαρακτήρα της εκπεμπόμενης σκόνης, καθόσον βάση της αγωγής τους για την αποκατάσταση της ζημίας τους ήταν η τοξικότητα της εκπεμπόμενης σκόνης που επικάθησε στα ελαιόδενδρά τους με συνέπεια τη μειωμένη παραγωγή τους, μεταβάλλοντας έτσι την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής και β) με την παραδοχή ότι οι προστηθέντες υπάλληλοί της "δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και πρόνοια, αλλά, αντιθέτως, παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή εκπομπών σκόνης στα παρακείμενα ακίνητα, σύμφωνα άλλωστε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας", δέχθηκε ότι η μη λήψη των μέτρων αυτών από τους προστηθέντες υπαλλήλους της προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι, δέχθηκε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί με την αγωγή από τους αναιρεσιβλήτους σχετικά με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Οι λόγοι αυτοί, ενιαίως κρινόμενοι, είναι απαράδεκτοι, ο μεν δεύτερος διότι το επικαλούμενο με αυτόν ως άνω πραγματικό περιστατικό, το οποίο φέρεται να μην είχε περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την άνω έννοια του άρθρου 560 αριθμός 5 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος είναι και αβάσιμος διότι η παραδοχή αυτή αποτελεί συμπέρασμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο, μολονότι δεν είχε περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το εφετείο για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ εξ αυτού του λόγου δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Ο δε ενδέκατος λόγος είναι απαράδεκτος: α) αφενός διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η λήψη των αναγκαίων μέτρων περιβαλλοντολογικής προστασίας προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά δέχθηκε, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές του, ότι οι προστηθέντες της αναιρεσείουσας δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και πρόνοια, που μπορούσαν να καταβάλουν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και β) αφετέρου διότι, επιπλέον, υπό τη επίκληση της αιτιάσεως αυτής πλήττεται πλέον η επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. 7.- Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιβολής δικαστικής δαπάνης εις βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ των αναιρεσιβλήτων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διότι δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής της, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν και δεν υπέβαλαν σχετικό προς τούτο αίτημα (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) ούτε υποβλήθηκαν σε τέτοια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.01.2023 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΡΝΑ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμόν 160/2022 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή