Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 824 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 824/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ιωάννη Αποστολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. Κ. του Α., χήρας Ν. Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριαζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ασημάκη - Κωνσταντίνο Αλεξόπουλο, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2138/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2019 αίτησή της και τον από 23-3-2023 πρόσθετο αυτής λόγο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-11-2019 (υπ' αριθ. ΓΑΚ 94754/2019 και ΕΑΚ 17/2019) αίτηση αναίρεσης, η οποία νομότυπα (άρθρο 260 ΚΠολΔ) επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 20-3-2023 κλήση της αναιρεσείουσας, κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης της (στη δικάσιμο της 13ης Μαρτίου 2023), προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2138/2019 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων για την καταβολή του ποσού των 2.320,80 ευρώ και των 289,20 ευρώ από την πρώτη και δεύτερη εναγομένη, αντιστοίχως, που αφορά τα ως άνω αχρεωστήτως καταβληθέντα από αυτήν (ενάγουσα) χρηματικά ποσά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενόψει του ότι δεν επικαλείται κάποιος διάδικος την επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε προκύπτει αυτή από κάποιο στοιχείο (σε συνδυασμό με το ότι κατατέθηκε εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από τη δημοσίευσή της), επίσης, καταβλήθηκε το αντίστοιχο παράβολο (άρθρα 20, 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επίσης, παραδεκτώς ασκήθηκε και ο από 23-3-2023 πρόσθετος λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-5-2023 (υπ' αριθ. 84/16-5-2023 έκθεσης κατάθεσης) και επιδόθηκε στην πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες στις 16-6-2023 και 19-6-2023, αντιστοίχως (βλ. τις υπ' αριθ. ...-2023 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Κ.), δηλαδή τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν την ως άνω ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 11-11-2024, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, συνεκδικαζόμενοι, πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο περί ειδικών διατάξεων για τις μικροδιαφορές (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και άσκησης της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως) "Αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία του δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 471". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και πριν την τροποποίηση από το άρθρο 35 του ν. 4842/2021, που εφαρμόζεται στην εν λόγω υπόθεση κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. α'του ίδιου νόμου), "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Oι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, που εκδόθηκαν κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών (άρθρα 466 - 472 ΚΠολΔ), δεν μπορεί να προβληθεί ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, απορριπτόμενου, στην περίπτωση προβολής αυτού, ως απαραδέκτου (ΑΠ 389/2023, ΑΠ 1163/2021, ΑΠ 298/2021).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει, ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα, για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του, που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ' αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 805/2001). Κατά τα λοιπά, παραπέμποντας η ανωτέρω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ' αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 675/2010, ΑΠ 632/2004, ΑΠ 550/2003).
Συνεπώς, για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί, πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ' αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος, δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΠ 250/2022, ΑΠ 264/2013). Με την προϋπόθεση αυτή, οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001). Στο πλαίσιο έτσι αυτό, ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την ανωτέρω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων ούτε απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να αποκλείει παντελώς οπωσδήποτε το αναιρετικό βήμα (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1290/2011, ΑΠ 968/2010).
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από τη διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και ειδικότερα των αποφάσεων τους που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρα 466 επ. ΚΠολΔ), απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές και ως εκ τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης. Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα, και τη βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη διαδικασία, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των σχετικώς υπαγόμενων διαφορών, οι οποίες, κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεων του γενικού κοινωνικού συμφέροντος. Γι' αυτό η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την οποία περιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση ειρηνοδικείου που εκδίδεται κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος, ούτε σε κάποια άλλη συνταγματική διάταξη, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωμα για δίκαιη δίκη (ΑΠ 557/2024, ΑΠ 250/2022, ΑΠ 1233/2020, ΑΠ 147/2019, ΑΠ 381/2015, ΑΠ 1654/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ και 6 παρ. 3 εδ. γ' του ν. 3869/2010. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω σκέψη, απαράδεκτος, γιατί, επί υποθέσεων που δικάζονται κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, όπως η παρούσα, δεν επιτρέπεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ. Μάλιστα, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (υπό στοιχείο Ι), ο περιορισμός των λόγων αναίρεσης με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ είναι συμβατός με τις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνεται στις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατατεθείσες προτάσεις της, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 1386/2019). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται μεταξύ των άλλων οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αποτελεί μεν συμπλήρωμα του λόγου από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου (που αφορά στην ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), δεν αποτελεί όμως παρακολούθημα τούτου, ώστε να θεωρηθεί ότι η εξαίρεση του ενός στις υποθέσεις μικροδιαφορών συνεπάγεται, αυτονοήτως και την εξαίρεση του άλλου, παρά την πρόσφατη αντίθετη βούληση του νομοθέτη. Εξάλλου, ο λόγος αυτός (560 αριθ. 6 ΚΠολΔ) συνάδει με τη συνταγματική απαίτηση για ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος), η οποία δεν εξαιρεί τις αποφάσεις επί μικροδιαφορών. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 1518/2017, ΑΠ 383/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το προαναφερθέν Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον το σχετικό αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ότι σύζυγος της ενάγουσας, Ν. Χ., απεβίωσε την ... και η ενάγουσα αποδέχθηκε με την υπ' αρ. ...-2018 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Δ. Μ. το υπό στοιχεία ... διαμέρισμα εμβαδού 94 τ.μ. τετάρτου ορόφου που βρίσκεται στα ... (οδός ...) μετά της θέσης στάθμευσης και υπόγειας αποθήκης όπως περιγράφονται στο υπ' αρ. ...-2001 συμβόλαιο, που της κατέλιπε με την από ...-2016 ιδιόγραφη διαθήκη του. Ότι το ο σύζυγος της ενάγουσας έλαβε από την πρώτη των εναγομένων, σύμφωνα με τους όρους της με αρ. ...-2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσού 40.000 ευρώ στην οποία η ενάγουσα συμβλήθηκε με την ιδιότητα της εγγυήτριας. Ότι ο σύζυγός της όσο ζούσε είχε καταρτίσει κατόπιν της υπ' αρ. ... αίτησής του, το από ...- 2010 και υπ' αρ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο δανειοληπτών, με την δεύτερη των εναγόμενων, που κάλυπτε κίνδυνο θανάτου και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια του δανειολήπτη - ασφαλισμένου, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του ανωτέρω δανείου, έναντι ασφάλιστρου που θα καταβαλλόταν μηνιαίως μέσω του υπ' αρ. ... λογαριασμό της πρώτης εναγομένης τράπεζας ταυτόχρονα με την καταβολή κάθε δόσης αποπληρωμής σύμβασης δανείου (όρος 6 παρ. 1 εδ. τελευταίο και παρ. 2 δανειακής σύμβασης σε συνδυασμό με το άρθρο 14 υπ' αρ. ... ομαδικού ασφαλιστηρίου). Ότι ειδικότερα σύμφωνα με την περίληψη όρων ασφάλισης ζωής: "η ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (εννοεί δεύτερη εναγόμενη) σε περίπτωση θανάτου του ασφαλιζόμενου από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει το ανάλογο ασφάλισμα (παροχή) στην ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (πρώτη εναγόμενη). Το ποσό που θα καταβληθεί στην ΕΘΝΙΚΗ Τράπεζα (πρώτη εναγόμενη) είναι ίσο με το υπόλοιπο του δανείου (ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του στην ασφάλιση) κατά την ημερομηνία θανάτου του ασφαλιζομένου". Ότι ο οφειλέτης ή και ο εγγυητής υποχρεούνται να αναγγείλουν την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και όποιο σχετικό έγγραφο στην πρώτη εναγόμενη τράπεζα, ώστε να καταβληθεί το ασφάλισμα στην πρώτη εναγομένη από τη δεύτερη εναγομένη, για την εξόφληση της οφειλής του δανείου, ήτοι άληκτο κεφάλαιο δανείου και μέχρι τρεις ληξιπρόθεσμες δόσεις, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 5 δανειακής σύμβασης. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της ίδιας σύμβασης ο οφειλέτης και ο εγγυητής ορίζει ως ανέκκλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος την Τράπεζα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εφόσον επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι από τον από ... θάνατο του συζύγου της ενάγουσας, επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και αφενός η ενάγουσα θα έπρεπε να ενημερώσει σχετικά την πρώτη εναγομένη και η δεύτερη εναγομένη, να καταβάλει το ασφάλισμα που είναι το άληκτο κεφάλαιο του επίμαχου δανείου και μέχρι τρεις ληξιπρόθεσμες δόσεις. Ωστόσο, ο όρος 6 παρ.7 της επίμαχης δανειακής σύμβασης αναφέρει ότι "Η ασφάλιση Ζωής και Μόνιμης Ανικανότητας διακόπτεται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη ενημέρωση α) σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δανείου ή β) μετά την πάροδο τριών μηνών από την περιέλευση του δανείου σε κατάσταση υπερημερίας ή γ) σε περίπτωση που δεν έχουν καταβληθεί ασφάλιστρα τριών μηνών" και ο όρος 5 παρ. 6 της σύμβασης ασφάλισης είναι αναλόγου περιεχομένου "Καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρων, πέραν των τριών μηνών, επιφέρει την αυτόματη διακοπή της ασφάλισης, χωρίς ειδοποίηση του ασφαλιζόμενου και χωρίς δυνατότητα επαναφοράς της ασφάλισης σε ισχύ". Όπως συνομολογεί η ενάγουσα με την ένδικη αγωγής της και επιβεβαιώνεται από το προσκομισθέν αντίγραφο κίνησης λογαριασμού (σχετ. 7 πρώτης εναγομένης), ο σύζυγός της, αδυνατούσε να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις ήδη από 13-10-2014 μέχρι 20-11-2015 ήτοι για διάστημα που υπερβαίνει την υπερημερία των 3 μηνών (ενός και πλέον έτους). Ως εκ τούτου, λόγω της υπερημερίας του ως προς την καταβολή δόσεων δανείου στις οποίες περιλαμβανόταν τα ασφάλιστρα η επίδικη ασφάλιση ζωής διεκόπη αυτοδίκαια η σύμβαση ασφάλισης σύμφωνα με τα παραπάνω, χωρίς άλλη ειδοποίησή του, αν και η δεύτερη εναγομένη προσκομίζει την από 15-1-2015 σχετική συστημένη επιστολή της (σχετ. 5 δεύτερης εναγομένης). Σε κάθε περίπτωση, εφόσον, ο σύζυγος της ενάγουσας, κατέθεσε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 18-11-2014 και με αρ. κατ. δικ. 8397/19-11-2014 αίτηση άρθρου 4 Ν. 3869/2010 για ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 24-11-2014, τα χρέη του συζύγου της ενάγουσας κατέστησαν, κατά πλάσμα νόμου ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατ' άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010, ενώ το ποσό της δόσης που όρισε η Ειρηνοδίκης Αθηνών με την από 20-10-2015 προσωρινή διαταγή ποσού 250,00 ευρώ μηνιαίως αφορούσε ρύθμιση όχι μόνο του επίμαχου δανείου αλλά και άλλων τριών πιστωτικών προϊόντων (βλ. προσκομισθείσα από την ενάγουσα 8397/19-11-2014 αίτηση) απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της ενάγουσας.
Συνεπώς, εφόσον, η σύμβαση ασφάλισης έληξε, δεν ισχύει και ο περιλαμβανόμενος σε αυτήν όρος περί καταβολής ασφαλίσματος από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στην πρώτη εναγόμενη τράπεζα, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του θανάτου του συζύγου της ενάγουσας. Οπότε, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, αν η σύμβαση ασφάλισης δεν είχε λήξει για τον ως άνω λόγο, θα μπορούσε η εδώ ενάγουσα, υπό την ιδιότητα του κληρονόμου του θανόντος και ως οφειλέτρια της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, να ασκήσει αναγνωριστική ή καταψηφιστική πλαγιαστική αγωγή και να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στην πρώτη εναγόμενη τράπεζα. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι γενόμενες καταβολές από την ενάγουσα μετά τον θάνατο του συζύγου της από τον Ιούλιο του 2016 έως τον Ιούνιο του 2018 αφενός δεν διακρίνεται αν αφορούν στο ασφάλιστρο ή στις δόσεις του επίμαχου δανείου, καθώς δεν διαχωρίζονται στην προσκομισθείσα κίνηση λογαριασμού, αφετέρου, έχουν νόμιμη αιτία τη σύμβαση δανείου που συνδέει την ενάγουσα με την πρώτη εναγόμενη, αποτελούν αυτοτελή υποχρέωση της ενάγουσας, υπό την ιδιότητα του εγγυητή της επίμαχης σύμβασης δανείου και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 13 αυτής, με το οποίο αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα το σύνολο της δανειακής σύμβασης και ευθύνεται για την ολοσχερή αποπληρωμή του απεριόριστα και εις ολόκληρον έναντι της δανείστριας ως πρωτοφειλέτης παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως (ΑΚ 855).
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ουσία αβάσιμη, διότι οι εναγόμενοι δεν κατέστησαν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία". Με τον πρόσθετο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλει την αιτίαση ότι η προαναφερθείσα προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στη διακοπή της σύμβασης ασφάλισης, η οποία είχε καταρτισθεί, δυνάμει του από ...-2010 και υπ' αριθ. ... ομαδικού ασφαλιστηρίου δανειοληπτών, μεταξύ του θανόντος συζύγου της (αναιρεσείουσας) και της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και η οποία κάλυπτε τον κίνδυνο θανάτου του δανειολήπτη ασφαλισμένου, σχετικώς με την αποπληρωμή της οφειλής από την υπ' αριθ. ...-2010 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 40.000 ευρώ, που είχε καταρτίσει αυτός (δικαιοπάροχος σύζυγος της) με την πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, το προαναφερθέν Δικαστήριο ενώ δέχθηκε ότι ο σύζυγος της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) αδυνατούσε να καταβάλλει τις δόσεις του ως άνω δανείου, στις οποίες περιλαμβάνονταν και τα ασφάλιστρα της εν λόγω σύμβασης ασφάλισης, ήδη από 13-10-2014 και κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 18-11-2014 αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 για ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων, η οποία επιδόθηκε στην πρώτη αναιρεσίβλητη (εναγομένη) στις 24-11-2014 και ότι από τότε τα χρέη του συζύγου της ενάγουσας κατέστησαν, κατά πλάσμα νόμου ληξιπρόθεσμα και απαιτητά κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010, στη συνέχεια αντιφάσκοντας δέχθηκε ότι η ως άνω σύμβαση ασφάλισης έληξε λόγω της υπερημερίας του συζύγου της ενάγουσας ως προς την καταβολή των ασφαλίστρων για χρονικό διάστημα πλέον των τριών μηνών, επαυξάνοντας, κατά τους ισχυρισμούς της, τον αριθμό των σχετικών ληξιπρόθεσμων δόσεων, οι οποίες, μέχρι την ένταξη του συζύγου της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αφορούσαν μόνον δύο μήνες. Ωστόσο, ο λόγος αυτός, κατά τα προεκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη (υπό στοιχείο ΙΙ) είναι αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δυο επάλληλες αιτιολογίες, και ειδικότερα: α) στη διακοπή (λήξη) της ως άνω σύμβασης ασφάλισης και της μη ισχύος του περιλαμβανόμενου σε αυτήν όρου περί καταβολής του ασφαλίσματος από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στην πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του θανάτου του συζύγου της αναιρεσείουσας και β) στο ότι οι γενόμενες καταβολές από την αναιρεσείουσα μετά το θάνατο του συζύγου της, από τον Ιούλιο του 2016 έως τον Ιούνιο του 2018, αφενός δεν διακρίνεται αν αφορούν στα ασφάλιστρα ή στις δόσεις του ανωτέρω δανείου, καθώς δεν διαχωρίζονται στη σχετική κίνηση λογαριασμού, αφετέρου, έχουν νόμιμη αιτία τη σύμβαση δανείου που συνδέει την αναιρεσείουσα με την πρώτη αναιρεσίβλητη, αποτελούν αυτοτελή υποχρέωση της αναιρεσείουσας, υπό την ιδιότητα του εγγυητή της ως άνω σύμβασης δανείου και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 13 αυτής, με το οποίο αυτή (αναιρεσείουσα) αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα το σύνολο της δανειακής σύμβασης και ευθύνεται για την ολοσχερή αποπληρωμή του απεριόριστα και εις ολόκληρον έναντι της δανείστριας (πρώτης αναιρεσίβλητης) ως πρωτοφειλέτης παραιτούμενη από την ένσταση διζήσεως (άρθρο 855 ΑΚ). Με τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, όμως, δεν πλήττεται παραδεκτώς η ως άνω υπό στοιχείο β' επάλληλη αιτιολογία, ενόψει του ότι όσον αφορά αυτήν (ως άνω υπό στοιχείο β' αιτιολογία) δεν αναφέρονται στον ως άνω πρόσθετο λόγο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η σχετική αντίφαση ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή, τις οποίες δεν περιέχει και ήταν αναγκαίες για την επάρκειά της, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο ερευνώμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του που πλήττει την άλλη αιτιολογία (ως άνω υπό στοιχείο α') καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της αναιρεσιβαλόμενης αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς το ότι οι αναιρεσίβλητες (εναγόμενες) δεν κατέστησαν πλουσιότερες χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της αναιρεσείουσας (ενάγουσας). Ενόψει τούτων ο πρόσθετος λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις για το ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, που περιλαμβάνονται στον ως άνω πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, καθόσον αναφέρονται στην από αυτό εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης δανείου και εγγύησης, καθώς και της συναφής ασφάλισης, κατά συνέπεια προβάλλονται απαραδέκτως.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, καθώς και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (που κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-11-2019 αίτηση αναίρεσης και τον από 23-3-2023 πρόσθετο λόγο αυτής της Τ. Κ. κατά της υπ' αριθ. 2138/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ