Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 829 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 829/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Β. του Δ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Ξενίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 15-3-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Χ. και 2) Χ. Μ. του Θ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 626/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 2049/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-1-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ... και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Ε. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, επιμελεία της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 8-4-2024), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11/1/2022 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 11.1.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2049/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας - εναγομένης, κατά της υπ' αριθ. 626/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτές, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δικάζοντας κατ' ουσία τη διαφορά δέχθηκε εν μέρει την από 11-2-2019 αγωγή των αναιρεσίβλητων - εναγόντων και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης, λόγω της αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς - απάτης, να καταβάλει στην μεν πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ στον δε δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 33.600 ευρώ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από την ως άνω διάταξη συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (Α.Π.167/2024, Α.Π.2060/2022, Α.Π.914/2021, Α.Π.895/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.2/2019, Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (Ολ.Α.Π.32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το καλοκαίρι του έτους 2005 η πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), ευρισκόμενη, κατά τον ανωτέρω χρόνο, σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, εξαιτίας ατυχών συμβάντων στην προσωπική της ζωή (θάνατος του αδελφού της, αποτυχία του γάμου της) και αναζητώντας ηθική υποστήριξη, επεδίωξε να συναντήσει την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσείουσα), έχοντας πληροφορίες από γνωστούς της, ότι πρόκειται για άτομο που είχε τη χάρη του Θεού, ότι ήταν προσηλωμένη στα θεία και την ορθόδοξη πίστη και ότι βοηθούσε στη λύση οποιουδήποτε προβλήματος, λόγος για τον οποίο άλλωστε την αποκαλούσαν αυτοί "Αγία", "Μητέρα" ή "Οσία" Αικατερίνη. Η πρώτη ενάγουσα, πράγματι, επισκέφθηκε την εναγόμενη στην οικία της και η τελευταία αμέσως τη συνόδευσε στην κρεβατοκάμαρά της, όπου και της παρουσίασε ένα κάδρο, που περιείχε μοκέτα αντίστοιχων διαστάσεων, που απεικόνιζε μια σκιά, ισχυριζόμενη, ότι πρόκειται για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που εμφανίσθηκε μπροστά της, γιατί αυτή έχει το θείο χάρισμα, είναι ευλογημένη και συνομιλούσε με το Θεό. Επιπρόσθετα της δήλωσε ότι, συνεπεία του χαρίσματός της αυτού, έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει την απόλυτη ευημερία των ανθρώπων που την εμπιστεύονταν και επομένως και της πρώτης ενάγουσας, εφόσον παρακολουθούσε το λόγο της και υπάκουε σε αυτόν. Η παράσταση των ανωτέρω ήταν ασφαλώς ψευδής, προέβη δε σε αυτήν η εναγόμενη εν γνώσει του ψεύδους της, διότι η απεικόνιση αυτή οφειλόταν σε δική της επενέργεια επί της μοκέτας, ενώ στο πρόσωπό της ουδόλως συνέτρεχαν οι παραπάνω ιδιότητες. Η πρώτη ενάγουσα, αφού πείσθηκε για τις άνω "θεϊκές" ικανότητες της εναγόμενης, άρχισε να την επισκέπτεται για να λαμβάνει συμβουλές για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χειρίζεται τα προσωπικά και επαγγελματικά της θέματα, τις οποίες (συμβουλές) της παρείχε η εναγόμενη δημιουργώντας στην πρώτη ενάγουσα την πεποίθηση, ότι ακολουθώντας τις απόψεις της για τη θεϊκή πίστη, θα εξασφάλιζε την ευημερία της και την ευτυχία της, ένα καλύτερο μέλλον, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν ακολουθούσε τα όσα της υπεδείκνυε θα αντιμετώπιζε την οργή του Θεού. Μεταξύ τους αναπτύχθηκαν, σε σύντομο χρονικό διάστημα από τη γνωριμία τους, φιλικές σχέσεις και η πρώτη ενάγουσα απέκτησε τυφλή εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της εναγόμενης, την οποία μάλιστα αποκαλούσε "αγία" ή "οσία" Αικατερίνη και τις οικίες αυτής "μοναστήρια". Στα πλαίσια της μεθοδευμένης απατηλής συμπεριφοράς της εναγόμενης, κατ' αρχάς παρείχε, κρατώντας στο χέρι της ένα σταυρό, τις συμβουλές και τις διδαχές της, προς την πρώτη ενάγουσα αφιλοκερδώς, προκειμένου να εδραιωθεί η εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό της, πετυχαίνοντας τελικά τη συστηματική συναναστροφή και την προσκόλλησή της σε αυτήν, σε σημείο που η πρώτη ενάγουσα να της επιδεικνύει απόλυτη υποταγή. Ακολούθως όμως, η εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη το κλίμα εμπιστοσύνης που δημιούργησε, τη θρησκοληψία και την ευάλωτη ψυχική κατάσταση της πρώτης ενάγουσας, τον Νοέμβριο του 2005, της δήλωσε, ότι ο Θεός της έδινε εντολές προφορικά αναφορικά με περιουσιακές παροχές από τους πιστούς σε αυτήν και πως σε περίπτωση παραλείψεως των πιστών να συμμορφωθούν θα τους έβρισκαν μεγάλα "κακά" (θάνατος, βαριές ασθένειες), δημιουργώντας σε αυτήν ένα κλίμα εκφοβισμού και ανησυχίας. Έτσι, από το Νοέμβριο του 2005 ανακοίνωσε στην πρώτη ενάγουσα ότι η διδασκαλία της δεν παρέχεται πλέον δωρεάν αλλά οφείλει να καταβάλει σε αυτή χρηματικό αντάλλαγμα 50 ευρώ εβδομαδιαίως και επιπλέον το ποσό των 50 ευρώ για τα "θεϊκά κείμενα", που παρέδιδε επίσης μηνιαίως στην πρώτη ενάγουσα προς ανάγνωση. Ταυτόχρονα έπεισε την πρώτη ενάγουσα να συμβάλει στη δημιουργία ενός "κύκλου 12 μαθητών", οι οποίοι, εφόσον ακολουθούσαν τις συμβουλές της, θα μπορούσαν να έχουν ευτυχή και πλούσια ζωή, με την προϋπόθεση ότι θα δημιουργούσαν ένα "θεϊκό ταμείο", το οποίο θα ικανοποιούσε τις ανάγκες του Θεού, που εκφράζονταν μέσω αυτής. Πράγματι, η πρώτη ενάγουσα πεισθείσα από τα παραπάνω ψεύδη, συμπεριλήφθηκε μεταξύ των μελών της ομάδας αυτής, που αποτελούσαν και μέλη της "παρέας" που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της εναγόμενης και τα οποία εμφανίζονταν να διαπνέονται από τις ίδιες πεποιθήσεις με την πρώτη ενάγουσα ως προς τις ιδιότητες της εναγόμενης. Με πρωτοβουλία μάλιστα της τελευταίας, οι "μαθητές"-μέλη της ομάδας, είχαν έλθει σε συνεννόηση ώστε να εναλλάσσεται κάθε μήνα το πρόσωπο του τελικού αποδέκτη των εντολών της εναγόμενης, το οποίο εκτελούσε και χρέη ταμία, προκειμένου να συγκεντρώνει το ποσό που απαιτούνταν για την εκάστοτε διεκπεραίωση των παραγγελιών της. Η εντολή, που συνήθως ξεκινούσε με τη φράση "εντολή Θεού", αποστέλλονταν μέσω sms, ήταν σαφής και επιτακτική και αφορούσε: α) την αγορά διάφορων αγαθών, όπως τροφίμων, καλλυντικών, επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών, β) τον ελαιοχρωματισμό, την αγορά ταπετσαριών για την κύρια κατοικία της εναγόμενης στις ... και για τις εξοχικές της κατοικίες στα ... και στην ..., γ) το κόστος εξόδων σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης και εστιατόρια και δ) την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας χωρίς καταβολή οποιουδήποτε αντιτίμου ή συνεισφοράς εκ μέρους της εναγόμενης. Ενδεικτικά αναφέρονται τα μηνύματα που απέστειλε στις 29-4-2011 τα οποία είναι τα εξής: περί ώρα 16.40 μμ "εντολή Θεού των φλογητών τα καινούργια στρώματα να αγορασθούν από το ΙΚΕΑ, 2 με λάστιχο άσπρα σεντόνια" και στις 16.49 μμ "να βρείτε επίσης για ... σιδηροδρόμους να ανεβαίνουν, θα πρέπει αυτό το διάστημα να ανεβήτε". Μάλιστα τα μηνύματα αυτά συνοδεύονταν είτε από απειλές, όπως π.χ "θέλετε από δύο σκιές πάνω στους αμφότερους πνεύμονες σας και δεν είναι απειλή εν προειδοποίηση θεϊκή αρκετά βλάπτει..." είτε από εκβιαστικές φράσεις όπως "αν θέλετε να παντρευτούν τα παιδιά σας διατάσσω όπως εξοφλείται την φθήνεια των δύο φλογητών ντουλαπών της...". Υπό τα δεδομένα αυτά, η πρώτη ενάγουσα, η οποία σημειωτέο(ν) διατηρούσε αρτοζαχαροπλαστείο στην περιοχή των ..., κατέβαλε στην εναγόμενη σε μετρητά για τη συμμετοχή της στο "θεϊκό ταμείο" και την αγορά "θεϊκών κειμένων" τα εξής ποσά: 1) το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 το ποσό των 50 ευρώ την εβδομάδα και συνολικά το ποσό των 200 ευρώ, 2) το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005 το ποσό των 50 ευρώ την εβδομάδα και συνολικά το ποσό των 200 ευρώ, 3) τα έτη 2006, 2007, 2008 έως και το Φεβρουάριο του έτους 2009, 50 ευρώ εβδομαδιαίως, ήτοι 200 ευρώ μηνιαίως και 2.400 κατ' έτος, ήτοι συνολικά 7.600 (7.200+400), 4) από το Μάρτιο του έτους 2009 (οπότε η πρώτη ενάγουσα λειτούργησε και δεύτερο κατάστημα άρτου) έως και το Δεκέμβριο του έτους 2010, 250 ευρώ εβδομαδιαίως, ήτοι 1.000 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 22.000 ευρώ (10.000+12.000). Συνολικά η ενάγουσα κατέβαλε για την ανωτέρω αιτία στην εναγόμενη το ποσό των 30.000 ευρώ (200+ 200+7.600+22.000), κατά το οποίο και ζημιώθηκε. Ωστόσο, το αιτούμενο αγωγικό κονδύλιο των 27.750 ευρώ, το οποίο διατείνεται η πρώτη ενάγουσα ότι κατέβαλε στην εναγόμενη από την εργασία της ως τραγουδίστριας σε νυχτερινό κέντρο στην ... από τον Ιούνιο του 2006 έως και το Δεκέμβριο του 2009, κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η ανωτέρω περιστασιακή επαγγελματική της δραστηριότητα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα. Ομοίως, απορριπτέο ως αναπόδεικτο κρίνεται και το αιτούμενο κονδύλιο των 10.400 ευρώ, που αφορά δωρεάν παροχή στην εναγόμενη προϊόντων άρτου και γλυκισμάτων, αξίας 50 ευρώ την εβδομάδα, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 2006 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2009 καθώς και το κονδύλιο των 1.500 ευρώ, που η πρώτη ενάγουσα διατείνεται ότι κατέβαλε στην εναγόμενη την 25-04-2009 και το οποίο προέρχονταν από τον τζίρο των εγκαινίων της λειτουργίας του δεύτερου καταστήματός της -αρτοποιείου. Επιπλέον, το αιτούμενο από την πρώτη ενάγουσα κονδύλιο των 1.135,88 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμο, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η αγορά των προϊόντων που αναφέρονται στις προσκομιζόμενες αποδείξεις, ενόψει και της ποικιλίας των ειδών που αφορούν αυτές (ρούχα, τρόφιμα, κατάστημα Jumbo), έγινε αποκλειστικά για την κάλυψη αναγκών της εναγόμενης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της πνευματικής και ψυχολογικής εξάρτησης της πρώτης ενάγουσας από την εναγόμενη και το "θεϊκό έργο και διδασκαλία" της, παρότρυνε, μεταξύ άλλων και τον δεύτερο ενάγοντα (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), συνεργάτη και μετέπειτα σύντροφό της, να προσεγγίσει την εναγόμενη καθώς βρισκόταν και αυτός σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση. Κατόπιν της γνωριμίας τους, τον Αύγουστο του έτους 2009 και προκειμένου να ενταχθεί και ο δεύτερος ενάγων στον κύκλο μαθητών της εναγόμενης, πείστηκε και ο δεύτερος ενάγων, με τις ίδιες προπεριγραφείσες ψευδείς παραστάσεις της εναγόμενης να προσχωρήσει ως μέλος της συγκεκριμένης ομάδας, αποδεχόμενος την σύνδεση της συμπεριφοράς, που τους πρότεινε η εναγόμενη, με την ευημερία που προσδοκούσε σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Ενόψει τούτου, ο δεύτερος ενάγων, ο οποίος διατηρούσε ζαχαροπλαστείο, παραπείσθηκε να καταβάλει στο "θεϊκό ταμείο" της εναγόμενης αρχικά το ποσό των 50 ευρώ εβδομαδιαίως μέχρι και το τέλος του έτους 2009, ήτοι κατέβαλε το άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 1000 ευρώ (200 ευρώ μηνιαίως Χ 5 μήνες). Ακολούθως, από το έτος 2010 έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2012, κατόπιν απαίτησης της εναγόμενης, ο δεύτερος ενάγων κατέβαλε χρηματικό αντίτιμο για το "θεϊκό ταμείο" και τα γραπτά "θεϊκά" κείμενα, που άλλοτε του τα υπαγόρευε και άλλοτε του τα έδινε χειρόγραφα, δημιουργώντας του την πεπλανημένη πεποίθηση ότι εάν τα διάβαζε και εφάρμοζε πιστά όσα του υποδείκνυε, θα είχε την εύνοια του Θεού που απαιτούσε, δια μέσου αυτής, τα χρήματα αυτά και θα έφτανε στην επαγγελματική και στην προσωπική ευτυχία. Έτσι από το έτος 2010 έως και το Νοέμβριο του έτους 2012, ήτοι επί 23 μήνες, ο δεύτερος ενάγων κατέβαλε ανά μήνα στην εναγόμενη το ποσό των 1.200 ευρώ (ήτοι 300 ευρώ την εβδομάδα) για το "θεϊκό" ταμείο και συνολικά κατέβαλε το ποσό των 27.600 ευρώ (23 μήνες Χ 1.200 ευρώ το μήνα). Συνολικά ο δεύτερος ενάγων κατέβαλε στην εναγόμενη για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 28.600 ευρώ (1.000+ 27.600), κατά το οποίο και ζημιώθηκε.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν προέκυψε πειστικά και αναμφισβήτητα, ότι η οικονομική συνδρομή του δεύτερου ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 600 ευρώ εβδομαδιαίως από τον Οκτώβριο του έτους 2011 και εφεξής, ούτε ότι η εναγόμενη απαιτούσε από τον δεύτερο ενάγοντα κατά τη διάρκεια των ετών 2010, 2011 και 2012 να της αγοράζει κάθε εβδομάδα κάρτες κινητής τηλεφωνίας και εφημερίδες, αξίας 30 ευρώ εβδομαδιαίως και ως εκ τούτου τα σχετικά αιτούμενα αγωγικά κονδύλια κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Επίσης, το αιτούμενο από τον δεύτερο ενάγοντα κονδύλιο των 1.265,99 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμο, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι η αγορά των προϊόντων που αναφέρονται στις προσκομιζόμενες αποδείξεις, ενόψει και της ποικιλίας των ειδών που αφορούν αυτές (ρούχα, τρόφιμα, αγορά οικιακής χρήσης, έξοδοι διασκέδασης), έγινε αποκλειστικά για την κάλυψη αναγκών της εναγόμενης. Σημειωτέον ότι αμφότεροι οι ενάγοντες, έχοντας αυξημένο κύκλο εργασιών στα καταστήματά τους, που τους εξασφάλιζε αρκετά υψηλό τζίρο, ήταν σε θέση να καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά στην εναγόμενη, παρά τα όσα αβασίμως ισχυρίζεται η τελευταία. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν αποθετική ζημία συνολικού ποσού 62.623,13 ευρώ η πρώτη εξ αυτών και 18.613,91 ευρώ ο δεύτερος τούτων, υπό την έννοια της ματαίωσης της μείωσης του παθητικού της περιουσίας τους, διότι από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η παράλειψη εκπλήρωσης των νόμιμων υποχρεώσεών τους προς ΔΕΚΟ, τράπεζες, εφορία, μισθώματα κλπ., συνδέεται αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης, αλλά αντίθετα προέκυψε ότι οφείλεται αποκλειστικά σε δική τους κακή διαχείριση των εσόδων τους. Επομένως, οι ενάγοντες από την προεκτεθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία είχε ως μοναδικό σκοπό τον παράνομο πορισμό εισοδήματος, εκμεταλλευόμενη τη θρησκοληψία, την αφέλεια και κατ' επέκταση τον φόβο που είχε δημιουργήσει στους ενάγοντες για τα δεινά που μπορεί να προκαλέσει ο Θεός σε βάρος τους, μέσω της εναγόμενης, υπέστησαν θετική περιουσιακή ζημία, ανερχόμενη, κατά τα ανωτέρω, στο ποσό των 30.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 28.600 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι με την υπ' αριθμ. 455/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, η εναγόμενη καταδικάσθηκε για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα τελεσθείσα σε βάρος των εναγόντων για ποσό που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 26/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω της αλλαγής του ΠΚ με τον ν. 4619/2019 και τη μετατροπή του άνω αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα, έπαυσε η ποινική δίωξη της εναγόμενης λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2005 μέχρι 31-12-2011, ενώ κηρύχθηκε αθώα για το χρονικό διάστημα από 01-01-2012 μέχρι 29-11-2012. Το δεδικασμένο δε, που απορρέει από την απόφαση του άνω ποινικού δικαστηρίου, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Και τούτο διότι η απόφαση αυτή δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη στην παρούσα πολιτική δίκη ότι η εναγόμενη δεν τέλεσε σε βάρος των εναγόντων αδικοπραξία, διότι η απόφαση αυτή είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης, επιβάλλεται όμως το πολιτικό δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση... Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ύπαρξη "θεϊκού ταμείου" δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Τ., Γ. Π. και Ι. Β., που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. 1139/14-07-2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, καθόσον οι ανωτέρω, μέλη της ίδιας ομάδας, εξακολουθούν να διατηρούν σχέσεις σεβασμού και υποταγής με την εναγόμενη, και ως εκ τούτου οι εν λόγω καταθέσεις τους δεν κρίνονται πειστικές. 'Αλλωστε, τόσο ο προαναφερόμενος ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας Ι. Β., όσο και οι εξετασθέντες ως μάρτυρες στο ποινικό δικαστήριο Σ. Σ., Σ. Μ., Ε. Σ. και Ι. Λ., καίτοι δεν αρνούνται την ύπαρξη του άνω ταμείου, δικαιολογούν αυτό, με το ότι η συγκέντρωση των εν λόγω ποσών προορισμό είχε την εξυπηρέτηση των μελών της παρέας αυτής, καθόσον αποτελούσε "ρεφενέ", το οποίο αξιοποιείτο στις διάφορες εξόδους, είτε εκδρομές τους. Πλην όμως, πρόκειται για ουσιαστικά αβάσιμο ισχυρισμό, αφού δεν αποδείχθηκε τέτοια διαδικασία, η οποία είναι και προφανώς ασυνήθης, ενώ αντίθετα θα ήταν ευχερέστερο το αν κάθε παρευρισκόμενο μέλος πλήρωνε την αντίστοιχη υποχρέωσή του σε κάθε έξοδο. Ούτε βέβαια μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο σε αντίθετη κρίση από όσα κατέθεσαν οι ανωτέρω σχετικά με το ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που δανειζόταν χρήματα από μέλη της ομάδας. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα των οποιονδήποτε οικονομικών δοσοληψιών, είτε εκκρεμοτήτων που υπήρχαν μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και των μελών-μαθητών της συγκεκριμένης παρέας, όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η πρώτη ενάγουσα, δεν προέκυψε ότι αυτές (δοσοληψίες-εκκρεμότητες) είχαν σχέση με τη συστηματική καταβολή των παραπάνω ποσών στο "θεϊκό ταμείο", τα οποία περιέρχονταν στην περιουσία της εναγόμενης. Αντιθέτως, καθίσταται προφανές ότι επρόκειτο για δοσοληψίες, η τύχη των οποίων αποτελούσε αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων κάθε φορά μελών, χωρίς να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη σε αυτές η εναγόμενη, ούτε άλλωστε προέκυψε ότι οι ενάγοντες οχλήθηκαν δικαστικά ή εξώδικα για την εξόφληση κάποιας οικονομικής εκκρεμότητας. Τέλος, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, οι ενάγοντες στενοχωρέθηκαν και υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον βίωσαν έντονη στενοχώρια και ψυχική ταλαιπωρία από την εξαπάτηση τους από την εναγόμενη. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό υπαιτιότητας της εναγόμενης, τη χρονική διάρκεια της σε βάρος τους τελεσθείσας αδικοπραξίας, το μέγεθος της οικονομικής ζημίας των εναγόντων, την οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών καθώς και όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία, κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούνται ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο. Μετά ταύτα, το σύνολο της περιουσιακής και μη ζημίας των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 35.000 ευρώ (30.000+5.000) για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 33.600 ευρώ (28.600+5.000) για το δεύτερο ενάγοντα. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 35.000 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 33.600 ευρώ, τα δε παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε όμοια με το παρόν Δικαστήριο και α) δέχθηκε τη συνδρομή αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγόμενης και β) απέρριψε ως αβάσιμα τα κονδύλια αποθετικής ζημίας αμφοτέρων των εναγόντων, δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι σχετικοί λόγοι των κρινόμενων εφέσεων, με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν αντίστοιχα τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Αντίθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση: α) επιδίκασε αναγνωριστικά στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 78.673,88 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 75.345,99 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία και β) επιδίκασε αναγνωριστικά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό 1.000 ευρώ για έκαστο ενάγοντα , έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, οι σχετικοί λόγοι των εφέσεων, με τους οποίους οι εκκαλούντες προσάπτουν αντίστοιχα αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης ως προς τις κρίσεις της αυτές, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας - εναγομένης ως κατ' ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε κατ' ουσία τη διαφορά, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσίβλητων - εναγόντων και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης, λόγω της ως άνω αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς, να καταβάλει στην μεν πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 35.000 ευρώ στον δε δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 33.600 ευρώ, νομιμότοκα. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως ότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, χωρίς, όμως, να αναφέρει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου και χωρίς να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές αυτής και χωρίς να αναφέρει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Επομένως, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, ο ως άνω λόγος είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Σε κάθε δε περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298, 299, 914 και 932 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα. Συγκεκριμένα ότι: α) η εναγομένη - αναιρεσείουσα δήλωσε στην πρώτη ενάγουσα - πρώτη αναιρεσίβλητη ότι έχει το θείο χάρισμα, είναι ευλογημένη και συνομιλούσε με το Θεό και ότι, συνεπεία του χαρίσματός της αυτού, έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει την απόλυτη ευημερία των ανθρώπων που την εμπιστεύονταν. β) Ότι η παράσταση των ανωτέρω ήταν ασφαλώς ψευδής, η δε εναγομένη προέβη στις δηλώσεις αυτές εν γνώσει του ψεύδους της. γ) Ότι η πρώτη ενάγουσα λάμβανε από την εναγομένη συμβουλές για τα προσωπικά και επαγγελματικά της θέματα, τις οποίες (συμβουλές της) η τελευταία παρείχε, αρχικά, αφιλοκερδώς, ακολούθως όμως, εκμεταλλευόμενη το κλίμα εμπιστοσύνης που δημιούργησε, τη θρησκοληψία και την ευάλωτη ψυχική κατάσταση της πρώτης ενάγουσας, της δήλωσε, ότι ο Θεός της έδινε εντολές προφορικά αναφορικά με περιουσιακές παροχές από τους πιστούς σε αυτήν και πως σε περίπτωση παραλείψεως των πιστών να συμμορφωθούν θα τους έβρισκαν μεγάλα "κακά" (θάνατος, βαριές ασθένειες), δημιουργώντας σε αυτήν ένα κλίμα εκφοβισμού και ανησυχίας. δ) Ότι η πρώτη ενάγουσα, η οποία διατηρούσε αρτοζαχαροπλαστείο στην περιοχή των ... της Θεσσαλονίκης, πεισθείσα από τις ψευδείς παραστάσεις της εναγομένης ότι αυτή διέθετε "θεϊκές" ικανότητες, από το Νοέμβριο του 2005 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2010 κατέβαλε συνολικά στην εναγομένη για τη συμμετοχή της στο "θεϊκό ταμείο" και για την αγορά "θεϊκών κειμένων" το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε. ε) Ότι ο δεύτερος ενάγων - δεύτερος ανιρεσίβλητος, ο οποίος διατηρούσε ζαχαροπλαστείο στη Θεσσαλονίκη, πεισθείς και αυτός από τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις της εναγομένης, από τον Αύγουστο του 2009 έως και το Νοέμβριο του έτους 2012 κατέβαλε συνολικά στην εναγομένη για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 28.600 ευρώ, ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε. στ) Ότι η προεκτεθείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης είχε ως μοναδικό σκοπό τον παράνομο πορισμό εισοδήματος, εκμεταλλευόμενη τη θρησκοληψία, αφέλεια και φόβο που είχε δημιουργήσει στους ενάγοντες. Και ζ) ότι οι ενάγοντες, λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό υπαιτιότητας της εναγόμενης, τη χρονική διάρκεια της σε βάρος τους τελεσθείσας αδικοπραξίας, το μέγεθος της οικονομικής ζημίας των εναγόντων και την οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό των 5.000 ευρώ έκαστος εξ αυτών. Τα δε πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα, μεταξύ άλλων και των εκκαθαριστικών σημειωμάτων της ΔΟΥ των εναγόντων, των πρόχειρων σημειωματάριων αυτών με αναφορά και στον κύκλο εργασιών των καταστημάτων αυτών, καθώς και με την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων στις υπ' αριθ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα αυτά της αναιρεσείουσας που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς της, αφού ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αφού αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, ο πρώτος, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη αυτού, λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι επιπλέον απορριπτέος και ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και το άρθρο 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 ΚΠΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με το νόμο 4586/2019. Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (Ολ.Α.Π.4/2020, Α.Π.1381/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αριθ.1(όχι δε και 4) του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και με το πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αναφορικά με την υπ' αριθ. 26/2020 ποινική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή κηρύχθηκε αθώα για την απάτη σε βάρος των εναγόντων, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2012 έως 29/11/2012, ενώ για το προγενέστερο χρονικό διάστημα έπαυσε η εναντίον της ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, ότι το Εφετείο διαφοροποιείται από την απόφαση αυτή χωρίς εμπεριστατωμένη και πλήρη αιτιολογία, παραβιάζοντας και πλήττοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητάς της, που πηγάζει από την ως άνω ποινική απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές του, μη εναρμονίζοντας αυτές με τις παραδοχές της αθωωτικής ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού όπως προαναφέρθηκε ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης της αθωωτικής απόφασης χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, πλην όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση.
Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την υπ' αριθ.26/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης και με πλήρη αιτιολογία κατάληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση, άμεσα ή έμμεσα, με τις ως άνω παραδοχές ή τη συλλογιστική του, την ορθότητα της ως άνω αθωωτικής ποινικής απόφασης, στις αιτιολογίες, κρίσεις και παραδοχές της οποίας άλλωστε δεν αναφέρθηκε ειδικότερα και δεν έθεσε αυτές σε αμφιβολία, ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής της εναγομένης διαλαμβάνοντας γι' αυτήν παραδοχές καταλογισμού ποινικής ευθύνης. Επομένως, οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημιά και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, σε κάθε περίπτωση όμως η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης". Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διάταξης υπαγορεύθηκε από το λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της προς αποζημίωση αστικής απαίτησης, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη. Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει να αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημίωσης ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξης και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξης πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νομό, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθαρίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ. ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων ανέρχεται σε πέντε (5) έτη, ενώ προκειμένου περί κακουργημάτων, για τα οποία δεν προβλέπεται ποινή θανάτου ή ισόβιας κάθειρξης, ανέρχεται σε δεκαπέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαίτησης, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ. Εξάλλου, για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων ή κακουργημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 Π.Κ. μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και εωσότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε τρία (3) έτη για τα πλημμελήματα και πέντε (5) έτη για τα κακουργήματα (Ολ.Α.Π.21/2003, Α.Π.415/2015).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 386 Π.Κ., όπως ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρόνο (έτη 2005 έως 2012), δηλαδή πριν τροποποιηθεί με το νέο Π.Κ.(Ν.4619/2019, που ισχύει από 1-7-2019) "1. Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη, ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. 2. ... 3. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ". Επομένως, κατά τον ανωτέρω χρόνο για το χαρακτηρισμό απάτης, που συνιστά τη ζημιογόνο άδικη πράξη, ως κακούργημα και την εξ αυτού του λόγου εφαρμογή της μακρότερης παραγραφής της αξίωσης προς αποζημίωση του απατηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να επικαλεσθεί ότι συντρέχει μία από τις δύο ως άνω επιβαρυντικές περιστάσεις (Α.Π.1041/2017, Α.Π.1628/2014). Στην ίδια δε μακρότερη παραγραφή υπόκειται και η απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αξιόποινη πράξη που συνιστά κακούργημα, με αφετηρία τον ίδιο πιο πάνω χρόνο (Α.Π.1628/2014). Τέλος, στο άρθρο 466 του νέου Π.Κ. (ν. 4619/2019) ορίζεται ότι "σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, εγκλημάτων, που ο χαρακτήρας τους μεταβλήθηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, δεν επηρεάζονται οι αστικές αξιώσεις του παθόντος". Με την μεταβατική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την ασφάλεια δικαίου, προκειμένου να μην υποπέσουν σε παραγραφή οι αστικές αξιώσεις του παθόντος, λόγω των ευνοϊκότερων διατάξεων που προέβλεψε ο νέος ΠΚ, για αδικήματα που μεταβλήθηκαν με αυτόν από κακούργημα σε πλημμέλημα, ρητά ορίστηκε ότι από την μεταβολή αυτή δεν επηρεάζονται οι αστικές αξιώσεις του παθόντος κατά του κατηγορουμένου και συνεπώς, για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νομό, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως η κολάσιμη πράξη, ίσχυε κατά τον χρόνο που τελέστηκε αυτή, ο οποίος προηγείται του νέου ΠΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στην προκείμενη περίπτωση, η εκκαλούσα-εναγόμενη με λόγο της έφεσής της αλλά και με πρόσθετο λόγο της έφεσης αυτής, που προβάλλονται επικουρικά, ισχυρίζεται όψιμα ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων έχει υποπέσει σε παραγραφή, επικαλούμενη την τροποποίηση του άρθρου 386 ΠΚ με το ν. 4619/2019 (ΝΠΚ), σύμφωνα με το οποίο η αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη της απάτης έχει καταστεί πλημμεληματικού χαρακτήρα και ως εκ τούτου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, στον οποίο επιχειρεί η εκκαλούσα-εναγόμενη να επιστηρίξει ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού, ..., σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, εγκλημάτων, που ο χαρακτήρας τους μεταβλήθηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ΝΠΚ, δεν επηρεάζονται οι αστικές αξιώσεις του παθόντος. Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η εκκαλούσα-εναγόμενη υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε, με την προαναφερόμενη παραδοχή, ως μη νόμιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας - εναγομένης, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων και συνακόλουθα απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης και τον πρόσθετο λόγος αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 παρ.2 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 466 του νέου ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού ο χαρακτήρας της αποδοθείσας στην αναιρεσείουσα πράξης έφερε κακουργηματικό χαρακτήρα (απάτη κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 30.000 ευρώ), με συνέπεια οι αστικές αξιώσεις των εναγόντων να υπόκεινται στη μακρότερη παραγραφή (15ετία), που ισχύει για την ως άνω κολάσιμη πράξη, αυτές (αστικές αξιώσεις τους) δεν επηρεάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 466 του Π.Κ., λόγω του ότι ο χαρακτήρας της ως άνω αποδοθείσας στην αναιρεσείουσα πράξης μεταβλήθηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019). Επομένως, ο δεύτερος και (κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση αυτού) και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 374/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 1510/2011, ΑΠ 263/1989).
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τον Ν.4335/2015 αρχικά και τον Ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).
Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠοΛΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης της κατωτέρω αναφερομένης ένορκης βεβαίωσης, αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β` και 24 παρ. 1 α` του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019), οριζόταν ότι "1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθρο 424). Την τήρηση των ανωτέρω αναγκαίων προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να την ερευνήσει, όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 31/2022, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1175/2019).
Επομένως, για το ορισμένο του ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθ. 11 α` λόγου αναίρεσης, στον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της, παρά τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω διατάξεις, λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαίωσης, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, εκτός των ανωτέρω αναφερθέντων για το ορισμένο του λόγου, πρέπει να περιλαμβάνονται στον λόγο αναίρεσης και όλα τα στοιχεία των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία καθιστούν την ένορκη βεβαίωση μη υπαρκτό αποδεικτικό μέσο, τέτοιο στοιχείο δε δεν αποτελεί και η αναφορά στην ένορκη βεβαίωση του ορθού αριθμού ταυτότητας του εξετασθέντος μάρτυρος, εφόσον μάλιστα δεν αμφισβητείται ότι αυτός είναι το πρόσωπο που έδωσε την ένορκη βεβαίωση. Επακολούθησε ο Ν. 4842/13-10- 2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022, και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, και ειδικότερα με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως: " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421. Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β`, όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, όρισε ότι οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 έγινε γιατί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν. λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη". Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή. Η μεταβατική αυτή διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β`Ν. 4842/2021 δεν εφαρμόζεται και επί των υποθέσεων, που έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητείται μετά την 1/1/2022, γιατί κατά την σαφή αναφορά της αυτή εφαρμόζεται για τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή για τις υποθέσεις που υπάρχει εκκρεμοδικία, κατά την έννοια των άρθρων 221 και 222 ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται δε εκκρεμοδικία με την άσκηση του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναίρεσης, η οποία δεν ανοίγει δίκη τρίτου ουσιαστικού βαθμού (ΑΠ 1905/2022, ΑΠ 1127/2020), αφού η άσκηση της αναίρεσης και η επ` αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, αλλ` ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλομένων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 1905/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του τρίτου και, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11 εδ. α'(όχι δε και από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα μέμφεται το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση, που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες υπ' αριθ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Δ. χήρας Χ. Μ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Π. Κ., η οποία, όμως, είναι, κατά τους ισχυρισμούς της, ανυπόστατη, επειδή σε αυτήν φέρεται να καταθέτει πρόσωπο με τα ως άνω στοιχεία, που φέρεται να έχει γεννηθεί στις 24-09-1960, ενώ προσκομίζει αστυνομική ταυτότητα με ημερομηνία εκδόσεως 03-01-1937, άρα πρόσωπο μη υπαρκτό. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με λόγο της έφεσής της και με πρόσθετο λόγο αυτής η εκκαλούσα-εναγόμενη βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης, διότι έλαβε υπόψη της την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες με αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Δ. χήρας Χ. Μ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Κιλκίς Π. Κ., η οποία όμως (ένορκη βεβαίωση) είναι, κατά τους ισχυρισμούς της, ανυπόστατη. Και τούτο διότι σε αυτήν φέρεται να καταθέτει πρόσωπο με τα ως άνω στοιχεία που φέρεται να έχει γεννηθεί στις 24-09-1960, ενώ κομίζει αστυνομική ταυτότητα με ημερομηνία εκδόσεως 03-01-1937, άρα πρόσωπο μη υπαρκτό. Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εκκαλούσας-εναγόμενης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, ... κατόπιν παραδεκτής επισκόπησης των σχετικών εγγράφων που σχετίζονται με αυτήν , η παραπάνω ένορκη βεβαίωση είναι υποστατή, αφού φέρει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της ιδιοσυστασίας της ως ένορκης βεβαίωσης, ενώ από το προφανές λάθος του συμβολαιογράφου ως προς τον αριθμό του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του προσώπου που εξετάστηκε, ούτε και το πρόσωπο αυτό είναι διαφορετικό από αυτό που συμπεριλαμβάνεται στην με αριθμό ...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Η. Τ., με την οποία κλήθηκε να παραστεί η εναγόμενη κατά την εξέταση της άνω μάρτυρος. Επομένως, εφόσον τόσο η κλήση όσο και η ένορκη βεβαίωση φέρουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έλαβε υπόψη του την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο άνω λόγος έφεσης και πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η εκκαλούσα-εναγόμενη υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, καθώς και τον πρόσθετο λόγο έφεσης και εν συνεχεία έλαβε υπόψη του την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, την οποία συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθόσον αυτή καταρτίσθηκε ενώπιον αναφερομένου στο άρθρο 421 του ΚΠολΔ αρμοδίου οργάνου, φέρει όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία για το νομότυπο της κατάρτισής της, κατά τα άρθρα 422 και 424 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο που δόθηκε αυτή, η αναιρεσείουσα - αντίδικος των αναιρεσίβλητων, επιμελεία των οποίων αυτή καταρτίσθηκε, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενώ, από το προφανές λάθος του συμβολαιογράφου ως προς την ημερομηνία έκδοσης του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας της εξετασθείσας μάρτυρος, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά της, ούτε καθίσταται η μάρτυρας μη υπαρκτό πρόσωπο, ενώ, σε κάθε περίπτωση δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα δικονομική της βλάβη από το ως άνω αναφερόμενο λάθος. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθ. 11 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π.23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π.8/2016, Ολ.Α.Π.2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιαστίκτως (Ολ.Α.Π.14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Ειδικώς δε, όταν πρόκειται για απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο, δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης (Ολ.Α.Π.4/2020), πρέπει, όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (Α.Π.671/2021, Α.Π.68/2020, Α.Π.441/2019, Α.Π. 1436/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, για πρώτη φορά με τις προτάσεις της στο Εφετείο και συγκεκριμένα: α) την υπ' αριθ.26/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή κηρύχθηκε τελεσίδικα αθώα για την αποδιδόμενη σ' αυτή πράξη της απάτης σε βάρος των αντιδίκων της, β) τα εκκαθαριστικά της Εφορίας των αντιδίκων της των ετών 2005 έως και 2012 και γ) την υπ' αριθ.... ένορκη βεβαίωση των Α. Τ., Γ. Π. και Ι. Β., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, ληφθείσα νόμιμα ύστερα από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων της, προς αντίκρουση του ισχυρισμού των αντιδίκων της ότι αυτή τέλεσε την επικαλούμενη απάτη σε βάρος τους. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται σ' αυτήν αφενός μεν η υπ' αριθ. 26/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διαλαμβάνοντας το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την ως άνω ποινική απόφαση και αντικρούοντας, όπως προαναφέρθηκε, με τις προεκτεθείσες αντίθετες παραδοχές του την απαλλακτική κρίση αυτής, αφετέρου δε η υπ' αριθ.... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κρίνοντας περαιτέρω τις καταθέσεις των αναφερομένων σ'αυτή μαρτύρων ως μη πειστικές για τους αναφερόμενους στις προεκτεθείσες παραδοχές της λόγους.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω εκκαθαριστικά της Εφορίας, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι αρκεί, όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, γενική αναφορά στην απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (εν προκειμένω έγγραφα), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησής τους, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη και αυτών. Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Α.Π.856/2019, Α.Π.1915/2016, Α.Π.472/2016). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π.257/2021, Α.Π.51/2020, Α.Π.752/2020, Α.Π.1319/ 2022). Για το παραδεκτό του λόγου πρέπει να είχε γίνει επίκληση του εγγράφου κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (Α.Π.109/2008, Α.Π.378/2011), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο, στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη (Α.Π.919/2023, Α.Π.1288/2017).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, ενώ αυτή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσκόμισε, παραδεκτά, τα εκκαθαριστικά των αντιδίκων της των ετών 2005 έως 2012, όπου τα συνολικά δηλωθέντα από αυτούς εισοδήματα ανέρχονται σε 84.345,54 ευρώ, η προσβαλλόμενη έχει παραδοχές ότι αμφότεροι οι ενάγοντες είχαν αυξημένο κύκλο εργασιών στα καταστήματά τους και ήταν σε θέση να καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά στην εναγομένη, παραμορφώνοντας, προφανώς, το περιεχόμενο των εγγράφων. Με αυτό το περιεχόμενο ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αόριστος και συνεπώς απορριπτέος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν: α) ποίων συγκεκριμένα εγγράφων το περιεχόμενο παραμορφώθηκε, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), γ) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο και δ) το επιζήμιο για αυτήν (αναιρεσείουσα) αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, λόγω της παραμόρφωσης, σχετικά με ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, υπό δε την επίκληση πλημμέλειας από τον λόγο αυτό πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού οι αναιρεσίβλητοι, που νικούν, δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.1.2022 αίτηση της Α. Β. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2049/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ