Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 831 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 831/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. συζ. Π. Π., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 2) Χ. Π. του Α. και της Β., κατοίκου ..., 3) Γ. Π. του Π. και της Χ., κατοίκου ..., 4) Κ. συζ. Γ. Π., το γένος Ν. Λ., κατοίκου ..., 5) Ε. Κ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... Οι υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Χατζηνικολή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2016 αγωγή των ήδη υπό στοιχεία 1 και 2 αναιρεσιβλήτων, την από 21-6-2016 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση προς το Ελληνικό Δημόσιο των υπό στοιχεία 3, 4 και 5 των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 14-7-2016 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρύστου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι", ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 57/2023, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 26-10-2020 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (19-2-2025), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Ευβοίας Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 243/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Γ' τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 15-2-2023, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της με αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων για τη δικάσιμο της 7-2-2024 οπότε και πάλι αναβλήθηκε η συζήτησή της λόγω αποχής των δικηγόρων από δίκες συμφερόντων του Δημοσίου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον δικηγόρο Χαλκίδας, Σταύρο Τηλικίδη υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου των τρίτου, τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν.Δ. 26-6/10-7/1944 (Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου). Κατά την σημερινή όμως δικάσιμο και κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου οι άνω αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι όφειλαν να παραστούν χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο Συνακόλουθα, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Η κρινόμενη από 26-10-2010 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 243/2020 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ) Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 30-4-2016 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρύστου κατά των εναγομένων Γ. Π., Κ. Π. και Ε. Κ. (τρίτου, τετάρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων) οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι Χ. συζ. Π. Π. και Χ. Π. του Α. επικαλούμενοι ότι η πρώτη εξ αυτών είναι επικαρπώτρια κατά ποσοστό 5/9 εξ αδιαιρέτου (της ψιλής κυριότητας ανήκουσας στον μη διάδικο υιό της Κ. Π.) και κάτοχος (μισθωτής) ο δεύτερος κατά ποσοστό 100% του αναφερομένου και περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, δικαίωμα (επικαρπία) που απέκτησε (η πρώτη ενάγουσα) με κληρονομική διαδοχή (αποδοχή κληρονομιάς νομίμως μεταγεγραμμένης) από τους αληθείς κυρίους αυτού, επικαλούμενη αδιάκοπη σειρά νομίμων μεταγραμμένων τίτλων μεταβίβασης των δικαιοπαρόχων της, που οι απώτατοι ανάγονται στο έτος 1880 και οι οποίοι ασκούσαν επί του επιδίκου ακινήτου πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εκατονταετίας, του 1/9 εκ των λοιπών ποσοστών της πλήρους κυριότητας εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο, ότι η πρώτη εξ αυτών ως επικαρπώτρια της πλειοψηφίας των μερίδων συμμετοχής στην κοινωνία είχε εκμισθώσει το ακίνητο στο δεύτερο εξ αυτών με το αναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως για τη θερινή περίοδο του έτους 2015, και ότι ο πρώτος και τρίτος των εναγομένων εισήλθαν και εγκαταστάθηκαν την 20-5-2015 στο επίδικο ακίνητο με κοινό ποίμνιο, καταλαμβάνοντας παράνομα αυτό και αποβάλλοντας αυτούς από τη νομή και κατοχή τους, ζήτησαν να αναγνωριστούν η πρώτη των εναγόντων οιονεί συννομέας κατά το ποσοστό 5/9 επί της επικαρπίας του επιδίκου ακινήτου και ο δεύτερος κάτοχος αυτού μετά των αναφερομένων κτισμάτων και επικειμένων του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν τη συννομή και κατοχή αντίστοιχα του καταλειφθέντος στανοτοπίου και να παύσουν τη διατάραξη των άνω δικαιωμάτων τους επί του επιδίκου με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε μελλοντική διατάραξη. Ακολούθως οι εναγόμενοι της ως άνω κύριας αγωγής με το από 21-6-2016 αυτοτελές δικόγραφο ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση προς το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη έκταση ανήκει στο προσεπικαλούμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως περιλαμβανόμενη σε μείζονα έκταση 370.622,30 τ.μ. που βρίσκεται στην αναφερόμενη θέση, για την οποία έχει εκδοθεί η ήδη τελεσίδικη ...-2013 πράξη χαρακτηρισμού της Δασάρχου Αλιβερίου, με αποτέλεσμα οι ίδιοι (προσεπικαλούντες) να δικαιούνται σε βοσκή που επιτρέπεται κατά νόμο, ανακοίνωσαν προς το Ελληνικό Δημόσιο την εκκρεμή δίκη των καθ' ων η προσεπίκληση εναντίον των προσεπικαλούντων και προσεπικάλεσαν αυτό να παρέμβει στη δίκη αυτή. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε με το από 14-7-2016 αυτοτελές δικόγραφο κύρια παρέμβαση εναντίον όλων των διαδίκων της κύριας αγωγής (εναγόντων και εναγομένων) και ισχυριζόμενο ότι το περιγραφόμενο στην κύρια αγωγή ακίνητο, του οποίου ζητούσαν να αναγνωριστούν η πρώτη των εναγόντων οιονεί συννομέας κατά ποσοστό 5/9 επί της επικαρπίας και ο δεύτερος κάτοχος αυτού, ανήκει στην κυριότητά και νομή του, ως δασική έκταση περιελθούσα σε αυτό ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους με βάση το από 3Φεβρ.4/16Ιουνίου και 19 Ιουνίου/11 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου και την από 3.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως , το άρθρο 1 του από 17.11.1836 Β.Δ., άλλως ως βοσκότοπου (δημόσιου κτήματος) σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15.12.1833 Β.Δ., άλλως απέκτησε την κυριότητά του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, άλλως ως αδέσποτο κατ' άρθρο 16 του από Ιουν. 1837 νόμου περί διάκρισης κτημάτων, 2 παρ. 1 Α.Ν. 1539/38 και 972 Α.Κ., ζήτησε να αναγνωριστεί το ίδιο αποκλειστικός νομέας του επιδίκου ακινήτου. Το Ειρηνοδικείο Καρύστου με την υπ' αριθμ. 33/2017 οριστική του απόφαση, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων, αφού συνεκδίκασε την αγωγή, την ανακοίνωση δίκης και την κύρια παρέμβαση, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της κύριας αγωγής για προσωπική κράτηση και απειλή σε βάρος των εναγομένων των αναφερομένων ποινών, έκανε δεκτή κατά τα λοιπά την αγωγή, αναγνώρισε την πρώτη ενάγουσα οιονεί συννομέα κατά ποσοστό 5/9 εξ αδιαιρέτου επί της επικαρπίας του επιδίκου ακινήτου, υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν σ'αυτήν την εκ ποσοστού 5/9 εξ αδιαιρέτου συννομή αυτού και στον δεύτερο ενάγοντα την κατοχή επί ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου και απαγόρευσε κάθε μελλοντική προσβολή των άνω δικαιωμάτων των εναγόντων επί του επιδίκου, ενώ απέρριψε ως ουσία αβάσιμες α) την ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση και β) την κύρια παρέμβαση που άσκησε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους εναγόμενους της κύριας αγωγής η από 14-11-2017 έφεση και από το κυρίως παρεμβαίνων η από 13-11-2017 έφεση. Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 243/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων συνεκδίκασε τις άνω εφέσεις και αφού έκανε τυπικά δεκτές αυτές, απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των εναγομένων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την πρώτη ενάγουσα οιονεί συννομέα του επιδίκου, κατά ποσοστό 5/9 εξ αδιαιρέτου επί της επικαρπίας, ενώ απέρριψε το αίτημα αυτής περί απόδοσης της κατοχής του επιδίκου στον δεύτερο ενάγοντα μέχρι του τέλους της αγρομίσθωσης στις 31-12-2016.
ΙV) Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων τη κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο, Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/10-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς. Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου" θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους. Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που την θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου. Όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (03-02-1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες. Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (ΑΠ 856/2007 Τ.Ν.Π. ΔΣΑ). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα, που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας, το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως, όχι όμως, και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, εν συνεχεία, δημεύσεως (ΑΠ 1753/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 368/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1190/2015 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστήθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων εξεταστική επιτροπή, που είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών. Τις αποφάσεις της επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής που επιτελεί έργο της διοικήσεως, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Εύβοια, με τις οποίες αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες, σε δάσος υφιστάμενο το 1836, μπορούν οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής εκτάσεως, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, να επικαλεσθούν, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή πίστη, κατά την τριακονταετή, με διάνοια κυρίου, κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 573/2015). Ακόμα, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ1 άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν.10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/10-07-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά. Προσέτι, με το άρθρο 13παρ.2 του 2648/20-5-1917 Δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το Κράτος με το ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση, κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα της χρήσεως, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος. Ωσαύτως, σύμφωνα με τα άρθρα 12 παρ.1, 4 σε συνδυασμό με άρθρ. 13παρ.7 του Β.Δ. της 174/31.7.1936 ("Περί Κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον της Νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων") προβλέπεται η περιουσιακή εξέλιξη των ανέκαθεν αφεθεισών σε κοινή χρήση βοσκήσιμων (χορτολιβαδικών) εκτάσεων και η περιέλευσή τους ως περιουσιακό κεκτημένο υπέρ των κατοίκων των οργανωμένων κοινοτήτων από της συστάσεως τους. Περαιτέρω, δάσος θεωρείται πάσα εδαφική έκταση, η οποία καλύπτεται εν όλω ή μερικώς από άγρια ξυλώδη φυτά οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται προς παραγωγή ξυλείας ή (και) άλλων προϊόντων (άρθρ. 1 ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 57 ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος", 3§1, 2 ν. 998/1979). Συγκεκριμένα, κατά την ενδελεχή πρόβλεψη των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3§1), ενώ ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παράγραφο λειτουργιών" (άρθρο 3§2). Μετά ταύτα, σαφώς προκύπτει ότι δάσος είναι οργανικό σύνολο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους, ιδιαίτερα βιοκοινότητα (δασο-βιο-κοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Προσέτι, δασική έκταση υπάρχει (και) όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Η οργανική, επομένως, ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλαστήσεως (με την συνύπαρξη, της όλης δασογενούς χλωρίδος - πανίδος) είναι εννοιολογικό στοιχείο, κρισίμως καθοριστικό, του δάσους και της δασικής εκτάσεως και προσδίδει την ιδιαίτερη ταυτότητα του δασικού οικοσυστήματος. Ωσαύτως, στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιαδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτοι, χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών, ενώ δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.
Εξάλλου, επί συμπληρωθείσας, ως άνω, μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924, "περί δασικού κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969, "περί Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομέας, το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών πράξη νομής ή οιονεί νομής. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, Α.Π. 238/2017).
IV) Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη στην θέση "..." ... έχει αποκτήσει την επικαρπία κατά ποσοστό 5/9 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς, από κληρονομιά που κατέλιπε ο αποβιώσας την 5/12/1994 δικαιοπάροχος-σύζυγός της Π. Π. δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του, ως καθολική διάδοχος, ενός αγρού έκτασης 28.000 τ.μ. ως έγγιστα ή όσης είναι κατά τα όριά του μετά των σε αυτό τοιχογυρισμένων με πλέγμα και δομικό πλέγμα παλαιότατων και λιθόχτιστων δύο στρουγγών, ενός πέτρινου κονακίου- καλύβας και ενός κοντέινερ. Ο προαναφερόμενος αγρός συνορεύει δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. και Δ. Π. (θέση ...) νοτιοανατολικά με φτέλος (γκρεμός) πέραν του οποίου ιδιοκτησία Δ. Μ. και λοιπών συγκυριών (θέση ...) και βόρεια με ράχη (κορυφογραμμή). Τα υπόλοιπα μερίδια ανήκουν κατά κυριότητα και νομή στους κληρονόμους του αρχικού συγκυρίου Δ. Π. που κατείχε τα 4/12 και που αρχικά κληρονομήθηκε από τα δύο τέκνα του Π. Π. και Κ. Π. τέκνα του άνω Δ. και κατόπιν το μεν μερίδιο του Π. Π. (2/12) στα τέκνα του Γ. Π. Π. και στον Α. Π. Π. και από 1/12 στον καθένα και το μερίδιο του Κ. Π. (2/12) στα τέκνα του Σ., Δ., Ι. και Π. ............... Τον επίδικο αγρό απέκτησε η ενάγουσα κατά επικαρπία, διότι ψιλός κύριος είναι ο υιός της, Κ. Π. του Π. με τους ίδιους παρακάτω αναφερόμενους τίτλους, δυνάμει της υπ' αριθμόν ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Μαρμαρίου Α. Π. Σ., νόμιμα μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Καρύστου από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 5-12-1994 συζύγου της, ο οποίος κατέλειπε την υπ' αριθμόν ... δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρύστου Σ. Μ. που είχε δημοσιευθεί με το υπ' αριθμόν 115/1996 πρακτικό στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Το ακίνητο αυτό και κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου αποκτήθηκε από τον κληρονομούμενο από κληρονομιά του δικαιοπάροχου- πατρός του Κ. Π. και δυνάμει της υπ' αριθμόν ... διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καρύστου Α. Ι. Χ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Χαλκίδας με το με αριθμό ...-1965 πρακτικό. Στον Κ. Π. είχε περιέλθει κατά το ένα έκτο (1/6) εξ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή που του έκανε ο δικαιοπάροχος-πατέρας του Ν. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών, κατά το ένα έκτο (1/6) εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατρός του Ν. Π. και δυνάμει της με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης του που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Καρύστου Α. Ι. Χ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Χαλκίδας με το με αριθμό ...-1965 πρακτικό, κατά τα τρία δέκατα έκτα (3/16) εξ αδιαιρέτου από αγορά που έκανε από κοινού με τον πατέρα του Ν. Π. από την δικαιοπάροχο-Σ. σύζυγο Ε. Ν. πρώην χήρα Χ. Π. το γένος Μ. και τους Ε. και Π. Χ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών και κατά τα δύο δέκατα έκτα (2/16) εξ αδιαιρέτου από αγορά που έκανε από κοινού με τον πατέρα του Ν. Π. από τον δικαιοπάροχο-Σ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών. Στους Σ. σύζυγο Ε. Μ. και Ε. και Π. Π. είχαν περιέλθει τα τρία δέκατα έκτα (3/16) εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του δικαιοπάροχου-πρώην συζύγου της πρώτης και πατέρα των υπόλοιπων δύο Χ. Π. Π. που πέθανε πριν το έτος 1940, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του τότε ισχύοντος δικαίου. Στον Χ. Π. είχε περιέλθει το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου από αγορά που έκανε από τον δικαιοπάροχο-πατέρα του Π. Κ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών. Στον Σ. Π. είχε περιέλθει το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου από αγορά που έκανε από τον δικαιοπάροχο-πατέρα του Π. Κ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών. Επίσης, στο Ν. Π. και τον Π. Π. είχαν περιέλθει τα δύο δέκατα (2/10) εξ αδιαιρέτου εις έκαστον από δωρεά που τους έκανε ο δικαιοπάροχος- πατέρας τους Κ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών και το ένα δωδέκατο (1/12) εξ αδιαιρέτου εις έκαστον από αγορά που έκαναν από τον δικαιοπάροχο-αδελφό τους Β. Κ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών. Στον Β. Κ. Π. είχε περιέλθει το ένα πέμπτο (1/5) εξ αδιαιρέτου από δωρεά που του έκανε ο δικαιοπάροχος-πατέρας του Κ. Π. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια βιβλία μεταγραφών. Στον Κ. Π. είχε περιέλθει ολόκληρος ο αγρός της θέσης "..." από αγορά που έκανε από τον δικαιοπάροχο Γ. I. Π. ή Φ. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο, ενώ στον οποίο Γ. I. Π. είχε περιέλθει από αγορά που έκανε από τον δικαιοπάροχο Μ. Δ. Μ. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια παραπάνω βιβλία μεταγραφών, και στον Μ. Δ. Μ. είχε περιέλθει από δωρεά εν ζωή του δικαιοπάροχου-πατέρα του Δ. Μ. με το με αριθμό ... συμβόλαιο, νόμιμα μεταγραμμένο στα ίδια πιο πάνω βιβλία μεταγραφών. Όπως προκύπτει και από τους άνω τίτλους των εναγόντων Χ. και Κ. Π. και τις πράξεις νομής και κατοχής, το επίδικο ακίνητο ενέμοντο οι δικαιοπάροχοί τους απώτεροι και απώτατοι και κατόπιν οι ίδιοι οι ενάγοντες, με διάνοια κυρίων και καλή πίστη από το 1880 έως και σήμερα, δηλαδή εκατόν τριάντα πέντε (135) έτη, συνέχεια και αδιατάρακτα. Η διάνοια κυρίων και η καλή πίστη προκύπτει τόσο από τις εμφανέστατες και υπό τα όμματα όλων πράξεις νομής και κατοχής που ασκούντο από το 1880 έως σήμερα και που ήταν η αγροτοκτηνοτροφική χρήση και μάλιστα εμφανέστατη πράξη νομής και κατοχής ήταν η κατασκευή ποιμνιοστασίου ήτοι στρούγκας, αποθήκης, καλυβίου που χτίστηκαν με πέτρες προ του 1880 αφού αναφέρεται στο άνω ... συμβόλαιο, όπου επί λέξει "...4/ το στανοτόπιον μετά της περιοχής του στη θέση ..." και συντηρούνται και επισκευάζονται διαχρονικά έως σήμερα με αποτέλεσμα να είναι σε αρίστη κατάσταση και κατάλληλα προς την κτηνοτροφική χρήση που από το 1880 ασκείτο, η βόσκηση ποιμνίων των ιδιοκτητών ή των μισθωτών του, η τμηματική καλλιέργεια επιπέδων τμημάτων, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η φύλαξη οροσήμων, η επισκευή και συντήρηση των αγροτικοκτηνοτροφικών κτισμάτων. Επιπλέον, η διάνοια κυρίου προκύπτει και από τις παράλληλες με τις άνω πράξεις νομής άνω διαδοχικές μεταβιβάσεις της περιόδου 1880 έως και την πρόσφατη αποδοχή κληρονομιάς των εναγόντων (...) με την καταβολή συμβολαιογραφικών εξόδων, με καταβολή διαδοχικών φόρων μεταβιβάσεων, φόρων κληρονομιών, με τις φορολογικές δηλώσεις κατοχής και τους ανάλογους φόρους και μάλιστα επί εκατόν τριάντα πέντε (135) έτη, από το οποίο συνάγεται ότι δεν καταβάλει κάποιος φόρους και λοιπά έξοδα εάν δεν έχει την πίστη ότι είναι κύριος αυτού. Όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως συναπτά χρονικώς συμβολαιογραφικά έγγραφα της πρώτης ενάγουσας, όπως εκκινούν από το ως άνω αρχικό με αρ. ... συμβόλαιο του απώτατου δικαιοπαρόχου των απώτερων δικαιοπαρόχων της, με το επώνυμο Π. του αποθανόντος συζύγου της. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο, συνολικής έκτασης 28.000 τ.μ. ανήκε αρχικά στο κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1830, δηλαδή από την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους. Από τη δεκαετία του 1880 όμως, μετοίκησαν στην ευρύτερη περιοχή του δήμου ..., διάφορες οικογένειες, μεταξύ των οποίων και εκείνη του Κ. Π., στον οποίο μεταβιβάστηκε η επίδικη έκταση από τον Γ. I. Π. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου στον οποίο είχε μεταβιβαστεί από τον Μ. Δ. Μ. με το με αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και αφού εγκαταστάθηκε στον επίδικο αγρό, λόγω αδράνειας του τότε νέου Ελληνικού Κράτους, κατασκεύασε σε αυτόν ποιμνιοστάσιο δηλαδή στρούγκα, αποθήκη και καλύβα που χτίστηκαν με πέτρες, αφού όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, τον αγρό χρησιμοποιούσαν για την βοσκή των ποιμνίων τους. Χρόνο με το χρόνο η περιοχή διαμορφώθηκε ως ιδιοκτησία της οικογένειας Π. κι έτσι δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι ο επίδικος αγρός ανήκει πλέον στους κατόχους του, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τον εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση του. Επειδή πρόκειται για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η πρώτη των εναγόντων, Χ. σύζυγος Π. Π., δύναται να συνυπολογίσει στο δικό της χρόνο νομής και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της. Ήδη από το έτος 1880, η επίδικη έκταση έγινε αντικείμενο συναλλαγής με συμβόλαια (βλέπε τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... συμβόλαια), καθώς και με τις υπ' αριθμ. ... και ... δημόσιες διαθήκες εκ των οποίων συνάγεται η μακροχρόνια κατοχή της επίδικης τοποθεσίας από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της Χ. συζύγου Π. Π. Ολόκληρη την παραπάνω επίδικη έκταση των 28.000 τ.μ. ενέμοντο οι παραπάνω πωλητές, καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της Χ. συζύγου Π. Π. συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1880 μέχρι και σήμερα διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ασκούντες επί της έκτασης αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήσης της, ήτοι χρησιμοποιούσαν αυτή ως βοσκότοπο για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή την εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτή ποιμνιοστάσιο. Με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι (και εντεύθεν οι άμεσοι) δικαιοπάροχοι της Χ. συζύγου Π. Π., έγιναν κύριοι των παραπάνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1915, δηλαδή με την κτήση διά έκτακτης χρησικτησίας μέσω συμπλήρωσης νομής επί τριακονταετίας μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, τρόπος κτήσης νόμιμος, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", σύμφωνα με την ως άνω πρώτη νομική σκέψη. Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ. Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015). Δεδομένου, ότι γίνεται δεκτό πως επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κωδικός", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 638/2016), οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν γίνει νομείς του επίδικου αγρού, και αυτή νόμιμα έχει κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της προκείμενης ελασσόνας πρότασης, καταστεί οιονεί συννομέας του ακινήτου. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του αποδεικτικού μέσου της αεροφωτογραφίας του έτους 1945, την οποία επικαλείται προσκομίζοντάς την το εκκαλούν κυρίως παρεμβαίνον, φωτογραφία ερχόμενη σε αντίθεση με αυτή του 1960 και τις μεταγενέστερες, που ερμηνεύεται ως αποδεικνύουσα έλλειψη βοσκότοπου (σχετ. η από 07-11-2017 Έκθεση Αντίκρουσης της Π. Σ., Δασολόγου), επειδή ελλείπουν στοιχεία κτισμάτων σταμνοτοπίου και στρουγκών, ανταποδεινύεται από το γεγονός της κοινής (ιστορικής) πείρας όπως αναλύεται στην σχετική έκθεση των Δ. Ψ. - Γ. Π. (Οι μετακινήσεις των νομάδων κτηνοτροφών, Η περίοδος του Μεσοπολέμου, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών. 53/1984 1), 'Για τους νομάδες κτηνοτρόφους, ανάμεσα στο 1920 και στο 1950, δεν παρεμβάλλονται μόνο η κατοχή κι ο εμφύλιος: έχει προηγηθεί το "χάλασμα των χειμαδιών", κατά την έκφραση τους, δηλαδή η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών κι η διανομή τους σε ακτήμονες και πρόσφυγες. Και τα δυο είχαν ως αποτέλεσμα, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, να κατατεμαχιστούν και να δοθούν σε μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές μεγάλες εκτάσεις που ως τότε χρησιμοποιούνταν για λιβάδια. Δεν ήταν εύκολο πλέον να νοικιάζονται μεγάλες συνεχείς εκτάσεις που να μπορούν να χωρέσουν όλα τα πρόβατα ενός τσελιγκάτου. Ο κατακερματισμός των συνεχών αγραναπαύσεων και λιβαδιών οδηγεί και στον κατακερματισμό του τσελιγκάτου. Ακόμη, οι πρώην κολλήγοι δεν θέλουν στα χωράφια τους κτηνοτρόφους, αρνούνται να τους νοικιάσουν τη χέρσα γη. [Συράκης (1925, σ. 745-760), Καραβίδας (1931:58- 63)3- Αν προστεθεί στην έλλειψη χειμαδιών και η απουσία επαρκών θερινών βοσκοτόπων στη Μακεδονία-Θράκη (όπου κατά τις εκτιμήσεις του Συράκη (1925:749), έλειπαν 1.700.000 στρέμματα θερινών βοσκών για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των κοπαδιών που υπήρχαν), απορίας άξιο είναι πώς το 1960 εξακολουθούν να υπάρχουν, με βάση τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, κάπου 2.000.000 μεταβατικά γιδοπρόβατα-όσα υπελόγιζε κι ο Συράκης ότι θ' απομείνουν στην εποχή του. Παρά το χάλασμα των χειμαδιών, παρά την κατοχή και τον εμφύλιο, διαπιστώνουμε πως η νομαδική κτηνοτροφία έδειξε θαυμαστή αντοχή στην 35ετία 1925/1960"(...). Με βάση τα γεγονότα αυτά, είναι εύλογο ότι το 1945, ακριβώς στο τέλος της Γερμανικής Κατοχής και στην απαρχή του Εμφύλιου Πολέμου, οι βοσκότοποι ήταν παρηκμασμένοι, η δε κτηνοτροφία στην περίοδο αυτή, πανελληνίους μόνο άντεξε, μέχρι την ανάκαμψή της σαφώς το έτος 1960, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και για την επίδικη αγροτική έκταση από τις αεροφωτογραφίες του 1960 και έπειτα. Εξάλλου, και στην αεροφωτογραφία του 1945, όπως επισκοπείται, υφίστανται πεζούλες, στοιχείο παραδοσιακής καλλιέργειας (την οποία τελευταία όμως, αρνείται στην ερμηνεία του το εκκαλούν) της ελληνικής υπαίθρου στις ημιβραχώδεις- κατά τόπους βραχώδεις (βλ. την ως άνω έκθεση) τοποθεσίες με τους έντονους ανέμους, όπως η ένδικη, για την οποία το εκκαλούν κυρίως παρεμβαίνον προβάλλει, ότι έχει ληφθεί ο σχεδιασμός να αξιοποιηθεί ως εγκατάσταση Ανεμογεννητριών από την Περιφέρεια Εύβοιας, σύμφωνα και με τα αποδεικνυόμενα βάσει των περιλαμβανόμενων στην δικογραφία εγγράφων. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί, ότι η εκδοθείσα και επικαλούμενη από το κυρίως παρεμβαίνον εκκαλούν, με αρ. ...-2013 Πράξη Διοικητικού Χαρακτηρισμού της Δασικής Υπηρεσίας, για την μείζονα έκταση, εμβαδού 370.622,30 τμ, στη θέση "...", ΤΚ Κομήτου και ΤΚ Καλλιανού της ΔΕ Καφηρέα και Μαρμαρίου του Δήμου Καρύστου Ευβοίας ως Δασικής, δεν ασκεί έννομη επιρροή κατά την πρώτη μείζονα σκέψη. Τούτο ισχύει παρά και τον ισχυρισμό του πέμπτου λόγου έφεσης, στο δεύτερο σκέλος του, των εναγόμενων εκκαλούντων, ότι με το δικόγραφο της αγωγής απλά οι ενάγοντες εφεσίβλητοι αναφέρουν "..δεν υπάρχει δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη που να έχει αποφανθεί περί της κυριότητας του ακινήτου μας, παρά μόνον η λάθρα πράξη χαρακτηρισμού περί της υφής του εδάφους (αγροτική, χορτολιβαδική, δασική) και συνεπώς δεν αμφισβητούν ότι η πράξη χαρακτηρισμού περιλαμβάνει το επίδικο ακίνητο, αλλά μόνο ουσιαστικό σφάλμα περί τον χαρακτηρισμό, αφού, δεκτού γινόμενου πως με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση, όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008), οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρ. 10 παρ. 3 ν. 998/79) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη, συνίστανται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, και ως εκ τούτου ανάγονται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης, πλην η ισχύς τους δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων". Ακολούθως απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του εκκαλούντος- κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι είναι νομέας και κάτοχος του επίδικου αγρού, όπως επαναφέρθηκε με την έφεσή του, την οποία και απέρριψε στο σύνολό της επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφερε όμοια κρίση και απέρριψε την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου ως ουσία αβάσιμη Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο που ανήκε αρχικά στο κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1830, δηλαδή από την απελευθέρωση των Ελλήνων από τους Τούρκους, από τη δεκαετία του 1880, καταλήφθηκε από τον Δ. Μ., ο οποίος το μεταβίβασε λόγω δωρεάς με το ... νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο στο Μ. Π., ο οποίος το μεταβίβασε στη συνέχεια λόγω πωλήσεως με το ... επίσης νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο στον Γ. Π. και εκείνος με το ... νομίμως μεταγεγραμμένο αγοραπωλητήριο στον Κ. Π. ότι όλοι οι ανωτέρω άμα τη εγκαταστάσει τους στο επίδικο χρησιμοποιούσαν τούτο για την βοσκή των ποιμνίων τους, έχοντες κατασκευάσει σε αυτό ποιμνιοστάσιο (στρούγκα), αποθήκη και καλύβα, ότι με την πάροδο του χρόνου η περιοχή διαμορφώθηκε ως ιδιοκτησία της οικογένειας Π. κι έτσι δημιουργήθηκε κοινή πεποίθηση ότι ο επίδικος αγρός ανήκει πλέον στους κατόχους του, οι οποίοι και εμφανίζονταν να τον εξουσιάζουν και να ασκούν όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση του και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη καθ' ης η κύρια παρέμβαση, Χ. σύζυγος Π. Π., απέκτησε τη νομή του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση στο δικό της χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, ότι ήδη από το έτος 1880, η επίδικη έκταση έγινε αντικείμενο συναλλαγής με συμβόλαια (βλέπε τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... συμβόλαια), καθώς και με τις υπ' αριθμ. ... και ... δημόσιες διαθήκες εκ των οποίων συνάγεται η μακροχρόνια κατοχή της επίδικης τοποθεσίας από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της Χ. συζύγου Π. Π., ότι ολόκληρη την παραπάνω επίδικη έκταση των 28.000 τ.μ. ενέμοντο οι παραπάνω πωλητές, καθώς και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της Χ. συζύγου Π. Π. συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1880 διανοία κυρίων και με καλή πίστη, ήτοι με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, ασκούντες επί της έκτασης αυτής όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδίαζαν στην κατά προορισμό χρήση της, ήτοι χρησιμοποιούσαν αυτή ως βοσκότοπο για τη βοσκή των ποιμνίων τους ή την εκμίσθωναν σε τρίτους για βοσκή και είχαν εγκαταστήσει μέσα σε αυτή ποιμνιοστάσιο και με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι αλλά και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι της Χ. συζύγου Π. Π., έγιναν κύριοι των παραπάνω επιδίκων εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1915, δηλαδή με την άσκηση πράξεων νομής, με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11η Σεπτεμβρίου 1915 και δοθέντος ότι επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 περί "Δασικού Κωδικός", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 638/2016), οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν γίνει νομείς του επίδικου αγρού, και αυτή νόμιμα έχει καταστεί οιονεί συννομέας του ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ του πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που μνημονεύονται στη μείζονα σκέψη, και δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί ιδίας νομής και κατοχής επί του επιδίκου ακινήτου, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η πρώτη αναιρεσίβλητη, αλλά και ο τρίτος εξ αυτών, απέκτησαν από αληθείς κυρίους τη νομή του επιδίκου ακινήτου και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους κατέστησαν κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου ως νεμόμενοι αυτό άνω της τριακονταετίας έως και το έτος 1915 μνημονεύοντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου, πράξεις νομής τους, καθώς και τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως αυτών (ειλικρινής πεποίθηση ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων), τόσο κατά την έναρξη της νομής το έτος 1880, όσο και μεταγενέστερα, Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
VΙ) Συνακόλουθα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 243/2020 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Τέλος, πρέπει κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των παρισταμένων πρώτης και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, να καταδικασθεί, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα για τους νικήσαντες μη παριστάμενους λοιπούς αναιρεσίβλητους δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος καθώς λόγω της μη παράστασής τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 243/2020 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ