ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 852/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 852/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 852/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 852 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 852/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος: Χ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που υπεισήλθε ως νόμιμος κληρονόμος στη θέση της αναιρεσίβλητης Α. Γ. του Χ. που απεβίωσε, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη συνεδρίαση της 31ης-1-2023 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος είχε καταθέσει υπόμνημα στις 3-2-2023.

Του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Παπίδα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 10-1-2023.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή της δικαιοπαρόχου του καλούντος και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 894/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4807/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν δύο αιτήσεις αναίρεσης επί των οποίων εκδόθηκε η 398/2015 απόφαση του Β1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που τις συνεκδίκασε, αναίρεσε την 4807/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές για περαιτέρω εκδίκαση. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 2980/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 8-3-2017 αίτησή του. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2018 δικαστηρίου τούτου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, με σκοπό να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα και 542/2021 που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως προς τις λοιπές αναιρεσείουσες και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την δέκατη τέταρτη (Α. Γ.). Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 28-6-2022 κλήση του καλούντος, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 31-1-2023 μαζί με τους από 27-12-2022 προσθέτους λόγους, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 344/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1) Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση(ΑΠ 232/2024, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017).

Εν προκειμένω κατ' εφαρμογήν του άρθρου 307 ΚΠολΔ, φέρεται προς ανασυζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, η από 8-3-2017 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την 179/2024 Πράξη της Πρόεδρου του Αρείου Πάγου και την ακόλουθη 344/2024 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, κατόπιν διαπιστώσεως αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 31-1-2023 ενώπιον του ως άνω Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω συνταξιοδοτήσεως του μέλους της συνθέσεως και εισηγητρίας Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου. Τόσο κατά την παρούσα δικάσιμο (25.2.2025), όσο και κατά την αρχική δικάσιμο (31.1.2023) το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε (με δήλωση αρθ. 242 ΚΠολΔ) δια της Μαρίας Παπίδα, Παρέδρου ΝΣΚ, ενώ κατά την παρούσα δικάσιμο ο καλών - συνεχίζων τη δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της 14ης αναιρεσίβλητης δεν παραστάθηκε, είχε ωστόσο παρασταθεί νομίμως κατά την αρχική δικάσιμο δια του συνηγόρου του Δημητρίου Βασιλείου. Όπως δε προκύπτει από την από 3-12-2024 έκθεση επιδόσεως του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παπαπάνου, αντίγραφο της ως άνω πράξεως μαζί με κλήση προς παράσταση για τη σημερινή δικάσιμο (25-2-2025) επεδόθη εμπροθέσμως στον ως άνω πληρεξούσιο και αντίκλητο του καλούντος. Επομένως δικάζεται αντιμωλία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. 2) Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 1686/2023, ΑΠ 1253/2018).

Νόμιμα επαναφέρεται με την από 28-6-2022 (135/2022) κλήση του καλούντος Χ. Τ. κατά του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου η από 8-3-2017 αίτηση αναιρέσεως (1663/30/2017) ύστερα από την έκδοση της 542/2021 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε τον χωρισμό της δίκης ως προς την αρχικώς 14η αναιρεσίβλητη Α. Γ. λόγω του επισυμβάντος (μετά την άσκηση της αναιρέσεως) θανάτου της και κήρυξε απαράδεκτη ως προς αυτή τη συζήτηση της αιτήσεως (απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την παραπάνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους). Όπως δε προκύπτει από το από 25-1-2023 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου η ανωτέρω αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 26-11-2017, καταλείποντας ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της το τέκνο της και ήδη καλούντα Χ. Τ., ο οποίος δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία (βλ. το από 26-1-2023 πιστοποιητικό περί μη αποποιήσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας, το από 26-1-2023 πιστοποιητικό του ιδίου Ειρηνοδικείου και το αντίστοιχο του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, σε συνδυασμό με το από 21-12-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Μετεώρων). Με την κρινομένη ως άνω από 8-3-2017 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η ερήμην του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος 2980/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (εκδοθείσα στις 6-12-2016). Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 9-3-2017, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), [και] ως προς τη θανούσα μετά την άσκηση αυτής 14η αναιρεσίβλητη Α. Γ., ως έχει ήδη κριθεί με την 542/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (με την οποία διετάχθη ο χωρισμός της δίκης ως προς την ως άνω διάδικο, της οποίας, όπως προεκτέθηκε μοναδικός της κληρονόμος είναι ο καλών) και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Επίσης το αναιρεσείον άσκησε τον από 27-12-2022 (193/2022) πρόσθετο λόγο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 27/12/2022 και επεδόθη εντός της νόμιμης προθεσμίας (βλ. τις ... και ...-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή περιφερείας Εφετείου Πειραιώς Ν. Ν.).
Συνεπώς έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (αρθ. 569 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενος με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 (103282/2911/2009) αγωγή συνολικά εκατό (100) εναγουσών (στις οποίες περιλαμβάνεται και η τότε 46η ενάγουσα Α. Γ., μητέρα του εδώ καλούντος), με την οποία ζητούσαν την καταβολή από το αναιρεσείον διαφορές αποδοχών [μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών]. Με την 894/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτός των άλλων, είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η ως άνω αγωγή για 32 εκ των εναγουσών, μεταξύ των οποίων και η 46η ενάγουσα και ήδη 14η αναιρεσίβλητη, στην οποία επεδικάσθη το συνολικό ποσό των (12.000 + 12.000) 24.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10-6-2011 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 4807/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και αφού έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες (μεταξύ των οποίων και η δικαιοπάροχος του καλούντος), για τις διαφορές αποδοχών των ετών 2006, 2007 και 2008, ενώ απορρίφθηκε η αγωγή τους κατά τα λοιπά λόγω παραγραφής. Κατά της άνω εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες αναιρέσεις από τις ενάγουσες και το Ελληνικό Δημόσιο. Επί των αναιρέσεων αυτών εκδόθηκε η 398/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η από 6.3.2014 αναίρεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ενώ έγινε δεκτή η από 3.12.2013 αναίρεση των εναγουσών και αναιρέθηκε η 4807/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την από 10-6-2011 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 894/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Εφετείο ως Δικαστήριο παραπομπής εξέδωσε την ήδη προσβαλλομένη 2980/2016 απόφασή του, με την οποία απερρίφθη η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω πλασματικής ερημοδικίας του (ως εκ της μη υπογραφής των ενώπιον του εφετείου προτάσεων του). Εν συνεχεία το Δημόσιο άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την 542/2021 απόφαση του, η οποία διέταξε τον χωρισμό της δίκης ως προς την 14η αναιρεσίβλητη Α. Γ. λόγω του επισυμβάντος, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, θανάτου της, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την παραπάνω αίτηση ως προς τους λοιπούς 31 αναιρεσιβλήτους. Δεδομένου ότι ο θάνατος της αρχικώς αναιρεσίβλητης, που γνωστοποιήθηκε με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 26-2-2019 (οπότε και εξεδόθη η ΑΠ 542/2021), έλαβε χώρα μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η επελθούσα κληρονομική διαδοχή αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα προσκομιζόμενα έγγραφα, η δε ιδιότητα του καλούντος ως κληρονόμου της θανούσας δεν αμφισβητείται, παραδεκτώς εκείνος συνεχίζει τη δίκη, υπεισερχόμενος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δικαιοπάροχου του (αρθ. 286, 287, 291, 292, 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος προσάπτει στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου, την αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο, παραβίαση από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 227 ΚΠολΔ για παράλειψη του καθήκοντος του, στο πλαίσιο της καθοδηγητικής λειτουργίας του, να καλέσει την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να συμπληρώσει την τυπική παράλειψη αυτής να υπογράψει τις προτάσεις που το εκκαλούν κατέθεσε κατά τη συζήτηση της έφεσής ενώπιον του, που δίκαζε ως εκ παραπομπής δικαστήριο. Η παράλειψη όμως του δικαστηρίου να καλέσει την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τη συμπλήρωση των τυπικών ελλείψεων και δη για να υπογράψει τις προτάσεις αυτού και η κήρυξη περαιτέρω εξ αυτού του λόγου απαραδέκτου, δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ουδείς μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του και δεν αφορούν τη δημόσια τάξη, όπως στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 717/2023, ΑΠ 542/2021, ΑΠ 717/2023, ΑΠ 1261/2019, ΑΠ 1412/2019).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες για την προαναφερόμενη αιτία (παράλειψη του δικαστηρίου για συμπλήρωση τυπικής παράλειψης) και συγκεκριμένα για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 237, 240, 579 παρ.1, 580 παρ. 3, 581 παρ1 και 2 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι παραβιάσεις των ως άνω διατάξεων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύουν τους εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους (πρβλ ΑΠ 557/2024, ΑΠ 123/2024).
3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). 4) Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει την κατ' αρθ. 28 §1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάζεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το αρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 6/2007, ΑΠ 1614/2011). 5) Ο ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού από 1-1-1996 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζει ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας, κατ' αρχήν, παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχοντο στο ν. δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", στο άρθρο 86 παρ. 2 ότι "1......2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου ... παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που..... ε)αφορά σε περιοδικές παροχές... παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής".

Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος ορίζει στο άρθρο 90 ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2...3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της". Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995 που δεν διαφοροποιείται με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014 (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 2362/1995) προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξ αιτίας παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για την θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. Η προβλεπομένη από την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), για τις ως άνω μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό. Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1/2012, ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 1614/2011), ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε τέλος στη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως (ΑΠ 1047/2024, ΑΠ 136/2023, ΑΠ 920/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ερευνώμενος συνδυαστικώς με τον από 27-12-2022 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1616/2024), από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε όπως προαναφέρθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτού, λόγω της ερημοδικίας του, και (στην οποία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη με αρ. 2 νομική σκέψη) ενσωματώνεται η 894/2011 πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, τις πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγουσών- αναιρεσιβλήτων και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 90 παρ. 3, 93 παρ.1 και 94 εδ. τελ. του Ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού. Ειδικότερα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, άλλως με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, θεώρησε ότι κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεν ισχύει η ειδική διετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 , αλλά η κοινή πενταετής του άρθρου 250 παρ. 6 ΑΚ. Σε κάθε δε περίπτωση παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν τον προταθέντα ισχυρισμό ότι οι ένδικες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, για το διάστημα από 1-1-2001 έως 16-6-2007, είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995κατά το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής τους στο αναιρεσείον-εναγόμενο (24.6.2009), πράγμα το οποίο εκτός ότι λαμβάνεται υπ' υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο είχε προταθεί νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Οι συναπτόμενες με τον παραπάνω λόγο παραδοχές της πρωτοδίκης αποφάσεως (και κατ' αποτέλεσμα και της προσβαλλομένης εφετειακής) έχουν ως εξής: "Αντίκειται ωστόσο η προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 στην διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον μόνο το αορίστως επικαλούμενο δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον, το οποίο θα δικαιολογούσε στην προκειμένη περίπτωση την εφαρμογή της προβλεπόμενης ως άνω διετούς παραγραφής .... Επομένως ο συναφής ισχυρισμός του εναγομένου θα πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως μη νόμιμος. Περαιτέρω δε και όσο αφορά στις ανατρέχουσες πέραν των πέντε ετών πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής αξιώσεις, η πενταετής παραγραφή (που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως-βλ άρθρο 94 του Ν. 2362/1995) έχει ήδη διακοπεί με την άσκηση προγενέστερων αγωγών και ειδικότερα των προαναφερομένων υπ'αριθμ. κατ. 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009 αγωγών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κοινοποιήθηκαν νομότυπα στο εναγόμενο στις 29-12-2005, 29-12-2005, 27-12-2007 και 1-4-2009 αντίστοιχα (...), όπως βάσιμα αντεπάγονται οι ενάγουσες κατά τη συναφή περί διακοπής της παραγραφής αντένσταση τους, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, αναπτύσσεται στις προτάσεις και καθ' υποφοράν στην αγωγή τους, είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 93 του Ν. 2362/1995 και 263 ΑΚ (που τυγχάνουν εφαρμογής και επί ιδιωτικών διαφορών με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο... ). Από δε την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 24-6-2009 μέχρι τη συζήτηση αυτής στις 13-12-2010, δεν είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας".

Έτσι που έκρινε όμως η προσβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη ότι η ως άνω διετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις (αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). Τούτο δε διότι η δεύτερη ως άνω διάταξη ρητά προβλέπει ότι το κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να θεσπίζει νόμους που κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον, τέτοιο δε δημόσιο συμφέρον σαφώς δικαιολογείται με τη θέσπιση την πρώτης ως άνω διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 που προβλέπει σύντομη διετή παραγραφή των εις βάρος του Δημοσίου αξιώσεων, η οποία δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των εις βάρος του αξιώσεων, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα [αρ. 5] νομική σκέψη. Ούτε εν προκειμένω τίθεται θέμα άνισης μεταχειρίσεως των απασχολούμενων στον δημόσιο τομέα με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού, εν όψει των εντελώς διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι δυο κατηγορίες εργαζομένων καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με την τελευταία νομική σκέψη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέα.

Πέραν τούτου η συμπροσβαλλομένη απόφαση παραβίασε και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, διότι, αν και αμφισβητήθηκε ειδικώς από το αναιρεσείον ότι η 46η ενάγουσα Α. Γ. (δικαιοπάροχος του εδώ καλούντος) είχε ασκήσει προγενέστερες διακοπτικες της παραγραφής αγωγές για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα [αφού, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος αυτή άσκησε το πρώτον αγωγές το 2009], η συμπροσβαλλομένη παρέθεσε συλλήβδην τις ανωτέρω (2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009) αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που κατ' αυτήν διέκοψαν την παραγραφή, χωρίς να διευκρινίζεται αν μεταξύ των 100 συνολικά εναγουσών περιλαμβάνεται και η ανωτέρω ενάγουσα στις προγενέστερες αγωγές των ετών 2005 και 2007, στερώντας έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση της (αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). Βέβαια οι ως άνω ελλιπείς αιτιολογίες της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης αποφάσεως συνάπτονται με την εσφαλμένη (κατά τα ανωτέρω) κρίση της περί πενταετούς παραγραφής των εις βάρος του Δημοσίου αξιώσεων, εκ των πραγμάτων όμως (βάσει της γενικής αρχής "εν των μείζονι το έλασσον") επεκτείνονται και στην αντίστοιχη διετή παραγραφή. Επομένως, οι παραπάνω συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι λόγοι (2ος λόγος της αιτήσεως + πρόσθετος λόγος) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την 46η ενάγουσα-14η αναιρεσίβλητη Α. Γ. της οποίας μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι ο καλών Χ. Τ. Ενόψει δε ότι (μετά και την προγενέστερη ΑΠ 398/2015) εν προκειμένω εκδίδεται δεύτερη αναιρετική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 580 § 3 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ). Δεν προχωρεί όμως αμέσως στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των διατάξεων 580 § 3, 581 § 2 και 570 § 2 ΚΠολΔ, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 § 2 και 570 § 2 ΚΠολΔ, συζητεί δε την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 361/2020, ΑΠ 486/2018). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την 134423/1992 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένα πάντως, λόγω της αμφίδρομης εφαρμογής του άρθρου 22 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 244/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2980/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την 46η ενάγουσα - 14η εφεσίβλητη - 14η αναιρεσίβλητη Α. Γ., στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχός της, ο καλών Χ. Τ.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, κατά το άνω μέρος της, σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Επιβάλλει εις βάρος το ανωτέρω καλούντος τη δικαστική δαπάνη του καθού η κλήση - αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή