Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 855 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 855/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2007 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12-4-2007 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 269/2008 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-8-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου ανέγνωσε την από 11-2-2025 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος, ενώ αντίθετα εμφανίστηκε το αναιρεσείον. Από την προσκομιζόμενη από το εμφανισθέν ως άνω αναιρεσείον, υπ` αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ευβοίας με έδρα την Χαλκίδα, Ν. Τ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον αναιρεσίβλητο (και δη δια θυροκολλήσεως, κατ` άρθρο 128 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ), αντίγραφο δε του επιδοθέντος ως άνω εγγράφου παραδόθηκε στα χέρια του Αρχιφύλακα Γ. Κ. Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Χαλκίδος, και έγγραφη ειδοποίηση απεστάλη νομότυπα, δια του ταχυδρομείου, από τον παραπάνω δικαστικό επιμελητή στον αναιρεσίβλητο, κατ` άρθρο 128 αριθμ. 4 γ` του Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αρ. 269/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδος), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 85/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση του αναιρεσιβλήτου και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδος, ως προς το επίδικο ακίνητο, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστεί ο αιτών ως αποκλειστικός κύριος αυτού, απορριφθέντος ως μη νομίμου λόγω αναρμοδιότητας της διαδικασίας (εκουσία δικαιοδοσία) του αιτήματος του τελευταίου περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ομοίως με την ίδια απόφαση είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη και η κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 (προϊσχύοντος ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης) και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2664/1998, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορίζεται ότι "παρ. 1: Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β` του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου ... 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών.... Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων.... 3.α) Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπόμενης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως του πρώτου εδαφίου και επί ποινή απαράδεκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κύριας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωρισθεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της ως άνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες. Η κοινοποίηση της αιτήσεως στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, β) με την αίτηση της περίπτωσης α` μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά την κείμενη νομοθεσία, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στο φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες, οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος.".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως αγνώστου ιδιοκτήτη, όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα και κατ` ανάλογη εφαρμογή της παρ. 2 όποιος έχει έννομο συμφέρον (π.χ. δανειστής του πραγματικού κυρίου ή ο καθολικός διάδοχος του πραγματικού κυρίου) ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Τα ίδια ισχύουν και για την κύρια παρέμβαση. Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος ή του κυρίως παρεμβαίνοντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος. Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι με την αίτηση αυτή ή την κύρια παρέμβαση, δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, ούτε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς το αντικείμενο της δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται. Γι' αυτό άλλωστε, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ελλείψει αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προαναφέρθηκε με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ισχυρίσθηκε ότι με βάση αποδοχή κληρονομίας που δεν έχει μεταγραφεί κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου και ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης από παραδρομή δεν υπέβαλε τη σχετική δήλωση που αφορά την κυριότητά του στο επίδικο, με αποτέλεσμα αυτό να εμφαίνεται στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου θείας του κατά ποσοστό 50% και κατά το υπόλοιπο 50% ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", γεγονός που καθιστά ανακριβή τη σχετική κτηματολογική εγγραφή στο αντίστοιχο για το ακίνητο αυτό κτηματολογικό φύλλο του οικείου κτηματολογικού βιβλίου και επιτρέπει νομικώς να θεωρείται τούτο, μετά την οριστικοποίηση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, ως ανήκον κατά ποσοστό 50% στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και με τον τρόπο αυτό τίθεται υπό αμφισβήτηση η επ' αυτού του ακινήτου αποκλειστική κυριότητά του. Με βάση τα παραπάνω, επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον, που συνίσταται στο ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα επί του επιδίκου το οποίο δεν έχει μεταγραφεί στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, ζήτησε: α)να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου και β)να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής (πρώτης) εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία για το ακίνητο αυτό. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου άσκησε κυρία παρέμβαση με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, ήταν ανέκαθεν δημόσια έκταση και περιήλθε στην ιδιοκτησία του, με τους εξής τρόπους: α) ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, β) άλλως με κατάληψή του ως αδέσποτου κατά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, γ) άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην παρέμβαση. Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά το κυρίως παρεμβαίνον ζήτησε, όπως απορριπτομένης της αίτησης, γίνει δεκτή η κυρία παρέμβασή του ώστε: (α) να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, (β) να υποχρεωθεί ο αιτών - καθού η κύρια παρέμβαση να του το αποδώσει και (γ) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή, σε τρόπο ώστε να αναγραφεί αυτό, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο, ως ιδιοκτήτης του επιδίκου. Το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού αρχικά παραθέτει την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης και τις νομικές διατάξεις που την αφορούν, στην ελάσσονα πρότασή του, σχετικά με την ένδικη κύρια παρέμβαση, δέχεται τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 12/4/07 κύριας παρεμβάσεως, το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ως αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου, χωρίς όμως να εκθέτει ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα στα αρμόδια Κτηματολογικά φύλλα.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης η αμφισβήτηση του ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί εξεταστέα έννομη σχέση, στην περίπτωση μόνο που το εγγραπτέο δικαίωμα δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο.
Συνεπώς, ορθά έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αίτημα της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνώρισης της κυριότητάς του στο επίδικο, γιατί η αναγνώριση της κυριότητας προϋποθέτει την έγερση αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής του το Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτόδικο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση είναι δημόσια, ενώ έκανε δεκτή την αίτηση του αιτούντος Π. Γ. διατάσσοντας την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το επίδικο ακίνητο. Όμως ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, εφόσον, κατά την αποδεικτική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν κατέστη δυνατό το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο ν'αποδείξει τη βάση των ισχυρισμών του προσκομίζοντας τους τυχόν συγκεκριμένους τίτλους ιδιοκτησίας του επί του επιδίκου. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την κύρια παρέμβαση και δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του αιτούντος Π. Γ., ουδόλως έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν με τους λόγους της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα καθώς και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά το πρώτο και δεύτερο αίτημα της κυρίας παρεμβάσεως για αναγνώριση της κυριότητας του παρεμβαίνοντος στο επίδικο ακίνητο και την απόδοσή του σε αυτό, κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα, καθόσον αντικείμενο της αίτησης του άρθρου 6 παρ.3 του ν. 2664/1998 που δικάζεται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν είναι η διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος αλλά ο έλεγχος της διαπίστωσης της ακρίβειας της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής. Αναφορικά όμως με το τρίτο αίτημα της κύριας παρεμβάσεως με το οποίο ζητήθηκε η διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου του προαναφερόμενου ακινήτου, ώστε να αναγραφεί σ` αυτό ως ιδιοκτήτης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο αιτών- καθού η κυρία παρέμβαση - αναιρεσίβλητος, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους (ΑΠ 247/2023, 414/2013), και οι οποίες, ναι μεν, εισάγουν, κατά βάση, δικονομικό δίκαιο, καθόσον προσδιορίζουν τον τρόπο, τη διαδικασία και τους δικαιούχους της διορθώσεως (τους νομιμοποιούμενους σε αίτηση κ.λπ. διορθώσεως) των πρώτων (αρχικών) ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών (Α.Π. 208/2017, Α.Π. 1342/2015), είναι όμως και διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1169/2023, ΑΠ 208/2017, Α.Π. 632/2013), αναγόμενες στη νομιμότητα του αντικειμένου της αιτήσεως κ.λπ. (υπό οποιαδήποτε έννοια από τις προεκτιθέμενες) και στη θεμελίωση της έννομης συνέπειας που κρίθηκε, σε συνδυασμό με το άρθρο 79 του Κ.Πολ.Δ. και επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμ. 1, περ. α` του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 1169/2023, ΑΠ 208/2017). Επιπλέον το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, έτσι που έκρινε το Εφετείο και με αυτό το περιεχόμενο της απόφασής του, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν αυτό, ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα λόγω ιδίας κυριότητας επί του ερειδομένου ακινήτου, κατ' ουσίαν και τον απέρριψε. Συγκεκριμένα υπό την διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης "κατά την αποδεικτική διαδικασία στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν κατέστη δυνατό το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο ν'αποδείξει τη βάση των ισχυρισμών του προσκομίζοντας τους τυχόν συγκεκριμένους τίτλους ιδιοκτησίας του επί του επιδίκου", δεν μπορεί να ελεγχθεί αν και πώς το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό, δηλαδή αν τον απέρριψε κατ' ουσίαν ή ως μη νόμιμο, επειδή στο τέλος της ελάσσονος πρότασής του, δέχεται, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στο αποτέλεσμα να απορρίψει την κύρια παρέμβαση ως μη νόμιμη, έκρινε ορθά και δεν έσφαλε. Πλην όμως παραπάνω στο σκεπτικό του το Εφετείο, χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό αυτό και τον αντίστοιχο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος αβάσιμο κατ' ουσίαν καίτοι το πρωτόδικο δικαστήριο, του οποίου την απόφαση επικύρωσε δεν υπεισήλθε καν στην ουσιαστική έρευνα αυτού του τρίτου αιτήματος της κυρίας παρεμβάσεως αλλά απέρριψε αυτή στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Κατέληξε δε το Εφετείο στο συμπέρασμα αυτό, που δεν μπορεί καν να αξιολογηθεί ως αποδεικτικό πόρισμα, καθόσον στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, χωρίς να αλλάξει αιτιολογία. Κατόπιν των παραπάνω ελλείψεων, αντιφάσεων και ασαφειών, προκαλείται και ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και εξ αυτού, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (ΑΠ 88, 210, 529/2019). Πέραν αυτών, ανεπάρκεια αιτιολογιών εντοπίζεται και στο γεγονός ότι το Εφετείο, για την απόδειξη του κρίσιμου πραγματικού περιστατικού της ανακρίβειας της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής για το παραπάνω ακίνητο, παραπέμπει στο περιεχόμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς όμως να διευκρινίζει αν με το περιεχόμενο αυτής ταυτίζεται και με ποιο σαφή τρόπο και η δική του κρίση στην οποία κατέληξε από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθιστώντας εξ όλων των ανωτέρω την απόφασή του αναιρετέα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω κρίνονται βάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 269/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδος), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ