Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 858 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 858/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Φ. του Γ. και της Ά., 2) Β. Φ. του Γ. και της Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Φ., και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. - Μ. Π. του Μ. και της Π., 2) Α. Π. του Μ. και της Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μελίνα Μουζουράκη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 3-7-2014 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Α. συζ. Γ. Φ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3837/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3404/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-6-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 30/06/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, η 3404/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο επιλαμβανόμενο έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 3837/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αγωγή των τελευταίων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, για την ακύρωση διαθήκης, λόγω πλάνης της διαθέτιδας, ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησής της, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε επίσης απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4- 8-2011 απεβίωσε ..... η Α. Λ. του Β., ......, η οποία ήταν θεία τόσον των εναγόντων της ... από 07.07.2014 και με αριθμ. κατάθ. 81629 / 2225 / 09.07.2014 αγωγής Α. Φ. του Γ. και Β. Φ. του Γ., όσον και των εναγομένων της ως άνω αγωγής Μ.- Μ. Π. του Μ., και Α. Π. του Μ. Η .... αποβιώσασα Α. Λ. του Β. ήταν κατά τον χρόνο του επισυμβάντος στις ... θανάτου της άγαμη, χωρίς τέκνα, είχε δε κατά τον ως άνω χρόνο του θανάτου της μοναδικούς πλησιεστέρους συγγενείς : α) την μεταποβιώσασα αυτής ... μητέρα της Α. Λ. χα Β. , β) την αδελφή της Π. συζ. Μ. Π. (μητέρα των εναγομένων της ενδίκου αγωγής) και γ) την αδελφή της Α. συζ. Γ. Φ. (μητέρα των εναγόντων της ενδίκου αγωγής).... Η ... Α. Λ. κατέλιπε κατά τον χρόνο του ... θανάτου της δύο ιδιόγραφες διαθήκες και συγκεκριμένα: α) την (προγενέστερη) από 17-11-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της και β)την (μεταγενέστερη και επίδικη ) από 06-07-2010 ιδιόγραφη διαθήκη της, οι οποίες δημοσιεύτηκαν αμφότερες κατά την χρονολογική σειρά τους στις 13-07-2012 από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ..... καταχωρήθηκαν δε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών... Πέραν των προαναφερθεισών δεν έχει δημοσιευτεί άλλη διαθήκη της ως άνω αποβιωσάσης Α. Λ. του Β., γεγονός που άλλωστε ουδείς των διαδίκων αρνείται ειδικά. Με την (προγενέστερη) από 17-11-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της , που δημοσιεύτηκε νόμιμα....., η προαναφερόμενη αποβιώσασα Α. Λ. εγκατέστησε κληρονόμους της τόσον τους ενάγοντες της ένδικης αγωγής , Α. Φ. του Γ. και Β. Φ. του Γ. (τέκνα της νεωτέρας αδελφής της διαθέτιδος , Α.) όσον και τις εναγόμενες της ένδικης αγωγής Μ. - Μ. Π. του Μ. και Α. Π. του Μ. (τέκνα της μεγαλυτέρας σε ηλικία αδελφής της διαθέτιδος , Π. ) στα αναλυτικά αναφερόμενα [ για έκαστο των ως άνω 4 τετιμημένων ] στην διαθήκη αυτή ακίνητά της. Με την μεταγενέστερη (και επίδικη) από ... ιδιόγραφη διαθήκη της, επιγραφόμενη " ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΙΑΘΗΚΗ " που δημοσιεύτηκε νόμιμα..., η ... αποβιώσασα Α. Λ. ανακάλεσε την προαναφερθείσα από 17-11-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της και εγκατέστησε μοναδικές κληρονόμους της σε ολόκληρη την περιουσία της τις τώρα εναγόμενες ανηψιές της Μ. - Μ. Π. του Μ. και Α. Π. του Μ., (τέκνα της μεγαλυτέρας σε ηλικία αδελφής της διαθέτιδος Π.). Ειδικότερα η ....αποβιώσασα ανέγραψε στην ως άνω από ... ιδιόγραφη διαθήκη της τα εξής : " 6 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010 ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΙΑΘΗΚΗ Δια της παρούσης ιδιόχειρης διαθήκης μου, αναιρώ, την προηγούμενη και καθιστώ μόνους, και μοναδικούς μου κληρονόμους τις δύο ανηψιές μου Μ. - Μ. Π. και Α. Π. και αφαιρώ τελεσίδικα και από κληρονόμους μου τους : Κ. Φ. Β. Φ. καθ ότι αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα!!! Με τιμή " (ακολουθεί υπογραφή και το όνομα της διαθέτιδος, καθώς και μνεία "ΜΑΡΤΥΡΑΣ Σ. Σ. 6/7/2010 ΑΔΤ ..."). Από το κείμενο της ως άνω μεταγενέστερης από ... ιδιόγραφης διαθήκης της ..... διαθέτιδος προκύπτει με σαφήνεια ότι με την εν λόγω από ... ιδιόγραφη διαθήκη της η ...... διαθέτις α) ανακάλεσε την προηγούμενη από 17-11-2006 ιδιόγραφη διαθήκη της, [με την οποία είχε ορίσει συγκληρονόμους της τόσον τις εναγόμενες ανηψιές της, όσον και τους τώρα ενάγοντες ανηψιούς της κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην ως άνω ανακληθείσα διαθήκη της], β) ότι εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους της τις αναγόμενες ανηψιές της, σε ολόκληρη την περιουσία της (κινητή και ακίνητη), γ) ότι απέκλεισε από την κληρονομιά της τους ενάγοντες της ένδικης αγωγής ( επίσης ανηψιούς της ) δ) ότι η μοναδική αιτία αποκλεισμού των ως άνω ανηψιών της ( και εναγόντων της ένδικης αγωγής ) ήταν η συμπεριφορά των γονέων τους, την οποία η διαθέτις θεωρούσε "αμαρτία", γεγονός που ρητά ανέφερε στην εν λόγω διαθήκη της. Σημειωτέον ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της ως άνω από ... ιδιόγραφης διαθήκης , αλλά και κατά τον χρόνο του (επισυμβάντος στις ... ) θανάτου της διαθέτιδος ...., οι τώρα ενάγοντες ανηψιοί της Α. Φ. του Γ. και Β. Φ. του Γ. δεν ήσαν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της ως άνω διαθέτιδος , καθόσον οι αδελφές και η μητέρα της διαθέτιδος ήσαν εν ζωή (1814 Α.Κ.), ούτε βέβαια νόμιμοι μεριδούχοι της διαθέτιδος θείας τους ήσαν. Παρά ταύτα η προαναφερόμενη διαθέτις επέλεξε να επισημάνει στην ως άνω διαθήκη της ότι η αιτία για την οποία απέκλεισε από την κληρονομιά της τους τώρα ενάγοντες ανηψιούς της ήταν η συμπεριφορά των γονέων τους, την οποία αυτή θεωρούσε εσφαλμένη, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι τους αποκλείει από την κληρονομιά της " καθ' ότι αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα". Οι ενάγοντες της ενδίκου αγωγής ισχυρίζονται ότι η μεταγενέστερη και επίδικη από 06-07-2010 ιδιόγραφη διαθήκη της ..... Α. Λ. του Β. είναι άκυρη λόγω πλάνης της ως άνω διαθέτιδος περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησής της και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι μοναδικό αίτιο και σκοπός σύνταξης της εν λόγω από 06-07-2010 διαθήκης ήταν να εκφράσει η διαθέτις την έντονη δυσαρέσκειά της στην άρνηση των γονέων, των τώρα εναγόντων ανεψιών της, να συναινέσουν στο αίτημα της διαθέτιδος να γίνει εκ νέου διανομή του κοινού τους οικοπέδου εμβαδού 2.123 τ.μ, , κείμενου στην Κηφισιά Αττικής ,αίτημα το οποίο κατά τους ενάγοντες ήταν παράνομο , γεγονός που η ως άνω διαθέτις αγνοούσε και παράλογο κατά τα αναλυτικά στην ένδικη αγωγή και στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης απόφασης αυτής εκτεθέντα. Σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων αποδείχτηκαν ειδικότερα από όλα τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα τα εξής : Οι σχέσεις της... ....Α. Λ. τόσον με την (μεγαλύτερη αυτής σε ηλικία) αδελφή της Π. Π. (μητέρα των εναγομένων ) όσον και με την (μικρότερη αυτής σε ηλικία) αδελφή της Α. Φ. (μητέρα των εναγόντων), αλλά και με τα τέκνα των ως άνω αδελφών της και ανήψια της ήταν επί πολλά χρόνια θερμές και αρμονικές. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδία το περιεχόμενο και η διατύπωση της (ανακληθείσας από την διαθέτιδα Α. Λ.) προγενέστερης ιδιόγραφης διαθήκης της, με την οποία η εν λόγω διαθέτις είχε εγκαταστήσει κληρονόμους της, στα διακριτά και αναλυτικά αναφερόμενα στην διαθήκη αυτή ακίνητά της , τόσον τα τέκνα της αδελφής της Α. συζ. Γ. Φ., δηλαδή τους Α. Φ. του Γ. και Β. Φ. του Γ., (ήδη ενάγοντες), όσον και τα τέκνα της ετέρας αδελφής της, Π. Π., δηλαδή τις Μ. - Μ. Π. του Μ. και Α. Π. του Μ. (ήδη εναγόμενες), ευχόταν δε η ως άνω διαθέτις "από τα βάθη της καρδιάς της" στα προαναφερόμενα ανήψια της "αγάπη ΥΓΕΙΑ και ΕΥΤΥΧΙΑ. Η ΘΕΙΤΣΑ" (ακολουθούσε η υπογραφή της διαθέτιδος). Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα ότι περί το έτος 2009 η .... διαθέτις Α. Λ., μετακόμισε από το κέντρο της Αθήνας, όπου μέχρι τότε κατοικούσε, στην ιδιόκτητη οικία της στην Κηφισιά, στην ίδια πολυκατοικία (ενιαίο κατασκευαστικά συγκρότημα μεζονετών) όπου κατοικούσαν ήδη (σε χωριστό σπίτι εκάστη τούτων ) οι ...... αδελφές της Π. και Α. Λίγο μετά την μετακόμιση της διαθέτιδος Α. Λ. στην Κηφισιά άρχισαν διαφωνίες και στην συνέχεια άρχισαν προστριβές μεταξύ α) των αδελφών Π. Π. και Α. Λ. από κοινού με β) την μικρότερη από αυτές σε ηλικία αδελφή τους Α. Φ. οι οποίες (διαφωνίες και προστριβές) σχετίζονταν με το μείζον οικόπεδο εντός του οποίου βρίσκονταν οι διακριτές (για εκάστη των τριών αδελφών) ιδιόκτητες κατοικίες τους, ανεγερθείσες σε κοινή πολυόροφη οικοδομή και το οποίο (μείζον οικόπεδο ) οι τρεις αδελφές είχαν αποκτήσει κατ' ισομοιρία από γονική παροχή του πατέρα τους. Σημειωτέον ότι στην πολυόροφη οικοδομή στην οποία βρίσκονταν οι διακριτές (για εκάστη των ως άνω τριών αδελφών ) ιδιόκτητες κατοικίες τους, είχε ήδη, από το 1983, γίνει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομή των οριζοντίων ιδιοκτησιών μεταξύ των τριών αδελφών με την κατωτέρω αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη νομίμως μεταγεγραμμένη. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο πατέρας των προαναφερόμενων τριών αδελφών Β. Λ. είχε αποκτήσει με το υπ' αρ. ...-1943 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Ι. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών ......, εξ αγοράς παρά της κυρίας αυτού Ε. θυγ. Γ. Σ. , ένα ακίνητο κείμενο στις συνεχόμενες θέσεις "..." ..., εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 3.029 τ.μ., συνορεύον δε κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως ανατολικά με κτήματα Γ. Δ., Α. Δ. και Α. Ν. επί πλευράς μέτρων 39, δυτικά με Λεωφόρο ... πλάτους μέτρων 20 επί προσώπου μέτρων 50, βορείως με όμοιον Γ. Δ. και Α. Ν. επί πλευράς μέτρων 65 και μεσημβρινώς με οδό Ε. πλάτους μέτρων 10 επί προσώπου μέτρων 72. Δυνάμει του υπ' αρ. ...-1983 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Αθηνών Ε. Σ. Τ. ο πατέρας των προαναφερόμενων τριών αδελφών Β. Λ. μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής , στις προαναφερόμενες τρεις κόρες του και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά από αυτές, το προπεριγραφέν ακίνητο, που έχει έκταση κατά νεώτερη καταμέτρηση 2.123 τ.μ. (μετά την εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου Νέας Κηφισιάς, ρυμοτόμηση του οικοπέδου και τον ακριβή προσδιορισμό των ρυμοτομικών γραμμών δια της υπ' αρ. 302/1968 πράξεως προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών και του συνοδεύοντος αυτή διαγράμματος του Υπουργείου Δημοσίων έργων), και το οποίο βρίσκεται στο υπ' αρ. 5 Οικοδομικό τετράγωνο, στην συμβολή των οδών ... Τα ανωτέρω από ουδένα των διαδίκων αμφισβητήθηκαν ειδικά. Επί του ως άνω ακινήτου ο προαναφερθείς Β. Λ., o οποίος ήταν γεωπόνος, είχε ήδη κατασκευάσει από ετών ένα θερμοκήπιο και ένα μικρό κτίσμα, βοηθητικό για τις ανάγκες του θερμοκηπίου αυτού με το οποίο (θερμοκήπιο) αρέσκονταν να απασχολείται και μετά την προαναφερόμενη γονική παροχή του οικοπέδου του προς τις τρεις κόρες του, οι οποίες όλες σεβάστηκαν την επιθυμία αυτή του πατέρα τους και τοποθέτησαν εντός του ως άνω οικοπέδου την υπ' αυτών κατασκευασθείσα πολυόροφη οικοδομή (στην οποία ανήγειραν τις χωριστές κατοικίες τους) σε τέτοια θέση, ώστε να μην πειραχτεί το εν λόγω θερμοκήπιο που χρησιμοποιούσε ο πατέρας τους και το βοηθητικό κτίσμα του. Δυνάμει της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. ...-1983 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ., νόμιμα μεταγεγραμμένης ......., έγινε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της ανεγερθείσας στο ως άνω ακίνητο πολυώροφης οικοδομής, η οποία αποτελείται από τρία τμήματα [τρεις χωριστές οικίες, από μία για εκάστη των τριών αδελφών], καθένα από τα οποία (τρία διακριτά για κάθε αδελφή τμήμα) αποτελείτο από τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπογείου, ισογείου, α' και β' ορόφου (μεζονέτες). Σημειωτέον, ότι τα σχέδια για την εν λόγω πολυκατοικία και την θέση της στο μείζον κοινό οικόπεδο είχαν εκπονήσει από κοινού οι δύο από τις ως άνω αδελφές, και συγκεκριμένα η Π. Π. και Α. Λ., που ήσαν αρχιτέκτονες - μηχανικοί. Τα τρία αυτά διακριτά τμήματα, από τα οποία συναποτελείτο η ανεγερθείσα στο ως άνω οικόπεδο πολυκατοικία μοιράστηκαν ανάμεσα στις τρεις αδελφές ως ακολούθως: η μεν (διαθέτις) Α. Λ. επέλεξε πρώτη το τμήμα που επιθυμούσε να λάβει και έλαβε αυτό, μεταξύ δε των δύο άλλων αδελφών έγινε κλήρωση ως προς τα εναπομείναντα δύο τμήματα της εν λόγω οικοδομής. Μετά ταύτα α) το μεσαίο τμήμα περιήλθε στην Α. Λ., κατόπιν επιθυμίας της, κατά τα προεκτεθέντα, β) στην Π. Π. ( μητέρα των εναγόμενων ) περιήλθε με κλήρωση το ανατολικό τμήμα της πολυκατοικίας αυτής με προσόψεις στις οδούς ..., γ) στην δε ενάγουσα (και μητέρα των εναγόντων ) περιήλθε, επίσης με κλήρωση, το δυτικό τμήμα της πολυκατοικίας αυτής με προσόψεις στις οδούς Γ.Λ. και ..., Τα ανωτέρω ουδείς των διαδίκων αρνήθηκε ειδικά. Με την ίδια προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ...-1983 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ. (8ο φύλλο αυτής) έγινε πρόβλεψη ότι "συνιστάται δια της παρούσης και καθιδρύεται δικαίωμα μελλοντικής επεκτάσεως και εκμεταλλεύσεως συνιστάμενον εις την ανοικοδόμησιν εις έτερον σημείον του οικοπέδου, εις ό δικαίωμα αντιστοιχεί ποσοστόν εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου τριακόσια πεντήκοντα πέντε χιλιοστών (355/1000), ως τούτο σημειούται εις τον προσαρτώμενον εις την παρούσαν, ως άνω, από Ιουλίου 1983 πίνακα κατανομής ποσοστών των Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Π. Λ. - Π. και Α. Λ., περιήλθε δε σε καθεμιά από τις ως άνω τρεις αδελφές - συγκύριες και οροφοκτήτες το ένα τρίτο ( 1/3) εξ αδιαιρέτου του εν λόγω "δικαιώματος μελλοντικής επεκτάσεως και εκμετελλεύσεως συνιστάμενον εις την ανοικοδόμησιν εις έτερον σημείον του οικοπέδου εις ό δικαίωμα αντιστοιχεί ποσοστόν συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου τριακόσια πεντήκοντα πέντε χιλιοστά (355/1000)." Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι στο προπεριγραφέν οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκε η ως άνω πολυόροφη οικοδομή είχε αφεθεί "ακάλυπτος κοινόκτητος χώρος", επί του οποίου δεν είχαν προσδιοριστεί συμβολαιογραφικά ζώνες αποκλειστικής χρήσης . Ο εν λόγω ακάλυπτος κοινόκτητος χώρος ήταν εν τοις πράγμασι ανισομερώς κατανεμημένος σε σχέση με τις προσόψεις των τριών χωριστών τμημάτων οικιών που είχαν αντιστοίχως περιέλθει στις ως άνω τρεις αδελφές, επειδή οι τελευταίες είχαν φρονήσει (με άτυπη συμφωνία μεταξύ τους που υλοποιήθηκε έμπρακτα) να ανεγερθεί η πολυόροφη οικοδομή (που περιλάμβανε τις τρεις χωριστές οικίες τους) σε τμήμα του μείζονος ακινήτου τους που δεν θα ενοχλούσε το θερμοκήπιο του πατέρα των τριών συγκυριών αδελφών και το μικρό βοηθητικό κτίσμα, που χρησιμοποιούσε ο πατέρας τους και που οι τελευταίες εύλογα ήθελαν να διατηρήσουν, όπως και ανωτέρω εξετέθη . Η ως άνω (υφιστάμενη από την ανέγερση της ως άνω πολυόροφης οικοδομής) ανισομερής εν τοις πράγμασι κατανομή του κοινόκτητου ακάλυπτου χώρου του εν λόγω οικοπέδου, αλλά και το σχήμα του οικοπέδου αυτού (τριγωνικό) είχαν ως αποτέλεσμα να υφίσταται εκ των πραγμάτων, προς την πλευρά της (απονεμηθείσας σε αυτήν με κλήρωση) οικίας της Α. Φ. κοινόκτητος χώρος μεγαλύτερος από τον κοινόκτητο χώρο που υφίστατο προς τις πλευρές των οικιών των λοιπών αδελφών. Τον κείμενο έμπροσθεν της οικίας της κοινόκτητο ακάλυπτο χώρο η Α. Φ. είχε διαμορφώσει με πέργκολα, ψησταριά, σύστημα αυτόματου ποτίσματος, πλακόστρωτο και διάδρομο, γεγονότα που γνώριζαν καλώς αμφότερες οι αδελφές της, λόγω της (τότε) θερμής συγγενικής τους σχέσης. Σημειωτέον, ότι ήδη από το 1996 είχε αποβιώσει ο προαναφερόμενος πατέρας των τριών αδελφών και είχε εγκαταλειφθεί το θερμοκήπιό του. Πρέπει να τονιστεί εδώ επίσης ότι από τις προαναφερόμενες αδελφές τόσον η Π. Π. μητέρα των τώρα εναγομένων όσον και η Α. Φ. (μητέρα των τώρα εναγόντων) είχαν αποπερατώσει τις (αντίστοιχες) οικίες τους στην πολυόροφη οικοδομή του προπεριγραφέντος οικοπέδου τους στην Νέα Κηφισιά και κατοικούσαν σε αυτές, ενώ η Α. Λ. είχε επιλέξει να κατοικεί σε μισθωμένο διαμέρισμα στην οδό ..., κοντά στον τόπο εργασίας της, έχοντας αφήσει ημιτελές το σπίτι της στο ίδιο προπεριγραφέν οικόπεδο στην Νέα Κηφισιά, αποπεράτωσε δε το εν λόγω σπίτι της πολύ αργότερα, όταν πλησίαζε η συνταξιοδότησή της (που όντως έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010) και εν όψει του ότι η ως άνω διαθέτις επιθυμούσε να εγκατασταθεί τότε στην Νέα Κηφισιά κοντά στις ως άνω αδελφές της και την μητέρα τους. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι ιδιαίτερα η υπ'αρ. 3552/2015 ένορκη βεβαίωση του Ι. Π. Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι πράγματι το έτος 2009 η Α. Λ. εγκαταστάθηκε στο προαναφερθέν, αποπερατωμένο πλέον, σπίτι της στην Νέα Κηφισιά . Το ίδιο έτος (2009) η ανωτέρω Α. Λ. από κοινού με την αδελφή της Π. Π. (μητέρα των τώρα εναγομένων) σχεδίασαν μαζί και συναποφάσισαν να οικοδομήσουν νέα κτίσματα επί του εναπομείναντος ακάλυπτου κοινόκτητου χώρου του ως άνω κοινού οικοπέδου, παρουσίασαν δε στην προαναφερθείσα αδελφή τους και συγκυρία του κοινού οικοπέδου τους Α. Φ. (μητέρα των εναγόντων) σχέδια, με βάση τα οποία θα ανεγείρονταν στον κοινόκτητο ακάλυπτο χώρου του οικοπέδου τους νέα κτίσματα, τμήμα των οποίων θα καταλάμβανε ένα μέρος από τον κείμενο έμπροσθεν της οικίας της Α. Φ. κοινόκτητο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου αυτού. Η Α. Φ. (μητέρα των εναγόντων) διαφώνησε με τον προταθέντα τρόπο ανοικοδόμησης του κείμενου έμπροσθεν της οικίας της κοινόκτητου ακάλυπτου χώρου, προεχόντως για τον λόγο ότι θεωρούσε πως, εάν κατασκευαζόταν εκεί μέρος από τα νέα αυτά κτίσματα, θα θιγόταν καίρια ο αερισμός και o φωτισμός της οικίας της, καθώς και διότι θεωρούσε πως με τον τρόπο αυτό ανοικοδόμησης απαξιωνόταν η οικία της, αλλά και για τον λόγο ότι είχε ήδη από ετών διαμορφώσει τον ακάλυπτο χώρο μπροστά στην οικία της με πέργκολα, ψησταριά, σύστημα αυτόματου ποτίσματος, πλακόστρωτο και διάδρομο, τα οποία θα καταστρέφονταν με την ως άνω επέκταση. Εν όψει των προαναφερθέντων η Α. Φ. (μητέρα των εναγόντων) αρνήθηκε να συναινέσει στην προτεινόμενη από τις δύο αδελφές της λύση οικοδόμησης των νέων κτισμάτων, ζήτησε δε να ανεγερθούν τα νέα κτίσματα αυτά στο πίσω μέρος του οικοπέδου, εκεί όπου παλαιότερα βρισκόταν το θερμοκήπιο (το οποίο, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, είχε πλέον εγκαταλειφθεί) και επέμεινε να μην επεκταθούν τα νέα κτίσματα στον ήδη διαμορφωμένο ακάλυπτο χώρο που βρισκόταν μπροστά στην οικία της. Στην ως άνω διαφωνία των τριών αδελφών ο σύζυγος της Α. Φ. και πατέρας των εναγόντων Γ. Φ., που ήταν δικηγόρος, συντάχθηκε με την άποψη της ως άνω συζύγου του.
Οι τρεις αδελφές προσπάθησαν μεν να βρούν μια λύση που να ικανοποιεί τα προαναφερόμενα αντικρουόμενα συμφέροντα τους και τις αντίθετες επιθυμίες τους, ωστόσο, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατόρθωσαν να λύσουν συναινετικά την μεταξύ τους διαφωνία σε σχέση με την θέση των ανεγερθησομένων νέων κτισμάτων, καθόσον καμμιά από αυτές δεν ήταν τελικά διατεθειμένη να υποχωρήσει ικανοποιητικά σε σχέση με τις επιθυμίες των λοιπών, η αντιπαράθεσή τους δε αυτή δημιούργησε προστριβές και έντονες πικρίες μεταξύ τους. Μετά ταύτα η (διαθέτις) Α. Λ. και η αδελφή της Π. Π. (μητέρα των εναγομένων) άσκησαν από κοινού κατά της ως άνω αδελφής τους Ά. Φ. (μητέρας των εναγόντων) , ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7-12-2009 και με αρ. κατάθ. 13141/2009 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η συμφωνία που συμπεριελήφθηκε στην προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ...-1983 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ. ήταν ατελής ως προς τον προσδιορισμό της θέσης, της έκτασης και των ορίων του τμήματος του οικοπέδου όπου θα οικοδομείτο καθένα από τα νέα κτίσματα, καθώς και ως προς το συγκεκριμένο τμήμα που δικαιούτο να λάβει κάθε κοινωνός, ώστε η συμφωνία αυτή να μην δύναται να χαρακτηρισθεί ως σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου τους, ότι επιθυμούσαν την διευθέτηση του ζητήματος αυτού με την διανομή του ακάλυπτου μέρους του οικοπέδου δια της σύστασης επ' αυτού διηρημένων καθέτων ιδιοκτησιών επί των μελλόντων να ανεγερθούν οικοδομημάτων, ότι είχαν εκφράσει την βούλησή τους αυτή στην εναγομένη της αγωγής εκείνης και συγκυρία του ακινήτου τους αδελφή τους Α. Φ., η οποία όμως δεν συναινούσε στην εξώδικη διανομή και ότι για το λόγο αυτό ζητούσαν την αυτούσια διανομή του οικοπέδου τους με την σύσταση διηρημένης (κάθετης) ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του, στα οποία θα ήταν δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων και η -εν συνεχεία κατανομή αυτών κατά τον αναφερόμενο στην ως άνω αγωγή τους τρόπο. Η προαναφερόμενη αγωγή των 1) Α. Λ. και 2) Π. Π. κατά της αδελφής τους Α. Φ. προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί στην δικάσιμο της 8/6/2010 οπότε αναβλήθηκε. Δύο μέρες πριν την προαναφερθείσα αρχική δικάσιμο της 8/6/2010 και ενώ είχε ναυαγήσει η προσπάθεια εξώδικου συμβιβασμού των αντιδίκων αδελφών, η Α. Λ. συνέταξε την επίδικη από ... ιδιόγραφη διαθήκη της , με την οποία απέκλεισε από την κληρονομιά της τα παιδιά της [αντιδίκου της στην ως άνω δίκη ] αδελφής της Α. Φ. (ήδη ενάγοντες της υπό κρίση αγωγής) αναφέροντας ρητά στο κείμενο της διαθήκης αυτής (όπως και ανωτέρω εξετέθη) ότι τους αποκλείει διότι "αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα ". Σε σχέση με την ως άνω από 7-12-2009 και με αρ. κατάθ. 13141/2009 αγωγή των 1) Α. Λ. και 2) Π. Π. κατά της αδελφής τους Α. Φ. (μητέρας των τώρα εναγόντων) πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή συζητήθηκε στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 17.5.2011 [ δηλαδή μετά την σύνταξη της επίδικης από ... ιδιόγραφης διαθήκης, αλλά πριν τον θάνατο της Α. Λ. ] εκδόθηκε δε επ' αυτής, μετά τον επισυμβάντα στις ... θάνατο της Α. Λ., η υπ' αριθμ. 4707/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Σημειωτέον ότι, πριν την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ’ 4707/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η Α. Φ. άσκησε την από 29-4-2011 αγωγή της κατά των αδελφών της των 1) Α. Λ. (διαθέτιδος) και 2) Π. Π., με την οποία ζητούσε να γίνει δεκτό ότι, μετά από ερμηνεία κατ' άρθρο 173 και 200 ΑΚ, το περιεχόμενο της δήλωσης που εμπεριέχεται στην ως άνω πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας για την μελλοντική επέκταση της οικοδομής των διαδίκων είναι να τοποθετηθεί αυτή στο οπίσθιο τμήμα του οικοπέδου (εκεί που βρισκόταν το θερμοκήπιο). Η εν λόγω από 29-4-2011 αγωγή της Α. Φ. δεν είχε ακόμη συζητηθεί κατά τον χρόνο θανάτου της Α. Λ. (διαθέτιδος) (...). Επί της εν λόγω από 29-4-2011 αγωγής η Π. Π. και οι δύο κόρες της (εναγόμενες) άσκησαν την από 13-11-2013 ανταγωγή τους, ως κληρονόμοι της αποβιωσάσης Α. Λ., ζητώντας επίσης να ερμηνευθεί ο ως άνω όρος της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας κατά τα υπ' αυτών εκτιθέμενα. Η ερμηνεία της υπ' αριθμ. ...-1983 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ. και των περιεχομένων σε αυτή δηλώσεων βουλήσεως δεν εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο καθόσον δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης, αλλά άλλης δίκης, που είναι ακόμη εκκρεμής στο αρμόδιο Δικαστήριο. Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι η Α. Λ. συνέταξε την επίδικη από ... ιδιόγραφη διαθήκη της, [με την οποία απέκλεισε ρητά και κατηγορηματικά από την κληρονομιά της τα παιδιά της αδελφής της Α. Φ. (ήδη ενάγοντες της υπό κρίση αγωγής) αναφέροντας ρητά στο κείμενο της διαθήκης αυτής (όπως και ανωτέρω εξετέθη) ότι τους αποκλείει διότι "αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα" δύο ημέρες πριν την δικάσιμο της 8/6/2010 , που είχε νομίμως οριστεί για να συζητηθεί η από 7-12-2009 και με αρ. κατάθ. 13141/2009 αγωγή αυτής και της αδελφής της Π. Π. κατά της ως άνω αντιδίκου και αδελφής της Α. Φ. και ενώ βρισκόταν (η ως άνω διαθέτις) υπό το κράτος υπαρκτής και πραγματικής συναισθηματικής φόρτισης, θυμού και πικρίας αφενός κατά της προαναφερόμενης αδελφής της Α. Φ., για τον λόγο ότι αυτή α) δεν συναινούσε στην μερική τοποθέτηση των αναγερθησόμενων νέων κτισμάτων έμπροσθεν της οικίας της και β) δεν συναινούσε στην (εξώδικη) τροποποίηση της υπ' αριθμ. ...-1983 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ. κατά τον τρόπο που επιθυμούσε και είχε σχεδιάσει η ως άνω διαθέτις Α. Λ., αφετέρου β) κατά του συζύγου της αδελφής της και πατέρα των τώρα εναγόντων Γ. Φ., για τον λόγο ότι στην ως άνω διαμάχη των τριών αδελφών είχε συνταχθεί με τις απόψεις της συζύγου του Α. Ιδία εν όψει όλων των προαναφερθέντων και ανεξαρτήτως του δικαιολογημένου ή μη της πικρίας και του θυμού, που η ως άνω διαθέτις Α. Λ. αισθανόταν για την αδελφή της Α. Φ. λόγω της προαναφερθείσας διαφωνίας τους, που είχε πλέον καταλήξει σε δικαστική διαμάχη, αλλά και για τον γαμπρό της Γ. Φ., αποδείχτηκε ότι η οργή και η πικρία που αισθανόταν κατά της ως άνω αδελφής της και του γαμπρού της οδήγησαν την ως άνω διαθέτιδα στην σύνταξη της (επίδικης) από ... ιδιόγραφης διαθήκης της με την οποία προέβη στην ανάκληση της ως άνω από 17-11-2006 ιδιόγραφης διαθήκης της, στην εγκατάσταση των τώρα εναγόμενων ανηψιών της Μ. - Μ. Π. του Μ. και Α. Π. του Μ. ως μοναδικών κληρονόμων της σε ολόκληρη την περιουσία της και στην αποκλήρωση των (τώρα εναγόντων) τέκνων της αδελφής της Α. Φ., για τον ρητά αναγραφόμενο στην ως άνω διαθήκη λόγο ότι " αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα ". Με την ως άνω ρητά αναγραφόμενη στην ως άνω διαθήκη φράση "καθ' ότι αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα" η προαναφερόμενη διαθέτις Α. Λ. κατέστησε σαφές ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο αποκλήρωσε τους ανηψιούς της (τώρα ενάγοντες) ήταν η στάση των γονέων τους σε σχέση με τις επιθυμίες της, δηλαδή αφενός ότι η αδελφή της Α. Φ., α) δεν συναινούσε στην (εξώδικη) τροποποίηση της υπ' αριθμ. ...-1983 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ. κατά τον τρόπο που επιθυμούσε και είχε σχεδιάσει η ως άνω διαθέτις Α. Λ., που συνέπιπτε με τις επιθυμίες της αδελφής της Π. Π., β) δεν συναινούσε στην μερική τοποθέτηση των αναγερθησομένων νέων κτισμάτων έμπροσθεν της οικίας της, αφετέρου ότι ο σύζυγος της αδελφής της Α. και πατέρας των τώρα εναγόντων Γ. Φ. είχε συνταχθεί με τις απόψεις της συζύγου του Α. στην προαναφερόμενη διαμάχη των τριών αδελφών. Συνακόλουθα, ιδία από όλα τα προεκτεθέντα, αποδείχτηκε ότι τα αίτια που μνημονεύονται (κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα ) στη επίδικη από ... ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδος Α. Λ. που ανάγονται στο παρελθόν και το (κατά τον χρόνο σύνταξης της εν λόγω διαθήκης) παρόν, τα οποία (αίτια) υπήρχαν κατά την κατάρτιση της επίδικης ως άνω διαθήκης, επέδρασαν στον προσδιορισμό της βούλησης της διαθέτιδος και χωρίς τα οποία (αίτια) η ως άνω διαθέτης δεν θα διατύπωνε την διάταξη της εν λόγω διαθήκης, με την οποία απέκλεισε τους ενάγοντες από την κληρονομιά της, ήταν η ανταποκρινόμενη στην αλήθεια πραγματική κατάσταση της (ανωτέρω αναλυτικά εκτεθείσας ) διαμάχης της διαθέτιδος με την μητέρα των εναγόντων και αδελφή της Α. Φ. και η πικρία και ο θυμός που η διαθέτις αισθανόταν (ανεξαρτήτως του δικαιολογημένου ή μη της πικρίας αυτής και του θυμού της) τόσον κατά της ως άνω αδελφής της που δεν συναινούσε στις επιθυμίες της (διαθέτιδος) α) να γίνει εξώδικη διανομή του ακάλυπτου μέρους του κοινού οικοπέδου τους με σύσταση επ ' αυτού διηρημένων καθέτων ιδιοκτησιών επί των μελλόντων να ανεγερθούν οικοδομημάτων και β) να τοποθετηθούν τα νέα κατασκευασθησόμενα οικοδομήματα στις επιλεγμένες υπό της διαθέτιδος θέσεις, που συνέπιπταν με τις επιθυμίες της αδελφής της Π. Π., όσον και κατά του πατέρα των τώρα εναγόντων Γ. Φ. για τον λόγο ότι αυτός είχε συνταχθεί με τις απόψεις της συζύγου του Α. στην προαναφερόμενη διαμάχη των τριών αδελφών. Επομένως, ιδία εν όψει όλων των προεκτεθέντων, αποδείχτηκε ότι η διάταξη της από ... ιδιόγραφης διαθήκης, με την οποία η διαθέτις Α. Λ. ανακάλεσε την προγενέστερη διαθήκη της και απέκλεισε τους τώρα ενάγοντες ανηψιούς της από την κληρονομιά της, δεν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης της ως άνω διαθέτιδος και συνακόλουθα η ως άνω διάταξη δεν είναι ακυρώσιμη, ούτε είναι ακυρώσιμη η από ... ιδιόγραφη διαθήκη στην οποία η διάταξη αυτή εμπεριέχεται, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα υπό των εναγόντων- εκκαλούντων είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως για την εγκυρότητα της επίμαχης διαθήκης και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν των αγωγή των τελευταίων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου η ιστορική βάση της αγωγής τεκμηριώνεται με όλα τα ουσιώδη γεγονότα δηλαδή με εκείνες τις προϋποθέσεις από τις οποίες απορρέει η αιτούμενη έννομη συνέπεια, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει ο ενάγων. Έτσι η μη λήψη υπόψη όλων των παραπάνω περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, συνολικώς εκτιμώμενα, από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο αυτό αναιρετικό λόγο. Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι κύριο και μοναδικό αίτιο και σκοπός της σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης ήταν για να εκφράσει η διαθέτις την έντονη δυσαρέσκειά της στην άρνηση των γονέων τους να συναινέσουν στο παράνομο και παράλογο αίτημά της, για την εκ νέου διανομή του ακάλυπτου τμήματος του μείζονος επίκοινου ακινήτου, ενώ ήδη είχε προηγηθεί τέτοια διανομή μεταξύ αυτής και των αδελφών της από το έτος 1983 με τη σύσταση νομότυπης κάθετης οροφοκτησίας, καθόσον από πλάνη της διαθέτιδος περί της πραγματικής και νομικής κατάστασης που αφορούσε το ίδιο τμήμα του επίκοινου ακινήτου, η τελευταία πίστευε ότι μπορούσε να γίνει εκ νέου διανομή με διαφορετικό τρόπο, ενώ αν γνώριζε (η διαθέτις) ότι δεν μπορούσε να γίνει νέα διανομή αυτού δεν θα συνέτασσε την εν λόγω διαθήκη με αυτό το περιεχόμενο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο φερόμενος, ως αγνοηθείς, ισχυρισμός των αναιρεσειόντων λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι με την αναγραφή στην επίμαχη διαθήκη της φράσης "αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα" η διαθέτις κατέστησε σαφές ότι το μοναδικό κίνητρο που την ώθησε στη διατύπωση της βούλησής της, κατ' αυτόν τον τρόπο, με τον οποίο αποκλήρωσε (με την ευρεία έννοια) τις ενάγουσες, ήταν η πικρία και ο θυμός που αισθανόταν δικαιολογημένα ή μη, για την άρνηση αφενός μεν της αδελφής της Α. - μητέρας των τελευταίων, να συναινέσει στην εξώδικη τροποποίηση με την εκ νέου διανομή του ακάλυπτου τμήματος του επίκοινου ακινήτου, η οποία είχε ήδη γίνει από το 1983 με την σύσταση κάθετης οροφοκτησίας στο ίδιο τμήμα επί των μελλόντων να ανεγερθούν οικοδομημάτων, κατά τον τρόπο που αυτή και η αδελφή της Π., μητέρα των αναιρεσιβλήτων και τετιμημένων με την διαθήκη, επιθυμούσαν, αφετέρου δε και του συζύγου της προαναφερόμενης αδελφής της Α. και πατρός των αναιρεσειόντων, ο οποίος συντάχθηκε με την άρνηση αυτής, η οποία οδήγησε στην δικαστική διαμάχη μεταξύ τους. Από τις παραδοχές αυτές σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι στη δυσμενή για τους αναιρεσείοντες διάταξη της επίμαχης διαθήκης δεν συνετέλεσαν πεπλανημένα αίτια που διαμόρφωσαν την σχετική βούληση της διαθέτιδος κατά τον χρόνο σύνταξής της, τα οποία έχουν σχέση με την άγνοιά της, περί της πραγματικής και νομικής κατάστασης του επικοίνου ακινήτου και την συναρτώμενη με αυτά δυνατότητα νέας διανομής του, αλλά ότι η τελευταία οδηγήθηκε στην επίμαχη διάταξη από μόνη την άρνηση των γονέων των αναιρεσειόντων να συναινέσουν στην επιθυμία της ιδίας και της αδελφής της Π., για την εξώδικη διανομή του, κατά τον υποδεικνυόμενο από αυτές τρόπο. Σημειωτέον ότι τόσο η διαθέτις όσο και η αδελφή της Π. ήταν αρχιτέκτονες και εξ αυτού τεκμαίρεται ότι γνώριζαν πολύ καλά την πραγματική και νομική κατάσταση του επίκοινου ακινήτου και των δυνατοτήτων περί νέας διανομής αυτού. Επιπλέον ο ίδιος λόγος είναι και απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμελείας πλήττεται, μέσω πραγματικών επιχειρημάτων, αντιθέτων προς τις παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, καθώς και αιτιάσεων αναγομένων στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ, εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 495/2013). Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 του ιδίου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα ως και τεχνικές εκθέσεις μηχανικών που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων και φέρουν (άρθρ. 390 ΚΠολΔ) χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμοδίων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών (ΑΠ 1080/2019, ΑΠ 1907/2017, ΑΠ 1382/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων, τα οποία είχαν νομοτύπως επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσίβλητες: 1) της 2639/1983 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ., 2) του από το έτος 1983 τοπογραφικού διαγράμματος κάλυψης που συνέταξαν η διαθέτις και η αδελφή της Π. Π. και 3) του από Δεκέμβριο 2009 τοπογραφικού διαγράμματος - πρόταση διανομής που συνέταξε η διαθέτις. Της παραμόρφωσης συνισταμένης κατά τους αναιρεσείοντες, στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 477/2020). Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, όπως κατά τον αμέσως παραπάνω λόγο εκτίθεται, στην πλάνη της διαθέτιδος περί της νομικής και πολεοδομικής δυνατότητας της, εκ νέου, διανομής του τμήματος του ακαλύπτου χώρου του επίκοινου ακινήτου, με τον υποδεικνυόμενο από την ίδια τρόπο, για την αδυναμία της οποίας (διανομής), οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα προαναφερόμενα έγγραφα, αλλά στην δυσαρέσκεια της διαθέτιδος, περί της μη συναίνεσης των γονέων των αναιρεσειόντων στην προτεινόμενη από την ίδια διανομή είτε αυτή ήταν σύννομη είτε όχι. Επιπλέον ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της παραμόρφωσης των προαναφερομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων, είναι, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απαράδεκτος, διότι αυτά δεν επιδέχονται παραμόρφωσης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
Οι διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23.7.2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου και η ισχύς τους αρχίζει από 1.1.2016, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν σε ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ. (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας. Επομένως, μετά την ισχύ των ως άνω διατάξεων (από 1.1.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις, υπό τις σ' αυτές οριζόμενες προϋποθέσεις, την τήρηση των οποίων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 50/2023, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 2104/2022, Α.Π. 667/2020). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ, γ', δ' ΚΠολΔ, (όπως ισχύουν μετά το N. 2915/2001 αλλά και το N. 3994/2011, 4055/2012 και 4139/2013 που τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση ως εκ του χρόνου διενέργειάς τους [2015]), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή (ΑΠ 74/2017, ΑΠ 1454/2017). Για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες (ΑΠ 74/2017, ΑΠ 1454/2017). Αν λείπει έστω και μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1592/2012 ΑΠ 601/2011). Ο περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων σε τρεις για κάθε πλευρά δεν ισχύει και μπορεί να ληφθούν υπόψη περισσότερες των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, στην περίπτωση συνεκδίκασης περισσοτέρων αγωγών του ίδιου ενάγοντος, που απευθύνονται κατά του ίδιου ή και διαφορετικών εναγομένων και έχουν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν όχι για τις ίδιες συνεκδικαζόμενες αγωγές, αλλά για άλλες που επίσης συνεκδικάζονται με αυτές, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η αυτοτέλεια των δικών που διατηρείται παρά τη συνεκδίκαση, επιβάλλει τη διατήρηση των δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και εκείνο της απόδειξης για κάθε διάδικο, όπως διαγράφεται από τον ΚΠολΔ (ΑΠ 309/2016). Έτσι, αν στην ίδια δικάσιμο εισάγονται προς εκδίκαση περισσότερες αγωγές, είτε με τους ίδιους, είτε πολύ περισσότερο με διαφορετικούς εν όλω ή εν μέρει διαδίκους, το όριο των ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει βέβαια και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας για κάθε διάδικη πλευρά, αλλά για κάθε αγωγή ξεχωριστά. Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος και μάλιστα προσδιορισμός του επιτρεπτού αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, όχι με βάση τον αριθμό των ξεχωριστών αγωγών, αλλά με βάση την ταυτότητα των διαδίκων, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των διαδίκων μερών, αφού με τη λογική αυτή ο ίδιος διάδικος, ως ενάγων ή ως εναγόμενος σε διαφορετικές αγωγές, με διαφορετικούς αντιδίκους, αποτελεί ένα διάδικο μέρος για όλες τις αγωγές και μπορεί να προσκομίσει (τρείς ήδη πέντε) μόνο ένορκες βεβαιώσεις για όλες τις αγωγές, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ενώ οι αντίδικοι του αποτελούν ξεχωριστό μέρος σε κάθε αγωγή και μπορεί να προσκομίσουν (τρείς ήδη πέντε) ένορκες βεβαιώσεις για κάθε αγωγή. `Έτσι, όμως παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαδίκων, που καθιερώνεται ρητά με το άρθρο 110 ΚΠολΔ και αξιώνει την παροχή της δυνατότητας σε κάθε διάδικο να υπερασπίζεται την υπόθεση, υπό συνθήκες που δεν θα τον οδηγούν σε μειονεκτική θέση έναντι των αντιδίκων του. Παραβιάζονται επίσης οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, με τις οποίες καθιερώνεται μεταξύ άλλων στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων σε αστικές υποθέσεις, η οποία επιβάλλει να δίνεται και στα δύο διάδικα μέρη ίση δυνατότητα υποστηρίξεως των απόψεών τους και προσαγωγής των αποδείξεών τους, ώστε να εξασφαλίζεται μια ισόρροπη ακρόαση. Τέλος, παραβιάζονται και οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων. Ενόψει τούτων, επί συνεκδικάσεως περισσοτέρων αγωγών, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του μέχρι τον ανώτατο κάθε φορά ισχύοντα αριθμό ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε συνεκδικαζομένη αγωγή και για κάθε διάδικο μέρος, υποπίπτει στις πλημμέλειες των αριθμών 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και παρά το νόμο τα κηρύσσει απαράδεκτα, καθώς επίσης και στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου ως παραβιάζων τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος που περιέχουν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 514/2018). Η δε λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου κατά το νόμο αποδεικτικού μέσου, όπως είναι και η υπεράριθμες (πέραν των τριών) ένορκες βεβαιώσεις, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ.
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται σε παράβαση δικονομικής διάταξης, όπως μεταξύ άλλων είναι και εκείνες που καθιερώνουν την έκπτωση από το δικαίωμα χρήσης ενός αποδεικτικού μέσου και γενικότερα το απαράδεκτο των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 11α και 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που, κατά τον νόμο, δεν ήταν επιτρεπτό, παρέλειψε δε να κηρύξει το αποδεικτικό μέσο αυτό απαράδεκτο, ήτοι έλαβε υπόψη του τέσσερεις ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ήδη αναιρεσίβλητες ως εφεσίβλητες, είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει προς απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών τους. Ειδικότερα, ότι έλαβε υπόψη του, καθ' υπέρβαση του ισχύοντος κατ' άρθρο 270 παρ.2 γ' ΚΠολΔ (ως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015) περιορισμού των τριών ένορκων βεβαιώσεων, την ... ένορκη βεβαίωση της Α. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Σ. Μανουηλίδου, που ήταν η τέταρτη κατά σειρά. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των προσκομιζόμενων ένορκων βεβαιώσεων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, μόνο τρείς ένορκες βεβαιώσεις από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες με επίκληση προσκόμισαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, αμυνόμενες επί της ένδικης αγωγής, τις οποίες το Εφετείο ρητά μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδεικτικά μέσα, και δη: α) την 3552/2015 του Ι. Π., β) την 3551/2015 της Π. Π. και γ) την 3553/2015 του Σ. Σ., που δόθηκαν κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των αντιδίκων τους, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Σ. Μανουηλίδου. Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ένδικη αγωγή συνεκδικάστηκε με άλλη αγωγή που άσκησε η Α. Φ. μητέρα των αναιρεσειόντων, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων η οποία δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη. Στα πλαίσια απόδειξης των ισχυρισμών τους ως προς την δεύτερη αυτή αγωγή, οι αναιρεσίβλητες - εναγόμενες, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τρείς ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων η επίμαχη (... της Α.. Μ.) και θεωρούμενη ως τέταρτη με τον αναιρετικό αυτό λόγο. Η ως άνω ένορκη βεβαίωση δοθείσα εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των ιδίων εναγομένων στα πλαίσια συνεκδίκασης των παραπάνω αγωγών μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, κατά τα αναφερόμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, διότι ως αποδεικτικό μέσο έχει την ιδιότητα του εγγράφου και όχι της ένορκης βεβαίωσης και εκτιμάται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, ορθώς, υπό την προεκτεθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, το οποίο στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, δεν κάνει ειδική μνεία αυτής της ενόρκου βεβαιώσεως. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει, κατά τα ανωτέρω να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα που υπέβαλαν αυτοί (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-06-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 3404/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου