ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 864/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 864/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 864/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 864 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 864/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Γκρίντζαλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5502/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2008/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2023 αίτησή της και τον από 5-11-2024 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 §§ 2 και 3, και 570 § 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 12-4-2023 αίτησης για αναίρεση της 2008/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (9-12-2024), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετο λόγο αναιρέσεως με το από 5-11-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 5-11-2024, όπως προκύπτει από τη σχετική 173/5-11-2024 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Αρείου Πάγου κάτω από το δικόγραφό του, και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο την 6-11-2024, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη ...-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και αφορά τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως κατ' άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτός (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, συνεκδικαζόμενος με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ.
Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη υπόθεση, χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης (2009), δηλαδή πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 § 1 του ν. 4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη, εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου αυτού και επικουρείται από την Υποεπιτροπή του άρθρου 6. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 § 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα. .. ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...". Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, "σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο...". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ιδίου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή ... γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου".

Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". Ακολούθως, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 11 § 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η 2/478/0025/4-1-2006 υπουργική απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο" (Φ.Ε.Κ. 16 Β'/2006), με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β' της ίδιας υπουργικής απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Διεύθυνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού, υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες. Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β' της ως άνω αναφερόμενης υπουργικής απόφασης 2/478/0025/2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει 1) αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν συμφωνίες των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στο πλαίσιο των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών-διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών. Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής, δ) τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπρόθεσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.

Περαιτέρω, κατ` εξουσιοδότηση του ως άνω ν. 2322/1995 και μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής, παρασχεθείσα με την υπ' αριθ. 25/18-4-2006 απόφασή της, εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ 2/19605/0025/19-4-2006 (Φ.Ε.Κ. 579 Β'/9-5-2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία (όπως τα δεύτερο και τρίτο εδάφια της πρώτης παραγράφου τροποποιήθηκαν με την απόφαση 2/43028/0025/2008, Φ.Ε.Κ. 1807 Β'/2008) ορίστηκαν, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο σημεία της, τα ακόλουθα: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια και πιστώσεις που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου. Το προϊόν της ρύθμισης θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α` εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 31.12.2008 και τελευταία την 31.12.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος, που αφορούν στο χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2007, κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007, ενώ οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι: Η σύνταξη μελέτης βιωσιμότητας από την επιχείρηση στην οποία πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: α) οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά τη ρύθμιση των οφειλών προς το πιστωτικό σύστημα, τους προμηθευτές της, τα ασφαλιστικά ταμεία, το Δημόσιο και την αγορά γενικότερα, καθώς και οι συμφωνίες - ρυθμίσεις αποπληρωμής των υποχρεώσεων αυτών, β)... γ)... δ)... ε) Οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι τυχόν προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτει8όμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις ρυθμιζόμενες οφειλές. Η μελέτη βιωσιμότητας ... υποβάλλεται προς τη Δ25/Τμ. Δ', όπου και αξιολογείται και παρέχεται η εγγύηση με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (άρθρα 87 και 88 της συνθήκης των Ε.Κ.) σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις ... Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά. Α) Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Β) Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο ολόκληρες τοκοχρεολυτικές δόσεις, και μέσα σ' ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16 Β'/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού... Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ. - Δ.25 - Τμήμα Δ`)... Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων όλων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων λήγει στις 31.12.2006". Επακολούθησε η έκδοση της τροποποιητικής 2/1808/0025/30-6-2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 1298 Β'/2009) "Τροποποίηση των όρων παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα για τη ρύθμιση οφειλών προερχόμενων από δάνεια βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου σύμφωνα με τις υπ` αριθμ. 2/19605/0025/19.4.2006, 2/43028/0025/1.9.2008 και οικ. 2/3757/0025/16.1.2009 αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών", στην οποία ορίζονται τα ακόλουθα: "Τροποποιούμε την υπ' αριθμ. 2/19605/0025/19.4.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου, όπως ισχύει, ως ακολούθως: Α. Στην αρχή της απόφασης εισάγεται τίτλος: "ΜΕΡΟΣ Α". Β. Στο τέλος της απόφασης εισάγεται τίτλος: "ΜΕΡΟΣ Β" και στη συνέχεια το ακόλουθο κείμενο: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2009 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει των υπ` αριθμ. 2/19605/0025/19.4.2006, 2/43028/0025/1.9.2008 και οικ. 2/3757/0025/16.1.2009 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου, σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλόμενων τόκων από 1.1.2008 έως 30.6.2009. Το νέο αυτό δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018. Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου από έκαστο δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά υπολοίπου του δανείου. Η πρώτη καταβολή γίνεται με την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης. Οι επιχειρήσεις, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, υποχρεούνται να καταβάλουν το 20% των οφειλόμενων τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009, καθώς και την ανωτέρω προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 έως 31.12.2009, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%, βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 31.12.2009, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 31.12.2009. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2010 έως 30.6.2010, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 30.6.2010, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 30.6.2010. Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι: 1. Η υποβολή αίτησης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στις διατάξεις της παρούσας με καταληκτική ημερομηνία την 30.9.2009. 2. Η καταβολή του 20% των τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009. 3. Η καταβολή της προμήθειας ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30.6.2009. 4. Οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμένουν ισχυρές. Τα πιστωτικά ιδρύματα, σε κεντρικό επίπεδο, υποχρεούνται να υποβάλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25: I. Κάθε μήνα, σε ηλεκτρονική και έντυπη μορφή, και προκειμένου να παρασχεθεί η τελική έγκριση από την Δ25 - Γ.Λ.Κ. Τμήμα Δ`, κατάσταση στην οποία πρέπει υποχρεωτικά να αναφέρονται: Α. Η επωνυμία, η διεύθυνση, ο ΑΦΜ εκάστου δανειολήπτη, καθώς και η ακριβής ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως αυτού. Β. Αναλυτική περιγραφή του ύψους του δανείου (υπόλοιπο με ημερομηνία 30.6.2009 και τόκοι, σε ποσοστό 80%, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009), καθώς και των εξασφαλίσεων που έχουν ληφθεί... Γ. Έγγραφη ενημέρωση σχετικά με τη λειτουργία και την οικονομική πορεία της επιχείρησης. II. Κάθε τρίμηνο, σε ηλεκτρονική μορφή, κατάσταση στην οποία να αναφέρονται τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των εν λόγω δανείων.

Σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεολυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεολυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεολυτικής ή τοκοχρεολυτικής δόσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ` αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16 Β'/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύηση του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού. Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στο πλαίσιο αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ. Δ.25 - Τμήμα Δ) ...". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του νόμου αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων, με την παροχή δε της εν λόγω εγγύησης γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά (Α.Π. 797/2023, Α.Π. 1903/2022). Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν το δημόσιο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση. Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως. Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει με τη σύμβαση εγγύησης την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και, στη συνέχεια, ζητά την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου και την εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού, και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (Α.Π. 797/2023, Α.Π. 1254/2023, Α.Π. 738/2023, Α.Π. 181/2021). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που η δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση απαίτησής της λόγω κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, κατ' αρχήν, αν πράγματι συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης. Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού εξετάζεται αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 Α.Κ., που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις διατάξεις του ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (Α.Π. 797/2023). Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης δανείστριας τράπεζας και γ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου, οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας. Ως υπαιτιότητα νοείται, στην περίπτωση αυτή, όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων. Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια κατά την παρ. 5 του ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (Α.Π. 1903/2022). Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια τράπεζα. Κατά συνέπεια, στοιχεία απαραίτητα για την πληρότητα και τη θεμελίωση της βάσης της αγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, που χορήγησε την πίστωση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου, με την οποία ζητείται η καταβολή από το Δημόσιο του ποσού, που εγγυήθηκε αυτό, γιατί ο υπέρ ου η εγγύηση πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της πίστωσης, είναι: α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή πίστωσης και το περιεχόμενό της, β) η παροχή της εγγύησης του Δημοσίου υπέρ του πιστούχου με υπουργική απόφαση, εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότηση του ν. 2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις, και γ) η κατάπτωση της εγγύησης, λόγω μη τήρησης από τον πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η προβλεπόμενη στην κατ' εξουσιοδότηση του ν. 2322/1995 ως άνω αναφερόμενη 2/1808/0025/2009 τροποποιητική απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υποχρέωση των τραπεζών να επιδιώκουν μέσα στον οριζόμενο στην απόφαση αυτή χρόνο των τριών (3) μηνών από τη λήξη της πρώτης δόσης, για τον οποίο (χρόνο) το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της σχετικής αγωγής από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μπορεί η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης να θεμελιώσει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση (Α.Π. 731/2024, Α.Π. 1254/2023, Α.Π. 797/2023). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006). Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (Α.Π. 637/2017, Α.Π. 159/2004). Η κανονιστικού περιεχομένου διοικητική πράξη (Α.Π. 637/2017, Α.Π. 850/2004, Α.Π. 825/2004, Α.Π. 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά από αρμόδιο προς τούτο όργανο, στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (Α.Π. 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (Α.Π. 850/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 12-4-2023 αίτηση αναιρέσεως και τον από 5-11-2024 πρόσθετο λόγο προσβάλλεται η 2008/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 20-12-2016 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα ανέφερε ότι με δύο συμβάσεις, που συνήφθησαν το έτος 2005, χορήγησε σε επιχείρηση, που είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί στην περιφερειακή ενότητα Ξάνθης, πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι τα ποσά των 170.000 και 150.000 ευρώ, και ότι για την παροχή εγγύησης του Δημοσίου σε επιχειρήσεις που λειτουργούν στην ανωτέρω περιοχή εκδόθηκαν οι προβλεπόμενες από το ν. 2322/1995, 2/19605/0025/2006 και 2/1808/0025/2009 υπουργικές αποφάσεις. Ότι η οφειλή του πιστούχου από τις ανωτέρω συμβάσεις, η οποία την 30-6-2006 ανερχόταν συνολικά σε 224.772,63 ευρώ, ανακεφαλαιοποιήθηκε και ρυθμίστηκε μετά από αίτησή του σύμφωνα με τους όρους της 2/19605/0025/2006 υπουργικής απόφασης σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καταβλητέες από 30-6-2008 έως 31-12-2016, και παρασχέθηκε η εγγύηση του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου με το ... έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και ότι η ίδια οφειλή, η οποία την 30-6-2009 ανερχόταν σε 245.368,11 ευρώ, ανακεφαλαιοποιήθηκε εκ νέου μετά από αίτησή του και ρυθμίστηκε σύμφωνα με τους όρους της 2/1808/0025/2009 υπουργικής απόφασης σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες από 1-1-2011 έως 1-1-2019, παρασχέθηκε δε η εγγύηση του Δημοσίου με το ... έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. Ότι ο πιστούχος δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του από τη ρύθμιση και δεν κατέβαλε τοκοχρεολυτική δόση, ύψους 9.821,06 ευρώ, καθώς και τους τόκους των μηνών Ιουλίου έως Δεκεμβρίου 2010, ύψους 4.085,28 ευρώ, ότι κατόπιν αυτού η ενάγουσα με εξώδικη δήλωση, που επέδωσε σε αυτόν την 19-3-2012, κατήγγειλε τις πιστωτικές συμβάσεις και τη ρύθμιση της πληρωμής τους, καθιστώντας έτσι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, που ανερχόταν τότε σε 173.053,69 ευρώ πλέον τόκων από 28-4-2011, και ότι ακολούθως την 8-6-2016 υπέβαλε αίτημα και πλήρη φάκελο με τα σχετικά δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου και την καταβολή ποσού 138.447,05 ευρώ, που αφορά ποσοστό 80% του ανεξόφλητου κεφαλαίου και των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, κατά τις επιμέρους διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Δημόσιο να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 138.447,05 ευρώ νομιμοτόκως. Η αγωγή απορρίφθηκε με την 5502/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ενάγουσα άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2008/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως νόμιμη, με την αιτιολογία ότι, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι επιδίωξε να εισπράξει από τον πρωτοφειλέτη, με εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες, την καθυστερημένη τοκοχρεολυτική δόση της οφειλής του εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της, η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου δεν ενεργοποιήθηκε, χωρίς να αρκεί σχετικώς η απλή καταγγελία των συμβάσεων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή νόμιμη προϋπόθεση για την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου και τη γέννηση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας είναι η μη αναφερόμενη στην αγωγή προηγούμενη επιδίωξη, εκ μέρους της, της είσπραξης από τον πρωτοφειλέτη της ληξιπρόθεσμης τοκοχρεολυτικής δόσης εντός τριών μηνών από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της, και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 11 ν. 2322/1995, και των κανονιστικού περιεχομένου υπουργικών αποφάσεων 2/19605/0025/2006, 2/478/0025/2006 και 2/1808/0025/2009, αξιώνοντας για την εφαρμογή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζεται η αγωγή. Ειδικότερα, η αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου και συνακόλουθα της γέννηση της αντίστοιχης απαίτησης της ενάγουσας, και είναι νόμιμη, εφόσον αναφέρονται σε αυτήν η σύναψη των συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και το περιεχόμενό τους, η έκδοση των 2/19605/0025/2006 και 2/1808/0025/2009 υπουργικών αποφάσεων περί παροχής εγγύησης του Δημοσίου, η ρύθμιση σε δόσεις της καταβολής των οφειλών βάσει των όρων των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων, η παροχή της εγγύησης του Δημοσίου κατόπιν αξιολόγησης από την 25η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., η μη τήρηση από τον πιστούχο των προϋποθέσεων της ρύθμισης με παράβαση της υποχρέωσης καταβολής τοκοχρεολυτικής δόσης και οφειλών που απέρρεαν από τόκους εξαμηνιαίας περιόδου, η καταγγελία των συμβάσεων από την ενάγουσα και η υποβολή αιτήματος για την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου προς την 25η Διεύθυνση με πλήρη φάκελο δικαιολογητικών, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η επίκληση της επιδίωξης από την ενάγουσα της είσπραξης της καθυστερούμενης δόσης εντός τριμήνου από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της, αφού η επιδίωξη αυτή δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου, αλλά η παράλειψή της μπορεί απλώς να θεμελιώσει, υπό προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως είναι βάσιμοι ο πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με την ανωτέρω αιτίαση.
Κατόπιν των ανωτέρω, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστά αλυσιτελή την έρευνα αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 11 Β'/1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2008/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην καταβολή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή