ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 865/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 865/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 865/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 865 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 865/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HORIZON ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ -ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "HORIZON AE", που εδρεύει στην Καλαμάτα Μεσσηνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-01-2025 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δήλωσε ότι οι αναιρεσείουσες παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Γ. Μ. του Σ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Δ., 2)Α. Π. του Α., 3)Ε. Σ. του Γ., 4)Γ. Μ. του Σ., 5)Ε. Μ. του Σ., κατοίκων ..., και 6)Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πετρόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-12-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο τέταρτος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η έκτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη, η οποία ανακάλεσε την από 17-01-2025 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δήλωσε ότι η ως άνω εταιρεία συγχωνεύθηκε διά απορροφήσεως από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-06-2020 αγωγή των πέντε πρώτων των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 12-09-2020 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των αναιρεσειουσών και τριών ήδη μη διαδίκων φυσικών προσώπων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2023 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 03-11-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1α' και 3, 97, 98, 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως τα πρώτο, πέμπτο και έβδομο άρθρα τροποποιήθηκαν με το Ν.4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης. Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν έχει κληθεί και παρίσταται, δεν μπορεί να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 771/2024, ΑΠ 387/2023, ΑΠ 1382/2011), αρκεί δε η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου(ΑΠ 1020/2024, ΑΠ 387/2023, ΑΠ 339/2019), αντίθετα από την περίπτωση της παραίτησης από το δικαίωμα, όπου ο δικηγόρος του παραιτούμενου πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ. β`του ΚΠολΔ(ΑΠ 1020/2024). Η παραίτηση από το δικόγραφο έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται(ΑΠ 1020/2024, ΑΠ 771/2024, ΑΠ 1273/2020). Με την σχετική απόφαση του δικαστηρίου γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 1806/2024, ΑΠ 1020/2024, ΑΠ 387/2023, ΑΠ 1273/2020, ΑΠ 369/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Αλεξάνδρου Στρίμπερη πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, οι αναιρεσείουσες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον (ήδη αποθανόντα) τέταρτο αναιρεσίβλητο Γ. Μ., για δε την παραίτηση αυτή ο παραστάς και δηλώσας την παραίτηση πληρεξούσιος δικηγόρος τους έχει γενική πληρεξουσιότητα, με βάση το ...-2023 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Παμίσου Κ. Μ. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, για τον οποίο δεν παραστάθηκαν οι κληρονόμοι του και η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτόν. Ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, για την έκτη των οποίων παρίσταται νόμιμα η καθολική διάδοχος αυτής "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από αυτήν η έκτη αναιρεσίβλητη, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Α) Λόγοι αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 932 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας) (ΑΠ 392/2024, ΑΠ 167/2024). Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 392/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017). Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η παράλειψη για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνονται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ(ΑΠ 392/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 392/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 413/2022, ΑΠ 10/2021). Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 392/2024, 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξια, σε αυτήν δε περιλαμβάνονται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος(ΑΠ 392/2024, ΑΠ 1361/2013). Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις(ΑΠ 392/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019), αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020), ενώ βαριά αμέλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 263/2021, ΑΠ 262/2020). Η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου(ΑΠ 392/2024, ΑΠ 322/2018, ΑΠ 1361/2013).

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας (άρα και της βαριάς αμέλειας ) και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020). Η αθέτηση μιας συμβάσεως, καθ' αυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ). Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς, όσο και της αδικοπραξίας. Έτσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 392/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020). Στο άρθρο 358 του ΠΔ 14-//1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"(ΦΕΚ Δ' 580 /1999), το οποίο επιγράφεται "Στηθαία", ορίζονται και τα ακόλουθα: "1. Οι εξώστες, οι ημιυπαίθριοι χώροι, οι κλίμακες, τα βατά δώματα και όλα τα βατά δάπεδα, που η στάθμη τους βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο από 1 μ. από τον περιβάλλοντα γειτονικό χώρο, πρέπει να περιβάλλονται από στηθαία κατάλληλα για προφύλαξη των ατόμων από πτώση. Τα στηθαία μπορεί να είναι συμπαγή ή μη συμπαγή ή συνδυασμός των δύo αυτών μορφών. 2. το ύψος των στηθαίων πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 μ. και μετράται σε κάθε σημείο του από την αντίστοιχη στάθμη του τελειωμένου δαπέδου...3.α. Τo ύψος των συμπαγών στηθαίων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερο από 1,20 μ. Στα στηθαία που δεν είναι αποκλειστικά συμπαγή, η επιφάνεια από το δάπεδο μέχρι το απαιτούμενο ύψος πρέπει να εφοδιάζεται με ενδιάμεσα στοιχεία, όπως ράβδους, πλέγματα, άθραυστα πετάσματα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται τα ακόλουθα: αα. Να μην προκύπτουν διάκενα κατακόρυφου ύψους μεγαλύτερου από 0,25 μ., εκτός αν το οριζόντιο μήκος τους είναι μικρότερο από 0,15 μ., οπότε δεν υπάρχει περιορισμός στο κατακόρυφο ύψος των διάκενων. ββ. Να μην προκύπτουν διάκενα οριζόντιου μήκους μεγαλύτερου από 0,15 μ., εκτός αν το κατακόρυφο ύψος τους είναι μικρότερο από 0,25 μ., οπότε δεν υπάρχει περιορισμός στο οριζόντιο μήκος των διάκενων... 4. Οπου κρίνεται σκόπιμο για λόγους ασφαλείας, επιτρέπεται η κατασκευή στηθαίων ύψους μεγαλύτερου από 1.20 μ., αλλά το τμήμα που βρίσκεται πάνω από ύψος 1,20 μ. πρέπει να κατασκευάζεται αποκλειστικά από κιγκλίδωμα.5. Τα Στηθαία πρέπει να είναι ικανά να αναλάβουν οριζόντια φόρτιση 75 Κρ ανά τρέχον μέτρο...6...7. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε υφιστάμενα κτίρια, όταν και όπου η πολεοδομική αρχή κρίνει ότι λόγοι ασφάλειας από πτώση το επιβάλλουν. Στην περίπτωση αυτή, η πολεοδομική αρχή θέτει με έγγραφο εύλογη προθεσμία στους ιδιοκτήτες για συμμόρφωση.8...". Με τη διάταξη αυτή, για την προστασία από την πτώση αυτών που χρησιμοποιούν εξώστες, ημιυπαίθριους χώρους, κλίμακες, βατά δωμάτια και όλα τα βατά δάπεδα, των οποίων η στάθμη βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο του ενός μέτρου, επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες τους η υποχρέωση να κατασκευάσουν προστατευτικό από την πτώση στηθαίο, με τις ειδικότερες προδιαγραφές, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, από δε τη γενικότητα της διατύπωσης της φράσης "όλα τα βατά δάπεδα" σε συνδυασμό με τον ανωτέρω σκοπό της διάταξης, σαφώς συνάγεται ότι ως βατά δάπεδα νοούνται, όχι μόνο τα δάπεδα που προορίζονται για χρήση - βάδιση, αλλά και εκείνα στα οποία είναι δυνατόν να γίνει χρήση - βάδιση, επειδή είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε αυτά και συνεπώς η υποχρέωση κατασκευής προστατευτικού από την πτώση στηθαίου υπάρχει και για τα δάπεδα αυτά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως βασική αρχή και κανόνας του δικαίου των νομικών προσώπων, η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1647/2012). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται τα ακόλουθα: α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα τα πρόσωπα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους. β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ` άρθρο 71 ΑΚ. γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Και δ) Το μέλος της διοικήσεως δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 263/2021). Έτσι, στην περίπτωση που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράνομη και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνονται εις ολόκληρο και αυτό και το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή το νομικό πρόσωπο έχει πρόσθετη μετά του καταστατικού οργάνου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτή του τελευταίου (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 1219/2017, ΑΠ 380/2008). Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη αυτών προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους (ΑΠ 141/2013, ΑΠ 1312/2015, ΑΠ 1565/ 2013, ΑΠ 1380/2013, ΑΠ 427/2013). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών η δε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την διάταξη αυτή, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία(ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) λειτουργεί κι εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο "HORIZON BLUE", που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ..., στην παραλία της ... Πρόκειται για ένα πολυτελές boutique ξενοδοχείο, κατηγορίας πέντε αστέρων, 38 δωματίων, που ανεγέρθηκε μετά το έτος 2010 σε οικόπεδο μεγαλύτερο των 10 στρεμμάτων και λειτουργεί από το έτος 2014 καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Το ξενοδοχείο αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα, διαθέτει υπόγειο, όπου βρίσκονται μηχανοστάσια, λεβητοστάσια, αποθηκευτικοί και λοιποί βοηθητικοί χώροι, αλλά και εστιατόριο, γυμναστήριο, χαμάμ, κουζίνα κ.λ.π., υπερυψωμένο ισόγειο, στο οποίο βρίσκεται η είσοδος υποδοχής των πελατών, εστιατόριο, δωμάτια πελατών με ιδιωτικές πισίνες και λοιποί βοηθητικοί χώροι, και πρώτο όροφο, στον οποίο βρίσκονται δωμάτια πελατών, σουίτες και βοηθητικοί χώροι. Στο ανατολικό άκρο του κτιρίου (προς την οδό ...), στο επίπεδο του (υπερυψωμένου) ισογείου, βρίσκεται μία πτέρυγα των δωματίων του ισογείου, αποτελούμενη από οκτώ δωμάτια και μία σουίτα, τα οποία διαθέτουν ιδιωτικές πισίνες, η θέα προς τις οποίες, προς τον σκοπό προστασίας της ιδιωτικότητας των πελατών, περιορίζεται με παραπετάσματα από χοντρό καραβόπανο επί σταθερών πλαισίων. Βόρεια του κτιρίου, στο επίπεδο της εισόδου υποδοχής των πελατών (Reception), υπάρχει υπαίθριος χώρος στάθμευσης οχημάτων και χώρος προσωρινής στάσης οχημάτων μπροστά στην είσοδο υποδοχής, ώστε να εξυπηρετούνται οι αφίξεις και αναχωρήσεις των πελατών. Ο υπαίθριος αυτός χώρος, που είναι στρωμένος με μικρούς κυβόλιθους, επικοινωνεί με ράμπες με τον ευρισκόμενο σε χαμηλότερο επίπεδο υπαίθριο (κυρίως) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων των πελατών, ο οποίος επικοινωνεί, επίσης με ράμπα, με τον υπόγειο χώρο αποθήκευσης των προμηθειών του ξενοδοχείου. Πάνω από τη ράμπα αυτή, στο επίπεδο του υπερυψωμένου ισόγειου χώρου στάθμευσης, και μεταξύ του χώρου αυτού και της εξωτερικής βορινής τοιχοποιίας της ανατολικής πτέρυγας (όπου βρίσκονται τα προαναφερόμενα οκτώ δωμάτια και μία σουίτα με ιδιωτικές πισίνες, που αναφέρονται ανωτέρω), υπήρχε ένα τριγωνικό άνοιγμα, το οποίο οι νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης εναγομένης κάλυψαν (γεφύρωσαν), μετά την έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου, με οριζόντια μεταλλική κατασκευή, πακτωμένη στους πλαϊνούς τοίχους της ράμπας, τριγωνικού σχήματος, προκειμένου να προστατεύεται η είσοδος του υπόγειου αποθηκευτικού χώρου από τα όμβρια ύδατα. Η κατασκευή αυτή, επιφάνειας 8 τ.μ. περίπου, η οποία βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με τον υπερυψωμένο υπαίθριο χώρο στάθμευσης (έχοντας μια μικρή διαφορά 10-15 εκ.), και σε απόσταση 50 μ. περίπου ανατολικά της εισόδου υποδοχής των πελατών (Reception), για λόγους αισθητικής στρώθηκε με χαλίκι και διαχωρίστηκε κατά μήκος (σε μήκος 5 μ. περίπου) από τον υπερυψωμένο χώρο στάθμευσης, με χαμηλό κράσπεδο, ύψους 10 - 15 εκ., επί του οποίου τοποθετήθηκαν γαλβανιζέ μεταλλικοί πάσσαλοι ύψους 0,80 μ. περίπου, με τρία συρματόσχοινα αραιά τοποθετημένα μεταξύ τους, δημιουργώντας ένα βατό δάπεδο -εξέδρα, το οποίο, όμως, στην απόληξή του, που δεν έφερε στηθαίο, κατέληγε στο κενό, πάνω από τη ράμπα που οδηγούσε από τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων (του χαμηλότερου επιπέδου) στον υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, βάθους 3 μ. περίπου. Στο βατό αυτό δάπεδο μπορούσε να εισέλθει οποιοσδήποτε, αφού στην κορυφή του τριγώνου που σχημάτιζε, και μεταξύ του μεταλλικού φράκτη και της ως άνω εξωτερικής βορινής τοιχοποιίας της ανατολικής πτέρυγας του ξενοδοχείου, υπήρχε απερίφρακτο άνοιγμα πλάτους 0,45 μ. Μάλιστα, δεν υπήρχε καμία πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο στο τριγωνικό αυτό δάπεδο ή να προειδοποιεί τους τυχόν εισερχόμενους για τον κίνδυνο πτώσης. Ο πρώτος ενάγων και (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και η σύζυγός του, Κ. Π., είχαν καταρτίσει σύμβαση "αγοράς πακέτου διακοπών", στο οποίο περιλαμβανόταν διαμονή έξι διανυκτερεύσεων, από 11-9-2017 έως 17-9-2017, στο εν λόγω ξενοδοχείο με ημιδιατροφή, συνολικού κόστους 996 ευρώ. Περί ώρα 21:05 της 12-9-2017 και αφού είχαν δειπνήσει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, αναχώρησαν από το δωμάτιό τους για να πραγματοποιήσουν νυκτερινό περίπατο στην πόλη. Το αυτοκίνητό τους ήταν σταθμευμένο στον υπερυψωμένο χώρο στάθμευσης, με τη δεξιά πλευρά πλησίον του εξωτερικού τοίχου του ξενοδοχείου, επειδή δε, λόγω της εγγύτητας της πόρτας του συνοδηγού με τον τοίχο, η Κ. Π. δεν μπορούσε να εισέλθει στη θέση του συνοδηγού, προχώρησε προς την έξοδο(με κατεύθυνση προς τα ανατολικά), ζητώντας από τον σύζυγό της να την παραλάβει με το αυτοκίνητο "από μπροστά", εννοώντας, προφανώς, την έξοδο του ξενοδοχείου. Ήταν νύχτα και ο υπαίθριος χώρος στάθμευσης φωτιζόταν διακριτικά από επιτοίχια φωτιστικά στοιχεία τοποθετημένα περιμετρικά, καθώς και από τα φώτα της reception, όσο απομακρυνόταν όμως κάποιος από τη reception ο φωτισμός μειωνόταν, και σε απόσταση 50 μ., όπου βρισκόταν η ως άνω εξέδρα, ήταν αμυδρός, διότι δεν υπήρχαν ούτε επιτοίχια φωτιστικά στοιχεία στο χαμηλό (10 - 15 εκ.) κράσπεδο της περίφραξης που τη διαχώριζε από τον χώρο στάθμευσης, ενώ η ίδια η εξέδρα δεν φωτιζόταν καθόλου, παρά μόνον από το αντιφέγγισμα του υποβρύχιου μπλε φωτισμού των παρακείμενων ιδιωτικών πισίνων των δωματίων, που όμως, δεν ήταν επαρκές, καθότι παρεμβαλλόταν τα παραπετάσματα που απέκλειαν τη θέαση των πισίνων. Η Κ. Π., κινούμενη με κατεύθυνση προς ανατολάς, προς την έξοδο του ξενοδοχείου, για άγνωστο λόγο, πιθανόν διότι έχασε τον προσανατολισμό της στο σκοτάδι, πιθανόν γιατί θεώρησε ότι έπρεπε να κατευθυνθεί προς τον μπλε φωτισμό, εισήλθε στην εξέδρα από την αφύλακτη είσοδο (πλάτους 0,45 εκ.) και, αφού διήνυσε 5 μ. περίπου, έφθασε στο άκρο της εξέδρας και κατέπεσε από εκεί στο κενό, σε βάθος 3 μ. περίπου, καταλήγοντας στην υποκείμενη ράμπα (που οδηγούσε στις υπόγειες αποθήκες), με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της. Όλα τούτα συνέβησαν εντός λίγων λεπτών της ώρας, ενόσω ο σύζυγός της μετακίνησε το αυτοκίνητο από τη θέση στάθμευσης, κινήθηκε λίγα μέτρα προς την έξοδο και, επειδή δεν τη διέκρινε πουθενά, ακινητοποίησε το αυτοκίνητο κι εξήλθε για να την αναζητήσει, οπότε άκουσε τον γδούπο από την πτώση και έσπευσε προς το σημείο από όπου ακούστηκε. Εισήλθε κι αυτός στην εξέδρα από το ίδιο αφύλακτο άνοιγμα και, κινούμενος με μεγάλη προσοχή, καθώς είχε καταλάβει ότι κάτι κακό είχε συμβεί, διέκρινε αμυδρά μέσα στο σκοτάδι το σώμα της συζύγου του, πεσμένο στη ράμπα, οπότε κάλεσε σε βοήθεια τους υπαλλήλους της υποδοχής του ξενοδοχείου. Οι τελευταίοι, που προσέτρεξαν άμεσα, βρήκαν την Κ. Π. ακόμη εν ζωή, κάλεσαν ασθενοφόρο και αυτή διακομίσθηκε στο νοσοκομείο ..., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της, που επήλθε, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Ναυπλίου και ..., Ν. Κ., συνεπεία κακώσεων κεφαλής, θώρακος και κοιλίας. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως, και ισχυρίζονται και με τους δύο πρώτους λόγους της κρινόμενης έφεσής τους και τον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης, ότι αποκλειστικά υπαίτια, άλλως συνυπαίτια κατά ποσοστό 99%, για τον θανάσιμο τραυματισμό της είναι η θανούσα, η οποία από αμέλεια, απερισκεψία και περιέργεια, και προφανώς επηρεασμένη από το αλκοόλ που είχε καταναλώσει, το οποίο επηρέασε την αντιληπτική της ικανότητα και μείωσε τις αναστολές της και την ικανότητά της να αντιληφθεί τον κίνδυνο, παρεξέκλινε της κανονικής πορείας της (προς την έξοδο του ξενοδοχείου), εισήλθε με δυσκολία, είτε υπερπηδώντας τον φράκτη είτε στρέφοντας το σώμα της πλαγίως, από το πολύ μικρό άνοιγμα, πλάτους μόλις 0,30 μ., στην εξέδρα - προστέγασμα, η είσοδος στην οποία εμποδίζονταν, επίσης, από τον πίνακα υγραερίου, που υπήρχε εκεί, ενώ έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι δεν βρισκόταν σε χώρο βατό και προσβάσιμο (αφού ήταν περιφραγμένος και χαλικόστρωτος) και, με σκοπό να περιεργαστεί τις ιδιωτικές πισίνες πίσω από τα παραπετάσματα, πιάστηκε από το κάγκελο που χωρίζει τις πισίνες από την εξέδρα και προσπάθησε να υψωθεί, ρίχνοντας το βάρος της στο ένα της πόδι, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να βρεθεί στο κενό. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι.

Περαιτέρω, από μόνο το γεγονός ότι η επίδικη εξέδρα διαχωρίζονταν από τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης με την ανωτέρω περιγραφόμενη περίφραξη, ο μέσος συνετός άνθρωπος δεν οφείλε νά καταλάβει ότι ήταν επικίνδυνη, αφού από την μπροστινή της πλευρά υπήρχε άνοιγμα, και μάλιστα όχι πλάτους 0,30 μ., όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, αλλά 0,45 μ. Στην από 12-9-2017 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν περί ώρα 23:00, τα αρμόδια αστυνομικά όργανα που κλήθηκαν μετά το ατύχημα, αναγράφεται βέβαια ότι το άνοιγμα ήταν πλάτους 0,30 μ., τούτο όμως μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι η μέτρηση που αυτοί πραγματοποίησαν έγινε, όχι από το σημείο που τελείωνε η πλαϊνή περίφραξη έως τον τοίχο, αλλά από το σημείο που στερεώνονταν τα (τρία) συρματόσχοινα της πλαϊνής περίφραξης με σφιγκτήρα στο δάπεδο, ή, επίσης, μπορεί να μην έγινε ακριβής μέτρηση, αλλά να καταγράφηκε μία πρόχειρη (ενόψει του προχωρημένου της ώρας και της γενικότερης αναστάτωσης που υπήρχε) καθ' υπολογισμόν εκτίμηση των διενεργούντων την αυτοψία οργάνων. Στην προσκομιζόμενη με επίκληση και από τους εφεσίβλητους, υπ' αριθμ. ... έκθεση της εταιρίας πραγματογνωμόνων "ΛΥΣΙΣ Πραγματογνώμονες ΕΠΕ", που συντάχθηκε για λογαριασμό της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας(ήδη έκτης αναιρεσίβλητης), κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποιήθηκε στις 15-9-2017, το άνοιγμα μετρήθηκε να έχει πλάτος 0,45 μ., ενώ και από τις φωτογραφίες που προσκομίζονται από τους διαδίκους καθίσταται φανερό ότι πρόκειται για άνοιγμα, το πλάτος του οποίου ήταν αρκετό για την απρόσκοπτη διέλευση ενός ενήλικου ατόμου. Ο δε μετρητής του υγραερίου δεν εμπόδιζε τη διέλευση διότι δεν ήταν τοποθετημένος επί του ανοίγματος, αλλά αρκετά πιο μέσα στην εξέδρα, σε σημείο που το πλάτος της ήταν μεγαλύτερο. Εξάλλου, απρόσκοπτα εισήλθαν στην εξέδρα από το ίδιο σημείο, τόσο ο σύζυγός της, όταν την αναζητούσε, όσο και τα αστυνομικά όργανα που κλήθηκαν μετά το ατύχημα, ο αδελφός του πρώτου ενάγοντος, Κ. Π., που κατέφθασε την επόμενη ημέρα για να συντρέξει τον αδελφό του, και πλήθος άλλων προσώπων που διερεύνησαν τις συνθήκες του ατυχήματος. Επίσης, το γεγονός ότι η εξέδρα ήταν στρωμένη με χαλίκι δεν την καθιστούσε "μη βατή" ούτε ήταν ικανό να δημιουργήσει στον μέσο συνετό άνθρωπο υπόνοιες για τυχόν επικινδυνότητά της, δεδομένου ότι πολλές φορές, μονοπάτια, αλέες, διάδρομοι αύλειων χώρων, ακόμη και δρόμοι, είναι χαλικόστρωτοι. Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων για την πρόθεση της θανούσας να υπερυψωθεί για να παρατηρήσει τις ιδιωτικές πισίνες πίσω από τα παραπετάσματα. Ούτε, βέβαια, μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για το πώς έπεσε στο κενό η θανούσα, από το είδος των τραυμάτων της, όπως τούτα περιγράφονται στην ιατροδικαστική έκθεση. Εξάλλου, φαίνεται ελάχιστα πιθανό μία γυναίκα της ηλικίας της (62 ετών), σοβαρή και συγκροτημένη (όπως δεν αμφισβητείται), η οποία έχει μόλις δειπνήσει κι ετοιμάζεται για βραδινό περίπατο με τον σύζυγό της, να τον αφήσει να περιμένει στο αυτοκίνητό τους και, χωρίς να τον ενημερώσει, να υπερπηδήσει κάποια περίφραξη ή να διέλθει με δυσκολία από ένα στενό πέρασμα, προκειμένου να αναρριχηθεί (ενώ κάτω της βρίσκεται το κενό), πιασμένη από κιγλίδωμα, προκειμένου να ικανοποιήσει την περιέργειά της και να παρατηρήσει με αδιακρισία τον χώρο της πισίνας δωματίων ξένων, πίσω από παραπετάσματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, τα παραπετάσματα των ιδιωτικών πισίνων βρίσκονται πάνω από τον πλαϊνό τοίχο της ράμπας, μετά το πέρας της εξέδρας. Είναι βέβαια πιθανόν ο μπλε φωτισμός από τις πισίνες να ήλκυσε την προσοχή της θανούσας και να θέλησε να πλησιάσει για να δει από πού προέρχεται. Και στην περίπτωση αυτή όμως, δεν κρίνεται ότι πρόκειται για οικείο πταίσμα της, που συντέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, καθώς δεν μπορούσε να γνωρίζει την επικινδυνότητα της εξέδρας στην οποία εισερχόταν, αφού αυτή, όπως προεκτέθηκε, ήταν ευχερώς προσβάσιμη από άνοιγμα πλάτους 0,45 μ., και δεν υπήρχε καμία απαγορευτική ή προειδοποιητική του κινδύνου επιγραφή που να την αποτρέπει. Επιπλέον, ο φωτισμός της εξέδρας ήταν, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ανεπαρκής, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εναγομένους. Όπως αποδείχθηκε από την υπ' αρ. πρωτ. ...-2018 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, στο αίμα της θανούσας βρέθηκε αιθυλική αλκοόλη σε συγκέντρωση 0,51 g/Ι. Η ποσότητα αυτή οινοπνεύματος, που δικαιολογείται από ένα ποτήρι κρασί με το οποίο είχε συνοδεύσει το δείπνο της, δεν αρκεί για να επιφέρει τις επικαλούμενες από τους εναγομένους συνέπειες, δηλαδή να επηρεάσει την αντιληπτική της ικανότητα, να μειώσει τις αναστολές της και την ικανότητά της να αντιληφθεί τον κίνδυνο, ώστε να προβεί σε απερίσκεπτες, αδιάκριτες και επικίνδυνες πράξεις και ενέργειες, ξεχνώντας, μάλιστα, ότι ο σύζυγός της την περιμένει μέσα στο αυτοκίνητό τους για να εξέλθουν για τη βόλτα τους. Μάλιστα, το ποσοστό αυτό οριακά θεωρείται από τον νόμο απαγορευτικό ακόμη και για την οδήγηση οχήματος, που απαιτεί απόλυτη νηφαλιότητα και ικανότητα συγκέντρωσης και αντίληψης, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας. Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, το επίδικο ατύχημα συνέβη εξαιτίας της έλλειψης των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας. Πιο συγκεκριμένα, εφόσον η εν λόγω εξέδρα βρισκόταν σε ύψος μεγαλύτερο από 1 μ. από τον περιβάλλοντα γειτονικό χώρο, έπρεπε να περιβάλλεται από στηθαίο ύψους τουλάχιστον 1 μ., κατάλληλο για προφύλαξη των ατόμων από την πτώση, σύμφωνα με το άρθρο 358 του π.δ. 14-//1999 (ΦΕΚ Δ' 580/1999) 'Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας'. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων που περιέχεται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής τους, ότι δεν υπείχαν υποχρέωση τοποθέτησης στηθαίου διότι δεν επρόκειτο για εξώστη, ημιυπαίθριο χώρο, κλίμακα, βατό δώμα ή βατό δάπεδο (άρθρο 358 παρ.1), αλλά για προστέγασμα, δεν είναι βάσιμος. Τούτο διότι, ανεξάρτητα εάν η επίδικη κατασκευή τοποθετήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο με σκοπό να προστατεύει τη ράμπα και την είσοδο του υπόγειου αποθηκευτικού χώρου από τα όμβρια ύδατα, στο σημείο που είχε τοποθετηθεί και κατά τον τρόπο που ήταν διαμορφωμένη, αποτελούσε ένα "βατό δάπεδο" κατά την έννοια του νόμου, για όσους βρισκόταν στον υπερυψωμένο υπαίθριο χώρο στάθμευσης. Επομένως, κι ενόψει του ότι κατέληγε στο κενό, με υψομετρική διαφορά από τη ράμπα καθόδου στον υπόγειο αποθηκευτικό χώρο, 3 μ. περίπου, έπρεπε να περιβάλλεται από στηθαίο ύψους τουλάχιστον 1 μ., κατάλληλο για προφύλαξη των ατόμων από την πτώση. Επίσης, εφόσον δεν υπήρχε στηθαίο, έπρεπε να αποκλείεται παντελώς η είσοδος στην εν λόγω εξέδρα, είτε με συνέχιση της περίφραξης έως την εξωτερική βορινή τοιχοποιία της ανατολικής πτέρυγας, είτε με κιγκλίδωμα είτε με χαμηλό τοίχο, ώστε να μην καταλείπεται κανένα κενό και να μην μπορεί οποιοσδήποτε να εισέλθει και να βαδίσει στην εξέδρα. Επιπλέον, θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να έχουν τοποθετηθεί πινακίδες που να προειδοποιούν τους διερχόμενους για τον κίνδυνο πτώσης και να απαγορεύουν την είσοδο στον συγκεκριμένο χώρο. Πέραν των ανωτέρω, στην επέλευση του ατυχήματος συντέλεσε και ο ελλιπής φωτισμός, ο οποίος όμως, και αν ακόμη υπήρχε, δεν ήταν αρκετός, από μόνος του, να αποτρέψει το ατύχημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας της θανούσας κατά ποσοστό 99%, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της κρινόμενης έφεσης, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγομένων. Ειδικότερα, η δεύτερη των εναγομένων(ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της ως προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης από αυτούς, που ασκούσε καθ' υποκατάσταση όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες του διοικητικού της συμβουλίου, από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, παρέλειψε να λάβει τα πιο πάνω μέτρα ασφαλείας και, πιο συγκεκριμένα, να μεριμνήσει για την κατασκευή στηθαίου στο πέρας της εξέδρας, που αποτελούσε βατό δάπεδο, κατά τα ήδη εκτεθέντα, υποχρέωση που απέρρεε από τη διάταξη του άρθρου 358 του π.δ. 14-//1999 (ΦΕΚ Δ' 580/1999) 'Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας' ή να φροντίσει να αποκλείσει στους διερχόμενους την πρόσβαση στην εξέδρα, περιφράσσοντας και το άνοιγμα που υπήρχε στην περίφραξή του, κατά τα προαναφερόμενα. Επίσης, παρέλειψε να φροντίσει για την τοποθέτηση προειδοποιητικών ή/και απαγορευτικών πινακίδων και φωτιστικών σωμάτων, που να φωτίζουν επαρκώς τον χώρο της εξέδρας, υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την υποχρέωση πρόνοιας για τους συναλλασσόμενους και τους πελάτες της επιχείρησης, και πηγάζουν από τις επιταγές της έννομης τάξης και την κοινωνικώς επιβεβλημένη υποχρέωση λήψης μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, ιδίως ενόψει του ότι η συγκεκριμένη εξέδρα, κατασκευάστηκε κατά τον ανωτέρω τρόπο από την πρώτη εναγομένη μεταγενέστερα από την ανέγερση του κτιρίου του ξενοδοχείου, δημιουργώντας μία επικίνδυνη κατάσταση. Μάλιστα, η δεύτερη εναγομένη διέθετε σχετικές γνώσεις, ως τοπογράφος μηχανικός, με εικοσαετή επαγγελματική εμπειρία. Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ευθύνεται για τις παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις της νομίμου εκπροσώπου της - δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη. Μάλιστα, ως εταιρία που παρέχει υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 8 του ν. 2551/1994, όφειλε να διασφαλίζει, δια των οργάνων και των προστηθέντων της, την ασφάλεια των πελατών της, όπως ευλόγως προσδοκούσαν οι τελευταίοι από αυτήν, ιδίως ενόψει της φύσης και του αντικειμένου των υπηρεσιών αλλά και της υψηλής ποιότητας (όπως παρουσιάζονταν από την ίδια, μέσω της διαφήμισης) και αξίας αυτών. Η αμέλεια της δεύτερης εναγομένης είναι βαριά, υπό την εκτιθέμενη στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη έννοια, αφού η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού κι επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δράστηριότητάς της είναι ιδιαιτέρως μεγάλη και ασυνήθης, και φανερώνει μεγάλη απερισκεψία, εγγίζουσα την αδιαφορία για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε, ομοίως, ότι η αμέλεια ήταν βαριά, ορθά εφάρμοσε τον νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις, και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι παραπονούνται για το αντίθετο. Οι τρίτη και τέταρτη των εναγομένων(ήδη μη διάδικοι) ισχυρίσθηκαν κατ' ένσταση πρωτοδίκως, και ισχυρίζονται και με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής τους και τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, ότι δεν είναι προσωπικώς υπαίτιες για την επέλευση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον είχαν αναθέσει την ενάσκηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους στη δεύτερη εναγομένη, πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο του διοικητικού συμβουλίου, οποία τις είχε υποκαταστήσει, οι ίδιες δε ασχολούνται με τα οικιακά και δεν έχουν ιδιαίτερες γνώσεις για τις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Αποδείχθηκε σχετικώς, ότι με το από 1-2-2015 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 27-4-2015, με κωδικό αριθμό καταχώρησης ..., το διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα, με πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο τη δεύτερη εναγομένη, Α. Κ., αντιπρόεδρο την τρίτη εναγομένη, Μ. Π., και μέλος την τέταρτη εναγομένη, Γ. Κ. Με το ίδιο πρακτικό, το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε, σύμφωνα με το άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρίας, στην πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο, Α. Κ., την καθ' υποκατάσταση ενάσκηση των δικαιωμάτων και εξουσιών του, όπως αυτά περιγράφονται στα άρθρα 20 και 21 του καταστατικού, σχετικά με τη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρίας και τη διαχείριση της εταιρικής περιουσίας, χωρίς κανένα περιορισμό. Της παρείχε επίσης, την εξουσία να αποφασίζει για κάθε θέμα αναγόμενο στον σκοπό και τη διοίκηση της εταιρικής περιουσίας, και να αναλαμβάνει για λογαριασμό και στο όνομα αυτής κάθε υποχρέωση με μόνη την υπογραφή της κάτω από την εταιρική επωνυμία. Κατόπιν τούτου οι τρίτη και τέταρτη εναγόμενες, που δεν ασχολούνταν με ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και δεν γνώριζαν για τον τρόπο λειτουργίας τους και για την οργάνωση των εγκαταστάσεών τους, δεν ασχολούνταν με τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και της εταιρικής περιουσίας, αλλά όλες οι αποφάσεις λαμβανόταν και όλες οι υποθέσεις διεξαγόταν από τη δεύτερη εναγομένη, η οποία διοικούσε, κατ' ουσίαν, μόνη την εταιρία, λαμβάνοντας όλες τις αποφάσεις για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Έτσι, οι τρίτη και τέταρτη εναγόμενες δεν φέρουν προσωπική ευθύνη για τις παραλείψεις που προκάλεσαν αιτιωδώς το ατύχημα και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς των εναγόντων, αφού δεν μπορεί να νοηθεί αντικειμενική ευθύνη τους, και η ένστασή τους περί απαλλαγής από την ευθύνη έπρεπε να γίνει δεκτή και να απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή...Ο πέμπτος των εναγομένων(Ν. Δ.-ήδη μη διάδικος), κατά τον χρόνο του ατυχήματος απασχολούταν ως τεχνικός ασφαλείας της πρώτης εναγομένης. Τα ειδικότερα καθήκοντά του διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 3850/2010 "Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων" και συνίσταντο στην παροχή υποδείξεων και συμβουλών στην εργοδότιδά του επιχείρηση, γραπτών ή προφορικών, σε θέματα σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων, στην παροχή συμβουλών σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, προμήθειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και γενικά οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, στον έλεγχο της ασφάλειας των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους, στην επίβλεψη της εφαρμογής των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, στην επιθεώρηση τακτικά των θέσεων εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, στην αναφορά στον εργοδότη οποιασδήποτε παράλειψης των μέτρων υγείας και ασφάλειας, στην επίβλεψη ορθής χρήσης των ατομικών μέσων προστασίας, στην έρευνα των αιτίων των εργατικών ατυχημάτων, στην εποπτεία εκτέλεσης ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων. Επίσης, είχε υποχρέωση να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κίνδυνου που συνεπάγεται η εργασία τους, να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας (άρθρα 8, 14 και 15 ν. 3850/2010). Ουδεμία αρμοδιότητα είχε ο πέμπτος εναγόμενος σχετικά με τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου και την ασφάλεια των πελατών...Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατος της Κ. Π., στην ηλικία των ... ετών, η οποία ήταν υγιής, κοινωνική και δραστήρια, βύθισε σε βαρύ πένθος τους ενάγοντες, με τους οποίους ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένη συναισθηματικά. Η θανούσα δεν εργαζόταν και ασχολούνταν με τη φροντίδα της οικογένειάς της και των ηλικιωμένων γονέων της, αποτελώντας στήριγμα γι' αυτούς. Για τον πρώτο ενάγοντα -σύζυγό της από το έτος ...- συνταξιούχο ιπτάμενο φροντιστή της Ολυμπιακής Αεροπορίας, η θανούσα αποτελούσε το θεμέλιο της οικογένειάς τους, που υπήρξε πάντοτε αγαπημένη και δεμένη, τη συντροφιά και το στήριγμά του. Στην ηλικία αυτή, και αφού είχαν πλέον ολοκληρώσει τις οικογενειακές τους υποχρεώσεις με την ανατροφή της δεύτερης ενάγουσας - θυγατέρας τους (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), ζούσαν μία ευχάριστη και αρμονική ζωή, πραγματοποιούσαν συχνά ταξίδια αναψυχής και είχαν ενεργή κοινωνική ζωή, διατηρώντας πάντοτε άριστες σχέσεις με τους λοιπούς ενάγοντες -συγγενείς τους. Η δεύτερη ενάγουσα, ηλικίας 44 ετών, ιδιωτική υπάλληλος, συνοικούσε με τους γονείς της, καθώς δεν είχε δημιουργήσει δική της οικογένεια, και διατηρούσε ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα της, που αναπτύχθηκε σταδιακά από την παιδική της ηλικία, λόγω και της συχνής απουσίας του πατέρα της από την οικία τους, ενόψει των επαγγελματικών του υποχρεώσεων. Η τρίτη ενάγουσα(ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ήταν δίδυμη αδελφή της θανούσας, με ιδιαίτερα στενή σχέση μαζί της. Οι δύο αδελφές δεν απομακρύνθηκαν ψυχικά μετά τη δημιουργία των δικών τους οικογενειών, αλλά φρόντισαν να διαμένουν πάντα σε πολύ κοντινές οικίες, στη Νέα Σμύρνη Αττικής, όπου και η πατρική τους οικία, ώστε να βρίσκονται σε καθημερινή επαφή, οι οικογένειές τους είχαν κοινή κοινωνική ζωή, έκαναν κοινές εξόδους και διακοπές και μεγάλωσαν τα τέκνα τους ως να ήταν αδέλφια μεταξύ τους. Ο αρχικώς τέταρτος ενάγων(ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) και η πέμπτη ενάγουσα(ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη) -γονείς της θανούσας, ηλικίας ... και ... ετών, αντίστοιχα, διέμεναν επίσης στην ίδια περιοχή της Νέας Σμύρνης με τις θυγατέρες τους. Μολονότι δεν είχαν οικονομική ανάγκη, καθώς ο αρχικώς τέταρτος ενάγων ήταν συνταξιούχος του ΟΓΑ με μεγάλη ακίνητη περιουσία, η θανούσα τους επισκεπτόταν καθημερινά στην οικία τους προκειμένου να τους φροντίσει, να τους στηρίξει και να τους δώσει χαρά, στη δύση της ζωής τους. Ο αδόκητος θάνατος της συγγενούς τους προξένησε μεγάλη θλίψη σε όλους τους ενάγοντες, που κλονίστηκαν ψυχικά, ιδίως ο πρώτος από αυτούς, ο οποίος βίωσε από κοντά το ατύχημα, που τον τάραξε τόσο ισχυρά, ώστε χρειάστηκε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο ..., για να του παρασχεθεί ιατρική βοήθεια και φροντίδα. Για την άμβλυνση της ψυχικής τους οδύνης και λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγόμενων για την επέλευσή του, τον βαθμό του πταίσματός τους (βαριά αμέλεια), την κατά τον χρόνο του ατυχήματος ηλικία της θανούσας (62 ετών) και την πολύ καλή, προ του ατυχήματος, κατάσταση της υγείας της, τον βαθμό συγγένειας καθενός από τους ενάγοντες, αλλά και την ύπαρξη μεταξύ αυτών και της θανούσας, ισχυρών συναισθηματικών δεσμών αγάπης και στοργής, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική κατάσταση των εξ αυτών φυσικών προσώπων, το γεγονός ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, σκοπός δε της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, είναι η προσφορά ηθικής παρηγοριάς και ανακούφισης στην οικογένεια του θύματος, κρίνεται ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες οφείλουν να τους καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση ποσού 80.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες και 50.000 ευρώ σε καθεμία από τις τρίτη και πέμπτη ενάγουσες, καθώς και στους προαναφερόμενους κληρονόμους του αρχικώς τέταρτου ενάγοντος, κατά τον λόγο της κληρονομικής μερίδας καθενός. Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως τα στοιχεία αυτής εκτίθενται στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, αφού με αυτά τηρείται μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα των διαδίκων, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Όσον αφορά στην οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, λήφθηκαν υπόψη, πλέον των προαναφερομένων, ότι πρόκειται για μία κερδοφόρο επιχείρηση, που προσφέρει υψηλών προδιαγραφών υπηρεσίες και θεωρείται ένα από τα καλύτερα καταλύματα της περιοχής. Διαθέτει μεγάλο πελατολόγιο (ενδεικτικά, αναφέρεται ότι από την έναρξη λειτουργίας του ξενοδοχείου, κατά το έτος 2014, έως το έτος 2020, πραγματοποιήθηκαν συνολικά 62.437 διανυκτερεύσεις 117.577 ατόμων) και συνεργάζεται με διεθνείς ταξιδιωτικούς πράκτορες, όπως "TUI DEUTSCHLAND", "THOMAS COOK UK", "SUN WEB", " AURA TOURS", κ.λ.π., κι έχει λάβει διακρίσεις στον τουρισμό, όπως το "Traveller Review Awards 2020", "Holiday Check 2019", "Bureau Veritas Holding SAS - UK Certification 2019" κ.λ.π. Στον ιστοχώρο της στο διαδίκτυο προβάλλει και διαφημίζει, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, τις εγκαταστάσεις της, που περιλαμβάνουν δωμάτια με ατομικές πισίνες, σουίτες, αίθουσα συνεδρίων, εστιατόριο, μπαρ, κεντρική πισίνα, σπα (spa) κ.λ.π., και τις παρεχόμενες υπηρεσίες (διαμονή, εστίαση, γευσιγνωσία, διοργάνωση συνεδρίων και δεξιώσεων κ.λ.π.). Το ξενοδοχειακό συγκρότημα ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη εναγόμενη, που διαθέτει και άλλα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος που προσκόμισαν οι εναγόμενοι, η πρώτη από αυτούς δήλωσε ακαθάριστα έσοδα χρήσης, του φορολογικού έτους 2017 ποσό 1.745.858,56 ευρώ, του φορολογικού έτους 2018 ποσό 1.870.767,10 ευρώ και του φορολογικού έτους 2019 ποσό 1.966.853,60 ευρώ. Εξάλλου, η κερδοφόρα πορεία της επιχείρησης προκύπτει και από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες έκθεση διαχείρισης του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης προς τη Γ.Σ. των μετόχων αυτής, για τα πεπραγμένα της χρήσης 2020, που συντάχθηκε από την εταιρία "ΣΟΛ - Συνεργαζόμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές Α.Ε.Ο.Ε.", και δημοσιεύθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με την οποία, μάλιστα, οι συνολικές πιστώσεις προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας ανήλθαν στο ποσό του 1.110.000 ευρώ. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του προσδιόρισε την οφειλόμενη στους ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 120.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους, και των 80.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά τον εν μέρει βάσιμο όγδοο λόγο της κρινόμενης έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί ότι για τον αποθανόντα στις 6-5-2021 τέταρτο ενάγοντα- ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο Γ. Μ. συνεχίζουν την δίκη οι αναφερόμενοι στην απόφαση κληρονόμοι του, έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των εκκαλούντων-εναγομένων κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των εναγόντων-ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους ανωτέρω-ήδη μη διαδίκους τρίτη, τέταρτη και πέμπτο των εναγομένων, την έκανε εν μέρει δεκτή ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες-ήδη αναιρεσείουσες και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον εκάστη, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά των 80.000 ευρώ σε καθέναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες και των 50.000 ευρώ σε καθεμία από τις τρίτη και πέμπτη των εναγόντων καθώς και στους κληρονόμους του αρχικού τετάρτου ενάγοντος, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τις αναιρεσείουσες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 330 παρ. 2, 281, 298 ΑΚ και 358 του ΠΔ 14- /1999, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαιτιότητας υπό την μορφή της αμέλειας της δεύτερης αναιρεσείουσας, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας και ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αφού, κατά τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο θάνατος της συγγενούς των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων οφείλεται σε αμέλεια που επέδειξε η δεύτερη αναιρεσείουσα, που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση στους συγγενείς της θανούσας εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ψυχικής οδύνης, που δοκίμασαν από τον θάνατο αυτό.

Περαιτέρω το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της αμέλειας της δεύτερης αναιρεσείουσας και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε ότι συνιστούν αμέλεια της δεύτερης αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου της συγγενούς των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων , καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων, καθώς και των άρθρων 297, 298 ΑΚ, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου καθ' όσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο θάνατος αυτός οφείλεται σε αμέλεια της δεύτερης αναιρεσείουσας με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: 1) Ότι η πρώτη αναιρεσείουσα λειτουργεί στην ... και εκμεταλλεύεται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους ένα πολυτελές ξενοδοχείο, κατηγορίας 5 αστέρων, 38 δωματίων, ιδιοκτησίας της, το οποίο αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα και συγκεκριμένα σε υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και πρώτο όροφο. 2) Ότι με το από 1/2/2015 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 27/4/2015, το Δ.Σ. ανέθεσε, κατά το άρθρο 20 του καταστατικού της πρώτης αναιρεσείουσας, στη δεύτερη αναιρεσείουσα, πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνουσα Σύμβουλο, την καθ' υποκατάσταση ενάσκηση όλων των δικαιωμάτων και εξουσιών του Δ.Σ. σχετικά με τη διοίκηση και εκπροσώπησή της, καθώς και τη διαχείριση της περιουσίας της. 3) Ότι μετά την κατασκευή του ξενοδοχείου, που άρχισε να λειτουργεί το έτος 2014, προκειμένου να προστατευτεί η είσοδος του υπόγειου αποθηκευτικού χώρου του ξενοδοχείου από τα όμβρια ύδατα, η δεύτερη αναιρεσείουσα, που είχε την ιδιότητα του τοπογράφου μηχανικού με εικοσαετή εμπειρία, κάλυψε ένα υπάρχον πάνω από την είσοδο αυτή τριγωνικό άνοιγμα με μια μεταλλική κατασκευή εμβαδού 8 τ.μ. περίπου, η οποία στερεώθηκε στους πλαϊνούς τοίχους, επιστρώθηκε με χαλίκι για λόγους αισθητικής και διαχωρίστηκε σε μήκος 5 μέτρων περίπου από τον υπερυψωμένο ισόγειο χώρο του ξενοδοχείου, που αποτελούσε χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, με χαμηλό κράσπεδο ύψους 0,10-0,15 μέτρων, επί του οποίου τοποθετήθηκαν γαλβανιζέ μεταλλικοί πάσσαλοι ύψους 0,80 μέτρων, συνδεόμενοι οριζόντια με τρία συρματόσχοινα αραιά τοποθετημένα μεταξύ τους. 4) Ότι στην κορυφή του τριγωνισκού αυτού χώρου, μεταξύ του ανωτέρω φράκτη και της εξωτερικής βορεινής τοιχοποιίας της ανατολικής πτέρυγας του ξενοδοχείου, επειδή τα συρματόσχοινα δεν συνδέονταν με τον τοίχο αυτό, αλλά με το ανωτέρω χαμηλό κράσπεδο, απέμενε απερίφρακτο άνοιγμα της περίφραξης πλάτους 0,45 μέτρων, από το οποίο μπορούσε οποιοσδήποτε να εισέλθει στην επιστρωθείσα με χαλίκι ανωτέρω μεταλλική κατασκευή - εξέδρα, αφού η είσοδος αυτή δεν εμποδιζόταν από τον υπάρχοντα εκεί μετρητή υγραερίου, γιατί αυτός δεν ήταν τοποθετημένος πάνω στο άνοιγμα. 5) Ότι, παρότι ήταν δυνατή η είσοδος στην "εξέδρα" αυτή από το ανωτέρω άνοιγμα και παρότι η απόληξη της εξέδρας αυτής, στη βάση του τριγώνου, απέληγε σε κενό ύψους 3 μέτρων περίπου, πάνω από την είσοδο του υπόγειου αποθηκευτικού χώρου, η δεύτερη αναιρεσείουσα παρέλειψε να κατασκευάσει στηθαίο στο πέρας αυτό της εξέδρας, να τοποθετήσει προειδοποιητικές και απαγορευτικές πινακίδες πρόσβασης σε αυτήν και επίσης να τοποθετήσει φωτισμό, που να φωτίζει επαρκώς τον χώρο της εξέδρας. 6) Ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η σύζυγός του Κ. Π., της οποίας η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι θυγατέρα, η τρίτη αναιρεσίβλητη αδελφή και η πέμπτη αναιρεσίβλητη μητέρα, συνήψαν νόμιμα με την πρώτη αναιρεσείουσα σύμβαση "αγοράς πακέτου διακοπών" στο ξενοδοχείο, στο οποίο περιλαμβανόταν διαμονή έξι διανυκτερεύσεων από 11/9/2017 έως 17/9/2017 με ημιδιατροφή αντί τιμήματος 926 ευρώ και στις 11/9/2017 ήλθαν να διαμείνουν σε αυτό. 7) Ότι στις 21.05 μ.μ. της 12/9/2017, αφού οι ανωτέρω δείπνησαν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και η Κ. Π. ήπιε ένα ποτήρι κρασί, αναχώρησαν από το δωμάτιό τους για να πραγματοποιήσουν νυκτερινό περίπατο στην πόλη της .... 8) Ότι επειδή το αυτοκίνητό τους ήταν σταθμευμένο πολύ κοντά στον τοίχο του ξενοδοχείου και γι' αυτό η Κ. Π. δεν μπορούσε να εισέλθει στη θέση του συνοδηγού, αυτή προχώρησε προς την έξοδο του ξενοδοχείου, ζητώντας από τον πρώτο αναιρεσίβλητο να την παραλάβει από εκεί. 9) Ότι ακολούθως η Κ. Π. κινούμενη προς την έξοδο του ξενοδοχείου, εισήλθε από το άνοιγμα πλάτους 0,45 μέτρων στην επιστρωμένη με χαλίκι μεταλλική εξέδρα, προχώρησε σε αυτήν και αφού διήνυσε την υπάρχουσα απόσταση των 5 μέτρων έφθασε στην άκρη της και κατέπεσε στο κενό σε βάθος 3 μέτρων περίπου, με αποτέλεσμα από την πτώση αυτή να προκληθεί ο θάνατός της. 10) Ότι κατά την είσοδο αυτής στην εξέδρα, ήταν νύκτα και η εξέδρα δεν φωτιζόταν, αφού δεν υπήρχαν φωτιστικά στοιχεία στο χαμηλό κράσπεδο της περίφραξης με πασσάλους και συρματόσχοινα, που τη διαχώριζε από τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης, αλλά υπήρχε μόνο το αντιφέγγισμα του υποβρυχίου μπλε φωτισμού των παρακείμενων ιδιωτικών πισινών των δωματίων του ξενοδοχείου, το οποίο όμως δεν ήταν επαρκές, γιατί παρεμβάλλονταν παραπετάσματα με χοντρό καραβόπανο τοποθετημένα επί σταθερών πλαισίων, που απέκλειαν τη θέαση των πισινών. Οι ουσιαστικές αυτές παραδοχές δικαιολογούν το συμπέρασμα ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα, ως μοναδική νόμιμη εκπρόσωπος και διαχειρίστρια της παρέχουσας υπηρεσίες ξενοδοχείου πρώτης αναιρεσείουσας, από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού ξενοδόχου, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε ως όφειλε τις συνέπειες της πράξης της και έτσι κατασκεύασε τη μεταλλική εξέδρα εμβαδού 8 τ.μ., παραλείποντας να φροντίσει, είτε να μην είναι δυνατή η πρόσβαση σε αυτήν, είτε αφού άφησε άνοιγμα πλάτους 0,45 μέτρων, που επέτρεπε την πρόσβαση σε αυτήν, καθιστώντας την βατό δάπεδο, να φροντίσει να κατασκευάσει στηθαίο στην απόληξή της, να την έχει επαρκώς φωτισμένη και να τοποθετήσει στο άνοιγμα προειδοποιητική πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο στην εξέδρα, με αποτέλεσμα λόγω της αμελούς αυτής αλλά και παράνομης συμπεριφοράς της, με την οποία παραβιάστηκε και η γενική από την ιδιότητά της ως ξενοδόχου υποχρέωση πρόνοιας προς τους πελάτες και επισκέπτες του ξενοδοχείου της, αλλά και από τη συναλλακτική καλή πίστη και τις επιταγές της έννομης τάξης υποχρέωση λήψης των αναγκαίων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης βλάβης σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων να προκληθεί ο θάνατος της Κ. Π. Περαιτέρω ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι η εξέδρα κατασκευάστηκε για να προστατέψει την είσοδο του υπογείου από τα όμβρια ύδατα ως στέγαστρο, με την έτερη παραδοχή ότι αυτή ήταν βατό δάπεδο, αφού γίνεται δεκτό ότι ήταν δυνατή η πρόσβαση σε αυτή. Τέλος, όλες οι αιτιάσεις με τις οποίες πλήττονται οι πράγματι ενδοιαστικές αιτιολογίες της απόφασης για τον λόγο για τον οποίο εισήλθε η Κ. Π. στην εξέδρα είναι αβάσιμες, γιατί πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης, αφού κρίσιμη είναι μόνο η δυνατότητα κάποιου να εισέλθει στην εξέδρα αυτή και όχι και ο λόγος για τον οποίο το έκανε, ενώ και οι αιτιάσεις ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων το Εφετείο παραβίασε τα αναφερόμενα στην αναίρεση διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, όπως προαναφέρθηκε, γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω όμως, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με την έφεσή τους ένσταση των αναιρεσειουσών περί συνυπαιτιότητας της θανούσας στην επέλευση του θανάτου της, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ίδιες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας της θανούσας, υπό την μορφή της αμέλειας της, δεδομένου ότι οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ότι η θανούσα Κ. Π. παρέκαμψε τον υπάρχοντα μετρητή υγραερίου και εισήλθε από μικρό άνοιγμα πλάτους 0,45 μέτρων σε χώρο, ο οποίος ήταν πέραν του ανοίγματος αυτού, διαχωρισμένος σε μήκος 5 μέτρων από τον υπερυψωμένο χώρο του ισογείου (όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σύζυγός της) με χαμηλό κράσπεδο ύψους 0,10-0,15 μέτρων, επί του οποίου υπήρχαν γαλβανιζέ μεταλλικοί πάσσαλοι ύψους 0,80 μέτρων περίπου, συνδεδεμένοι οριζόντια με τρία συρματόσχοινα αραιά τοποθετημένα μεταξύ τους και ότι προέβη στην ενέργεια αυτή, α)ενώ είχε καταναλώσει κατά το δείπνο με τον σύζυγό της κρασί, από την κατανάλωση του οποίου μετά τον θάνατό της βρέθηκε ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης στο αίμα της σε συγκέντρωση 0,51 gr/lit, που υπερβαίνει το νόμιμο όριο των 0,50 gr/lit και είναι απαγορευτικό για την οδήγηση αυτοκινήτου κατά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, β)ενώ ήταν νύκτα και ο χώρος, στον οποίο εισήλθε και τον οποίο δεν γνώριζε, αφού είχε έλθει στο ξενοδοχείο την προηγούμενη ημέρα, δεν φωτιζόταν και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και γ)ενώ ο σύζυγός της βρισκόταν σε διαδικασία να απομακρύνει το αυτοκίνητό τους από τη θέση στάθμευσης, που βρισκόταν αυτό, η οποία εμπόδιζε προσωρινά την είσοδό της στο αυτοκίνητο και την ανέμενε να εισέλθει στο αυτοκίνητο για να αναχωρήσουν από το ξενοδοχείο, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα ότι η θανούσα έχει και αυτή συνυπαιτιότητα για τον θάνατό της, αφού από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής του μέσου πελάτη ξενοδοχείου εισήλθε βιαστικά, γιατί την ανέμενε ο σύζυγός της και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, από στενό άνοιγμα σε περιφραγμένο έστω και ατελώς χώρο, τον οποίο δεν γνώριζε και ο οποίος δε φωτιζόταν, αφού ήταν νύκτα, με αποτέλεσμα να προκληθεί και από δική της αμέλεια η πτώση της και ο θάνατός της. Επομένως οι ίδιοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν, ως προς την αόριστη νομική έννοια της συνυπαιτιότητας της θανούσας, είναι βάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι` αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα(ΑΠ 146/2024, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 328/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α)το αποδεικτικό μέσο , που λήφθηκε υπόψη, β)ο ουσιώδης ισχυρισμός, σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε (ή έπρεπε να χρησιμεύσει) και η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης, γ)η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ)το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης(ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1271/2008, ΑΠ 462/2019) και ε)ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 1656/2010, ΑΠ 1038/2019), καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, από το οποίο προκύπτει το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου, το οποίο πρέπει για το ουσία βάσιμο να προσκομίζεται στον Αρειο Πάγο(ΑΠ 146/2024).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, ενώ ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο διενεργών προανάκριση αστυνομικός, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 97/2018, ΑΠ 749/2017).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτιμώντας την από 12-9-2017 Έκθεση Αυτοψίας, που προσκόμισαν με επίκληση στο Εφετείο και την οποία συνέταξαν οι αναφερόμενοι στον λόγο αυτό αρμόδιοι αστυνομικοί του Α.Τ. ..., που διενεργούσαν προανάκριση για τον θάνατο της Κ. Π., παραβίασε την από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ παρεχόμενη στο ως άνω δημόσιο έγγραφο αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης ως προς το πλάτος του επιδίκου ανοίγματος μεταξύ του συρμάτινου φράκτη και του τοίχου, το οποίο προσδιόριστηκε στην έκθεση αυτή σε "0,30 μέτρα περίπου" και όχι σε 0, 45 μέτρα, που δέχθηκε το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρεται σε αυτόν ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευε το έγγραφο και συνεπώς η επίδρασή του στην έκβαση της δίκης. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, γιατί το ακριβές πλάτος του ανοίγματος, το οποίο κατά προσέγγιση αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας, αφού χρησιμοποιείται η λέξη "περίπου", όφειλαν να το ελέγξουν οι διενεργούντες την προανάκριση αστυνομικοί και συνεπώς η αναφορά στο δημόσιο έγγραφο της Έκθεσης Αυτοψίας που συνέταξαν ότι το πλάτος αυτό είναι "0,30 μέτρα περίπου" παράγει μεν πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσβολής του εγγράφου αυτού ως πλαστού και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, συνεκτιμώντας το έγγραφο αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι το πλάτος είναι 0,45 μέτρα, δεν παραβίασε τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ ,ως προς την αποδεικτική δύναμη της Έκθεσης Αυτοψίας κατά το μέρος της αυτό.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την από μηνός Απριλίου 2022 Τεχνική Έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Δ., την οποία νομίμως προσκόμισαν με επίκλησή της στο Εφετείο, από την οποία αποδεικνυόταν ότι το άνοιγμα, από το οποίο εισήλθε στο στέγαστρο η θανούσα, είχε πλάτος 0,30 μέτρα και συνεπώς η πρόσβαση στο στέγαστρο, αφ' ενός ήταν δυσχερής και αφ' ετέρου λόγω της επικάλυψής του με κροκάλες έδινε αίσθημα ανασφάλειας κατά τη βάδιση και έτσι δέχθηκε την αποκλειστική υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, ενόψει και του ότι την ύπαρξη των χαλικιών στο στέγαστρο την δέχεται και το Εφετείο, ενώ αυτό αιτιολογημένα, όπως προαναφέρθηκε, δέχεται ότι το πλάτος του ανοίγματος είναι 0,45 μέτρα, απορρίπτοντας σιωπηρώς την περιλαμβανόμενη στην ανωτέρω τεχνική έκθεση και μη προκύπτουσα από αυτοψία του χώρου του συντάξαντος αυτήν, αναφορά ότι το πλάτος αυτό είναι 0, 30 μέτρα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, χωρίς να ερευνηθεί ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, που κρίθηκαν βάσιμοι, αφού το Εφετείο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση, θα προβεί σε νέο καθορισμό του ύψους αυτού, συνυπολογίζοντας τη βαρύτητα του πταίσματος των υποχρέων καθώς και το συντρέχον πταίσμα της θανούσας πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στις αναιρεσείουσες (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Β) Λόγοι αναίρεσης ως προς την έκτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. α` του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, ενώ κατά τη διάταξη του εδ. β` αυτού, που αφορά μόνο τις καλούμενες δαπάνες απόκρουσης των απαιτήσεων (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 921/2009), δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου(ΑΠ 246/2022). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ στην παρ. 6 εδ. α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η δυνατότητα διεύρυνσης, με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον ίδιο νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι διατάξεις του Ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ` αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 735/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 957/2021). Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 735/2024, ΑΠ 1078/2023, ΑΠ 210/2023, ΑΠ 131/2023 ΑΠ 181/2022) Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του Ν.2496/1997, είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ` αυτήν γενική επιφύλαξη ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν. 2496/197, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, το οποίο περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις, και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ` αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών. Κατά συνέπεια, ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφρά αμέλειά τους. Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρο 7 παρ.6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξάλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ` εαυτής στη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρο 7 παρ. 6 του παραπάνω νόμου (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 19/2015, ΑΠ 735/2024, ΑΠ 1078/2023). Ενόψει των εκτεθέντων, προκειμένου περί ασφάλισης αστικής ευθύνης, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 25 ν.2496/1997, η οποία αποτελεί είδος της ασφάλισης ζημιών, η ασφάλιση καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι των αξιώσεων οποιουδήποτε τρίτου στα όρια του ασφαλιστικού κινδύνου (ΑΠ 735/2024, ΑΠ 883/2015). Σε περίπτωση, που ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος ενεργεί τη σύμβαση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται ο συμβατικός περιορισμός των δικαιωμάτων του (άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2496/1997).
Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου (ΑΠ 735/2024, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 767/2021, ΑΠ 131/2023). Μία τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος ενεργεί τη σύμβαση για επαγγελματικούς λόγους, όπως συμβαίνει και επί της ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτού που εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο, είναι και η συμφωνία των μερών ότι "Με ποινή έκπτωσης κάθε δικαιώματος του για αποζημίωση, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεώνεται να προβεί στη λήψη κάθε μέτρου που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία και τους κανόνες της καλής τέχνης και αφορά στην ασφάλεια των παραθεριστών". Η υποχρέωση αυτή αποτελεί συμβατική υποχρέωση, η τήρηση της οποίας ενεργοποιεί την ευθύνη του ασφαλιστή και η παράβασή της επιτρέπει την απαλλαγή του τελευταίου (ασφαλιστή) από την ασφαλιστική κάλυψη (π.ρ.β.λ.ΑΠ 735/2024, AΠ 1078/2023, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 767/2021, ΑΠ 1542/2018). Η προβολή των ανωτέρω εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη αποτελεί ένσταση, που προτείνει και αποδεικνύει ο επικαλούμενος την εξαίρεση αυτή ασφαλιστής(ΑΠ 210/2023).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, ενωμένη με ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, την οποία άσκησαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι της ανωτέρω αγωγής κατά της ήδη έκτης αναιρεσίβλητης, στην οποία επικαλούμενοι σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης της πρώτης εναγομένης-ήδη πρώτης αναιρεσείουσας από την λειτουργία του ξενοδοχείου της με την έκτη αναιρεσίβλητη, το Μονομελές Εφετείο ..., με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τους λοιπούς- πλην της πρώτης παρεμπιπτόντως ενάγοντες ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτών, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες αυτοί δεν ήταν συνδεδεμένοι με σύμβαση ασφάλισης με την παρεμπιπτόντως εναγομένη, απόρριψη που δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης, δέχθηκε ακολούθως ως προς την πρώτη παρεμπιπτόντως ενάγουσα-ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, πέραν όσων προαναφέρθηκαν, και τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. 72469 ασφαλιστήριο συμβόλαιο γενικής αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφάλισε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, καθώς και των προσώπων που βρίσκονται στην υπηρεσία της, για σωματικές βλάβες ή/ και υλικές ζημίες που τυχόν προκληθούν σε τρίτους από αμέλεια και/ ή παράλειψή τους αποκλειστικά και μόνο από τη λειτουργία των χώρων και εγκαταστάσεων του ως άνω ξενοδοχείου, για σωματικές βλάβες ή θάνατο κατ' άτομο και κατά ατύχημα, συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ, για ομαδικό ατύχημα μέχρι του ποσού των 900.000 ευρώ, για υλικές ζημίες για κάθε ατύχημα έως του ποσού των 150.000 ευρώ, και με ανώτατο όριο ευθύνης καθ' όλη της διάρκεια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (από 1-6-2017 έως 1-6-2018) το ποσό του 1.000.000 ευρώ, έναντι μεικτών ασφαλίστρων 313,63 ευρώ για την συγκεκριμένη ασφαλιστική περίοδο. Συμφωνήθηκε δε ρητά ότι το άνω ασφαλιστήριο θα διέπεται από τους Γενικούς και Ειδικούς Όρους, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ασφαλιστηρίου, τους οποίους η παρεμπιπτόντως ενάγουσα - ασφαλισμένη αποδέχθηκε, αφού δεν εναντιώθηκε σ' αυτούς. Στην 3η σελίδα του ασφαλιστηρίου, υπό τον τίτλο "Ειδικές εξαιρέσεις και προϋποθέσεις", ορίζεται ρητά στο άρθρο 1 ότι "Με ποινή έκπτωσης κάθε δικαιώματος του για αποζημίωση, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεώνεται να προβεί στη λήψη κάθε μέτρου που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία και τους κανόνες της καλής τέχνης και αφορά στην ασφάλεια των παραθεριστών". Όσον αφορά δε στις Γενικές εξαιρέσεις και περιορισμούς, το ασφαλιστήριο, στη σελίδα 3, παραπέμπει στο άρθρο 2 των Γενικών Όρων, το οποίο προβλέπει επί λέξει τα εξής: "2. Εξαιρούμενοι κίνδυνοι: Άρθρο 2ο. Η παρεχόμενη κάλυψη με αυτό το ασφαλιστήριο αποκλείει την ευθύνη του λήπτη της ασφάλισης για αποζημίωση τρίτων για ζημίες από ατυχήματα που θα προξενηθούν: α. Από τον λήπτη της ασφάλισης ή από πρόσωπα προστηθέντα στην υπηρεσία του με τη θέλησή τους ή σκόπιμα ή με δόλο ή από βαρεία αμέλεια." Επομένως, συμφωνήθηκε ρητά, αφενός ότι η λήπτρια της ασφάλισης - παρεμπιπτόντως ενάγουσα θα εκπίπτει από το δικαίωμά της για αποζημίωση, εφόσον δεν έχει λάβει κάθε μέτρο που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία και τους κανόνες της καλής τέχνης και αφορά στην ασφάλεια των παραθεριστών (και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επέλθει εξαιτίας της έλλειψης των μέτρων αυτών), και αφετέρου ότι δεν καλύπτεται ασφαλιστικά η έναντι τρίτων αστική ευθύνη της από τα ζημιογόνα γεγονότα που προκλήθηκαν από δόλο ή βαριά αμέλεια της ίδιας ή των προστηθέντων της. Τους ως άνω απαλλακτικούς όρους, οι οποίοι συμφωνήθηκαν έγκυρα και δεν είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, αφού πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας, γνώριζε η ασφαλιζόμενη ανώνυμη εταιρία και αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς να εναντιωθεί σ' αυτούς, όπως είχε το δικαίωμα. Εξάλλου, οι συγκεκριμένοι ειδικοί όροι (καλούμενοι και "χειρόγραφοι"), που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε η λήπτρια και όχι τους γενικούς όρους με τους οποίους η ασφαλιστική της εταιρία παρέχει την κάλυψη ομοιόμορφα στους πελάτες της, και έτσι δεν τίθεται γι' αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 2251/1994, κατά τα προεκτεθέντα. Όπως αποδείχθηκε δε, ο θανάσιμος τραυματισμός της Κ. Π. οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, τα οποία όφειλε να έχει λάβει η πρώτη εναγομένη της κύριας αγωγής - λήπτρια της ασφάλισης και δεν έλαβε, τα οποία παραλήφθηκαν από βαριά αμέλεια της νομίμου εκπροσώπου της - δεύτερης εναγομένης, για την οποία ευθύνεται και η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία. Κατά συνέπεια, δεν καλύπτεται από την προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση η αστική ευθύνη της παρεμπιπτόντως ενάγουσας για τη χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων της κύριας αγωγής, δεκτής γενομένης ως ουσία βάσιμης της νόμιμης (κατ' άρθρα 361 ΑΚ και 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997) ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγομένης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος και έκπτωσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας από το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή ως βάσιμης της ανωτέρω ένστασης της έκτης αναιρεσίβλητης, απέρριψε την κατ' αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή και κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη αναιρεσείουσα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό, για την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας, διέλαβε δύο επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και συγκεκριμένα, αφού δέχθηκε ότι στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο γενικής αστικής ευθύνης έναντι τρίτων της πρώτης αναιρεσείουσας για επαγγελματικούς κινδύνους από την λειτουργία των χώρων και εγκαταστάσεων του ως άνω ξενοδοχείου, περιελήφθησαν δύο αυτοτελείς απαλλακτικές της ευθύνης της έκτης αναιρεσίβλητης ρήτρες και συγκεκριμένα:1) ότι "Με ποινή έκπτωσης κάθε δικαιώματος του για αποζημίωση, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεώνεται να προβεί στη λήψη κάθε μέτρου που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία και τους κανόνες της καλής τέχνης και αφορά στην ασφάλεια των παραθεριστών" και 2) ότι "Η παρεχόμενη κάλυψη με αυτό το ασφαλιστήριο αποκλείει την ευθύνη του λήπτη της ασφάλισης για αποζημίωση τρίτων για ζημίες από ατυχήματα που θα προξενηθούν: α. Από τον λήπτη της ασφάλισης ή από πρόσωπα προστηθέντα στην υπηρεσία του με τη θέλησή τους ή σκόπιμα ή με δόλο ή από βαρεία αμέλεια", ακολούθως δέχθηκε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξαν και οι δύο αυτές απαλλακτικές ρήτρες, καθεμία των οποίων επιφέρει την απαλλαγή της έκτης αναιρεσίβλητης, αφού δέχθηκε ότι: α) "ο θανάσιμος τραυματισμός της Κ. Π. οφείλεται αποκλειστικά στην έλλειψη των μέτρων ασφαλείας, που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, τα οποία όφειλε να έχει λάβει η πρώτη εναγομένη της κύριας αγωγής - λήπτρια της ασφάλισης και δεν έλαβε" και β) "τα οποία παραλήφθηκαν από βαριά αμέλεια της νομίμου εκπροσώπου της - δεύτερης εναγομένης, για την οποία ευθύνεται και η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία". Με τον έκτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα, πλήττοντας την πρώτη από τις ανωτέρω αιτιολογίες, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1(όχι δε και 19 κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου) του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι το μεταλλικό στέγαστρο που κατασκεύασε για προστασία από τα όμβρια ύδατα της ράμπας εισόδου στον υπόγειο αποθηκευτικό χώρο του ξενοδοχείου, στο οποίο υπάρχει δυσχερής πρόσβαση, αποτελεί "βατό δάπεδο" κατά την έννοια του άρθρου 358 του Π.Δ. 14/1999 και συνεπώς γεννά υποχρέωσή της κατά το άρθρο αυτό να κατασκευάσει προστατευτικό στηθαίο για να αποτραπεί η πτώση όσων χρησιμοποιούν το δάπεδο, η παράλειψη κατασκευής του οποίου γεννά παραβίαση μέτρου ασφαλείας που προβλέπεται "από τη σχετική νομοθεσία" και ενεργοποιεί τη σχετική απαλλακτική ρήτρα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, γιατί το στέγαστρο αυτό δεν προοριζόταν για άσκηση ανθρώπινης δραστηριότητας παρά μόνο για την προστασία από τα όμβρια ύδατα και συνεπώς δεν αποτελεί "βατό δάπεδο" κατά την έννοια του άρθρου αυτού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφ' ενός μεν γιατί, όπως προαναφέρθηκε, εφ' όσον υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης στο μεταλλικό στέγαστρο, αυτό χαρακτηρίζεται ως "βατό δάπεδο", που γεννά την κατά το άρθρο 358 του Π.Δ. 14/1999 υποχρέωση για κατασκευή στηθαίου, η οποία και παραλείφθηκε, αφού και στην περίπτωση αυτή υπάρχει ανάγκη προστασίας από την πτώση αυτών που θα εισέλθουν στο στέγαστρο, αφ' ετέρου δε σε κάθε περίπτωση, γιατί η υποχρέωση κατασκευής στηθαίου στο στέγαστρο, εφόσον δεν αποκλείστηκε η πρόσβαση σε αυτό κατά τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει και από τη συναγόμενη από την καλή συναλλακτική πίστη κατά το άρθρο 288 Α.Κ. και παραλειφθείσα από την πρώτη αναιρεσείουσα, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, υποχρέωση λήψης μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας προς προστασία των πελατών της, η οποία και αυτή επέβαλε την κατασκευή του προστατευτικού στηθαίου και για την οποία παράλειψη επίσης στο άρθρο 1 των ειδικών εξαιρέσεων του ασφαλιστηρίου προβλέπεται απαλλαγή της έκτης αναιρεσίβλητης, αφού στο άρθρο αυτό προβλέπεται η έκπτωση και όταν ο λήπτης της ασφάλισης δεν "προβεί στη λήψη κάθε μέτρου που προβλέπεται από ... τους κανόνες της καλής τέχνης και αφορά στην ασφάλεια των παραθεριστών". Μετά την απόρριψη του λόγου αυτού καθίσταται αλυσιτελής και συνεπώς είναι αβάσιμος και ο ίδιος έκτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η πρώτη αναιρεσείουσα πλήττει την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία απόρριψης της παρεμπίπτουσας αγωγής, ισχυριζόμενη ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή της ότι οι γενόμενες δεκτές ως παραλείψεις της συνιστούν βαρεία αμέλειά της επιφέρουσα την απαλλαγή της έκτης αναιρεσίβλητης, γιατί την απαλλαγή αυτή και την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της έκτης αναιρεσίβλητης, στηρίζει αυτοτελώς η ανωτέρω πρώτη επάλληλη αιτιολογία απόρριψής της, η οποία δεν επλήγη αποτελεσματικά με τον απορριφθέντα ανωτέρω έκτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη. Τα δικαστικά έξοδα αυτής, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Θεωρεί ως μη ασκηθείσα ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, την από 3-11-2023 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HORIZOΝ Ανώνυμη Ξενοδοχειακή-Τουριστική-Τεχνική-Κατασκευαστική Εταιρεία" και 2) Α. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 118/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... και κηρύσσει καταργημένη την εκκρεμή δίκη ως προς αυτόν.

-Δέχεται την ίδια αίτηση αναίρεσης, ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.

-Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

-Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.

-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στις αναιρεσείουσες.

-Καταδικάζει τους ανωτέρω πρώτο, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

-Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη. Και

-Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έκτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή