Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 866 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 866/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει τις υπόθεσεις μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Ε. Π., 2) Ε. Π. του Π., 3) Δ. Π. του Ε. και 4) Ι. Π. του Ε., κατοίκων ... Οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καπελάρη και η τέταρτη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία συγχωνεύθηκε, διά απορροφήσεως, με την εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", όπως αυτή μετονομάσθηκε σε "ALLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και το διακριτικό τίτλο "ALLIΑNZ Α.Ε.Δ.Α.Κ." που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσιμπρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και
Β. Των αναιρειουσών : 1) εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" λόγω συγχώνευσης αυτής με την εταιρία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" με απορρόφηση της τελευταίας από την "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία". και 2) εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και το διακριτικό τίτλο "ALLIΑNZ Α.Ε.Δ.Α.Κ." που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως ήδη έχει αλλάξει η επωνυμία από "Allianz Ανώνυμη Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσιμπρή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Ε. Π., 2) Ε. Π. του Π., 3) Δ. Π. του Ε. και 4) Ι. Π. του Ε., κατοίκων .... Οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καπελάρη, και η τέταρτη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-02-2007 αγωγή των ήδη Α.αναιρεσειουσών και Β.αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 393/2012 μη οριστική και 5196/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6294/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. αναιρεσείοντες και Β. αναιρεσείουσες με τις από 02-06-2023 και 26-06-2023 αιτήσεις τους αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της Α. αίτησης, την απόρριψη της Β. αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-1-2025) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 2-6-2023 αίτηση αναίρεσης των Μ., Ε., Δ. και Ι. Π. κατά των ανωνύμων εταιρειών 1)"Allianz ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Α.Α.Ε.", η οποία μετονομάστηκε σε "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Α.Α.Ε." μετά την απορρόφηση από αυτήν της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Α.Ε.Γ.Α.", με την οποία συγχωνεύθηκε και 2) "Allianz Μονοπρόσωπη Α.Ε.Δ.Α.Κ." και β) η από 26-6-2023 αίτηση αναίρεσης των τελευταίων κατά των πρώτων. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 6294/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α) Επί της από 26-6-2023 αίτησης αναίρεσης Κατά την παρ. 1 του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1, 577, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ ΑΠ 15/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022), υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ` άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β` περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους(ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1104/2020). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1052/2018), σχέση δε αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α` του Ν. 1157/12-5-1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει στις 7:00` μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας". Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και της ομοίας διατάξεως του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι οι διατάξεις αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την συζήτηση της υπόθεσης ή την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε, αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή με Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7:00` μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985, ΑΠ 792/2023, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 956/2021). Τέτοιες προθεσμίες ενέργειας του διαμένοντος στην Ελλάδα διαδίκου, οι οποίες αρχίζουν από την επίδοση σε αυτόν της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι και εκείνες των 15 ημερών για τον ερήμην δικασθέντα διάδικο, εντός της οποίας πρέπει να ασκήσει αυτός ανακοπή ερημοδικίας κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ και των 30 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ασκήσει αναίρεση κατά το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην κρινόμενη υπόθεση οι αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες, στην αίτησή τους αναφέρουν ότι η εκδοθείσα ερήμην των αναιρεσιβλήτων και της ήδη μη διαδίκου και αρχικής συνεναγομένης των ιδίων Α. Π. αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε νόμιμα, με επιμέλειά τους, στις ήδη αναιρεσίβλητες στις 11/5/2023 και συντάχθηκαν σχετικά οι ...-2023 αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιώς Α. Ζ. και ότι οι αναιρεσίβλητες δεν άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής. Οι επιδόσεις αυτές καθώς και η μη άσκηση ανακοπής ερημοδικίας συνομολογούνται και από τους αναιρεσίβλητους στη δίκη τους αίτηση αναίρεσης, η δε επίδοση ειδικά στον δεύτερο αναιρεσίβλητο αποδεικνύεται και από την από 11/5/2023 επισημείωση της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας επάνω σε προσκομιζόμενο από τους αναιρεσίβλητους επικυρωμένο αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με παραγγελία επιδόσεως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Από την επομένη της επιδόσεως της απόφασης (12/5/2023) άρχισε η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 26/5/2023, ημέρα Παρασκευή, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας από τους αναιρεσίβλητους, οπότε η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Από την επομένη ημέρα 27/5/2023 άρχισε η προθεσμία των 30 ημερών για την άσκηση αναίρεσης, η οποία συμπληρώθηκε στις 25/6/2023 και επειδή αυτή ήταν Κυριακή, την επομένη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή στις 26/6/2023, ημέρα Δευτέρα. Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, που είναι το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στις 27/6/2023, ημέρα Τρίτη και συνεπώς αυτή κατατέθηκε εκπρόθεσμα και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Β) Επί της από 2-6-2023 αίτησης αναίρεσης Η από 2-6-2023 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των Μ., Ε., Δ. και Ι. Π. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 7-6-2023, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, η οποία πάροδος κατέστησε την απόφαση τελεσίδικη και πριν την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση αναίρεσης, η οποία έληγε, όπως προαναφέρθηκε στις 26-6-2023, ενώ αυτοί δεν συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας με την επίσης ερήμην δικασθείσα πέμπτη εφεσίβλητη Α. Π., η οποία ήταν συνεναγομένη με τις αναιρεσίβλητες εταιρείες στην αγωγή που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, όπως θα αναφερθει στην συνέχεια της απόφασης(άρθρα 503, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από την χρήση της λέξης "μόνο", που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των είκοσι λόγων αναιρέσεως, που προβλέπονται σε αυτήν, συνάγεται ότι οι λόγοι αναιρέσεως καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό(ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 304/2021, ΑΠ 1032/2019) και συνεπώς προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, που δεν περιλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατονομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "παραβίασε τα οριζόμενα στο άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ" και έτσι, ενώ αυτοί δικάστηκαν ερήμην και ενώ στο εισαγωγικό τμήμα της απόφασής του αναφέρει ότι έλαβε υπόψη το ανωτέρω άρθρο, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση των εκκαλουσών - ήδη αναιρεσιβλήτων να προσκομίσουν σε αυτό και τα εισαγωγικά έγγραφα της δίκης, όμως από την απόφασή του ευθέως προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες δεν προσκόμισαν σε αυτό την υπ' αρ. 15.046/354/2015 κλήση τους για συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με βάση την οποία συζητήθηκε αυτή πρωτοδίκως και εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να καταστεί δυνατή από το Εφετείο η άσκηση ελέγχου στις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης και εξέτασης της αγωγής τους. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί δεν αναφέρει ποίου συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ γίνεται επίκληση με αυτόν και γιατί, σε κάθε περίπτωση, ούτε κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού μπορεί να συναχθεί κάποιος λόγος αναιρέσεως, αφού οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παράβαση δικονομικής διάταξης με τη μη προσκόμιση από τις αναιρεσίβλητες κλήσης τους, όχι ενώπιον του Εφετείου, αλλά ενώπιον του Πρωτοδικείου χωρίς να τη συνδέουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη για τους ιδίους.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011). Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008). Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. α' του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ΠΚ, αλλά και από την όμοια διάταξη του νυν ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη ή στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις, ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας πλάνης, 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κ.λ.π.) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος και του μεταξύ αυτών αιτιώδους συνδέσμου και ακόμη σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού (ΑΠ-Ποιν.293/2022, ΑΠ-Ποιν. 371/2021). Χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης θεωρείται, ενόψει του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, που συνιστούν τους υπαλλακτικούς μικτούς τρόπους τέλεσης της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της περιουσιακής βλάβης στον παθόντα, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του παραπλανηθέντος (ΑΠ-Ποιν. 465/2023, ΑΠ-Ποιν. 293/2022). Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014). Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ. και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011). Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που του ανατέθηκαν ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που του δόθηκαν, ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011). Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας(ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 2259/2014). Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 300, 334 και 922 Α.Κ., η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ 1773/2024, ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 203/2023, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 824/2020), περιστατικά που πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ο εναγόμενος προστήσας (ΑΠ 1773/2024, ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 838/2011), προβάλλοντας σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης του για τις ζημίες που ο προστηθείς προξένησε παράνομα στον τρίτο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής (ΑΠ 1773/2024, ΑΠ 1/2022). Η επίκληση της νομικής έννοιας της προστήσεως εμπεριέχει και πρόταση γεγονότων που τη συγκροτούν, όπως η διαφύλαξη του δικαιώματος παροχής οδηγιών κλπ, η δε συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας της προστήσεως μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω κι αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1224/2008). Αν με τη βούληση του προστήσαντος ο αρχικός προστηθείς έχει δυνατότητα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στη διεκπεραίωση της υποθέσεως του προστήσαντος, ο τελευταίος ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες των υποπροστηθέντων, χωρίς να απαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίδει οδηγίες και εντολές σ` αυτούς (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1104/2015, ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1384/2012, ΑΠ 1785/2007), όπως δε προκύπτει από την άνω διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 926 παρ. 2 ΑΚ, αν ο προστηθείς, απασχολείται συγχρόνως στις υποθέσεις περισσοτέρων προσώπων και κατά το χρόνο της ζημιογόνου πράξεως ενεργεί για το συμφέρον και προς όφελος συγχρόνως όλων των προστησάντων, αυτοί ευθύνονται όλοι, απέναντι στο ζημιωθέντα, εις ολόκληρον (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1785/2007). Εξάλλου, από τις εφαρμοζόμενες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 1 παρ 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, συνάγεται ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου από εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την, εντεύθεν, απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων (ΑΠ 867/2021, ΑΠ 263/2020, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 418/2016, ΑΠ 1396/2011, 331/2010). Περαιτέρω, σχέση προστήσεως κατά την ανωτέρω έννοια υπάρχει και μεταξύ της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας αφενός και του συνεργάτη της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορος αφετέρου), εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού. Και ναι μεν από τη εφαρμοζόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ.3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 5 του v. 2533/1997, συνάγεται, ότι ως αντιπρόσωποι των εταιρειών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά τη διάθεση τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όχι δε και φυσικά πρόσωπα, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διαθέσεως των τίτλων. Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ` εκπροσώπηση της εταιρείας διαχειρίσεως, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991 και, συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις (ΑΠ 1359/2019, AΠ 188/2015, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1671/2013).
Συνεπώς, σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος, με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρείας, που ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, ζημιώσει υπαίτια και παράνομα τον επενδυτή, παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του κατά τη λήψη και διαβίβαση της εντολής του για αγορά μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου, παράγεται αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία βαρύνει κατ` άρθρο 922 ΑΚ, και τους δύο αντιπροσωπευομένους, ακόμη και αν η ζημιογόνος ενέργεια του πρώτου συνίσταται στην από αυτόν παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος αγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου που κατέβαλε σ` αυτόν ο επενδυτής, αντί στον θεματοφύλακα του άρθρου 30 παρ. 1 Ν. 1969/91, αφού στην περίπτωση αυτή ο αντιπρόσωπος καταχράται την υπηρεσία του υπερβαίνοντας τα καθήκοντα του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρητή απαγόρευση εκ του νόμου της είσπραξης τιμήματος διαθέσεως μεριδίων για λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης, η κατάχρηση δε αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συμβατική ανάθεση σ` αυτόν της ευθύνης διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων(ΑΠ 291/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας ερήμην των αναιρεσειόντων και της τρίτης εναγομένης της ένδικης από 20-2-2007 αγωγής τους και πέμπτης εφεσίβλητης της από 16-5-2019 έφεσης των αναιρεσιβλήτων εταιρειών κατά της πρωτόδικης 5196/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Π.- ήδη μη διαδίκου, αφού απέρριψε τη έφεση ως προς την Α. Π. ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης αυτής, γιατί δεν ήταν αντίδικος των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων εταιρειών στην πρωτοβάθμια δίκη, δέχθηκε στη συνέχεια ως προς τους αναιρεσείοντες τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία...(ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) δυνάμει της από 11.11.1996 σύμβασης συνεργασίας που σύναψε με τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία...(ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.4 του Ν.1969/1991, ανέλαβε ως αντιπρόσωπος, το έργο της διάθεσης στο επενδυτικό κοινό μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εξ αυτών, μέσω του δικτύου πωλήσεώς της, που, βάσει των διατάξεων του Ν. 1569/1985 και του π.δ. 298/1986, αποτελούνταν από ασφαλιστές, οι οποίοι ήταν εφοδιασμένοι με σχετική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το οικείο επιμελητήριο και ασκούσαν είτε το επάγγελμα του ασφαλιστικού συμβούλου είτε του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων. Οι τελευταίοι αναλάμβαναν με σχετική σύμβαση έργου, τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής και την επιλογή, στρατολόγηση, εκπαίδευση ασφαλιστικών συμβούλων και η αμοιβή τους καταβάλλονταν από τη δεύτερη εναγομένη μέσω της πρώτης εναγόμενης και συνιστούσε προμήθεια επί της αξίας των πωλούμενων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας. Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη, ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, σύναψε με την τρίτη εναγομένη- μη διάδικο στην παρούσα δίκη Α. Π. τις από ... και ... συμβάσεις ασφαλιστικού συμβούλου και συντονιστή Β'(Συντονιστή Ασφαλιστικών Συμβούλων Ασφαλίσεων Ζωής), αορίστου διάρκειας, οι δε αρχικές από ... συμβάσεις είχαν συναφθεί από την εταιρία "ΕΛΒΕΤΙΑ Α.Α.Ε.Ζ.", η οποία απορροφήθηκε από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, δυνάμει των οποίων η προαναφερόμενη είχε αναλάβει, κατά τις διατάξεις του Ν. 1569/1985 και του π.δ. 298/1986, αφενός με την πρώτη εξ αυτών το έργο της διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής έναντι προμήθειας επί των καθαρών ασφαλίστρων της παραγωγής της, αφετέρου με τη δεύτερη εξ αυτών τη στρατολόγηση, επιλογή, εκπαίδευση και εποπτεία ασφαλιστικών συμβούλων ασφαλίσεως ζωής για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, ενώ η από ... όμοια σύμβαση αόριστης διάρκειας σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου είχε ως αντικείμενο την προώθηση των ασφαλιστικών συμβάσεων της πρώτης εναγομένης για όλους τους κλάδους ασφαλίσεων έναντι προμήθειας. Στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας, η προαναφερόμενη ασφαλιστική σύμβουλος, διατηρούσε ιδιαίτερο γραφείο στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, ενώ της είχε παραχωρηθεί η χρήση Ι.Χ. αυτοκινήτου, μοντέλου "SMART" , που έφερε στις πλάγιες όψεις το λογότυπο του Ομίλου "Allianz", προς διευκόλυνση των καθηκόντων της, όπως κατέθεσε και ο ως άνω μάρτυρας απόδειξης, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η εκ παραλλήλου προώθηση προς το επενδυτικό κοινό τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης, όπως κατέθεσε και ο Σ. Β. ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατάθεση του οποίου περιλαμβάνεται στην προρρηθείσα αμετάκλητη απόφαση και ο οποίος διετέλεσε το επίδικο χρονικό διάστημα Υποδιευθυντής πωλήσεως της πρώτης εναγομένης εταιρίας. Οι προαναφερόμενες από ... και ... συμβάσεις ασφαλιστικού συμβούλου, καθώς και η από ... σύμβαση έργου Συντονιστή Β' καταγγέλθηκαν από την πρώτη εναγομένη με την από 19.3.2004 έγγραφη καταγγελία που επιδόθηκε στην ως άνω ασφαλιστική σύμβουλο στις ..., όπως προβλεπόταν στις μεταξύ τους συμβάσεις και δη για σπουδαίο λόγο, ο οποίος, σύμφωνα με την έγγραφη αυτή καταγγελία, συνίσταντο στις από μέρους της παραβιάσεις των όρων και των διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας, καθώς και των διατάξεων του ποινικού κώδικα δια της παραποιήσεως και αλλοιώσεως εντύπου της πρώτης εναγομένης, η δε συνεργασία τους λύθηκε, κατά τα αναφερόμενα εκεί (καταγγελία) από την κοινοποίηση αυτής, ήτοι από .... Η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως προς την ως άνω ασφαλιστική σύμβουλο-τρίτη εναγομένη και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Περί το μήνα Μάρτιο του έτους 2002, η τρίτη εναγόμενη, η οποία είχε δημιουργήσει φιλική σχέση με την τρίτη ενάγουσα(ήδη τρίτη αναιρεσείουσα), ανέφερε στους ενάγοντες, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι τυγχάνουν σύζυγοι και οι λοιπές ενάγουσες θυγατέρες αυτών, ότι είναι ασφαλιστική σύμβουλος της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και έχει το δικαίωμα, ως σύμβουλος επενδύσεων, αφενός να διαθέτει προς επένδυση αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, καταρτίζοντας ταυτόχρονα τις σχετικές συμβάσεις, αφετέρου να εισπράττει τα προς επένδυση χρηματικά ποσά για λογαριασμό των εταιριών που εκπροσωπούσε. Προς επίρρωση των λεγομένων της παρουσίασε στους ενάγοντες κάρτα ασφαλιστικού συμβούλου Διακεκριμένης Λέσχης του Ομίλου "Allianz", η οποία περιείχε τους επαγγελματικούς τηλεφωνικούς αριθμούς της, καθώς και περιοδικό εκδόσεως του εν λόγω Ομίλου σχετικά με ασφαλιστικά ζητήματα, όπου περιεχόταν άρθρο που είχε συντάξει η ίδια, ενώ περαιτέρω επικαλέσθηκε ότι ένεκα της αποδοτικότητάς της απολάμβανε επιπλέον παροχών σε είδος, όπως ταξίδια και παραχώρηση χρήσης φορητού υπολογιστή. Ακολούθως, η τρίτη εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη τις προαναφερόμενες ιδιότητές της καθώς και τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί με τους ενάγοντες, τους παρέστησε ψευδώς ότι η δεύτερη εναγόμενη διέθετε επενδυτικά προϊόντα, που αφορούσαν την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που εξασφάλιζαν τόσο την επιστροφή του κεφαλαίου όσο και υψηλές αποδόσεις, που θα καταβάλλονταν σε τριμηνιαία βάση. Οι ενάγοντες. αφού ήλθαν σε επαφή τηλεφωνικώς με τα γραφεία του εν λόγω Ομίλου λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση ότι η τρίτη εναγόμενη αποτελούσε όντως συνεργαζόμενη ασφαλιστική σύμβουλο και εν συνεχεία μετέβησαν σε ανύποπτο χρόνο στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης, όπου διαπίστωσαν την ύπαρξη οργανωμένου γραφείου, πείσθηκαν να καταβάλλουν στην τρίτη εναγόμενη τμηματικώς διάφορα χρηματικά ποσά προς επένδυση μέσω της αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν οι εναγόμενες εταιρίες. Ειδικότερα, στις 29.8.2003 η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στην τρίτη εναγόμενη μετρητοίς το ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ η τελευταία συμπλήρωσε και της παρέδωσε την με ταυτάριθμη ημεροχρονολογία έντυπη απόδειξη, η οποία έφερε το διακριτικό λογότυπο του εν λόγω Ομίλου και ανέφερε ως αιτία είσπραξης "προκαταβολή αναφορικά με την υπ' αριθμόν 338444 πρόταση Ασφάλισης Ζωής", πλην όμως, επί του σώματός της αναγράφηκε ιδιόχειρα η φράση "ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Στις 4.9.2003 η τρίτη εναγόμενη παρέδωσε στους ενάγοντες την από 4.9.2003 βεβαίωση που έφερε το λογότυπο της πρώτης εναγόμενης καθώς και υπογραφή του Σ. Β., υποδιευθυντή οικονομικής διεύθυνσης πωλήσεων αυτής, με την οποία βεβαιωνόταν η κατάθεση του προεκτεθέντος χρηματικού ποσού, σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... αίτηση αμοιβαίου κεφαλαίου, διάρκειας έως την 31η. 12.2003 και με ετήσια απόδοση 7%, καθώς και την με αριθμό ... αίτηση απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που είχε συνταχθεί στο ειδικό μηχανογραφημένο έντυπο της δεύτερης εναγόμενης και ανέφερε ως ημεροχρονολογία έκδοσης την 29η.8.2003, το οποίο, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της τρίτης εναγόμενης ίσχυε ταυτόχρονα ως τίτλος απόκτησης του αναφερόμενου επ' αυτής προϊόντος ("Allianz Α/Κ ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ"). Κατά τη λήξη της ως άνω επένδυσης και αντί της ανάληψης του κεφαλαίου και της απόδοσης του ποσού των 690 ευρώ, η τρίτη εναγόμενη πρότεινε στην πρώτη ενάγουσα να προβεί σε νέα επένδυση, έναντι απόδοσης 10% και με ημεροχρονολογία την 30η.4.2004, με συνέπεια να της καταβάλλει η τελευταία επιπλέον ποσό 9.310 ευρώ και συνολικά το ποσό των 40.000 ευρώ, γεγονός που σημειώθηκε ιδιόχειρα στην ως άνω ... αίτηση υπό την ένδειξη "Ανανέωση 31.12.03", κατόπιν διαβεβαίωσης εκ μέρους της τρίτης εναγομένης ότι δεν απαιτούνταν η σύνταξη νέου συμβολαίου. Εν συνεχεία, πριν τη λήξη της ως άνω επένδυσης και δη στις 20.2.2004, η πρώτη ενάγουσα κατόπιν υποδείξεων της τρίτης εναγόμενης δέχθηκε να επενδύσει υψηλότερο κεφάλαιο για τρίμηνη διάρκεια έναντι σταθερής απόδοσης 20%, με αποτέλεσμα την ίδια ημέρα να επενδύσει για τρεις μήνες συνολικά 55.000 ευρώ έναντι σταθερής απόδοσης 20%, γεγονός που επίσης σημειώθηκε στην ως άνω ... αίτηση απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με παράλληλη διαγραφή της από 30.4.2004 σημείωσης. Ακολούθως, στις 27.2.2004 ο δεύτερος ενάγων παρέδωσε στην τρίτη εναγόμενη δύο επιταγές της NOVA BANK και EUROBANK αντίστοιχα, εις διαταγήν της πρώτης ενάγουσας, ποσού 50.000 ευρώ έκαστη, προς επένδυση συνολικού ποσού 100.000 ευρώ για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων υπό τις ενδείξεις "ALLIANZ ΑΚ ΔΙΕΘΝΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΩΝ" και "ALLIANZ ΑΚ ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ", τρίμηνης διάρκειας και λήξεως την 1η.6.2004, με σταθερή απόδοση 20%, στο πλαίσιο της οποίας η τρίτη εναγόμενη του παρέδωσε την υπ'αριθμόν ... αίτηση απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που είχε συνταχθεί στο ειδικό μηχανογραφικό έντυπο της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας και ανέφερε ως ημεροχρονολογία έκδοσης την 1η.3.2004, καθώς και την από 1.3.2004 βεβαίωση που φερόταν να είχε συνταχθεί από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της πρώτης εναγόμενης, Σ. Β., με την οποία βεβαιωνόταν η καταβολή του ως άνω ποσού στο πλαίσιο της ως άνω συμφωνίας. Κατά τη λήξη του εν λόγω επενδυτικού προγράμματος την 1η.6.2004, η τρίτη εναγόμενη κατέβαλε στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.931 ευρώ ως απόδοση της επένδυσής του, ενώ το κεφάλαιο αυτής, ύψους 100.000 ευρώ, επενδύθηκε εκ νέου, κατόπιν παραινέσεως της τρίτης εναγόμενης, ως συνέχεια των υπ' αριθμόν ... και ... αιτήσεων επ' ονόματι των δύο πρώτων εναγόντων, και δη κατά ποσό 50.000 ευρώ σε έκαστο, υπό τους ίδιους όρους και συμφωνίες (τρίμηνη διάρκεια με σταθερή απόδοση 20%) και με ημερομηνία λήξης την 1η.9.2004, ότε και έκαστος των δύο πρώτων εναγόντων έλαβε το ποσό των 2.465 ευρώ ως απόδοση των επενδύσεών τους, οι οποίες ακολούθως ανανεώθηκαν παρομοίως έως την 1η. 12.2004 και αφού προηγουμένως είχαν παραδοθεί στους τελευταίους οι από 1.6.2004 και 1.9.2004 βεβαιώσεις περί καταβολής των εν λόγω ποσών στο πλαίσιο των σχετικών επενδύσεων, οι οποίες φέρονταν να έχουν εκδοθεί από την πρώτη εναγόμενη και δη από τον προαναφερόμενο υπάλληλο αυτής Σ. Β. Στη συνέχεια, στις 28.6.2004 η τρίτη και η τέταρτη των εναγόντων κατέβαλαν στην τρίτη εναγόμενη εξ ημισείας ποσό 60.000 ευρώ για αγορά Αμοιβαίου Κεφαλαίου Ομολογιών "ALLIANZ Α/Κ" τρίμηνης διάρκειας και με σταθερή απόδοση 20%, ενώ η τελευταία εξέδωσε, συμπλήρωσε και παρέδωσε σχετικά έντυπη απόδειξη με ταυτάριθμη ημεροχρονολογία, η οποία έφερε το διακριτικό λογότυπο του Ομίλου "Allianz" και ανέφερε ως αιτία είσπραξης "προκαταβολή αναφορικά με την υπ'αριθμόν ... πρόταση Ασφάλισης Ζωής", πλην όμως επί του σώματός της αναγράφηκε ιδιόχειρα η φράση "ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Ωστόσο, όταν οι ενάγοντες εξέφρασαν μεταγενέστερα την πρόθεση ανάληψης των κεφαλαίων που είχαν καταβάλει προς επένδυση στην τρίτη εναγόμενη, η τελευταία κωλυσιεργούσε επικαλούμενη διάφορες προφάσεις, με αποτέλεσμα να αποταθούν στις εναγόμενες εταιρίες στις 8.12.2004, ότε και πληροφορήθηκαν ότι ουδέποτε είχε υποβληθεί κάποια αίτηση επενδυτικού προγράμματος στο όνομά τους, ενώ ταυτόχρονα επισημάνθηκε η μη τήρηση εκ μέρους τους της προβλεπόμενης διαδικασίας προς κτήση των επενδυτικών προϊόντων. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης είχε ως επακόλουθο την περιουσιακή ζημία των εναγόντων, το πραγματικό ύψος της οποίας ανήλθε, αφαιρουμένων των ποσών που επιστράφηκαν σε αυτούς και τα οποία σαφώς δεν αποτελούσαν απόδοση οιασδήποτε μορφής επένδυσης επ' ονόματί τους, στο ποσό των 47.535 ευρώ [50.000 € -2.465€] ως προς την πρώτη ενάγουσα, στο ποσό των 42.604€ [50.000€ - (4.931 +2.465=7.396€] ως προς το δεύτερο ενάγοντα και στο ποσό των 30.000€ για εκάστη των λοιπών εναγουσών, τα οποία ιδιοποιήθηκε αυτή (τρίτη εναγόμενη) παρανόμως. Επιπλέον, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της τρίτης εναγομένης για κακουργηματικού χαρακτήρα πράξεις απάτης και πλαστογραφίας και δη των εγγράφων που είχε αυτή χορηγήσει στους παθόντες, ήτοι των βεβαιώσεων που φέρονταν ότι έχουν εκδοθεί από τον Σ. Β. για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, τελεσθείσες κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, με σκοπό την επίτευξη συνολικού οφέλους άνω των 120.000 ευρώ και με ισόποση περιουσιακή ζημία των παθόντων, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων. Η τρίτη εναγόμενη, δυνάμει της υπ'αριθμόν 2504/2016 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε για τα ανωτέρω αδικήματα της απάτης κατ'εξακολούθηση άνω των 120.000 ευρώ και της πλαστογραφίας με χρήση άνω των 120.000 ευρώ, που τέλεσε μεταξύ άλλων και σε βάρος των εναγόντων σε συνολική ποινή κάθειρξης 10 ετών, με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ. Η προρρηθείσα αμετάκλητη απόφαση του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως ελέχθη και ανωτέρω, καθόσον δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα πολιτική δίκη, πλην όμως λαμβάνεται υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αφορούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης- μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, Α. Π., ήτοι την τέλεση της απάτης σε βάρος των εναγόντων, τη ζημία των τελευταίων και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δεν εκκαλείται κατά το κεφάλαιο αυτό από την προαναφερόμενη Α. Π., κατά το οποίο έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη. Η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος, περαιτέρω, ενεργούσε για λογαριασμό των δύο πρώτων εναγομένων εταιριών, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της ως άνω δραστηριότητάς τους, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής τους δράσης, στα πλαίσια της οποίας είχε διαπλαστεί ένα πλέγμα δεσμευτικών γι'αυτήν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει. Ως εκ τούτου, τη συνέδεε με αυτές σχέση πρόστησης, κατά την έννοια της ΑΚ 922, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά και της δεύτερης εναγομένης εταιρίας έναντι της οποίας η ζημιώσασα ήταν υποπροστηθείσα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβάσεων, που υπογράφηκαν μεταξύ των εναγομένων, εφόσον στην από ... σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου αναφερόταν ότι κατά τη διάρκεια ισχύος της η τρίτη εναγόμενη δεν επιτρέπεται να συνεργάζεται με άλλη ασφαλιστική χρηματοοικονομική επιχείρηση, ενώ στην από ... σύμβαση έργου συντονιστή Β' αναφερόταν ότι ο γενικότερος προγραμματισμός και οι ειδικότεροι στόχοι της ανάπτυξης των ασφαλίσεων ζωής, καθορίζονταν εκάστοτε αποκλειστικά και αναπροσαρμόζονταν ανάλογα με τις εξελίξεις, από τη διοίκηση της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Από τις συμβάσεις αυτές συνάγεται ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβουλος είχε μεν δικαίωμα να ενεργεί ελεύθερα, στα πλαίσια της συνεργασίας της με τις εναγόμενες εταιρίες, ως προς το χρόνο, τόπο, τρόπο ανεύρεσης πελατών, αλλά πάντα κινούμενη υπό τις οδηγίες και υπό την επίβλεψη των οργάνων των τελευταίων. Περαιτέρω, η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων- ήδη εκκαλούσες, τελούν σε σχέση απλής ομοδικίας με την τρίτη εναγόμενη... ως προστήσασες αυτήν, ήτοι με την ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου και αρμόδιας για την προώθηση της διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης εταιρίας και η οποία (τρίτη εναγόμενη) ως προστηθείς υπάλληλος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που της είχαν δοθεί και καθ' υπέρβαση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της, προέβη στην ανωτέρω υπαίτια και παράνομη πράξη σε βάρος των εναγόντων. Και τούτο διότι μεταξύ των ζημιογόνων ενεργειών αυτής και των υπηρεσιών που της είχαν ανατεθεί υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία που τέλεσε δεν ήταν δυνατό να λάβει χώρα χωρίς τη σχέση πρόστησης, η οποία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη τέλεσή της και κατέστη δυνατή η διάπραξή της, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που της παρείχαν οι προστήσασες εταιρίες, τα οποία όμως χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο της είχαν διατεθεί. Ωστόσο, λόγω της ερημοδικίας των εναγόντων, ουδέν αποδεικτικό έγγραφο προς απόδειξη της καταβολής αφενός του ποσού των 50.000 ευρώ από έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων αφετέρου του ποσού των 30.000 ευρώ από εκάστη των λοιπών εναγουσών δεν προσκομίσθηκε. Ειδικότερα, δεν προσκομίσθηκαν αφενός η υπ' αριθμόν ... επιταγή της τράπεζας "NOVA BANK", ποσού 50.000 ευρώ, αφετέρου η υπ'αριθμόν ... επιταγή της τράπεζας "EUROBANK", ποσού 50.000 ευρώ, που φέρεται να παρέδωσε ο δεύτερος ενάγων στην τρίτη εναγόμενη, ούτε όμως και η από 1.3.2004 βεβαίωση καταβολής του ανωτέρω ποσού των 100.000 ευρώ, που έφερε την πλαστογραφημένη υπογραφή του Σ. Β., Υποδιευθυντή Οικονομικής Δ/νσης Πωλήσεων της πρώτης εναγομένης, που αναφέρονται στην εκκαλουμένη απόφαση ως απόδειξη καταβολής του συνολικού ποσού των 100.000 ευρώ προς την τρίτη εναγόμενη, ενώ δεν αρκεί για την απόδειξη της καταβολής των 100.000 ευρώ η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τις εκκαλούσες με αριθμό ... αίτηση απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που είχε συνταχθεί στο ειδικό μηχανογραφημένο έντυπο της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, στην οποία (αίτηση), που φέρει ημεροχρονολογία 1.3.2004, αναφέρονται οι αριθμοί των δύο ως άνω επιταγών, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως ποσό επένδυσης. Τοιουτοτρόπως, δεν προσκομίζεται η αναφερόμενη στην εκκαλουμένη απόφαση, απόδειξη περί καταβολής εκ μέρους της τρίτης και της τέταρτης των εναγόντων, συνολικού ποσού 60.000 ευρώ, η οποία (απόδειξη) έφερε ημεροχρονολογία 28.6.2004, καθώς και το διακριτικό λογότυπο του Ομίλου "Allianz" και ανέφερε ως αιτία είσπραξης την προκαταβολή αναφορικά με την υπ'αριθμόν ... πρόταση Ασφάλισης Ζωής, πλην όμως στο σώμα της είχε αναγραφεί ιδιοχείρως η φράση "ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Εξάλλου, η σχέση πρόστησης μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων με την τρίτη εξ αυτών έπαψε να υφίσταται από ..., οπότε και έληξε η συνεργασία των δύο πρώτων εναγομένων με την τρίτη εναγόμενη, κατόπιν της εκ μέρους τους καταγγελίας των προαναφερόμενων συμβάσεων ασφαλιστικού συμβούλου και Συντονιστή Β' που είχαν καταρτίσει με την τρίτη εναγομένη, ενώ δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση των εναγομένων εταιριών προς ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού για την εν λόγω καταγγελία, ως εκ τούτου, η επικαλούμενη ζημία της τρίτης και της τέταρτης των εναγόντων, συνολικού ύψους 60.000 ευρώ, που φέρεται να έλαβε χώρα στις 28.6.2004 (των δύο πρώτων εναγόντων η ζημία τους φέρεται να έλαβε χώρα την 1.3.2004), η οποία δεν αποδείχθηκε σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα, έλαβε σε κάθε περίπτωση χώρα αφού είχε πάψει να υφίσταται η σχέση πρόστησης μεταξύ των δύο πρώτων εναγομένων με την τρίτη εξ αυτών και ως εκ τούτου αυτές δεν ευθύνονται με τις διατάξεις της πρόστησης για τις υπαίτιες και παράνομες ενέργειες της τρίτης εναγομένης". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, χωρίς να εξετάσει τον λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο παραπονούντο για την απόρριψη της προβληθείσας πρωτοδίκως από αυτές ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση της ζημίας τους, γιατί έκρινε ότι παρέλκει η εξέτασή του, έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων ως προς τους αναιρεσείοντες, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τις αναιρεσίβλητες και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη ευθύνης από αδικοπραξία (απάτη) των αναιρεσιβλήτων, λόγω της σχέσης πρόστησης, που τις συνέδεε με την εξαπατήσασα τους αναιρεσείοντες ήδη μη διάδικο τρίτη εναγομένη της αγωγής των αναιρεσειόντων Α. Π., εξαιτίας της οποίας οι αναιρεσείοντες υπέστησαν την γενόμενη δεκτή πρωτοδίκως ζημία, οι οποίες ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αφορούν τόσο στην ζημία, που υπέστησαν όλοι οι αναιρεσείοντες, όσον και, ως προς την τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, στην ύπαρξη ή μη σχέσης πρόστησης και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 914, 297, 298, 330 και 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ και 386 ΠΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα: Ενώ το Εφετείο, κατά ρητή παραπομπή στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, τις οποίες αποδέχεται, κάνει δεκτό: α) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ενεργώντας, τόσο για δικό της λογαριασμό, όσο και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, δυνάμει της μεταξύ τους από 11/11/1996 σύμβασης συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη ανέλαβε ως αντιπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσίβλητης το έργο της διάθεσης στο επενδυτικό κοινό μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης αναιρεσίβλητης μέσω του δικτύου πωλήσεως αυτής, που αποτελούνταν από ασφαλιστές και συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, με τις από 1/11/1997 και 18/4/2002 συμβάσεις που κατάρτισε με την αρχική τρίτη εναγόμενη της αγωγής των αναιρεσειόντων - ήδη μη διάδικο Α. Π., της ανέθεσε, αφ' ενός για λογαριασμό της ιδίας το έργο της διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής έναντι προμήθειας επί των καθαρών ασφαλίστρων της παραγωγής της και αφ' ετέρου για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης αναιρεσίβλητης επίσης έναντι προμηθείας, διαθέτοντας σε αυτήν ιδιαίτερο γραφείο στις εγκαταστάσεις της και αυτοκίνητο με το λογότυπο του ομίλου "Allianz", β) ότι η Α. Π. τελούσε σε σχέση πρόστησης με τις αναιρεσίβλητες, αφού στα πλαίσια των ανωτέρω καθηκόντων ενεργούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία τους, γ) Ότι η Α. Π. τον μήνα Μάρτιο του 2002 ανέφερε στους αναιρεσείοντες ψευδώς ότι έχει δικαίωμα η ίδια ως σύμβουλος επενδύσεων να καταρτίζει τις σχετικές συμβάσεις αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης αναιρεσίβλητης εισπράττοντας για λογαριασμών των αναιρεσιβλήτων από τους επενδυτές τα σχετικά ποσά και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη διέθετε αμοιβαία κεφάλαια που εξασφάλιζαν τόσο την επιστροφή του κεφαλαίου όσο και υψηλές αποδόσεις, που θα καταβάλλονταν σε τριμηνιαία βάση, δ) ότι οι αναιρεσείοντες πείσθηκαν στις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις της Α. Π. και της κατέβαλαν κατά τους αναλυτικά αναφερόμενους στην απόφαση χρόνους τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ε) ότι, όταν μεταγενέστερα αυτοί εξέφρασαν την πρόθεση ανάληψης των χρημάτων, που είχαν καταβάλει και αντιμετώπισαν την κωλυσιεργία της Α. Π., πληροφορήθηκαν από τις αναιρεσίβλητες ότι αυτή δεν είχε υποβάλει για λογαριασμό τους κάποια αίτηση επενδυτικού προγράμματος και ότι οι ίδιοι δεν είχαν τηρήσει την προβλεπόμενη διαδικασία, στ) ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή πράξη της Α. Π., την οποία τέλεσε ως προστηθείσα από τις αναιρεσίβλητες κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που της είχαν δοθεί, έχοντας όμως η πράξη της εσωτερική συνάφεια με τις υπηρεσίες που της είχαν ανατεθεί, αφού η αδικοπραξία της τελέστηκε εξαιτίας της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που της παρέσχον αυτές, οι αναιρεσείοντες υπέστησαν ζημία 47.535 ευρώ, 42.604 ευρώ, 30.000 ευρώ και 30.000 ευρώ αντιστοίχως, ισόποση με τα ποσά που κατέβαλε έκαστος και μετά από την αφαίρεση των ποσών που τους επέστρεψε η Α. Π. και ζ) ότι, αφ' ενός η τέλεση της απάτης αυτής σε βάρος των αναιρεσειόντων ως προς την Α. Π. έχει ήδη κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, αφ' ετέρου δε για την ανωτέρω πράξη, καθώς και για την πλαστογραφία των αναφερομένων στην απόφαση βεβαιώσεων, που φέρονταν εκδοθείσες από τον υπάλληλο-Υποδιευθυντή Πωλήσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης Σ. Β. και τις οποίες η Α. Π. είχε παραδώσει στους αναιρεσείοντες, η Α. Π. έχει κηρυχθεί αμετακλήτως ένοχη απάτης και πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος και της έχει επιβληθεί συνολική ποινή κάθειρξης 10 ετών, όμως ακολούθως το Εφετείο αντιφατικά δέχεται ότι "ουδέν αποδεικτικό έγγραφο προς απόδειξη της καταβολής αφενός του ποσού των 50.000 ευρώ από έκαστο των δύο πρώτων εναγόντων, αφετέρου του ποσού των 30.000 ευρώ από εκάστη των λοιπών εναγουσών δεν προσκομίστηκε" και συνεπώς δεν αποδείχθηκε η ζημία των εναγόντων και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, ενώ μάλιστα κάνει συγχρόνως δεκτό: 1) ότι στην προσκομιζόμενη με επίκλησή της από τις αναιρεσίβλητες ... αίτηση απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που χορήγησε η Α. Π. στους αναιρεσείοντες στις 27-2-2004, αναφέρονται τόσον οι επίδικες επιταγές ποσού 50.000 εκάστης τούτων της NOVA BANK με αριθμό ... και της EUROBANK με αριθμό ..., που φέρεται να έχει παραδώσει ο δεύτερος αναιρεσείων στην Α. Π., όσο και το ποσό των 100.000 ευρώ ως ποσό επένδυσης και 2) ότι δεν προσκομίστηκε η από 1/3/2004 βεβαίωση καταβολής ποσού 100.000 ευρώ, που έφερε την πλαστογραφημένη υπογραφή του Σ. Β., έγγραφο όμως για την πλαστογράφηση του οποίου προηγουμένως έχει κάνει δεκτό ότι η Α. Π. έχει κηρυχθεί ένοχη αμετακλήτως. Περαιτέρω, ως προς τις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, ως προς τις οποίες το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, δέχεται ότι σε κάθε περίπτωση η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτές, γιατί η ζημία τους "φέρεται να έλαβε χώρα στις 28/6/2004", ενώ η σχέση πρόστησης της Α. Π. με τις αναιρεσίβλητες έπαψε να υφίσταται από 22/3/2004, όταν αυτές κατήγγειλαν τις συμβάσεις που τους συνέδεαν με αυτήν, το Εφετείο περιλαμβάνει στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ολοκληρώθηκε η εξαπάτηση των ανωτέρω αναιρεσειουσών, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος τέλεσης της απάτης και συνεπώς της αδικοπραξίας, όπως προαναφέρθηκε, γιατί ενώ αρχικά αναφέρει ότι η Α. Π. παρέστησε ψευδώς σε όλους τους αναιρεσείοντες τα ανωτέρω περιστατικά τον μήνα Μάρτιο του 2002, όταν δημιούργησε φιλική σχέση με την τρίτη αναιρεσείουσα και ότι ακολούθως αυτοί "πείσθηκαν να καταβάλουν σε αυτήν τμηματικώς διάφορα χρηματικά ποσά προς επένδυση μέσω της αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειρίζονταν οι εναγόμενες εταιρείες", δεν προσδιορίζει ειδικότερα τον χρόνο κατά τον οποίο πείσθηκαν οι τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, ώστε αν αυτός είναι πριν τις 22/3/2004 να υπάρχει ευθύνη των αναιρεσιβλήτων από την πρόστηση, αν δε είναι μετά την ημερομηνία αυτή να μην υπάρχει ευθύνη. Λόγω των πιο πάνω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει με σαφήνεια το αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν υπάρχει ευθύνη από αδικοπραξία των αναιρεσιβλήτων, γιατί δεν αποδείχθηκε ζημία των αναιρεσειόντων από την παράνομη και υπαίτια πράξη της προστηθείσας από τις αναιρεσίβλητες Α. Π. και σε κάθε περίπτωση ως προς τις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων, γιατί δεν αποδείχθηκε σχέση πρόστησης και συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως σύνολο κατά τα σκέλη αυτών που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν τα λοιπά σκέλη των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ. και να καταδικασθούν η αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Συνεκδικάζει τις α. από 26.6.2023 αίτηση αναίρεσης των 1."Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", 2. "Allianz Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" β. από 2-6-2023 αίτηση αναίρεσης των 1. Μ. Π. 2. Ε. Π. 3. Δ. Π. 4. Ι. Π., για αναίρεση της υπ'αριθ. 6294/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Απορρίπτει την από 26-6-2023 αίτηση των ανωνύμων εταιρειών 1) "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία"" και 2) "Allianz Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" για αναίρεση της υπ' αριθ. 6294/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
- Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
-Δέχεται την από 2-6-2023 αίτηση των 1)Μ. Π., 2) Ε. Π., 3)Δ. Π. και 4) Ι. Π. για αναίρεση της ιδίας ανωτέρω απόφασης.
-Αναιρεί την υπ' αριθ. 6294/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση.
-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στους αναιρεσείοντες. Και
-Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ