ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 867/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 867/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 867/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 867 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 867/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Χ., κατοίκου ... και 2) Ε. Α. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-01-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Παπαποστόλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-08-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2024 του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2023 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-06-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017). Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 754/2023, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 20-6-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 143/2023 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και η 213/2015 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 18-8-2011 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εργολαβική εταιρία ανέφερε ότι με σύμβαση, που συνήψε με τους εναγόμενους-αναιρεσείοντες, ανέλαβε την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, και ότι πριν από την αποπεράτωση αυτής οι εναγόμενοι με εξώδικη δήλωσή τους την κήρυξαν έκπτωτη και υπαναχώρησαν από τη σύμβαση, ασκώντας σχετικό συμβατικό τους δικαίωμα και επικαλούμενοι καθυστέρηση περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού τους, το συνολικό ποσό των 299.891,92 ευρώ, που δαπάνησε για τα υλικά κατασκευής της οικοδομής, τις αμοιβές και ασφαλιστικές εισφορές των εργατών, διαχειριστικά έξοδα, μελέτες και αμοιβές υδραυλικών και ηλεκτρολόγων. Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους προέβαλαν ένσταση από τον όρο 9 της εργολαβικής σύμβασης, κατά τον οποίο, σε περίπτωση κατά την οποία οι οικοπεδούχοι κήρυσσαν έκπτωτη την εργολήπτρια και υπαναχωρούσαν από τη σύμβαση, αυτή δεν θα είχε αξίωση εναντίον τους για τις εργασίες που είχε εκτελέσει, επικουρικώς δε προέβαλαν σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις τους συνολικού ύψους 332.318,21 ευρώ, μεταξύ των οποίων α) ανταπαίτησή τους για αποζημίωση ύψους 95.166,08 ευρώ, ποσό που απαιτείται για εργασίες αποκατάστασης των κακοτεχνιών και ελλείψεων του έργου, και β) ανταπαίτησή τους για αποζημίωση ύψους 108.778,68 ευρώ, ποσό που θα είχαν εισπράξει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, που τους αναλογούσαν κατά την εργολαβική σύμβαση, και απώλεσαν. Η αγωγή απορρίφθηκε με την 121/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, γενομένης δεκτής της ένστασης των εναγόμενων από τον όρο 9 της εργολαβικής σύμβασης. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση και εκδόθηκε αρχικά η 213/2015 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, και εν συνεχεία η 143/2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία α) απορρίφθηκε η ένσταση των εναγόμενων από τον όρο 9 της εργολαβικής σύμβασης, κατά παραδοχή αντένστασης της ενάγουσας περί έλλειψης υπαιτιότητας, β) απορρίφθηκαν τα προαναφερθέντα κονδύλια της ένστασης συμψηφισμού, με τα οποία οι εναγόμενοι ζητούσαν το συμψηφισμό απαιτήσεών τους ύψους 95.166,08 και 108.778,68 ευρώ, ως μη νόμιμα, το πρώτο, επειδή οι εναγόμενοι, εφόσον άσκησαν το δικαίωμα της υπαναχώρησης, δεν έχουν δικαίωμα αποζημίωσης, και το δεύτερο, εκτιμώμενο ως απαίτηση για εύλογη αποζημίωση, επειδή η συμβατική υπαναχώρηση δεν στηρίζει τέτοιο δικαίωμα, ούτε γίνεται επίκληση σχετικής συμβατικής πρόβλεψης. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη την αντένσταση της εναγόμενης περί έλλειψης υπαιτιότητας, η οποία δεν προβλήθηκε καθόλου, άλλως δεν προβλήθηκε με ορισμένο τρόπο. Όπως προκύπτει από την από 18-8-2011 αγωγή της, που παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, η ενάγουσα, εκθέτοντας την ενέργεια των εναγόμενων να προβούν σε υπαναχώρηση από την εργολαβική σύμβαση, αναφέρει ρητά ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, παραθέτοντας τους λόγους και αντικρούοντας ειδικότερα όλα τα επιμέρους επιχειρήματα, που επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι με την εξώδικη δήλωσή τους περί υπαναχώρησης προκειμένου να θεμελιώσουν υπαιτιότητά της. Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα άσκησε καθ' υποφορά αντένσταση έλλειψης υπαιτιότητας από τα άρθρα 342, 400 και 405 Α.Κ., η οποία είναι ορισμένη, εφόσον περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή της και απαρτίζουν την ιστορική αιτία της. Επίσης, η ενάγουσα παραδεκτώς επανέφερε την αντένσταση αυτή ενώπιον του Εφετείου με την από 3-9-2014 έφεσή της, στον πρώτο λόγο της οποίας γίνεται επίκληση της έλλειψης υπαιτιότητάς της σχετικά με τη μη έγκαιρη περάτωση των εργασιών. Επομένως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά τον νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και ο λόγος είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 Α.Κ. προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης και να παραδώσει τούτο, και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, ήτοι την περιέλευση του έργου στη δική του σφαίρα εξουσίασης. Από την κατάρτιση της σύμβασης έργου υφίσταται αμοιβαία υποχρέωση του εργολάβου και του εργοδότη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από αυτή και αντίστοιχη αξίωση καθενός τούτων, έναντι του ετέρου. Η αλλοίωση της υφιστάμενης σχέσης μεταξύ τους και η μη εξακολούθηση της υποχρέωσης για εκπλήρωση της παροχής συμβαίνει όταν συντρέξουν συγκεκριμένες καταστάσεις που καθορίζονται στο νόμο. Έτσι, τα αποτελέσματα της σύμβασης μπορούν να ανατραπούν με συμφωνία των συμβληθέντων, καταργητική της σύμβασης, κατ' άρθρο 361 Α.Κ. Επίσης, αιτία κατάργησης της σύμβασης αποτελεί και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από αυτή. Η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων στη σύμβαση ως δικαίωμα κάποιου από τα μέρη (Α.Π. 1135/2022, Α.Π. 793/2015), δηλαδή να επιφυλάξει κάποιος από τους συμβαλλόμενους για τον εαυτό του το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση κατά τα άρθρα 389 επ. Α.Κ., ακόμη και χωρίς λόγο, όπως το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο (συμβατική υπαναχώρηση), οπότε για την άσκηση αυτού δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. Α.Κ., γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 896/2011), αλλά και για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, στην οποία (μη εκπλήρωση) περιλαμβάνονται και οι τρεις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης, δηλαδή η αδυναμία παροχής, η υπερημερία και η πλημμελής εκπλήρωση (Α.Π. 699/2019, Α.Π. 793/2015).

Επομένως, αν συνομολογηθεί μεταξύ εργολάβου και εργοδότη η ρήτρα εκπτώσεως για την περίπτωση της καθυστέρησης της εκτέλεσης του έργου, αυτή έχει την έννοια ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, και από την περιέλευση της σχετικής δήλωσης στον εργολάβο καταργείται ex tunc η σύμβαση, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό (Α.Π. 699/2019, Α.Π. 1147/2011). Έτσι, μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχει αξίωση εναντίον του άλλου για εκπλήρωση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία που έληξε (Α.Π. 1135/2022, Α.Π. 445/2019, Α.Π. 260/2015).

Σε περίπτωση, κατά την οποία ο εργοδότης ασκήσει κάποιο από τα διαζευκτικώς προβλεπόμενα από το νόμο ή τη σύμβαση δικαιώματά του, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει κάποιο άλλο, δηλαδή η επιλογή ενός αποκλείει την άσκηση των λοιπών, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, διότι, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 306 Α.Κ., ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, που μπορεί να γίνει με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και γίνεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα (Ολ.Α.Π. 50/2005, Α.Π. 1135/2022, Α.Π. 203/2019, Α.Π. 1283/2017, Α.Π. 774/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε τα προαναφερθέντα κονδύλια των 95.166,08 και 108.778,68 ευρώ της ένστασης συμψηφισμού των εναγόμενων ως μη νόμιμα, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 306 και 389 Α.Κ., αφού μετά την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της υπαναχώρησης εκ μέρους των εναγόμενων, αποκλείεται η άσκηση του διαζευκτικώς παρεχόμενου νόμιμου δικαιώματος αποζημίωσης, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 387 § 1 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, εφόσον η σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων λύθηκε κατόπιν ασκήσεως εκ μέρους των εναγόμενων συμβατικού, και όχι νόμιμου δικαιώματος υπαναχώρησης, και αυτοί δεν επικαλούνται ότι με όρο της συμφωνίας των διαδίκων προβλέφθηκε, για την περίπτωση ασκήσεως του συμβατικού δικαιώματος υπαναχώρησης, εύλογη αποζημίωση υπέρ αυτών, όπως προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 387 § 1 Α.Κ. για την περίπτωση της νόμιμης υπαναχώρησης. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο, αιτιολογία: "Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι [αναιρεσείοντες] είχαν στην κυριότητά τους, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα οικόπεδο, μετά της εντός αυτού υφιστάμενης παλαιάς οικοδομής, κείμενο εντός του σχεδίου πόλης του Δήμου Ιωαννιτών, στη θέση "...", επί της οδού ... ... Το έτος 2005 οι εναγόμενοι αποφάσισαν να αξιοποιήσουν το ακίνητό τους αυτό με την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής. Για τον σκοπό αυτόν συμβλήθηκαν με την ενάγουσα εταιρεία και ήδη εκκαλούσα [αναιρεσίβλητη], νομίμως εκπροσωπούμενη, υπογράφοντας το υπ' αριθμ. ....2005 προσύμφωνο εργολαβικού του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Χ. Φ., με την προσαρτώμενη σε αυτό γενική συγγραφή υποχρεώσεων. Με βάση το συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει στο οικόπεδο των εναγομένων, μετά την κατεδάφιση της εντός αυτού οικίας, πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής και να παραδώσει στους οικοπεδούχους συνολικά ποσοστό 46% των επιφανειών που υπολογίζονται στη δόμηση μετά την αφαίρεση των κοινόχρηστων χώρων που υπολογίζονται σε αυτήν και 46% των ημιυπαίθριων χώρων και αποθηκών ... Ως εργολαβικό αντάλλαγμα συμφωνήθηκε η μεταβίβαση απ? τους εργοδότες στην εργολάβο εταιρεία ή τα πρόσωπα που αυτή θα υποδείκνυε, τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ’ αυτά, οι οποίες δεν θα παρέμεναν στην κυριότητα των οικοπεδούχων. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε ότι ποσοστό 30% εξ αδιαιρέτου επ των μεταβιβαστέων προς την εργολήπτρια ποσοστών θα μεταβιβαζόταν αμέσως μετά το συμβόλαιο οροφοκτησίας, το οριστικό εργολαβικό και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, 20% με την ολοκλήρωση της κατασκευής του σκελετού της οικοδομής, 20% με την αποπεράτωση όλων των σοβατισμάτων, σωληνώσεων υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, 15% με την τοποθέτηση των εξωτερικών κουφωμάτων και 15% με την παράδοση στους οικοπεδούχους αποπερατωμένων σε λειτουργία (με το κλειδί) των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους. Ταυτόχρονα παρασχέθηκε η ειδική πληρεξουσιότητα στην ενάγουσα, μετά την εκπλήρωση των όρων του εργολαβικού συμβολαίου, να υπογράφει τα μεταβιβαστικά συμβόλαια μεταξύ των οικοπεδούχων και της ιδίας ή των υποδειχθησομένων από αυτήν τρίτων, αφού προηγουμένως προσκόμιζε και κατέθετε στον συμβολαιογράφο τη βεβαίωση του έχοντος τη γενική επίβλεψη του έργου μηχανικού σχετικά με την προσήκουσα εκτέλεση των υποχρεώσεών της. Παράλληλα, με τον 7ο όρο του εργολαβικού προσυμφώνου προβλεπόταν ότι η ενάγουσα είχε την υποχρέωση "να παραδώσει στους οικοπεδούχους τις δικαιούμενες από αυτούς οριζόντιες ιδιοκτησίες μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους, απόλυτα αποπερατωμένες, μέσα σε χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων εργολαβικού, οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας (ή την σε αυτήν παράδοση του οικοπέδου, εφόσον υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα για την έναρξη των οικοδομικών εργασιών από υπαιτιότητα οιουδήποτε οικοπεδούχου)". Επίσης, με το 9ο όρο της σύμβασης οι διάδικοι συμφώνησαν ότι οι οικοπεδούχοι σε καμία περίπτωση δε θα δικαιούνται να υπαναχωρήσουν - καταγγείλουν τη σύμβαση εργολαβίας πριν περάσουν σαράντα (40) μήνες από την υπογραφή αυτής (23.12.2005). Μετά την παρέλευση των ως άνω σαράντα (40) μηνών οι οικοπεδούχοι θα δικαιούνταν να κηρύξουν έκπτωτη την εργολήπτρια εφόσον υπαίτια καθυστερούσε την εκτέλεση - αποπεράτωση του έργου, με κοινοποίηση σε αυτήν απλής εξώδικης δήλωσής τους, και θα μπορούσαν οι ίδιοι να αναθέσουν την αποπεράτωση της πολυκατοικίας σε άλλον εργολάβο σε βάρος της εργολήπτριας εταιρείας, προκειμένου να αποπερατωθούν τα διαμερίσματα που περιέρχονται σε αυτούς, θα δικαιούνταν δε να μεταβιβάσουν οι ίδιοι (ή η νέα εργολήπτρια εταιρεία) τα μεταβιβαστέα προς την εργολήπτρια εταιρεία χιλιοστά και τα αντίστοιχα διαμερίσματα προς τρίτους και να διαθέσουν τα εκ των πωλήσεων τιμήματα για την αποπεράτωση του έργου ή την αμοιβή της νέας εργολήπτριας.

Στην περίπτωση αυτή συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων ότι η εργολήπτρια δεν θα είχε αξίωση κατά των οικοπεδούχων για τα εκτελεσθέντα από αυτήν έργα και υποχρεούτο στην παράδοση προς αυτούς όλων των μελετών, σχεδιαγραμμάτων, οικοδομικής αδείας, όπως και όλων των εγγράφων που αφορούν την πολυκατοικία, χωρίς καμία αποζημίωση. Ο εν λόγω όρος, χωρίς ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι είναι σαφής και χωρίς κενά, δίδει στους εργοδότες δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση, δηλαδή καθιερώνει ρήτρα εκπτώσεως της εργολήπτριας εταιρείας (άρ. 399 ΑΚ) σε περίπτωση που η τελευταία υπαίτια καθυστερεί την εκτέλεση και αποπεράτωση του έργου ανέγερσης της οικοδομής. Επιπρόσθετα, ο ίδιος όρος, περιέχων την πρόβλεψη ότι, μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τους εργοδότες, "η εργολήπτρια δεν θα έχει αξίωση κατά των οικοπεδούχων για τα εκτελεσθέντα απ' αυτήν έργα (υποχρεούται δε στην παράδοση προς αυτήν όλων των μελετών, σχεδιαγραμμάτων, οικοδομικής άδειας, άλλων εγγράφων που αφορούν την πολυκατοικία χωρίς καμιά αποζημίωση", ρητά και με σαφήνεια αποτελεί συμβατική ρήτρα του άρθρου 400 ΑΚ, έχουσα την έννοια ότι οι οικοπεδούχοι, σε περίπτωση άσκησης του ανωτέρω δικαιώματός τους, εξαιτίας υπαίτιας καθυστέρησης αποπεράτωσης του έργου, έχουν το δικαίωμα να παρακρατήσουν ως ποινή τις παροχές που έλαβαν από την εργολήπτρια και δεν υπέχουν υποχρέωση να τις αποδώσουν με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σε εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης η ενάγουσα αιτήθηκε προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών του Δήμου Ιωαννιτών την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας, που τελικώς εκδόθηκε στις 21.11.2007 και έλαβε αριθμό 206/2007, έχοντας ήδη ξεκινήσει την εκτέλεση του έργου, ενόψει δε των ανωτέρω, όφειλε να αποπερατώσει να παραδώσει το έργο το αργότερο έως τις 21.05.2009, ήτοι 18 μήνες μετά την έκδοση της άδειας. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι, παρά την παρέλευση της 18μηνης αυτής προθεσμίας, η ενάγουσα δεν παρέδωσε στους εναγόμενους τις δικαιούμενες από αυτούς οριζόντιες ιδιοκτησίες μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους, απόλυτα αποπερατωμένες. Έτσι, ενόψει της εξέλιξης αυτής, οι εναγόμενοι προέβησαν σε ανάκληση της δοθείσας στην ενάγουσα με το ως άνω προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο πληρεξουσιότητας να υπογράφει οποιαδήποτε πράξη στο όνομα των εργοδοτών, δυνάμει των υπ' αριθμ. 27.849/17.12.2009 και 12.438/17.12.2009 ανακλήσεων εντολών και πληρεξουσιότητας των συμβολαιογράφων Ιωαννίνων Χ. Φ. και Κρωπίας Μ. Π., αντίστοιχα, που επιδόθηκαν νομίμως στην ενάγουσα στις 22.12.2009 ... Παράλληλα, την ίδια ημέρα οι εναγόμενοι επέδωσαν προς την ενάγουσα ... την από 20.12.2009 εξώδικη διαμαρτυρία και υπαναχώρηση από εργολαβικό προσύμφωνο, με την οποία παραπονούνταν για την αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης τους, την οποία μέμφονταν ότι δεν είχε ολοκληρώσει και παραδώσει έγκαιρα σε αυτούς τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιέρχονταν στην κυριότητά τους, δεν είχε καταβάλει μεγάλο μέρος των οφειλομένων προς το Ι.Κ.Α. εργοδοτικών εισφορών που αναλογούσαν στις μέχρι τότε εκτελεσθείσες εργασίες και ότι στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν στη δεύτερη απ' αυτούς υπήρχαν σωρεία πλημμελών κατασκευών και κακοτεχνιών, και ακολούθως έταξαν σε αυτήν προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της διαμαρτυρίας τους αυτής, προκειμένου να εκπληρώσει τις απορρέουσες από το ανωτέρω εργολαβικό προσύμφωνο υποχρεώσεις της. Μετά ταύτα και αφού παρήλθε άπρακτη και η ανωτέρω ταχθείσα από τους εναγομένους προθεσμία και παράλληλα είχε παρέλθει και χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα (40) μηνών από την κατάρτιση του εργολαβικού, οι εναγόμενοι επέδωσαν προς την ενάγουσα την από 15.03.2010 εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης (βλ. την υπ' αριθμ. ....2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κ. Κ.), με την οποία υπαναχώρησαν από την επίδικη σύμβαση έργου και κάνοντας χρήση του όρου 9 του μεταξύ τους εργολαβικού κήρυξαν την αντισυμβαλλομένη τους έκπτωτη επικαλούμενοι την υπαίτια εκ μέρους της παράβασης ουσιωδών όρων της μεταξύ τους συμφωνίας και συγκεκριμένα ότι: α) δεν είχε προβεί στη σύνταξη και κατάρτιση συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, β) δεν είχε αποπερατώσει βασικές εργασίες για την παράδοση του έργου, όπως ολοκλήρωση εργασιών στο δάπεδο των κοινόχρηστων κλιμάκων, τοποθέτηση ανελκυστήρα, εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης, διαμόρφωση και επίστρωση δαπέδου στους χώρους στάθμευσης, αποπεράτωση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, αποπεράτωση εξωτερικών επιχρισμάτων και ελαιοχρωματισμού, γ) δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια ηλεκτροδότησης του συμφωνημένου έργου και δεν είχε ολοκληρώσει τις εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης, δ) όφειλε στο Ι.Κ.Α. για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και για εργοδοτικές εισφορές για την παροχή εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπεργολάβων, που εργάσθηκαν στο έργο, ποσό άνω των 30.000 Ευρώ, το οποίο κατά νόμο επιβάρυνε τους οικοπεδούχους και ε) όφειλε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων χρηματικό ποσό, απορρέον από την εκτέλεση και κατασκευή του έργου. Η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, παρόλο που ισχυρίστηκε ότι δεν τη βάρυνε υπαιτιότητα για την καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου, εντούτοις αποδέχθηκε τη δήλωση υπαναχώρησης των εναγομένων (χωρίς να υιοθετεί τη νομιμότητα της) και, συνακόλουθα, θεώρησε ότι καταργήθηκε ex tunc η σύμβαση εργολαβίας και ζήτησε, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την ωφέλεια που αποκόμισαν οι εργοδότες και δη την αξία των υλικών που ενσωματώθηκαν στο κτίσμα που ανήγειρε στο οικόπεδό τους και της εργασίας που απαιτήθηκε για την ενσωμάτωση αυτή. ... Οι εναγόμενοι, αποκρούοντας την αγωγή, ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι με τον όρο 9 της εργολαβικής σύμβασης η ενάγουσα παραιτήθηκε από τις ένδικες αξιώσεις της από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, άλλως ότι οι ίδιοι δεν έχουν υποχρέωση να αποδώσουν την παροχή που ήδη έλαβαν λόγω καταπεσούσας σε βάρος της ενάγουσας ποινής, όπως συμφωνήθηκε με τον προαναφερόμενο όρο. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί νόμιμη ένσταση που ερείδεται στις διατάξεις των άρθρων 361 και 400 ΑΚ ...

Περαιτέρω, η ενάγουσα προέβαλε καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής της και με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων της, την αντένσταση περί ανυπαρξίας πταίσματός της για την καθυστέρηση στην εκτέλεση και αποπεράτωση του έργου, ισχυρισμό που επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ο οποίος στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 400 και 405 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες απαιτείται πταίσμα του οφειλέτη για την ενεργοποίηση του όρου αυτού ... Επ' αυτού λεκτέα τα εξής : Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά τον χρόνο υπαναχώρησης των εναγομένων (22.12.2009) η ενάγουσα δεν είχε παραδώσει στους οικοπεδούχους τις δικαιούμενες απ' αυτούς οριζόντιες ιδιοκτησίες, μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους, απόλυτα αποπερατωμένες (με το κλειδί στο χέρι), ενώ κάποιες από τις εργασίες τις είχε εκτελέσει πλημμελώς και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Ειδικότερα [ακολουθεί η παράθεση των ελαττωμάτων του έργου]. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ... προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε ανεγερθεί εξ ολοκλήρου η οικοδομή στο επίδικο οικόπεδο των εναγομένων, δηλαδή είχαν κατασκευαστεί ο φέρων σκελετός, τα τούβλα, τα επιχρίσματα, δηλαδή είχε κατασκευαστεί το μεγαλύτερο μέρος του έργου, ήτοι το 90% ... πλην όμως υπολείπονταν και άλλες εργασίες ώστε να μπορεί το έργο να θεωρείται αποπερατωμένο κατά τα συμφωνηθέντα [ακολουθεί η παράθεση των εργασιών αυτών]. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και όχι της ενάγουσας. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, μολονότι παραλάμβαναν κανονικά τα εκτελεσθέντα τμήματα του έργου, χωρίς να εκφράσουν επιφυλάξεις ούτε ως προς την καθυστερημένη παράδοση (η οποία και μόνο τους έδινε δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση βάσει του όρου 9 αυτής και του άρθρου 686 ΑΚ), αλλά ούτε ως προς την ποιότητά του ή τις τυχόν ελλείψεις και κακοτεχνίες, τις οποίες μπορούσαν ευχερώς να διαπιστώσουν, ειδικά ο πρώτος απ' αυτούς που ήταν κάτοικος Ιωαννίνων, δεν εκπλήρωναν τη δική τους υποχρέωση ούτε για σύνταξη συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία θα υπαγόταν η οικοδομή, ούτε για σταδιακή μεταβίβαση των ποσοστών οικοπέδου που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό αντάλλαγμα (γεγονός που οι εναγόμενοι δεν αρνούνται), χρησιμοποιώντας διάφορες προφάσεις και παρά τις σχετικές προφορικές οχλήσεις του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Γεωργίου Κουμπλομάτη. Εντούτοις η ενάγουσα, αν και είχε το δικαίωμα βάσει του προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου ή βάσει των γενικών διατάξεων για την εκπλήρωση των ενοχών (342, 374 ΑΚ) να αρνηθεί να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου, δεν διέκοψε τις εργασίες, αλλ' αντίθετα επέδειξε μεγάλη διαλλακτικότητα και ανοχή και προχώρησε την ανέγερση της οικοδομής μέχρι το σημείο που προαναφέρθηκε, έστω και με καθυστέρηση, η οποία πάντως οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, δηλαδή στην οικονομική δυσπραγία που της προκάλεσε η προεκτεθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά των οικοπεδούχων. Συγκεκριμένα, ενώ η ενάγουσα ήδη κατά τον χρόνο που της επιδόθηκε η πρώτη εξώδικη δήλωση των εναγομένων (22.12.2009) δικαιούτο να λάβει, ως αντιπαροχή, ποσοστό 85/100 εξ αδιαιρέτου επί των μεταβιβαστέων προς την ίδια ποσοστών του οικοπέδου, αφού είχε κατασκευάσει το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος του έργου, δηλαδή είχε τοποθετήσει και τα εξωτερικά κουφώματα, είχε λάβει μηδενικό αντάλλαγμα, με αποτέλεσμα να μην δύναται να εκποιήσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που σύμφωνα με το προσύμφωνο θα περιέρχονταν στην ίδια και να χρεωθεί ή να πληρώνει εξ ιδίων για τις εργασίες που εκτέλεσε. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ... ότι την ενάγουσα βαρύνει πταίσμα για την μη σύνταξη της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ούτε εξάλλου οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κάλεσαν την ενάγουσα να προσέλθει σε συμβολαιογράφο για την υπογραφή του συμβολαίου σύστασης και εκείνη αρνήθηκε. Άλλωστε η τελευταία κανένα συμφέρον δεν είχε από τη μη υπογραφή της άνω συμβολαιογραφικής πράξης, τέτοιο δε (συμφέρον), δεν αποτελεί η μη καταβολή των αναλογούντων συμβολαιογραφικών εξόδων που με τον 16ο όρο του προσυμφώνου βάρυναν την ενάγουσα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Αντιθέτως, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύεται ότι η εργολήπτρια ήταν αυτή που είχε, κατά μείζονα λόγο, συμφέρον στην υπογραφή του συμβολαίου σύστασης, αφού με τον τρόπο αυτό (και τη μεταβίβαση στην ίδια ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου), θα λάμβανε σταδιακά μέρος της αντιπαροχής που είχε συμφωνηθεί ως αμοιβή της και θα ηδύνατο να αποσβέσει το σύνολο της αξίας του έργου που εκτέλεσε, πωλώντας τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα περιέρχονταν στην ίδια. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την υπαιτιότητα των εναγομένων για την καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου δεν αίρεται από τη συμβατική πρόβλεψη, στους όρους 16 και 24 του προσυμφώνου, ότι η ενάγουσα μπορούσε να υπογράφει χωρίς τη σύμπραξη των οικοπεδούχων την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού της πολυκατοικίας (δυνατότητα που πάντως έπαψε να έχει μετά την κοινοποίηση σ' αυτήν των υπ' αριθμ. 27.849/17.12.2009 και 12.438/17.12.2009 ανακλήσεων εντολών και πληρεξουσιότητας), καθώς και τα μεταβιβαστικά συμβόλαια μεταξύ των οικοπεδούχων και της εργολήπτριας ή των τρίτων που αυτή θα υποδείκνυε. Και τούτο διότι η σχετική αδράνεια της ενάγουσας, η οποία και μόνο βλαπτόταν από τη μη κατάρτιση των άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, μπορεί μόνο να αξιολογηθεί υπέρ της, υπό την έννοια ότι δεν επιθυμούσε να διαρρήξει τις σχέσεις της με τους εναγομένους, και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να καταλογιστεί σε βάρος της ως πταίσμα για την καθυστέρηση παράδοσης του έργου. Σημειώνεται ότι το ίδιο πνεύμα συνεργασίας δεν επέδειξαν οι εναγόμενοι, διότι όχι μόνο δεν προέβησαν στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τη σύμβαση, γεγονός που όπως προεκτέθηκε θεμελιώνει δική τους υπαιτιότητα για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου, αλλά επιπλέον υπαναχώρησαν και κήρυξαν έκπτωτη την ενάγουσα όταν πλέον το έργο ήταν κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του αποπερατωμένο, επικαλούμενοι τον 9ο όρο του εργολαβικού, με τον οποίο θα κατέπιπτε υπέρ τους, ως ποινή, η ωφέλεια που αποκόμισαν από την μέχρι τότε εκτέλεση του έργου. Ωστόσο υπό τα περιστατικά αυτά, εφόσον η ενάγουσα δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η συμβατική ρήτρα του άρθρου 400 ΑΚ, που περιέχεται στο υπ' αριθμ. ....2005 προσύμφωνο εργολαβικού, η οποία προϋποθέτει, για την κατάπτωση της προαναφερθείσας ποινής, πταίσμα της εργολήπτριας εταιρείας, κατά ουσιαστική παραδοχή της σχετικής αντένστασης της ενάγουσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η καθυστέρηση αποπεράτωσης του έργου οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, απορρίπτοντας την αντένσταση αυτής περί ανυπαρξίας πταίσματός της για την καθυστέρηση, αν και χωρίς να αξιολογεί δικονομικά τον ισχυρισμό αυτό, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων ... Με βάση τα ανωτέρω, κατόπιν της από 15.03.2010 δήλωσης υπαναχώρησης των εναγομένων από τη σύμβαση, ανατράπηκαν οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων προς παροχή και γεννήθηκε η υποχρέωσή τους για απόδοση των παροχών που καταβλήθηκαν με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (αιτία λήξασα). Έτσι, οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην ενάγουσα την ωφέλεια που αποκόμισαν, δηλαδή την αξία των υλικών που απαιτήθηκαν για την ανέγερση της οικοδομής στο οικόπεδό τους και της εργασίας που απαιτήθηκε για την ανέγερση. Ειδικότερα, η αξία των υλικών και της εργασίας επαγγελματιών διαφόρων ειδικοτήτων είναι η εξής: [ακολουθεί η αποτίμηση της αξίας των υλικών και των εργασιών] ...
Συνεπώς, η συνολική αξία των ανωτέρω υλικών και εργασίας ανέρχεται στο ποσό των 118.985,33 ευρώ ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την ένσταση των εναγόμενων από τον όρο 9 της εργολαβικής σύμβασης, κατά τον οποίο, σε περίπτωση άσκησης εκ μέρους των οικοπεδούχων του συμβατικού δικαιώματος υπαναχώρησης, η ενάγουσα δεν θα είχε αξίωση εναντίον τους για τα εκτελεσθέντα από αυτήν έργα, δεχόμενο την αντένσταση της ενάγουσας περί έλλειψης υπαιτιότητας, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας της ενάγουσας σχετικά με την καθυστέρηση της εμπρόθεσμης εκτέλεσης και παράδοσης του έργου, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 330 εδ. β', 342, 400 και 405 Α.Κ., τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα βάσει της εργολαβικής σύμβασης, που έγινε με το ...-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Χ. Φ., να μεταβιβάσει στην ίδια ή σε τρίτους, για το εργολαβικό της αντάλλαγμα, τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούσαν σε ποσοστά 46% των επιφανειών της οικοδομής, και ότι βάσει των όρων 16 και 24 της εργολαβικής σύμβασης είχε δικαίωμα, ενεργώντας για λογαριασμό των οικοπεδούχων και χωρίς τη σύμπραξή τους, να συντάξει την πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και να συμβάλλεται γι' αυτούς στα συμβόλαια μεταβίβασης των ως άνω ιδιοκτησιών, πληρεξουσιότητα που ανακλήθηκε την 17-12-2009, δηλαδή μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από τον όρο 9 της εργολαβικής σύμβασης προθεσμίας των 40 μηνών από τη σύναψη της εργολαβικής σύμβασης (23-12-2005) για την αποπεράτωση του έργου, με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία δέχεται εν συνεχεία ότι υπαίτιοι για τη μη εμπρόθεσμη εκτέλεση των εργασιών είναι οι οικοπεδούχοι, οι οποίοι δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους για σύνταξη πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και για σταδιακή μεταβίβαση στην ενάγουσα ή σε τρίτους των ποσοστών, που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό της αντάλλαγμα, αναγκάζοντας έτσι αυτήν να συνεχίσει το έργο με δικούς της πόρους και περιάγοντάς την σε οικονομική δυσχέρεια, η δε ενάγουσα, η οποία δεν έκανε χρήση των ανωτέρω όρων 16 και 24, που της επέτρεπαν να προβεί η ίδια στη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και να λαμβάνει τμηματικά το εργολαβικό της αντάλλαγμα, παρόλο που μέχρι το χρόνο της υπαναχώρησης είχε εκτελέσει ποσοστό 90% του έργου και θα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να έχει λάβει το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της, δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, επειδή δεν επιθυμούσε, προβαίνοντας στις ανωτέρω ενέργειες, να διαρρήξει τις σχέσεις της με τους εναγόμενους, και ότι ενόψει αυτών δεν έχει εφαρμογή ο όρος 9, που προέβλεπε ότι μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης των οικοπεδούχων η εργολήπτρια δεν θα είχε αξίωση για τα εκτελεσθέντα από αυτήν έργα. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω παραδοχές δεν επαρκούν για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου ότι η ενάγουσα δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την καθυστέρηση, εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικότερα για ποιο λόγο η εφαρμογή των συμβατικών όρων 16 και 24 θα είχε ως αποτέλεσμα τη διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, ποιες συνέπειες θα είχε αυτό για την ενάγουσα και γιατί οι συνέπειες αυτές ήταν δυσμενέστερες για τα συμφέροντά της από την ενεργοποίηση του δικαιώματος υπαναχώρησης των οικοπεδούχων και τον κίνδυνο της πλήρους στέρησης των δικαιωμάτων της για το εκτελεσθέν μέρος του έργου, έτσι ώστε να παρίσταται δικαιολογημένη η μη χρήση των δικαιωμάτων της από τους όρους αυτούς και να αποτελεί λόγο άρσης της υπαιτιότητάς της η συνακόλουθη περιέλευσή της σε οικονομική δυσχέρεια. Επομένως είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 (εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο ως λόγος και από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.

Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα του απομένοντος πρώτου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναιρετική εμβέλεια του τρίτου λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση αυτού, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 143/2023 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και η συμπροσβαλλόμενη, κατ' άρθρο 553 § 2 ΚΠολΔ, 213/2015 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 143/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και την συμπροσβαλλόμενη 213/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή