ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 868/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 868/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 868/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 868 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 868/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζούρο.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Δ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-04-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3435/2018 μη οριστική, 2310/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 427/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-07-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά Σ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 28-7-2020 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 9-10-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας εν όψει της διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 (και των επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023) και προσδιορίσθηκε εκ νέου, οίκοθεν, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (βλ. την υπ' αριθ. 307/2023 πράξη του Προέδρου του Α2' Τμήματος του ΑΠ). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, στην οποία η υπόθεση είχε αναγραφεί στο πινάκιο, τούτου επέχοντος θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων (άρθ. 260 § 4 σε συνδ. με 568 § 2 ΚΠολΔ), δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η υπόθεση θα συζητηθεί παρά την απουσία της (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Η υπό κρίση από 28-9-2021 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 427/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12-6-2020, η δε αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 29-7-2020 μαζί με το οικείο παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Ι. Κατά το άρθρο 10 ΑΚ, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του. Ως "έδρα" δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν. 791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήταν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθ. 25 του Ν. 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968 , διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους διαχειρίζονται γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν.27/1975. Οι παραπάνω περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ` απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ , όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 1183/2019, ΑΠ 803/2010, ΑΠ 811/2008). Η άδεια εγκατάστασης των εταιρειών αυτών, των γραφείων ή των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα, χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου (Ν.27/1975), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 Ν. 814/1978, 77 παρ. 5 Ν.1892/1990 και 4 Ν.2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έκτοτε επέρχονται και οι έννομες συνέπειές της.

Σε περίπτωση όμως που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιρειών, οι εταιρείες αυτές, από τη δημοσίευση ομοίως της σχετικής υπουργικής απόφασης στην ΕτΚ, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, επειδή δεν έχουν συσταθεί κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, θεωρούνται κατά τα ανωτέρω ως ομόρρυθμες "εν τοις πράγμασι" και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας (ΑΠ 1439/2023, ΑΠ 1460/2022, ΑΠ 1404/2021, ΑΠ 1183/2019).

ΙΙ. Στο άρθ. 25 § 1 ν. 27/1975 "Εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείων ή υποκαταστημάτων αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων" ορίζονται τα εξής: "1. Γραφεία ή υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων οποιουδήποτε τύπου ή μορφής, ασχολούμενα αποκλειστικά με τη διαχείριση, εκμετάλλευση, ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων ή ασφαλίσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία, πάνω από πεντακόσιους (500) κόρους ολικής χωρητικότητας, εξαιρουμένων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων που εκτελούν εσωτερικούς πλόες, καθώς και με την αντιπροσώπευση πλοιοκτητριών εταιρειών, ως και επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τις ίδιες με τις παραπάνω αναφερόμενες δραστηριότητες, δύνανται, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, να εγκαθίστανται στην Ελλάδα κατόπιν άδειας που χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ανωτέρω δυνατότητα παρέχεται κατ` εξαίρεση και σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις, πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες, ναυαγοσωστικών ή ρυμουλκών πλοίων υπό ξένη σημαία οποιασδήποτε χωρητικότητας".

Εξάλλου, με το άρθ. μόνο της Υ.Α 1246/1994 (ΦΕΚ Β' 919) οριζόταν ότι "1. Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του άρθρου 4 του Ν.2234/1994, οι εγκατεστημένες στην Ελλάδα βάσει του ανωτέρω νόμου ναυτιλιακές εταιρείες θα υποβάλλουν στο ΥΕΝ με κοινοποίηση στα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εντός του μηνός Ιανουάριου εκάστου έτους τα ακόλουθα έγγραφα: α) Βεβαίωση Τράπεζας ή τραπεζών που λειτουργούν στην Ελλάδα, από τις οποίες θα προκύπτει το εισαχθέν και δραχμοποιηθέν κατά το παρελθόν έτος μη υποχρεωτικά εκχωρητέο συνάλλαγμα που στο σύνολό του δεν δύναται να είναι κατώτερο των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων Η.Π.Α. β) Υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986 με την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας θα βεβαιώνει για το συνολικό συνάλλαγμα που εισήγαγε και δραχμοποίησε η εν λόγω εταιρεία κατά το παρελθόν έτος. Στην ίδια Υπεύθυνη δήλωση θα αναφέρονται (α) το ποσό συναλλάγματος που χρησιμοποίησε για κάλυψη των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας του γραφείου της στην Ελλάδα και το οποίο δεν δύναται να είναι κατώτερο των πενήντα χιλιάδων (50.000) δολαρίων Η.Π.Α. και (β) τα ποσά συναλλάγματος που δραχμοποίησε η εταιρεία για την κάλυψη άλλων πληρωμών για λογαριασμό της ή για λογαριασμό τρίτων. Άπαντα τα ανωτέρω ποσά συναλλάγματος πρέπει να εμφανίζονται και στα τηρούμενα από την εταιρεία λογιστικά βιβλία. Η υπουργική αυτή απόφαση καταργήθηκε με το άρθ. 4 της Υ.Α 312//2013 στην οποία ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Αρθρο 1. Οι ενδιαφερόμενες να εγκαταστήσουν γραφείο ή υποκατάστημα στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 27/75 (ΦΕΚ Α 77), όπως ισχύει, αλλοδαπές ναυτιλιακές επιχειρήσεις καθώς και οι εξομοιούμενες με αυτές ημεδαπές που ενδιαφέρονται να υπαχθούν στις εν λόγω διατάξεις, υποχρεούνται να καταθέσουν στη Διεύθυνση Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου τα ακόλουθα δικαιολογητικά: 1. ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ α. Αίτηση στην οποία να αναφέρεται η ακριβής επωνυμία, έδρα και ιθαγένεια της εταιρείας, ο τύπος υπό τον οποίο λειτουργεί καθώς και η δραστηριότητα αυτής στη χώρα της έδρας της, το συγκεκριμένο αντικείμενο των εργασιών του γραφείου της στην Ελλάδα καθώς και ο εκπρόσωπος της, β...δ.Επικυρωμένο αντίγραφο πρόσφατης βεβαίωσης (ημερομηνία όχι πέραν του διμήνου από της καταθέσεως) του οικείου Προξενείου στην Ελλάδα ή αρμόδιας αρχής της χώρας της έδρας της εταιρείας από την οποία να προκύπτει ότι η αιτούσα εταιρεία υφίσταται και λειτουργεί νομίμως στην χώρα της, ε. Υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 του εκπροσώπου της εταιρείας στην Ελλάδα, δεόντως θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής, από την οποία να προκύπτουν: αα) Η αποδοχή του διορισμού του ως εκπροσώπου του γραφείου ή υποκαταστήματος της Εταιρείας στην Ελλάδα. ββ) Οτι το αντικείμενο των εργασιών του γραφείου ή υποκαταστήματος της εταιρείας περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο σε πλοία με Ελληνική ή ξένη σημαία ολικής χωρητικότητας ανωτέρας των πεντακοσίων (500) κόρων, εξαιρουμένων των επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων και των εμπορικών πλοίων που εκτελούν εσωτερικούς πλόες(...) στ.Σε περίπτωση που η υπό εγκατάσταση εταιρεία είναι απλώς διαχειρίστρια τότε απαιτείται και έγγραφο της πλοιοκτήτριας εταιρείας, δεόντως θεωρημένο για το γνήσιο της υπογραφής, με τα αναφερόμενα στην παράγραφο ε' (γγ) στοιχεία από το οποίο να προκύπτει η ανάθεση της διαχειρίσεως στο υπό εγκατάσταση γραφείο ή υποκατάστημα της εταιρείας. Σε περίπτωση όμως που είναι πλοιοκτήτρια απαιτείται προσκόμιση επικυρωμένου φωτοαντιγράφου του εγγράφου εθνικότητας του πλοίου.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 928 εδ. β', 929 εδ. β', 297 και 298 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αξίωση για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση (λόγω ηθικής βλάβης) έχει μόνον ο ζημιωθείς αμέσως από την πράξη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος (ΟλΑΠ 18/2004), εκτός αν η συμπεριφορά του αδικοπρακτούντος, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά και ως προς τον τρίτο είτε αδικοπραξία, είτε αυτοτελή λόγο υποχρεώσεως για αποζημίωση (ΑΠ 1214/2021, ΑΠ 461/1991). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α, 22β του Ν 2190/1920, 31, 32 ΕμπΝ, 68, 714, 297, 298 ΑΚ προκύπτει, ότι τα μέλη διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού αυτού προσώπου, για τη ζημία που από πταίσμα τους προξένησαν στην εταιρεία, η ευθύνη τους δε αυτή υφίσταται και κατά τα άρθρα 914, 919 ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη τους, στρεφόμενη κατά της εταιρείας, αποτελεί και αδικοπραξία με την έννοια των διατάξεων των εν λόγω άρθρων. Στην περίπτωση αυτή, όταν δηλαδή η ζημιογόνος πράξη που αποτελεί και αδικοπραξία στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την αξίωση προς αποζημίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό τούτο πρόσωπο της εταιρείας, νομιμοποιούμενο να εγείρει την οικεία αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως, κατά τους όρους του άρθρου 22β του Ν 2190/1920. Οι κατ' ιδίαν μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας, τυχόν υφιστάμενοι έμμεση ζημία, που μπορεί να συνίσταται στην πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών ή τη μείωση της εσωτερικής αξίας τους ή τη διανομή μικρότερου μερίσματος, δεν έχουν και αυτοί παράλληλα αξίωση αποζημιώσεως για τη ζημία τους αυτή, διότι δεν είναι οι αμέσως από την αδικοπραξία ζημιωθέντες (ΑΠ 1285/1980). Όμως, κατά λογική ακολουθία των προεκτιθεμένων, έχουν και οι μέτοχοι αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως κατά των μελών της διοικήσεως της εταιρείας, όταν η ζημιογόνος πράξη των τελευταίων, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά συγχρόνως και παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος, συνιστά δηλαδή και ως προς τους μετόχους αδικοπραξία, από την οποία απορρέει άμεση και αυτοτελής υποχρέωση προς αποζημίωση (ΑΠ 413/2020).

Περίπτωση άμεσης ζημίας του μετόχου ανώνυμης εταιρείας, εξάλλου, συντρέχει και σε περίπτωση αδικαιολόγητης μη διανομής των κερδών της ανώνυμης εταιρείας, εφόσον όμως υπάρχει απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας για διανομή των κερδών (ΑΠ 1755/2011, ΑΠ 225/1988 ΠοινΧρ ΛΗ.512), με δεδομένο ότι, αφενός μεν το αφηρημένο μετοχικό δικαίωμα στα κέρδη της εταιρείας αποκτά "σάρκα και οστά", μετασχηματιζόμενο σε ενοχική αξίωση καταβολής ορισμένου ποσού (του μερίσματος) με την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων από την ετήσια τακτική γενική συνέλευση και τη λήψη της απόφασης περί διανομής κερδών, οπότε κατά την κρατούσα άποψη στη νομολογία και θεωρία, γεννάται η ενοχική αξίωση του μετόχου επί του μερίσματος [ΑΠ 173/2019 (Ποιν)], αφ' ετέρου δε στη διαχείριση ξένης περιουσίας εμπίπτει και η διανομή κερδών εταιρείας (ΑΠ 1656/1981 ΠοινΧρ. ΛΒ.741). Η περίπτωση γένεσης ατομικής αξίωσης του μετόχου ανώνυμης εταιρείας κατά μελών του ΔΣ αυτής με βάση τις περί αδικοπραξίας διατάξεις, όταν οι πράξεις αυτών αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ ) ή είναι παράνομες (άρθρο 914 ΑΚ ) εάν οι πράξεις αυτές αποτελούν παράνομη επέμβαση στην υπόσταση του μετοχικού δικαιώματος (ΑΠ 1298/2006), δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση υπεξαίρεσης της εταιρικής περιουσίας, διότι η πράξη αυτή στρέφεται σε βάρος της εταιρείας, η δε ζημία του μετόχου δεν είναι αυτοτελής, πρόσθετη της ζημίας της εταιρείας, αλλά αποτελεί αντανάκλαση στην περιουσία του μετόχου, της ζημίας της εταιρείας [ΑΠ 1285/1980 τνπ NOMOS).

Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο του τόπου, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, με αποτέλεσμα η σχέση, που δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα, να διέπεται από το ελληνικό δίκαιο (ΟλΑΠ 14/1997, 525/2010). Κατά το δίκαιο αυτό, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, ήτοι η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρ. 932 ΑΚ), τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων, καθώς και των οφειλόμενων τόκων από την επίδοση της αγωγής αποζημίωσης. Στην προαναφερθείσα έννοια του "κύκλου των προστατευόμενων αγαθών ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων" περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απευθείας, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, και όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με την ένδικη αδικοπρακτική συμπεριφορά, είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου (ΑΠ 766/2015). Έτσι, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 26 ΑΚ, θα κριθεί και εάν ο μέτοχος ανώνυμης εταιρείας έχει αξίωση κατά προσώπου που προκάλεσε ζημία στην εταιρεία.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Ο από τη διάταξη του αριθ. 1 προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν παραβιάζεται κανόνας αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου.

Προϋπόθεση, όμως, της ιδρύσεως του λόγου αναιρέσεως για παράβαση κανόνα αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου είναι η πρόταση του αλλοδαπού κανόνα δικαίου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης είτε στον πρώτο είτε στον δεύτερο βαθμό, όχι όμως στον Άρειο Πάγο το πρώτον, διότι κατά το άρθρο 337 ΚΠολΔ οι αλλοδαποί κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν δίκαιο, το οποίο μπορεί να γνωρίζει, δεν είναι όμως υποχρεωμένος να γνωρίζει ο δικαστής, αφού, αν το αγνοεί μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει κατά την κρίση του κάθε πρόσφορο μέσο προς διαπίστωση της υπάρξεώς του (ΑΠ 1487/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Την 3-7-2006 συστήθηκε κατά το δίκαιο περί Εμπορικών Εταιριών της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ η εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΟΝ SHIPMANAGEMENT CO" [βλ. το από 3-7-2006 πιστοποιητικό σύστασης (certificate of incorporation) το οποίο προσάγει με επίκληση η εφεσίβλητη - εναγόμενη Α. Π.]. Μοναδικοί Διευθυντές της άνω εταιρίας ήταν κατά τους κρίσιμους για την υπόθεση χρόνους ο ενάγων Ι. Ρ. και ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π., οι οποίοι ήταν και μέτοχοι αυτής κατά ποσοστό 50% έκαστος, δηλαδή, από το σύνολο των 500 μετοχών της, έκαστος κατείχε 250 μετοχές. Η εταιρία αυτή υπήρξε πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Ένωσης Κομορών Φ/Γ πλοίου "CURRENT", με Δ.Δ.Σ. ... και με αριθμό ..., από το Νοέμβριο 2006 έως τις 15-1-2008, οπότε το άνω πλοίο πωλήθηκε στην εταιρία "BELINDA SHIPHOLDINGS CORP" και η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία έπαυσε τη λειτουργία της, χωρίς έκτοτε να εκκαθαριστεί και να εκλείψει η νομική της προσωπικότητα, ως άλλωστε και οι διάδικοι δεν επικαλούνται. Περαιτέρω, η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία, από 8-8-2006 και μέχρι την άνω πώληση του πλοίου, είχε αναθέσει εγγράφως τη διαχείρισή του στην εδρεύουσα στη Δημοκρατία των Νήσων Μάρσαλ εταιρία "PANMAR S.A.", συμφερόντων του αρχικώς εναγόμενου, η οποία είχε εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 378/1968, 27/1975, Ν. 814/1978 και Ν. 2234/1994, δυνάμει της υπ' αριθ. 3122.1/3695/24032/6-6-2003 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας (Φ.Ε.Κ. 97/ΤΑΠΣ/19-6- 2003) (βλ. τη σχετική σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης, την οποία προσάγει με επίκληση η εφεσίβλητη). Επομένως η άνω, έχουσα νόμιμη εγκατάσταση στην ημεδαπή, αλλοδαπή πλοιοκτήτρια εταιρία, της οποίας μέτοχοι τύγχαναν ο ενάγων και ο αρχικώς εναγόμενος, εμπίπτει στην εξαίρεση από τη θεωρία της πραγματικής έδρας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 791/1978 και 4 παρ. 9 του Ν. 2234/1994, και διέπεται ως προς τη σύσταση, τη λύση, τη νομική προσωπικότητα, την ικανότητα δικαίου και τη διαδικασία της εκκαθάρισης (καθόσον αυτή ρυθμίζει το ζήτημα της ικανότητας δικαίου του νομικού προσώπου της) από το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται η καταστατική της έδρα, εν προκειμένω, δηλαδή, από το δίκαιο της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ και όχι από το ελληνικό δίκαιο. Κατά το δίκαιο των Νήσων Μάρσαλ η εταιρία αυτή έχει εγκύρως συσταθεί ως εταιρία κατά μετοχές, δηλαδή ως κεφαλαιουχική εταιρία. Επομένως, δεν τίθεται καταρχήν ζήτημα ακύρως κατά το ελληνικό δίκαιο συσταθείσας κεφαλαιουχικής εταιρίας, επειδή δεν τήρησε τις γηγενείς διατυπώσεις δημοσιότητας και επειδή είχε αναπτύξει συναλλακτική δραστηριότητα και για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί ως εν τοις πράγμασιν ομόρρυθμη εταιρία. Σε αντίθετη παραδοχή δεν δύναται να οδηγήσει το ότι η άδεια εγκατάστασης στην Ελλάδα της άνω διαχειρίστριας του πλοίου εταιρίας ανακλήθηκε μεταγενέστερα και δη με την υπ' αριθ. 3122.1/3695/12/24032/20-2-2009 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής (Φ.Ε.Κ. 385/ΤΑΠΣ/4- 3-2009), όπως προκύπτει και από το υπ' αριθ. πρωτ. 3122.1/3695/16/27-2-2015 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού που προσάγει με επίκληση η εφεσίβλητη - εναγόμενη. Και τούτο διότι η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία δεν συνέχισε να εμφανίζει συναλλακτική δραστηριότητα και μετά την ανάκληση της άδειας εγκατάστασης στην Ελλάδα της άνω διαχειρίστριας εταιρίας του πλοίου της, ως άλλωστε και ο ενάγων δεν επικαλείται, πλην όμως απαιτείτο, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, προκειμένου η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία να δύναται να αντιμετωπιστεί ως ομόρρυθμη "εν τοις πράγμασιν" εταιρία και να μην καλύπτεται από τις άνω ευνοϊκές διατάξεις των Ν. 791/1978 και 2234/1994. Ομοίως, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην υπαγωγή της άνω πλοιοκτήτριας εταιρίας στην εξαίρεση από τη θεωρία της πραγματικής έδρας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 791/1978 και 4 παρ. 9 του Ν. 2234/1994, το γεγονός ότι, κατά το ίδιο άνω έγγραφο (3122.1 /3695/16/27-2- 2015), δεν κατατέθηκαν στη Διεύθυνση Ποντοπόρου Ναυτιλίας του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού επιστολή ανάθεσης της διαχείρισης από την άνω πλοιοκτήτρια εταιρία και υπεύθυνη δήλωση του εκπροσώπου της άνω διαχειρίστριας εταιρίας για την αποδοχή της διαχείρισης, ενόψει του ότι η παράλειψη κατάθεσης στην άνω Διεύθυνση των άνω εγγράφων δεν επιδρά στο υποστατό της άνω ανάθεσης διαχείρισης, για την οποία, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο (3122.1/3695/16/27-2-2015), η άνω υπηρεσία δήλωσε εξ αρχής ενήμερη, αφού αναγράφεται σ' αυτό ότι στις κατατεθείσες ετήσιες αναφορές δραστηριότητας του γραφείου της άνω πλοιοκτήτριας εταιρίας ετών 2006 και 2007 η άνω διαχειρίστρια εταιρία μεταξύ άλλων είχε δηλώσει ότι διαχειρίστηκε το άνω πλοίο κατά τα έτη αυτά, αρχής γενομένης από 8-8-2006. Σε διαφορετική άποψη δεν οδηγείται το Δικαστήριο ούτε από το με αριθ. 567/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αρχικώς εναγόμενος Δ. Π. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Πειραιά για να δικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας (και δη αναφορικά με υπόλοιπο 74.628,00 ευρώ από το 50% του τιμήματος της πώλησης του άνω πλοίου στις 15-1-2008, αφού κρίθηκε προηγουμένως ότι η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία δεν είχε εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα και λειτουργούσε στην ημεδαπή ως εν τοις πράγμασιν ομόρρυθμη εταιρία χωρίς νομική προσωπικότητα), ενόψει του ότι η σχετική κρίση του άνω Συμβουλίου - η οποία, σημειωτέον, ουδέποτε ελέγχθηκε ούτε πρόκειται να ελεγχθεί από ποινικό Δικαστήριο (καθώς ο κατηγορούμενος - αρχικώς εναγόμενος απεβίωσε στις 23-11-2017) και σε κάθε περίπτωση εκτιμάται ελεύθερα από το παρόν πολιτικό Δικαστήριο (...) δεν αιτιολογείται πειστικά, αφού παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στη διαχειρίστρια του άνω πλοίου εταιρία "PANMAR S.A." συμφερόντων του αρχικώς εναγομένου, η εγκατάσταση της οποίας στην Ελλάδα κατά το χρόνο λειτουργίας της άνω πλοιοκτήτριας εταιρίας δικαιολογεί την υπαγωγή της τελευταίας στην εξαίρεση από τη θεωρία της πραγματικής έδρας των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 791/1978 και 4 παρ. 9 του Ν. 2234/1994, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, αφού κατά το εφαρμοστέο ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο ως εκ του τόπου τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας (26 ΑΚ), αμέσως ζημιωθείσα από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια πράξη του αρχικώς εναγόμενου είναι η αλλοδαπή εταιρία "NEON SHIPMANAGEMENΤ", η οποία είχε εγκύρως συσταθεί κατά το δίκαιο της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ ως εταιρία κατά μετοχές, δηλαδή ως κεφαλαιουχική εταιρία, της οποίας οι διάδικοι δεν επικαλούνται την εκκαθάριση και την εξάλειψη της νομικής της προσωπικότητας, κάτι που άλλωστε δεν αποδείχθηκε, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί μόνον αυτή να νομιμοποιείται ενεργητικά, ως φορέας των δικαιωμάτων της εταιρικής περιουσίας της, στην έγερση αξίωσης αποζημίωσης σε βάρος του αρχικώς εναγόμενου, λόγω της εκτιθέμενης παράνομης ιδιοποίησης χρηματικού ποσού από την πώληση του πλοίου "CURRENT" πλοιοκτησίας της. Κατά συνέπεια ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του, την οποία προσδιορίζει στο υπόλοιπο που δικαιούταν να εισπράξει από το τίμημα της αγοραπωλησίας του άνω πλοίου με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην άνω πλοιοκτήτρια εταιρία, αφού αυτός υπέστη μόνον έμμεση ζημία με την ιδιότητα του μετόχου της. Το γεγονός δε ότι αυτός, ως μέτοχός της, δικαιούνταν το 50% του τιμήματος από την πώληση του άνω πλοίου της, τον καθιστά μόνον εμμέσως ζημιωθέντα, ο οποίος εκ του λόγου τούτου και μόνον δεν έχει αξίωση προς αποζημίωση κατά της καθολικής διαδόχου του αρχικώς εναγομένου - εφεσίβλητης, δεδομένου ότι, πέραν της υπεξαίρεσης μέρους του τιμήματος που προήλθε από την πώληση του άνω πλοίου, δεν αναφέρει στην αγωγή του άλλη παράνομη συμπεριφορά του αρχικώς εναγομένου σε βάρος του...". Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει προηγουμένως την από 23-4-2013 αγωγή του ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής του νομιμοποίησης. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) η εταιρία με την επωνυμία "ΝΕΟΝ SHIPMANAGEMENT CO" συστήθηκε την 3-7-2006 κατά το δίκαιο περί Εμπορικών Εταιριών της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ με μοναδικούς διευθυντές της τον ενάγοντα/αναιρεσείοντα Ι. Ρ. και τον αρχικώς εναγόμενο Δ. Π., οι οποίοι ήταν και οι μοναδικοί μέτοχοι αυτής κατά ποσοστό 50% έκαστος, β) η εταιρία αυτή υπήρξε πλοιοκτήτρια του υπό σημαία Ένωσης Κομορών Φ/Γ πλοίου "CURRENT", με Δ.Δ.Σ. ... και με αριθμό ..., από το Νοέμβριο 2006 έως τις 15-1-2008, οπότε το άνω πλοίο πωλήθηκε στην εταιρία "BELINDA SHIPHOLDINGS CORP" και η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία έπαυσε τη λειτουργία της, χωρίς έκτοτε να εκκαθαριστεί και να εκλείψει η νομική της προσωπικότητα, γ) η άνω πλοιοκτήτρια εταιρία, από 8-8-2006 και μέχρι την άνω πώληση του πλοίου, είχε αναθέσει εγγράφως τη διαχείρισή του στην εδρεύουσα στη Δημοκρατία των Νήσων Μάρσαλ εταιρία "PANMAR S.A.", συμφερόντων του αρχικώς εναγόμενου, η οποία είχε εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 378/1968, 27/1975, Ν. 814/1978 και Ν. 2234/1994, δυνάμει της τότε ισχύουσας υπ' αριθ. 1246.3/4/94/1-12-1994 Κ.Υ.Α των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας "Ρύθμιση λεπτομερειών που αφορούν την εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείων ή Υποκαταστημάτων αλλοδαπών και ημεδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων" (ΦΕΚ Β 919), η οποία καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος της μεταγενέστερα με την έκδοση της υπ'αριθ. Κ.Υ.Α. 3122.18/03/13 ΦΕΚ Β 3263 2013), δ)αυτή η πλοιοκτήτρια εταιρία εμπίπτει στην εξαίρεση από τη θεωρία της πραγματικής έδρας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 791/1978 και 4 παρ. 9 του Ν. 2234/1994, και διέπεται ως προς τη σύσταση, τη λύση, τη νομική προσωπικότητα, την ικανότητα δικαίου και τη διαδικασία της εκκαθάρισης (καθόσον αυτή ρυθμίζει το ζήτημα της ικανότητας δικαίου του νομικού προσώπου της) από το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται η καταστατική της έδρα, εν προκειμένω, δηλαδή, από το δίκαιο της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ και όχι από το ελληνικό δίκαιο ε) η ως άνω πλοιοκτήτρια εταιρία δεν συνέχισε να εμφανίζει συναλλακτική δραστηριότητα και μετά την ανάκληση της άδειας εγκατάστασης στην Ελλάδα της άνω διαχειρίστριας εταιρίας του πλοίου της, προκειμένου να δύναται να αντιμετωπιστεί ως ομόρρυθμη "εν τοις πράγμασιν" εταιρία και να μην καλύπτεται από τις άνω ευνοϊκές διατάξεις των Ν. 791/1978 και 2234/1994, στ) δεν ασκεί έννομη επιρροή στην υπαγωγή της άνω πλοιοκτήτριας εταιρίας στην εξαίρεση από τη θεωρία της πραγματικής έδρας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 791/1978 και 4 παρ. 9 του Ν. 2234/1994, το γεγονός ότι δεν κατατέθηκαν στη Διεύθυνση Ποντοπόρου Ναυτιλίας του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού επιστολή ανάθεσης της διαχείρισης από την άνω πλοιοκτήτρια εταιρία και υπεύθυνη δήλωση του εκπροσώπου της άνω διαχειρίστριας εταιρίας για την αποδοχή της διαχείρισης, ενόψει του ότι η παράλειψη κατάθεσης στην άνω Διεύθυνση των άνω εγγράφων δεν επιδρά στο υποστατό της άνω ανάθεσης διαχείρισης, για την οποία, η άνω υπηρεσία δήλωσε εξ αρχής ενήμερη, ζ)με βάση τα παραπάνω δεκτά γενόμενα και κατ'εφαρμογή του άρθ. 26 ΑΚ αμέσως ζημιωθείσα από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια πράξη του αρχικώς εναγόμενου είναι η αλλοδαπή εταιρία "NEON SHIPMANAGEMENΤ", η οποία είχε εγκύρως συσταθεί κατά το δίκαιο της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ ως εταιρία κατά μετοχές, δηλαδή ως κεφαλαιουχική εταιρία και όχι ο μέτοχος ενάγων/αναιρεσείων, δεν παραβίασε ευθέως τις μνημονευόμενες διατάξεις των άρθ. 1 του Ν. 791/1978, Α.Ν. 378/1968, 27/1975, Ν. 814/1978 και Ν. 2234/1994, 26, 914 ΑΚ ,αλλά ούτε και αυτές της τότε ισχύουσας υπ' αριθ. 1246.3/4/94/1-12-1994 Κ.Υ.Α των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε , με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στους οικείους κανόνες δικαίου, απορριπτομένων του πρώτου εκ του αριθ.1 και του τρίτου εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης ως αβασίμων.

Σύμφωνα με τον αριθ.8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 146/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 146/2024, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/2012, ΑΠ 1729/2008, ΑΠ 1455/2009). Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1437/2017). Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠοΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του που προτάθηκε με την προσθήκη-αντίκρουση ενώπιον του Εφετείου ότι η εταιρία "NEON SHIPMANAGEMENΤ", λύθηκε την 1-12-2008 προσκομίζοντας με επίκληση και το σχετικό αποδεικτικό έγγραφο (σε μετάφραση) της αναπληρώτριας μητρώου της Δημοκρατίας των Νήσων Μάρσαλ στην οποία βεβαιώνεται το παραπάνω γεγονός. Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον η επικαλούμενη λύση της εταιρίας δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά επίκληση απλού πραγματικού γεγονότος, το οποίο έλαβε υπόψη του το Εφετείο και αξιολόγησε δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω εταιρία μετά τη λύση της εκκαθαρίστηκε ώστε να εκλείψει η νομική της προσωπικότητα. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος ελλείψει αιτήματος από την απολιπομένη αναιρεσίβλητη (άρθ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2020 αίτηση του Ι. Ρ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 427/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή