ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 869/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 869/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 869/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 869 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 869/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. - Δ. Α. Ο.Ε.", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αριστείδη Καραμπεάζη και Ανδρέα Τσώκο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.," με έδρα το Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Βασιλακάκι, ο οποίος δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΥΛΙΣΗΣ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΟΧΗΜΙΚΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Δ.Ε.Π.Π.Π. Α.Ε." που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διάδοχος της με απόσχιση κλάδου διύλισης, εφοδιασμού και πωλήσεων πετρελαιοειδών και πετροχημικών της διασπώμενης ως άνω αναιρεσίβλητης εταιρίας".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13695/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 915/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-02-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1287/2018). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 471/2025,ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 346/2010). Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση αυτής εφάπαξ (κατ` αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 690/2023, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 682/2010).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 684 ΑΚ, κατά την οποία ο εργολάβος δεν έχει δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην εκτέλεση του έργου, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο από τη σύμβαση ή τη φύση του έργου, προκύπτει ότι, κατ` εξαίρεση του θεσπιζομένου στην διάταξη αυτή κανόνα της αυτοπρόσωπης εκτελέσεως του έργου από τον εργολάβο, επιτρέπεται η εκτέλεση ολοκλήρου ή μέρους του έργου από άλλον, όταν προκύπτει τέτοιο δικαίωμα του εργολάβου είτε από την σύμβαση είτε από τη φύση του συμφωνηθέντος έργου, που απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, την οποία ο εργολάβος στερείται. Όταν ο εργολάβος χρησιμοποιεί και άλλα πρόσωπα κατά την εκτέλεση του έργου, έχοντας τέτοιο δικαίωμα, τα πρόσωπα αυτά (υπεργολάβοι) είναι βοηθοί εκπληρώσεως του εργολάβου κατά τη διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ, έχοντες την διεύθυνση και την εποπτεία των εργασιών που τους ανατέθηκαν(ΑΠ 1871/2009). Μεταξύ του εργολάβου και του υπεργολάβου συνάπτεται στην περίπτωση αυτή νέα σύμβαση έργου, χωρίς όμως με αυτήν να δημιουργείται και συμβατικός δεσμός μεταξύ του εργοδότη και του υπεργολάβου και χωρίς να διακόπτεται η αρχική έννομη σχέση μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου.

Συνεπώς, αν ο εργολάβος εκτέλεσε το έργο ή μέρος του έργου με υπεργολάβο, ο εργοδότης έχει υποχρέωση κατ` άρθρο 681 ΑΚ να καταβάλει την αμοιβή του υπεργολάβου στον εργολάβο, ο οποίος είναι ο μόνος υπεύθυνος έναντι αυτού, ο οποίος ακολούθως υποχρεούται να την καταβάλει στον υπεργολάβο, διότι έχει θέση εργοδότη έναντι αυτού, ενώ ο υπεργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή προς πληρωμή της αμοιβής του κατά του αρχικού εργοδότη, με τον οποίο δεν συνδέεται συμβατικά, εκτός αν ο υπεργολάβος εργάζεται σωματικά, οπότε δικαιούται να ασκήσει απ` ευθείας κατά του εργοδότη την απαίτησή του για τον μισθό του κατά το άρθρο 702 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο. Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης. Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη"(ΑΠ 1871/2009, πρβλ ΑΠ 119/2023, ΑΠ 570/2007). Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι: α) Ύπαρξη οφειλής του εργοδότη, δηλαδή του κυρίου του έργου, προς τον εργολάβο. β) απαίτηση των εργατών για την καταβολή του μισθού τους. γ) χρησιμοποίηση των εργατών στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, και δ) η εκ μέρους των εργατών δήλωση προς τον εργοδότη- κύριο του έργου ότι ασκούν κατ` αυτού την εν λόγω απαίτησή τους. Η άσκηση της δήλωσης αυτής, η οποία αποτελεί μονομερή, απευθυντέα και άτυπη δικαιοπραξία, επιφέρει σημαντικές έννομες συνέπειες, καθόσον με αυτή αρχίζει η υπέρ των εργατών δέσμευση του ποσού που οφείλει ο κύριος του έργου στον εργολάβο, την δε αξίωση για καταβολή του μισθού τους οι εργάτες μπορούν να ασκήσουν δικαστικώς είτε αυτοτελώς κατά του κυρίου του έργου, είτε και κατά των δύο (εργολάβου και κυρίου), καθόσον υπάρχει μεταξύ του παθητική εις ολόκληρον ενοχή (ΑΠ 1835/2023, ΑΠ 327/2022, ΑΠ 883/2018). Η διάταξη αυτή αποτελεί περίπτωση διεύρυνσης της έννοιας και της λειτουργίας της ενοχικής σχέσεως και εισάγει εξαίρεση από την αρχή της σχετικότητας των ενοχικών συμβάσεων, αφού δημιουργεί μία τριμερή συμβατική σχέση μεταξύ του εργοδότη, του εργολάβου και των εργατών, που χρησιμοποίησε ο τελευταίος για την εκτέλεση του έργου, υπό την έννοια ότι δημιουργείται από το νόμο μία άμεση ενοχική σχέση μεταξύ δύο προσώπων, δηλαδή του εργοδότη και του εργάτη, οι οποίοι δεν συνδέονται μεταξύ τους με σύμβαση(πρβλ ΑΠ 174/2021). Δικαιολογητικός λόγος θέσπισης της εξαιρετικού χαρακτήρα διάταξης αυτής αποτελεί η ανάγκη προστασίας των εργατών, που αποτελούν το αδύναμο μέρος κατά την εκτέλεση μιας σύμβασης κατασκευής οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, που έχει συνήθως μακρά διάρκεια εκτέλεσης και συνεπώς υπόκειται σε πολλές απρόβλεπτες συνθήκες, και συνεπώς, λόγω του ανωτέρω σκοπού της αλλά και του εξαιρετικού χαρακτήρα της, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά και σε άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα στην σύμβαση έργου, όπως είναι ο υπεργολάβος, ο οποίος συνεπώς δεν μπορεί να ζητήσει ευθέως την υπεργολαβική αμοιβή του από τον εργοδότη, ούτε κατά την διάταξη αυτή, εφαρμοζόμενη αναλογικώς, ούτε κατά τις γενικές διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, που απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος ή του άρθρου 288 ΑΚ, που επιβάλλει την καλόπιστη εκπλήρωση της παροχής, οι οποίες μπορούν, με την συνδρομή και των νόμιμων πρόσθετων στοιχείων, να γεννήσουν μόνο αξίωση αποζημίωσης του υπεργολάβου κατά του εργοδότη, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας των άρθρων 914 και 919 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020). Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται, αφού πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 348/2022, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 1781/2017), ο δε λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). ). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 455/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσείουσα άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατά της αναιρεσίβλητης και κατά της αρχικής πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΕΡ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε." (ήδη μη διαδίκου) την από 2.10.2015 αγωγή, στην οποία εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι, μεταξύ της "ΒΙΟΜΕΡ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε."(στο εξής ΒΙΟΜΕΡ) και της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας καταρτίστηκε, μετά τη διενέργεια ανοικτού μειοδοτικού διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχαν περισσότερες πιστοποιημένες από τον Κανονισμό Έργων της αναιρεσίβλητης εταιρείες, η από 26-11-2009 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας η ΒΙΟΜΕΡ, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση βιομηχανικών έργων με εξειδίκευση στον τομέα ενέργειας και στο χώρο των διυλιστηρίων πετρελαίου, ανέλαβε την υποχρέωση, ως εργολάβος, να εκτελέσει το έργο "Κατασκευή, ανέγερση, βαφή και μόνωση των σωληνώσεων στη Μονάδα Συνεχούς Αναγέννησης Καταλύτη" στο πλαίσιο του γενικότερου έργου "Αναβάθμισης Διυλιστηρίων Θεσσαλονίκης" ("PIPING FABRICATION, ERECTION, PAINTING AND INSULATION WORKS AT CCR UNIT for the THESSALONIKI REFINERY UPGRADE PROJECT - CCR UNIT CONTRACT"),το οποίο συνίστατο στην κατασκευή προκατασκευασμένων κομματιών σωληνώσεων (spool) των μονάδων U - 1400 και U - 1450 του διυλιστηρίου της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, και στη βαφή και μόνωση αυτών. Ότι η έναρξη των εργασιών ορίστηκε αυθημερόν με την υπογραφή της σύμβασης και η ολοκλήρωσή τους στις 15-11-2010, με δυνατότητα παράτασης κατά δυο εβδομάδες. Ότι η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ΒΙΟΜΕΡ, ως εργολαβική αμοιβή, το ποσό των 5.946.000 €, όπως η αμοιβή αυτή διαμορφώθηκε κατόπιν εκπτώσεως, που έδωσε η ΒΙΟΜΕΡ, παρότι ήταν εξαρχής χαμηλή και ως εκ τούτου απρόσφορη από οικονομικής άποψης. Ότι περαιτέρω η ΒΙΟΜΕΡ, με την έγκριση της αναιρεσίβλητης, όπως είχε δικαίωμα από την σύμβαση έργου, δυνάμει της από 3-2-2010 σύμβασης υπεργολαβίας ανέθεσε υπεργολαβικώς στην ενάγουσα, η οποία δραστηριοποιείται από το έτος 1997 στο χώρο των βιομηχανικών κατασκευών με αντικείμενο τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων και θερμικής κατεργασίας μετάλλων, να εκτελέσει το σύνολο των εργασιών του έργου, που αφορούσαν τον έλεγχο της ποιότητας των υπό κατασκευή συγκολλήσεων, την θερμική κατεργασία αυτών και την ανίχνευση υλικών και συγκολλήσεων, διά της διενέργειας ραδιογραφικού ελέγχου (RT), ελέγχου με διεισδυτικά υγρά (ΡΤ), ελέγχου με υπερήχους (UT), μετρήσεων σκληρότητας (ΗΤ), ανίχνευσης υλικού (ΡΜΙ) και εργασιών ανοπτήσεων, αντί αμοιβής που ανέλαβε να της καταβάλει η ΒΙΟΜΕΡ, κατ'ελάχιστον ποσού 400.000 € κατ' αποκοπήν, ενώ το υπόλοιπο τελικό ποσό θα προέκυπτε κατόπιν της τελικής επιμέτρησης των εργασιών με βάση προσυμφωνηθείσες τιμές μονάδας, οι οποίες ήταν διαφορετικές, ανάλογα με τον τόπο και τις συνθήκες εκτέλεσης του έργου (στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας ή στο χώρο του διυλιστηρίου). Ότι η συνολική υπεργολαβική αμοιβή, για τις εργασίες που εκτέλεσε η ενάγουσα από τον μήνα Φεβρουάριο του 2010, έως και τον μήνα Μάρτιο, του 2011, οι οποίες αποτυπώνονται στις αντίστοιχες 13 Μηνιαίες Πιστοποιήσεις Εργασιών, που παρατίθενται αυτούσιες στην αγωγή και οι οποίες εγκρίθηκαν και πιστοποιήθηκαν από τις εναγόμενες, ανήλθε στο ποσό των 958.194,67 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Ότι, καίτοι η ενάγουσα εκτέλεσε το ανατεθέν σ' αυτήν έργο, το οποίο και παραλήφθηκε και εγκρίθηκε ανεπιφύλακτα από αμφότερες τις εναγόμενες, η ΒΙΟΜΕΡ δεν της κατέβαλε μέρος της εργολαβικής της αμοιβής, ποσού 768.658,75 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Ότι η αναιρεσίβλητη ενέχεται εις ολόκληρον με την ΒΙΟΜΕΡ έναντι της ενάγουσας στην καταβολή της αμοιβής αυτής, παρότι δεν υπάρχει απευθείας σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας-υπεργολάβου και της αναιρεσίβλητης-εργοδότη, καθόσον η σχέση αυτών και με την εργολάβο-ΒΙΟΜΕΡ πρέπει να θεωρηθεί ως οιονεί τριμερής σχέση, η οποία δημιουργεί δεσμό μεταξύ όλων των εμπλεκομένων σε αυτήν και επιβάλει την εξαίρεση από την αρχή της σχετικότητας των συμβάσεων, αφού στην πραγματικότητα όλα τα μέρη είναι υποκείμενα της σύμβασης εργολαβίας και της σχέσης, που παράγεται από αυτήν, δεδομένου ότι η εκτέλεση της υπεργολαβίας πραγματοποιήθηκε από την ενάγουσα κατά τις εντολές, τις υποδείξεις, την πιστοποίηση και την επίβλεψη των εξουσιοδοτημένων από την αναιρεσίβλητη οργάνων, η οποία έδωσε εντολή στην ΒΙΟΜΕΡ και για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών-ελέγχων σε υλικά του έργου, που εκτελέστηκαν από την ενάγουσα, η δε καταβολή της υπεργολαβικής αμοιβής εξαρτάται από την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής από την αναιρεσίβλητη στην ΒΙΟΜΕΡ, με αποτέλεσμα η αλληλεξάρτηση αυτή των οικονομικών σχέσεων όλων των διαδίκων να επιβάλει την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 599 παρ. 2, 604 παρ. 1, 716 παρ. 3, 819, 825 παρ. 2 και 702 ΑΚ, οι οποίες επί παρομοίων περιπτώσεων συμβάσεων παραμερίζουν ρητά και ευθέως τη σχετικότητα των ενοχών και επιτρέπουν στον τελικό δανειστή να αναζητά την απαίτησή του εκτός από τον αντισυμβαλλόμενό του και από τον αντισυμβαλλόμενο του τελευταίου, με τον οποίο δεν συνδέεται με συμβατική σχέση. Ότι περαιτέρω οι εναγόμενες έχουν και αδικοπρακτική ευθύνη να της καταβάλουν ως αποζημίωση το ανωτέρω υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, γιατί ενήργησαν δολίως, κατά τρόπο αντικείμενο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη, αλλά και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός τους και της προκάλεσαν αντίστοιχη ζημία, α) γιατί η αναιρεσίβλητη, ενώ γνώριζε ότι η αρχική προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ ποσού 6.500.000 ευρώ για όλες τις εργασίες (κατ' αποκοπήν προϋπολογισθέίσες και εργασίες με τιμή μονάδος), δεν ανταποκρινόταν στα οικονομικά δεδομένα του έργου, το κόστος του οποίου ξεπέρασε τελικά το ποσό των 11.000.000 ευρώ και συνεπώς η προσφορά ήταν προδήλως ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος μη αποπεράτωσης του έργου ή οικονομικής κατάρρευσης της εργολάβου, όχι μόνο έκανε δεκτή την προσφορά αυτή της ΒΙΟΜΕΡ, αλλά ζήτησε και έλαβε και έκπτωση από αυτήν, ώστε η συμφωνηθείσα τελική εργολαβική αμοιβή της ΒΙΟΜΕΡ να περιοριστεί στο ποσό των 5.946.000 € και β) γιατί, αν και η ΒΙΟΜΕΡ αναγνώρισε την ανωτέρω οφειλή της ποσού 768.658,75 € έναντι της ενάγουσας από την σύμβαση υπεργολαβίας και την διαβεβαίωσε ότι θα την εξοφλήσει, ακολούθως σε συμπαιγνία μεταξύ τους η ΒΙΟΜΕΡ και η αναιρεσίβλητη, η οποία γνώριζε ότι ως άμεση συνέπεια της πράξης της θα ήταν να μείνει ανεξόφλητη η ανωτέρω απαίτηση της ενάγουσας κατά της ΒΙΟΜΕΡ, αφού η ΒΙΟΜΕΡ έχει καταρρεύσει οικονομικά και έχει καταστεί αναξιόχρεη, μεθόδευσαν να αποτραπεί η καταβολή της εργολαβικής αμοιβής στην ΒΙΟΜΕΡ, κατά το μέρος που αυτή αντιστοιχούσε στην καταβλητέα στην ενάγουσα υπεργολαβική αμοιβή, αφού πηγή της τελευταίας είναι η εργολαβική αμοιβή, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί τελικά η ίδια η ενάγουσα με το οφειλόμενο ποσό της αμοιβής, που αφορά προσήκουσα από αυτή εκτέλεση ενός έργου, που εκμεταλλεύεται η αναιρεσίβλητη, με οικονομική ζημία της ιδίας και συγκεκριμένα η αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση της και τη δεινή οικονομική κατάσταση της ΒΙΟΜΕΡ, οδήγησε αυτήν να παραιτηθεί από την πλειοψηφία των απαιτήσεών της κατά της αναιρεσίβλητης, αντί μυστικών μελλοντικών ανταλλαγμάτων για την ίδια και τους νομίμους εκπροσώπους της και συμφώνησε έτσι αυτή να περιορίσει τις πρόσθετες απαιτήσεις της από την σύμβαση εργολαβίας, ύψους 5.891.011 € στο ποσό των 799.736,55 €, πλέον εκείνου το οποίο αντιστοιχεί στις απαιτήσεις των λοιπών υπεργολάβων κατά της εργολάβου-ΒΙΟΜΕΡ, οι οποίοι είχαν προβεί σε κατασχέσεις εις χείρας της αναιρεσίβλητης-εργοδότριας ως τρίτης για την ικανοποίησή τους. Ότι εκ της ως άνω κοινής αδικοπραξίας των εναγομένων, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 919, 281 και 914 ΑΚ, η ενάγουσα περιήλθε σε δεινή οικονομική θέση, λόγω της δραστικής μείωσης της ρευστότητάς της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις της και να υποστεί, πέραν της θετικής περιουσιακής ζημίας, ισόποσης με το μη καταβληθέν ποσό της συμφωνηθείσας υπεργολαβικής αμοιβής της και μη περιουσιακή ζημία (ηθική βλάβη) λόγω της αδικοπρακτικής προσβολής της φήμης, του κύρους και της εμπορικής πίστης της. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα, μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, ζήτησε 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το ποσό των 385.000 € ως αποζημίωση για την οφειλόμενη εργολαβική αμοιβή και 2) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν επίσης εις ολόκληρον έκαστη, α) το ποσό των 383.658,75 € ως αποζημίωση για το υπόλοιπο της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής και β) το ποσό των 50.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και όλα τα ποσά νομιμοτόκως από τις 13-12-2011, ήτοι από την επομένη της όχλησης των εναγόμενων με την κοινοποίηση σ' αυτούς σχετικής εξώδικης δήλωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε στο ανωτέρω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερήμην της πρώτης εναγομένης ΒΙΟΜΕΡ και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εκδόθηκε η 13.695/2017 απόφασή, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την ΒΙΟΜΕΡ, ενώ ως προς την αναιρεσίβλητη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά τη συμβατική της βάση, με την αιτιολογία ότι η υπεργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή προς πληρωμή της αμοιβής της κατά της αρχικής εργοδότριας, με την οποία δεν συνδέεται νομικά και ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την βάση της αδικοπραξίας. Κατά το απορριπτικό μέρος της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσίβλητης, επί της οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την κατά της αναιρεσίβλητης συμβατική βάση της αγωγής, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Η αγωγή...κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί συμβατική ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης, αρχικής εργοδότριας και ήδη εφεσίβλητης προς καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας υπεργολάβου, είναι μη νόμιμη. Τούτο διότι, όπως παραπάνω στην μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγόμενης δεν υπάρχει σύμβαση. Η μόνη υπεύθυνη έναντι της ενάγουσας υπεργολάβου είναι η εργολάβος, από την μεταξύ τους σύμβαση έργου, δηλαδή η πρώτη εναγόμενη, η οποία υπέχει θέση εργοδότη έναντι αυτής. Η υπεργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή προς πληρωμή της αμοιβής της κατά της αρχικής εργοδότριας, με την οποία δεν συνδέεται νομικά. Ούτε δύναται να θεμελιωθεί συμβατική ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 702 ΑΚ, αφενός διότι δεν είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία θεσπίστηκε, κατ' εξαίρεση της σχετικής ενέργειας της σύμβασης, για την προστασία των μισθών των εργατών που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο σε οικοδομικά έργα, αφετέρου, διότι οδηγεί σε διάσπαση της αρχής της σχετικότητας των ενοχών, η οποία δεν δικαιολογείται από το συμφέρον της ενάγουσας...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τη βάση της σύμβασης έργου ως προς τη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς την αναιρεσίβλητη την βάση της αγωγής, που στηρίζεται σε ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης για καταβολή στην αναιρεσείουσα της οφειλόμενης σε αυτήν από την εργολάβο-αρχική δεύτερη εναγομένη υπεργολαβική αμοιβή της, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αναιρεσείουσα δεν ήταν εργάτης, αλλά είχε συνάψει σύμβαση υπεργολαβίας με την εργολάβο, συνάγεται ότι αυτή δεν έχει ευθεία αξίωση κατά της αναιρεσίβλητης εργοδότη για καταβολή της υπεργολαβικής αμοιβής της, αφού η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται αναλογικά και για την ίδια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της αγωγής περισσότερα στοιχεία από εκείνα που η ανωτέρω διάταξη απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος της αναιρεσείουσας και συνεπώς, ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση και την από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για την απόρριψη της συμβατικής βάσης της αγωγής της κατά της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό της, ο οποίος επαναφέρθηκε με την έφεση στο Εφετείο και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι η αναιρεσίβλητη έχει ευθεία συμβατική ευθύνη έναντι αυτής για καταβολή της υπεργολαβικής αμοιβής της με βάση και τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών των άρθρων 200, 281, 288 και 388 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσείουσας σαφώς προκύπτει ότι δεν περιέχεται στην αγωγή ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός, αφού την παράβαση της καλής πίστης και των χρηστών ηθών η αναιρεσείουσα τη συνδέει μόνο με την αγωγική βάση της αδικοπραξίας και γιατί σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι περιέχεται στην αγωγή και στην επικαλούμενη ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας ο ανωτέρω ισχυρισμός, αυτός δεν είναι νόμιμος, όπως προαναφέρθηκε και συνεπώς δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό, με αποτέλεσμα από την παράλειψη του Εφετείου να τον εξετάσει, να μην ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Τέλος, ο επικουρικός του ανωτέρω λόγου ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση και η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αν θεωρηθεί ότι ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε σιωπηρά, τότε απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης στη βάση της σύμβασης δεν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν αλλά ως μη νόμιμη και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον ανωτέρω αριθμό, αφού ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά(ΑΠ 1773/2024, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 914/2021). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 914/2021). Η διάταξη αυτή επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας(ΑΠ 1385/2013). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 914/2021).

Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 1385/2013). Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή(ΑΠ 601/2022). Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία(ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 914/2021). Αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία έχει μόνο ο αμέσως ζημιωθείς από αυτήν, το πρόσωπο δηλαδή που είναι φορέας ή δικαιούχος του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε από την άδικη πράξη και συνεπώς, στην περίπτωση του άρθρου 919 ΑΚ, μόνο εκείνος έναντι του ή και του οποίου η ζημιογόνος συμπεριφορά του υπαιτίου αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1253/2012). Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1177/2018,ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017). Η ανωτέρω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια και γι` αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ` αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες(Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017). Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 109/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011). Η κατάχρηση δικαιώματος απαγορευόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. συνιστά παράβαση νόμου άρα αποτελεί παράνομη πράξη και επομένως αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας η κατάχρηση γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση κατά το άρθρο 914 (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 425/2014, ΑΠ 1425/2013). Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την αγωγική βάση της αδικοπραξίας της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε."(ήδη αναιρεσίβλητης), ως εργοδότριας, και της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΕΡ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε." (ήδη μη διαδίκου), καταρτίστηκε, κατόπιν διενέργειας μειοδοτικού διαγωνισμού, την 26η.11.2009 η υπ' αριθ. ... σύμβαση μίσθωσης έργου, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση, ως εργολάβος-ανάδοχος του έργου, να εκτελέσει το έργο με τίτλο "Κατασκευή, ανέγερση, βαφή και μόνωση των σωληνώσεων στη Μονάδα Συνεχούς Αναγέννησης Καταλύτη" στο πλαίσιο του γενικότερου έργου "Αναβάθμισης Διυλιστηρίων Θεσσαλονίκης" ("PIPING FABRICATION, ERECTION, PAINTING AND INSULATION WORKS AT CCR UNIT for the THESSALONIKI REFINERY UPGRADE PROJECT-CCR UNIT CONTRACT"), με αντικείμενο την κατασκευή προκατασκευασμένων κομματιών σωληνώσεων (spool) των μονάδων U - 1400 και U - 1450 του διυλιστηρίου και δη σωληνώσεων συνολικού μήκους 115.000 ιντσών κατά προσέγγιση, στη βαφή και μόνωση των σωληνώσεων της μονάδας CCR (continuous catalytic reformer = συνεχής αναγέννηση καταλύτη), η δε ως άνω εργοδότρια-κυρία του έργου ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην προαναφερομένη εργολάβο εργολαβική αμοιβή ποσού 5.946.000 €, όπως αυτή προέκυψε μετά από έκπτωση ποσού 550.000 € περίπου, μέρος της οποίας ποσού 2.648.294 € ήταν καταβλητέο κατ' αποκοπήν (lump sum price), ενώ μέρος αυτής ποσού 3.297.706 € αντιστοιχούσε σε εργασίες, οι οποίες εκτιμήθηκαν κατά προσέγγιση ότι θα απαιτούνταν να πραγματοποιηθούν για να αποπερατωθεί το έργο και προσδιορίσθηκαν με βάση συγκεκριμένες τιμές μονάδας ανά επιμέρους εργασία. Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης αυτής, το έργο ορίστηκε να εκτελεσθεί στο σύνολό του και να παραδοθεί έως 25.11.2010 (ειδικός όρος 9.2), με δυνατότητα παράτασης του χρόνου αποπεράτωσής του για χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων (Παράρτημα 7), ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης εκπλήρωσης του έργου θα κατέπιπτε σε βάρος της εργολάβου ποινική ρήτρα, η οποία συμφωνήθηκε σε ποσοστό 0,5% επί της συνολικής εργολαβικής αμοιβής, για κάθε μέρα καθυστέρησης αποπεράτωσης του έργου, μέχρις συμπλήρωσης ποσοστού 3,5% επί της συνολικής εργολαβικής αμοιβής και έκτοτε (ήτοι μετά 7 ημέρες καθυστέρησης) σε ποσοστό 1% επί της συνολικής εργολαβικής αμοιβής ανά ημέρα καθυστέρησης, με το ανώτατο ύψος αυτής (ποινικής ρήτρας) να ορίζεται σε ποσοστό 10% επί της συνολικής εργολαβικής αμοιβής (ειδικός όρος 10) μετά από 14 ημέρες καθυστέρησης, ήτοι επρόκειτο για σύμβαση σχετικώς ακριβόχρονης εκπλήρωσης κατ' άρθρο 401 ΑΚ. Για τη σύναψη της ως άνω σύμβασης έργου προκηρύχθηκε ανοιχτός μειοδοτικός διαγωνισμός, στον οποίο η πρώτη εναγομένη αναδείχθηκε μειοδότρια, έχοντας υποβάλλει προσφορά ποσού 6.500.000 €. Πριν τη διενέργεια του διαγωνισμού και προκειμένου να εξασφαλισθεί ο σωστός σχεδιασμός, η προετοιμασία, η επίβλεψη και η εκτέλεση του έργου, από οικονομικής άποψης, αλλά και για να αποτραπούν κίνδυνοι ασφάλειας, η Διεύθυνση Έργων Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων Θεσσαλονίκης αλλά και η εταιρία με την επωνυμία "TECNICAS REUNIDAS", που ενεργούσε κατόπιν σχετικής εντολής της εργοδότριας-εφεσίβλητης, είχαν προβεί σε ανεξάρτητες προεκτιμήσεις της απαιτούμενης δαπάνης για την αποπεράτωση του έργου, η οποία προσδιορίσθηκε από αμφότερες στο ποσό των 7.600.000 €, κατά προσέγγιση. Η προαναφερόμενη, δηλαδή, προσφορά της πρώτης εναγομένης ποσού 6.500.000 € προσέγγιζε την προεκτιμώμενη ως τελική δαπάνη του έργου σε ποσοστό 85,52%, και μετά την έκπτωση που χορηγήθηκε, κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, σε ποσοστό 78,23%, κρίθηκε δε τεχνικά αποδεκτή μετά τις βελτιώσεις της προσφοράς π.χ. στις απαιτούμενες για την εκτέλεση του έργου εργατοώρες από 256.600 σε 292.000 που συνέπιπταν με τις εκτιμήσεις των λοιπών εργολάβων και στον υπολογισμό των ποσοτήτων από 635 σε 645 τόνους. Ακόμα, στην ως άνω σύμβαση έργου προβλέφθηκε η δυνατότητα αναθεώρησης (τροποποίησης) αυτής (Παράρτημα 10) με αναπροσδιορισμό (αύξηση) της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, εκτός εάν οι εργασίες αφορούσαν μη σύννομες ενέργειες, διορθώσεις σφαλμάτων ή μη εγκριθείσες εργασίες (γενικοί όροι 7.4, 13.5, 14.1, 14.3) ή για εργασίες για τις οποίες δεν είχε ορισθεί εξαρχής συγκεκριμένη τιμή και σε καμία περίπτωση λόγω διαφορών των ποσοτήτων των υλικών και τυχόν μεταβολών στις τιμές των υλικών, των δασμών, σε περίπτωση απεργίας του προσωπικού κ.ο.κ ( βλ. εισαγωγή στο Παράρτημα 1 των ειδικών συμβατικών υποχρεώσεων, σημειώσεις στο Παράρτημα 2 των ειδικών συμβατικών υποχρεώσεων). Επιπλέον με ειδικούς συμβατικούς όρους ορίστηκε ότι η εργοδότρια εξουσιοδοτεί την εταιρία με την επωνυμία "Foster Wheeler Hellas Α.Ε."...η οποία αποτελεί ανεξάρτητο οργανισμό, αρμόδιο για την πιστοποίηση αναλογών έργων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 της τότε εν ισχύ ΚΥΑ 16.289/330 ΦΕΚ Β 987/27.5.1999 και στις Οδηγίες 1997/23/ΕΕ και 2014/68/ΕΕ, να επιβλέπει το έργο, στο όνομα και για λογαριασμό της, ενώ την ευθύνη για την επιθεώρηση του έργου σχετικά με την πιστοποίηση και τον έλεγχο ποιότητας ανάθεσε στην εταιρία με την επωνυμία "LLOYDS' REGISTER", που είναι ανεξάρτητος φορέας. Η εργολάβος, ανέλαβε έναντι της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εργοδότριας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτής από την ως άνω σύμβαση έργου με ίδια μέσα, προσωπικό και οργάνωση, εγγυώμενη ότι διαθέτει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, τεχνογνωσία, εξοπλισμό και προσωπικό προς τούτο (υπ' αριθ. 2.1, 4.2 γενικοί όροι της σύμβασης). Επίσης προβλέφθηκε με την ως άνω σύμβαση τόσο αμέσως όσο και εμμέσως η δυνατότητα της εργολάβου να αναθέσει την εκτέλεσης τμημάτων του συμφωνηθέντος έργου (και όχι του συνόλου αυτού) σε άλλον εργολάβο (υπεργολάβο) κατόπιν ρητής έγγραφης έγκρισης της εργοδότριας (υπ' αριθ. 2 στοιχ. δ., 4.6 εδ. 3, 5, 10.3, 11.1, 11.2, 12.7, 12.12, 12.13, 12.19, 13.11, 14.5, 14.7,16.1 στοιχ. ζ. 22.3, 25.4 § 2. 25.5, 26.3 α, 29.2, 30, γενικοί όροι της σύμβασης ) ενώ ορίστηκε ρητά ότι " καμία υπεργολαβία δεν δεσμεύει συμβατικά ούτε υπονοείται ότι δεσμεύει συμβατικά τον υπεργολάβο με τον εργοδότη.... Ο υπεργολάβος παραμένει αποκλεισμένος από οποιαδήποτε άμεση σχέση με τον εργοδότη" ( υπ' αριθ. 21 ειδικός όρος). Μετά την υπογραφή της κύριας αυτής σύμβασης έργου, η εναγομένη εταιρία "ΒΙΟΜΕΡ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΕΡΓΑ Α.Ε." συνήψε την 3η . 2. 2010 την με στοιχ. 129.02/10 σύμβαση (υπο)μίσθωσης έργου (υπεργολαβία) με την ενάγουσα, ομόρρυθμο εταιρία με την επωνυμία "Α. Ε. - Δ. Α. Ο.Ε."(ήδη αναιρεσείουσα) δυνάμει της οποίας η τελευταία, ως (υπ)εργολάβος, ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της πρώτης, ως εργοδότριας, να εκτελέσει το έργο για τον έλεγχο ποιότητας των υπό κατασκευή συγκολλήσεων των κομματιών σωληνώσεων, τη θερμική κατεργασία αυτών και την ανίχνευση υλικών και συγκολλήσεων, με τη διενέργεια ραδιογραφικού ελέγχου (RT), ελέγχου με διεισδυτικά υγρά (ΡΤ), ελέγχου με υπερήχους (UT), μετρήσεων σκληρότητας (ΗΤ), ανίχνευσης υλικού (ΡΜΙ) και εργασιών ανοπτήσεων, η δε αντισυμβαλλομένη αυτής πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην προαναφερομένη (υπ)εργολάβο εργολαβική αμοιβή, τμήμα της οποίας ποσού 400.000 € είχε ορισθεί ως καταβλητέο κατ' αποκοπήν, ενώ το υπόλοιπο θα προέκυπτε κατόπιν επιμέτρησης των πρόσθετων εργασιών με βάση (προ)συμφωνηθείσες τιμές μονάδας, οι οποίες ήταν διαφορετικές με βάση τον τόπο και τις συνθήκες εκτέλεσης του έργου (στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας ή στο χώρο του διυλιστηρίου). Η ενάγουσα εκτέλεσε το συμφωνηθέν επιμέρους υπεργολαβικό έργο, το οποίο παρέδωσε το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 στην πρώτη εναγομένη εργολάβο και όχι και στη δεύτερη εναγόμενη, όπως αβασίμως διατείνεται, οι δε αξιώσεις της για (υπερ)γολαβική αμοιβή κατ' αυτής, με βάση τις εργασίες που πιστοποιήθηκαν από την τελευταία και έγιναν αποδεκτές από την LLOYDS' REGISTER, ως υπεύθυνη ελέγχου ποιότητας του έργου αλλά και από την ως άνω επιβλέπουσα μηχανικό του έργου (Foster Wheeler Hellas Α.Ε.), ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 400.000 € (κατ' αποκοπήν αμοιβή)+558.194,67 € (αμοιβή κατόπιν επιμέτρησης) = 958.194,67 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., εκ του οποίου η ενάγουσα έλαβε από την πρώτη εναγομένη το ποσό των 189.535,92 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. ποσού 34.541,58 €, και απέμεινε υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής ποσού 768.658,75 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το κύριο (μείζον) έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από την πρώτη εναγομένη εργολάβο στη δεύτερη εναγομένη, εργοδότρια, τον Απρίλιο του 2011, ήτοι με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου (25.11.2010) κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβαν χώρα, στις 8.6.2011 και στις 27.11.2012, ισάριθμες αναθεωρήσεις των ειδικών συμβατικών προϋποθέσεων της σύμβασης (ήτοι τροποποιήσεις αυτής), με τις οποίες η συμφωνηθείσα κατ' αποκοπήν εργολαβική αμοιβή (lump sum price) αυξήθηκε, αρχικά, στο ποσό των 2.950.586,01 € και ακολούθως στο ποσό των 3.880.474,01 € και η συνολική εργολαβική αμοιβή στο ποσό των 6.248.292,01 € και 7.178.180,01 € αντίστοιχα, ενώ επιπροσθέτως η εναγομένη εργοδότρια (ΕΛΠΕ ΑΕ) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην εναγομένη εργολάβο (BIOMAP ΑΕ) το επιπλέον ποσό των 799.736,55 €, με αποτέλεσμα η συνολική εργολαβική αμοιβή να προσεγγίζει πλέον το ποσό των 8.000.000 €, ήτοι να υπερβαίνει την αρχικώς προεκτιμηθείσα δαπάνη σε ποσοστό 5% κατά προσέγγιση (αρθ. 2.1 της αναθεώρησης αριθ. 1 των ειδικών συμβατικών προϋποθέσεων από 8.6. 2011 και αναθ. αριθ. 2 και των ειδικών συμβατικών προϋποθέσεων Νοεμβρίου 2012). Η καθυστέρηση του έργου οφειλόταν αφενός στην εκτέλεση εκ μέρους της εργολάβου επιπρόσθετων εργασιών αφετέρου στην ανακριβή αρχική αξιολόγηση εκ μέρους της των εργατοωρών που απαιτούνταν για την εκτέλεση του έργου από αυτή λόγω της υπερεκτίμησης της παραγωγικότητάς της και στην χαμηλή της επίδοση στη διαχείριση του έργου και στον σχεδίασμά των εργασιών σε συνδυασμό με την απουσία επαρκών ίδιων οικονομικών πόρων της εργολάβου, η οποία καθιστούσε αδύνατη την προσήκουσα - εμπρόθεσμη εκπλήρωση του έργου, καθώς η τελευταία, μετά την εξάντληση των ίδιων πόρων, εξαρτάτο από τις εκταμιεύσεις (ακόμη και προκαταβολές) της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης για την περαιτέρω εκπλήρωσή του, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει χαμηλή παραγωγικότητα ως προς την κατασκευή των προκατασκευασμένων κομματιών σωληνώσεων σε ποσοστό κυμαινόμενο από 58% έως 72% και η εξ αυτού του λόγου καθυστέρηση υπήρξε στην ολοκλήρωση και αποπεράτωση των επιμέρους (υπ)εργολαβιών, όπως προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και κυρίως από τις επιστολές-αναφορές που αντηλλάγησαν μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της επιβλέπουσας το έργο εταιρίας "Foster Wheeler Hellas Α.Ε." κατά τη διάρκεια του έργου και μετά το πέρας αυτού. Ειδικότερα από τον μεγάλο αριθμό των επιστολών-αναφορών που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη προέβαλε αξιώσεις για επιπρόσθετες και διαφορετικές από τις συμβατικές, εργασίες, οι οποίες, στην πλειοψηφία τους, δεν γίνονταν δεκτές από την επιβλέπουσα το έργο μεταξύ των οποίων η πρόβλεψη αύξησης των εργατοωρών κατά 80.000 και αύξησης των ποσοτήτων που υπολογίστηκαν ότι απαιτούνται για την εκτέλεση του έργου. Στις 14.11.2011 (ήτοι 5 μήνες μετά την πρώτη αναθεώρηση της εργολαβικής αμοιβής), η άνω εναγομένη εργολάβος επέδωσε στην εργοδότρια την από 26.09.2011 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία της γνωστοποίησε ότι αξίωνε πρόσθετη εργολαβική αμοιβή συνολικού ύψους 5.891.011,92 € καθ' υπέρβαση της αρχικής συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής σε ποσοστό 99,07% και της ήδη αναθεωρημένης σε ποσοστό 94,28% για τις αναφερόμενες σ' αυτή εργασίες (αριθ. 1 έως 14), καθώς και ( αριθ. 15) για εργασίες που, ενώ εντάσσονταν σε εργολαβία άλλης εταιρίας, εκτελέστηκαν από αυτήν και συγκεκριμένα για εργασίες αποκατάστασης της πυροπροστασίας (fireproofing) των στηριγμάτων των σωληνώσεων, που εκτελέστηκαν κατά την χρονική περίοδο 5.2010 - 5.2011, το ποσό των 338.908 €, καθώς και (αριθ. 16) για τη ζημία λόγω των καθυστερήσεων παραλαβής των υλικών από μέρους της εργοδότριας το ποσό των 3.395.809,54 € και για τη ζημία λόγω της μη έκδοσης αδειών εργασίας από μέρους της εργοδότριας κατά τις ημέρες απεργίας των εργαζομένων της, οι οποίες δεν ήταν πανελλαδικές και άρα δεν συνιστούσαν ανωτέρα βία, και για τη ζημία σε επίπεδο εργατοωρών και δέσμευσης εξοπλισμού και γερανών, το ποσό των 516.068,41 €. Στην εξώδικο αυτή δήλωση, η δεύτερη εναγομένη απάντησε με την από 7.12.2011 εξώδικο δήλωση αυτής, με την οποία γνωστοποίησε στην εργολάβο πρώτη εναγομένη ότι από τις ως άνω αξιώσεις της, αποδεχόταν μέρος μόνο αυτών και ειδικότερα την ύπαρξη αξίωσης ύψους 45.000 € για την πραγματοποίηση εργασιών ανοπτήσεων στα στηρίγματα των γραμμών Ρ 11 (υπ' αριθ. 2 αξίωση), αξίωση(ς) ποσού 6.564 €, για τις εργασίες τοποθέτησης και αφαίρεσης βιδωτών συνδέσεων (caps) με εσωτερικό σπείρωμα (υπ' αριθ. 3 αξίωση), αξίωσης ποσού 16.000,00 €, για εργασίες ανιχνευσιμότητας για σωλήνες κάτω της 1 ίντσας (υπ' αριθ. 9 αξίωση), αξίωσης ποσού 101.399,90 € για πρόσθετες εργασίες (υπ1 αριθ. 11 αξίωση), ήτοι αξιώσεις συνολικού ύψους 168.963,90 €, ενώ απέρριψε τις λοιπές αξιώσεις, είτε γιατί αντιστοιχούσαν σε συμβατικές υποχρεώσεις, οι οποίες καλύπτονταν από τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή ή αποζημιώθηκαν με άλλο τρόπο (υπ1 αριθ. 5, 6, 8, 10, 12, 13, 14, 15 αξιώσεις) ή επειδή δεν ήσαν βάσιμες ή επαρκώς αιτιολογημένες (υπ' αριθ. 1, 4, 7, 16 και 17 αξιώσεις), παραλλήλως δε γνωστοποίησε στην εργολάβο ότι είχε καταπέσει σε βάρος της ποινική ρήτρα ίση με το 10% της συμφωνηθείσης ως συνολικής εργολαβικής αμοιβής, ήτοι ποσού 700.000 €. Την ως άνω από 14.11.2011 εξώδικη δήλωσή της η πρώτη εναγομένη κοινοποίησε στο σύνολο των υπεργολάβων αυτής, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, προκειμένου να διασκεδάσει τις ανησυχίες των τελευταίων ως προς τον κίνδυνο είσπραξης των υπεργολαβικών αμοιβών αυτών και να αποτρέψει τη λήψη (ή τη συνέχιση) μέτρων αναγκαστικής είσπραξης των απαιτήσεών τους. Η ενάγουσα -υπεργολάβος πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης και από την κοινοποιηθείσα σ' αυτήν ως άνω εξώδικη δήλωση, ότι η εργοδότριά της πρώτη εναγομένη, είχε βάσιμες αξιώσεις κατά της εργοδότριας αυτής- δεύτερης εναγομένης, οι οποίες ήταν πολλαπλάσιες των δικών της αξιώσεων και στηριζόμενη στην μακροχρόνια συνεργασία και φιλία με την νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης, έκρινε ότι δεν υφίστατο κίνδυνος μη είσπραξης αυτών και έτσι δεν προέβη σε καμία πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρώτης εναγομένης, ούτε απόκτησης εκτελεστού τίτλου (πχ. διαταγής πληρωμής) δοθέντος ότι η πρώτη εναγομένη είχε εκδώσει, χάριν καταβολής του υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής της, εις διαταγήν της, μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν. Παρά μόνον η ενάγουσα κοινοποίησε στις εναγόμενες την από 12.12. 2011 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία γνωστοποιούσε σ' αυτές ότι το υπόλοιπο της (υπ)εργολαβικής αμοιβής της ανέρχονταν σε 773.492, 47 € και επιπλέον ζητούσε από την δεύτερη εναγομένη να μην προβεί σε συμβιβασμό ή πληρωμή των υποχρεώσεών της προς την πρώτη εναγομένη χωρίς την δική της συμμετοχή ή συγκατάθεση, πλην όμως στη συνέχεια αρνήθηκε να λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις των δανειστών της πρώτης εναγόμενης, αν και ειδοποιήθηκε προς τούτο τον Νοέμβριο του 2012. Όπως αποδείχθηκε, η προαναφερόμενη οικονομική δυσπραγία της πρώτης εναγομένης είχε ως αποτέλεσμα πριν από τη σύνταξη και επίδοση της εν λόγω εξώδικης δήλωσης και δη στις 29.7.2011 να επιβληθούν κατασχέσεις εις χείρας τρίτου σύμφωνα με το άρθρο 982 ΚΠολΔ και δη από τον Χ. Κ. του Ι. εις χείρας της δεύτερης εναγομένης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 45.277,60 €, στις 29.07.2011 από τον Ι. Κ. του Χ. εις χείρας της δεύτερης εναγομένης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού και 93.432,08 €, στις 29.07.2011 να επιβληθεί από τον Α. Ν. του Α. εις χείρας της δεύτερης εναγομένης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 22.427,84 €, στις 29.7.2011 να επιβληθεί από τον Α. Ν. του Α. εις χείρας της εργολάβου και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 30.229,48 €, στις 29.7.2011 να επιβληθεί από τον Δ. Ν. του Α. εις χείρας της δεύτερης εναγόμενης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 30.149,58
€, στις 18.11.2011 να επιβληθεί από τη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Σ. ΜΟΝΩΤΙΚΗ Μ.Ε.Π.Ε." εις χείρας της δεύτερης εναγομένης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 92.804,87 €, ενώ και μετά την επίδοση της εξώδικης δήλωσης στην εργοδότρια και στους υπεργολάβους και δη στις 2.12.2011 να επιβληθεί από την Ε. συζ. Ε. Τ., το γένος Α., εις χείρας της εργοδότριας και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 5.286,80 €, στις 13.12.2011 να επιβληθεί από τη μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Σ. ΜΟΝΩΤΙΚΗ Μ.Ε.Π.Ε." εις χείρας της δεύτερης εναγόμενης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 169.970,44 €, στις 19.7.2012 από το Σ. Μ. του Σ., τον Κ. Τ. του Ι., τον Μ. Α. του Ι., τον Ι. Μ. του Α., το Σ. Μ. του Σ. και τη Σ.. Ε.. του Γ.. εις χείρας της δεύτερης εναγόμενης και σε
βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 28.683,91 €, 9.950,81 €, 6.904,25 €, 7.415,53 €, 7.486,31 € και 6.261,35 € αντίστοιχα και στις 25.4.2012 να επιβληθεί από τη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Κ. - Δ. Σ. Ο.Ε. ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ" εις χείρας της δεύτερης εναγόμενης και σε βάρος της πρώτης εναγομένης κατάσχεση των απαιτήσεων της τελευταίας μέχρι του ποσού των 455.410,78 €, ήτοι επιβλήθηκαν κατασχέσεις για απαιτήσεις συνολικού ύψους 1.011.691,63 €. Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη εργολάβος, στις 26.11.2012, ήτοι δύο έτη μετά τη συμφωνηθείσα προθεσμία παράδοσης του έργου, συνέταξε και κοινοποίησε στη δευτέρα εναγομένη εργοδότρια δήλωσή της, με θέμα "δήλωση παραίτησης από τις αξιώσεις" ( release and waiver of claims) με την οποία δήλωνε ότι η τελική αμοιβή της για το έργο που ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τη σύμβαση και τις οδηγίες της εργοδότριας ισούται με το ποσό των 7.964.183 €, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α., και ότι δεν διατηρούσε κάποια άλλη αξίωση σε βάρος της δεύτερης εναγομένης εργοδότριας μετά και την τακτοποίηση των σε βάρος της αξιώσεων των τρίτων από αυτή. Ειδικότερα οι πιστωτές οι οποίοι είχαν επιβάλει κατασχέσεις (πλην της Ε. συζ. Ε. Τ.) ήλθαν, την 19η .12. 2012, σε συμφωνία με τις εναγόμενες και περιόρισαν τις αξιώσεις τους προς την πρώτη εναγόμενη εργολάβο και συγκεκριμένα ο Χ. Κ. του Ι. περιόρισε τις απαιτήσεις του στο ποσό των 33.100 €, ο Ι. Κ. του Χ. στο ποσό των 74.805 €, ο Α. Ν. του Α. στο ποσό των 22.360 €, ο Α. Ν. του Α. στο ποσό των 22.920 €, ο Δ. Ν. του Α. στο ποσό των 22.920€, η μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Γ. Σ. ΜΟΝΩΤΙΚΗ Μ.Ε.Π.Ε." στο ποσό των 370.000 €, ο Σ. Μ. του Σ. στο ποσό των 17.767 €, ο Κ. Τ. του Ι. στο ποσό των 8.173 €, ο Μ. Α. του Ι. στο ποσό των 4.975 €, ο Ι. Μ. του Α. στο ποσό των 6.515 €, ο Σ. Μ. του Σ. στο ποσό των 6.870 € η Σ.. Ε.. του Γ.. στο ποσό των 5.122 € και η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Κ. - Δ. Σ. Ο.Ε. ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ" στο ποσό των 370.000 €, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις αυτών κατά της εργολάβου πρώτης εναγομένης να μειωθούν από το ποσό του 1.006.404,83 € στο ποσό των 705.427 €. Συγχρόνως οι ως άνω πιστωτές της πρώτης εναγομένης παραιτήθηκαν των άνω κατασχέσεων, η δε δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει εις διαταγήν αυτών επιταγές συνολικού ύψους 705.427 €, με την είσπραξη των οποίων αποσβέσθηκαν τόσο οι εν λόγω απαιτήσεις των τρίτων έναντι της δεύτερης εναγομένης όσο και μέρος της αξίωσης της εργολάβου για ισόποση εργολαβική αμοιβή κατ' άρθ. 417 ΑΚ. Τέλος, η δεύτερη εναγόμενη εξέδωσε εις διαταγήν της εργολάβου πρώτης εναγομένης τις υπ' αριθ. ..., ... και ... δίγραμμες επιταγές της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ποσού 138.429,68 €, 141.043,56 € και 282.087,12 € αντίστοιχα, με την είσπραξη των οποίων εξοφλήθηκε το υπόλοιπο οφειλόμενο τμήμα της συνολικής εργολαβικής αμοιβής (7.178.180,01 €+ 799.736,55 €). Τότε μόνον η ενάγουσα στράφηκε δικαστικά κατά της πρώτης εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων αυτής ασκώντας, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθ. εκθ. καταθ. ... αίτηση περί εγγραφής προσημείωσης προς εξασφάλιση της απαίτησης της από τις επιταγές που εκδόθηκαν χάριν καταβολής της αμοιβής της και την με αριθ. εκθ. καταθ. 12997/22.5.2013 τακτική αγωγή. Επ' αυτών εκδόθηκαν αντίστοιχα α) η υπ' αριθ. 9615/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η οποία δέχθηκε την αίτηση και επέτρεψε την αιτούσα να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση και να εγγράφει προσημείωση έως του ποσού των 250.000 €, και β) η υπ' αριθ. 17559/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία που υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 207.546 €. Προγενέστερα αυτών, η ενάγουσα είχε ασκήσει κατά των ήδη εναγομένων εταιριών και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, για την ίδια αιτία, τις με αριθ. εκθ. καταθ. 9386/15.3. 2012 και 6754/12.3. 2013 αιτήσεις συντηρητικής κατάσχεσης, επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα η υπ' αριθ. 29353/2012 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απέρριψε την αίτηση ως αόριστη και η υπ' αριθ. 14318/2013 απόφαση του αυτού δικαστηρίου που δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν μόνον ως προς την πρώτη των καθών (ΒΙΟΜΑΡ ΑΕ) και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας αυτής έως του ποσού των 250.000 €, πλην όμως η εκτέλεση των αποφάσεων αυτών δεν κατέστη δυνατή λόγω μη ύπαρξης ελεύθερης βαρών περιουσίας της υποχρέου. Από την αξιολόγηση των στοιχείων αυτών δεν αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ενήργησε με πρόθεση αντίθετα με την καλή πίστη και τα κρατούντα χρηστά ήθη. Τούτο διότι η ανάθεση του έργου στην πρώτη εναγομένη έγινε κατόπιν προκήρυξης μειοδοτικού διαγωνισμού στην οποία αυτή υπέβαλε την οικονομικότερη προσφορά, ύψους 6.500.000 €, η οποία προσέγγιζε την προεκτίμηση της δαπάνης για το έργο αυτό από ανεξάρτητους και εξειδικευμένους φορείς, τη Διεύθυνση Έργων Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων Θεσσαλονίκης και την εταιρία μελετών με την επωνυμία "TECNICAS REUNIDAS" που ανέρχονταν σε 7.600.000 € κατά προσέγγιση, λαμβανομένου υπόψη ότι απόκλιση της τάξεως του 10% είναι απολύτως δικαιολογημένη. Η μη αποδοχή της οικονομικότερης αυτής προσφοράς εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, εταιρίας εισηγμένης στο χρηματιστήριο στο οποίο μέτοχος είναι το ελληνικό δημόσιο και η οποία ακολουθεί αυστηρές διαδικασίες για την ανάθεση τέτοιων έργων, δεν ήταν δυνατή χωρίς προηγούμενη εκτίμηση για λάθη στην υποβολή της προσφοράς, από τεχνικής και οικονομικής άποψης, και αναλυτική αιτιολόγηση της μη αποδοχής της. Η εσφαλμένη προεκτίμηση της πρώτης εναγόμενης , των απαιτούμενων εργατοωρών για την εκτέλεση του έργου, που συνδέεται με την παραγωγικότητά της καθώς και η απόκλιση στις υπολογισθείσες ποσότητες, ήταν στοιχεία που επισημάνθηκαν από τη δεύτερη εναγόμενη μέσω της επιβλέπουσας το έργο εταιρίας στη συνάντηση παροχής διευκρινήσεων, που έλαβε χώρα πριν την υπογραφή της σύμβασης και στο πλαίσιο ολοκλήρωσης της αξιολόγησης της προσφοράς, και η πρώτη εναγομένη, αφού αύξησε τις εργατοώρες, έτσι ώστε να συμπίπτουν με τις εκτιμήσεις των λοιπών εργολάβων και διόρθωσε τις υπολογισθείσες ποσότητες, διαβεβαίωσε τη δεύτερη εναγόμενη ότι θα εκτελούσε το έργο με ασφάλεια και σύμφωνα με την προσφορά της και μάλιστα, κατά επιχειρηματική εκτίμηση και στο πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ των ομοειδών επιχειρήσεων για την ανάληψη τέτοιων έργων, χορήγησε και έκπτωση στην εργολαβική της αμοιβή με αποτέλεσμα η προσφορά της να διαμορφωθεί στο ποσό των 5.946.000 €. Ενόψει αυτών, η αποδοχή της οικονομικότερης και επαρκούς από τεχνικής απόψεως προσφοράς και η επιδίωξη επίτευξης έκπτωσης από τη δεύτερη εναγομένη, δεν αντίκειται στην αρχές και τους κανόνες ανάθεσης έργων με μειοδοτικούς διαγωνισμούς, που επικρατούν στην αγορά για συμβάσεις τέτοιων έργων, και επιβάλλουν την αποδοχή της τεχνικά επαρκούς και οικονομικότερης προσφοράς για την εκτέλεση του έργου, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως είναι σύνηθες σε έργα τέτοιου μεγέθους και αντικειμένου, προβλέπονται συμβατικά αναθεωρήσεις της εργολαβικής αμοιβής, που πράγματι έλαβαν χώρα, εν προκειμένω, και μάλιστα δύο φορές, στις 8.6.2011 και στις 27.11.2012, με τις οποίες η καταβλητέα κατ' αποκοπήν εργολαβική αμοιβή(lump sum price) αυξήθηκε από το αρχικό ποσό των 2.648.294,00 € στο ποσό των 3.880.474,01 €, ήτοι κατά ποσοστό 46,52% (1.232.180,01 €) και έτσι η τελική διαμορφώθηκε σε ποσοστό 78,23% της προεκτίμησης, η για επιπρόσθετες εργασίες αύξησαν περαιτέρω την αμοιβή κατά 799.736,55 €, η τελική εργολαβική αμοιβή της πρώτης εναγομένης από την κυρία σύμβαση έργου ανήλθε σε 7.964.183 €, ήτοι υπερέβη την προεκτιμηθείσα, απορριπτομένου του ισχυρισμού της εκκαλούσας περί τεχνικά και οικονομικά ακατάλληλης προσφοράς την οποία κακόπιστα, όπως ισχυρίζεται, αποδέχθηκε η δεύτερη εναγομένη. Η ενέργεια αυτή της εργοδότριας δεύτερης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης να αναθέσει το έργο στην εργολάβο πρώτη εναγομένη, όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, καθιστάμενης μη αναγκαίας της επίδειξης των αναφερομένων ως άνω εγγράφων και απορριπτομένης ως εκ τούτου της συναφούς αίτησης της εκκαλούσας ως αβάσιμης, κατέτεινε στην προάσπιση των συμφερόντων της, για την εκτέλεση του έργου με τη συμφέρουσα, από οικονομικής και κατάλληλη από τεχνικής άποψης προσφορά και ουδόλως αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που αποτελούν την κατευθυντήρια γραμμή στη λειτουργία κάθε ενοχικής σχέσης. Ούτε αντίκειται στα χρηστά ήθη και στα συναλλακτικά ήθη η επιτευχθείσα συμφωνία μεταξύ της δεύτερης και της πρώτης εναγομένης και των δανειστών της τελευταίας, που είχαν επισπεύσει κατασχέσεις κατ' αρθρ. 982 ΚΠολΔ, για την εκκαθάριση της εργολαβικής αμοιβής, δύο έτη μετά την περάτωση του έργου, με την οποία η εργολάβος συμφώνησε και έλαβε αμοιβή για επιπρόσθετες εργασίας ύψους 799.736,55 € λαμβανομένου υπόψη ότι από το σύνολο των αξιώσεών της ύψους 5.891.011 € περί τα 4.000.000 € αφορούσαν αποζημίωση για απεργίες και επικαλούμενη καθυστέρηση στην παράδοση υλικών, αξιώσεις που είχαν αποκλειστεί από τη σύμβαση και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά τους, η δε δεύτερη εναγόμενη παραιτήθηκε από την είσπραξη της ποινικής ρήτρας ποσού 700.000 €, παραλλήλως δε ικανοποίησε τους πιστωτές της πρώτης εναγόμενης, που είχαν επιβάλλει κατασχέσεις εις χείρας της για το συνολικό ποσό των 1.011.691,63 €. Η επικαλούμενη από την εκκαλούσα, από πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη "εκμετάλλευση της θέσης της υπέρτερης οικονομικής ισχύος" δεύτερης εναγομένης, διά της οποίας εξαναγκάσθηκε η πρώτη εναγομένη να παραιτηθεί από βάσιμες αξιώσεις της εκ της σύμβασης έργου, ισχυρισμός που αναιρεί αυτόν περί συμπαιγνίας των εναγομένων αντί μυστικών μελλοντικών ανταλλαγμάτων υπέρ των νομίμων εκπροσώπων της εργολάβου, προκειμένου να ματαιωθεί η καταβολή της εργολαβικής αμοιβής κατά το μέρος που αυτή αντιστοιχούσε στην καταβλητέα στην ενάγουσα (υπ)εργολαβική αμοιβή, ουδόλως αποδείχθηκε. Εξάλλου, η γνώση της δεύτερης εναγομένης (ΕΛΠΕ) περί της υπάρξεως απαιτήσεως της εκκαλούσας Ο.Ε. για το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής της τελευταίας (ενάγουσας) έναντι της πρώτης εναγομένης και η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων περί εκκαθάρισης των μεταξύ τους οικονομικών διαφορών από την κύρια σύμβαση έργου, ακόμα και αν επέφερε ματαίωση της υπεργολαβικής αμοιβής, δεν συνιστά καθ' εαυτή, χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστάσεων, ανήθικη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 919 ΑΚ. Αντίθετα, οι επανειλημμένες αναθεωρήσεις της εργολαβικής αμοιβής που ανήλθε στο τελικό ποσό των 7.178.180,01 €+799.736,55 €, καθ' υπέρβαση της αρχικής προεκτίμησης κατά ποσοστό 5% και η πρωτοβουλία που η εργοδότρια ανέλαβε, ώστε να ικανοποιηθούν απευθείας από την ίδια οι αξιώσεις των πιστωτών που είχαν επιβάλει κατασχέσεις εις χείρας αυτής και συγχρόνως να εκταμιευθεί υπέρ της πρώτης εναγομένης ποσό 561.560,36 €(138.429,68 €+ 141.043,56 €+ 282.087,12 €), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε ειδοποιηθεί από την πρώτη εναγομένη, από τον Νοέμβριο του 2012, για τη ρύθμιση του υπολοίπου της αμοιβής, της πλην όμως αυτή αρνήθηκε να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις μετά των άλλων υπεργολάβων-δανειστών και ούτε μερίμνησε να προβεί σε κατάσχεση κατ' αρθ. 982 ΚΠολΔ, όπως οι λοιποί πιστωτές, στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγόμενης αλλά επιδίωξε την δικαστική ικανοποίηση της απαίτησής της μετά την επίτευξη της ως άνω συμφωνίας και την ολοκλήρωση (κλείσιμο) του έργου, καταδεικνύουν ότι η συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης βάσει του σκοπού, των μέσων και των μεθόδων που χρησιμοποίησε, δεν αντίκειται στο σύνολο της κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την αντίληψη του σκεπτόμενου με χρηστότητα και σωφροσύνη μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικαιϊκές αρχές, επάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο και επομένως, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, όπως αυτά νοούνται κατά το άρθρο 919 ΑΚ. Ούτε, εξάλλου, οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με τις ως άνω ενέργειές τους να ζημιώσουν την εκκαλούσα-ενάγουσα, αποδείχθηκε. Μη συντρεχόντων, επομένως, των όρων του άρθρου 919 ΑΚ, δηλαδή ανήθικη συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης και πρόθεσή της, δεν δημιουργείται νέα ενοχική σχέση μεταξύ αυτής και της ενάγουσας-εκκαλούσας, με βάση την οποία η εφεσίβλητη να έχει ευθύνη αποζημίωσης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν δεν θεμελιώνουν αξίωση αποζημιώσεως της εκκαλούσας με βάση την ΑΚ 919 κατά της εφεσίβλητης, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια δεν έσφαλε και οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης, πρώτος και δεύτερος είναι αβάσιμοι κι απορριπτέοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, συμπληρώνοντας παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης, ως προς την βάση της αδικοπραξίας.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 919, 281, 288 και 932 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής αυτών επειδή δεν πληρούται το πραγματικό των νομικών εννοιών της κακόπιστης και της εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και επειδή η αναιρεσίβλητη δεν είχε πρόθεση να βλάψει την αναιρεσείουσα, τις οποίες διατάξεις συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, τόσο κατά την αποδοχή της προσφοράς της αρχικής πρώτης εναγομένης ΒΙΟΜΕΡ Α.Ε. ποσού 5.946.000 ευρώ μετά την έκπτωση, με βάση την οποία συνάφθηκε μεταξύ τους η από 26/11/2009 σύμβαση έργου, όσο και κατά τη συμφωνία μεταξύ της ΒΙΟΜΕΡ, της αναιρεσίβλητης και των δανειστών της ΒΙΟΜΕΡ και υπεργολάβων του έργου, που είχαν επιβάλει κατασχέσεις των απαιτήσεών τους κατά της ΒΙΟΜΕΡ στα χέρια της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, για την εκκαθάριση των μεταξύ τους απαιτήσεων, δεν αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς δεν είναι καταχρηστική και γι' αυτό παράνομη, ούτε έγινε με πρόθεση να βλάψει την αναιρεσείουσα, με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ακόλουθες, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές: 1) Ότι η αναιρεσίβλητη, η οποία είναι εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο με μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο και η οποία ακολουθεί αυστηρές διαδικασίες για την ανάθεση έργων, προκήρυξε ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό για την εκτέλεση του αναφερομένου στο σκεπτικό της απόφασης έργου, πριν τη διενέργεια του οποίου, κατόπιν σχετικής εντολής της, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο σωστός σχεδιασμός και η εκτέλεση του έργου, τόσο από οικονομικής άποψης, όσο και για να αποτραπούν κίνδυνοι ασφαλείας, οι ανεξάρτητοι και εξειδικευμένοι φορείς, ήτοι η Διεύθυνση Έργων Βιομηχανικών Εγκαταστάσεων Θεσσαλονίκης και η εταιρεία μελετών "TECNICAS REUNIDAS", είχαν προβεί σε ανεξάρτητες προεκτιμήσεις της απαιτούμενης δαπάνης για την αποπεράτωση του έργου, η οποία προσδιορίστηκε από αμφότερους τους φορείς στο ποσό των 7.600.000 ευρώ κατά προσέγγιση. 2) Ότι η ΒΙΟΜΕΡ αναδείχθηκε μειοδότρια στον διαγωνισμό με προσφορά 6.500.000 ευρώ, μετά δε από διαπραγματεύσεις με την αναιρεσίβλητη που ακολούθησαν, στο πλαίσιο αξιολόγησης της προσφοράς της, η ΒΙΟΜΕΡ αύξησε τις εργατοώρες που απαιτούντο για την εκτέλεση του έργου από 256.000 σε 292.000, που συνέπιπταν και με τις εκτιμήσεις των λοιπών εργολάβων, που έλαβαν μέρος στον διαγωνισμό καθώς και τις ποσότητες του έργου από 635 σε 645 τόνους και χορήγησε και έκπτωση, ώστε η τελική προσφορά της διαμορφώθηκε σε 5.946.000 ευρώ. 3) Ότι η προσφορά αυτή, που αποτελούσε το 78,23% της προεκτιμηθείσας τελικής δαπάνης των 7.600.000 ευρώ, κρίθηκε βασίμως, αφ' ενός ότι είναι η οικονομικότερη προσφορά, και αφ' ετέρου ότι είναι τεχνικά επαρκής, ενόψει και του ότι ρητά προβλεπόταν η δυνατότητα αναθεώρησης της σύμβασης με αύξηση της αμοιβής. 4) Ότι ακολούθως η ΒΙΟΜΕΡ και η αναιρεσίβλητη σύναψαν την από 26/11/1999 έγγραφη σύμβαση μίσθωσης έργου, δυνάμει της οποίας η ΒΙΟΜΕΡ ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο έως τις 25/11/2010 με δυνατότητα παράτασης για δύο εβδομάδες, για την περίπτωση καθυστέρησης εκπλήρωσης του έργου συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα σε βάρος της εργολάβου ΒΙΟΜΕΡ, το ανώτατο ύψος της οποίας ορίσθηκε σε ποσοστό 10% επί της συνολικής εργολαβικής αμοιβής, συμφωνήθηκε ότι την επίβλεψη εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης θα έχει η κατά νόμο αρμόδια ανώνυμη εταιρεία "Forest Wheeler Hellas Α.Ε." και την ευθύνη για τον έλεγχο και την πιστοποίηση της ποιότητας του έργου θα έχει ο ανεξάρτητος αρμόδιος φορέας "LLOYDS' REGISTEP" και τέλος επιτράπηκε στη ΒΙΟΜΕΡ να αναθέσει την εκτέλεση τμημάτων του έργου σε υπεργολάβο, κατόπιν ρητής έγγραφης έγκρισης της αναιρεσίβλητης, ενώ ρητά ορίστηκε ότι στην περίπτωση αυτή η αναιρεσίβλητη δε θα δεσμεύεται συμβατικά με τον υπεργολάβο. 5) Ότι ακολούθως η ΒΙΟΜΕΡ σύναψε στις 3/2/2010 με την αναιρεσείουσα την 129.02/10 σύμβαση υπεργολαβίας, με την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της ΒΙΟΜΕΡ να εκτελέσει το υποέργο του ελέγχου ποιότητας των συγκολλήσεων των σωληνώσεων, τη θερμική κατεργασία αυτών και την ανίχνευση υλικών και συγκολλήσεων και η ΒΙΟΜΕΡ ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει την υπεργολαβική αμοιβή της, τμήμα της οποίας ποσού 400.000 ευρώ ορίστηκε καταβλητέο κατ' αποκοπήν, ενώ το υπόλοιπο θα προέκυπτε κατόπιν επιμέτρησης των εργασιών που εκτελέστηκαν, με βάση τις προσυμφωνημένες τιμές μονάδος αυτών. 6) Ότι η αναιρεσίουσα εκτέλεσε το συμφωνηθέν υπεργολαβικό έργο, το οποίο πιστοποίηθηκε και έγινε αποδεκτό από τις ανωτέρω εταιρείες Forest και Lloyds, και το παρέδωσε μόνο στη ΒΙΟΜΕΡ, όχι δε και στην αναιρεσίβλητη, τον μήνα Μάρτιο του 2011, η δε υπεργολαβική αμοιβή της ανήλθε στο ποσό των 958.194,67 ευρώ πλέον ΦΠΑ, από το οποίο της οφείλεται ποσό 768.658,75 ευρώ πλέον ΦΠΑ. 7) Ότι το κύριο έργο εκτελέστηκε από τη ΒΙΟΜΕΡ και παραδόθηκε στην αναιρεσίβλητη με καθυστέρηση τον Απρίλιο του 2011, ενώ με την από 8/6/2011 αναθεώρηση της σύμβασης η συνολική εργολαβική αμοιβή της ΒΙΟΜΕΡ συμφωνήθηκε στο ποσό των 6.248.292,01 ευρώ. 8) Ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου οφείλεται, αφενός στην εκτέλεση εκ μέρους της εργολάβου επιπρόσθετων εργασιών και αφετέρου σε λόγους για τους οποίους ευθυνόταν η ίδια και συγκεκριμένα οφειλόταν στην υπερεκτίμηση της παραγωγικότητάς της κατά την αρχική αξιολόγηση των εργατοωρών που απαιτούντο, στη χαμηλή επίδοση στη διαχείριση του έργου και στην απουσία επαρκών δικών της οικονομικών πόρων. 9) Ότι λόγω της "οικονομικής δυσπραγίας" της ΒΙΟΜΕΡ οι αναφερόμενοι στην απόφαση υπεργολάβοι - δανειστές της, στους οποίους όφειλε χρήματα από την εκτέλεση του έργου, επέβαλαν κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ κατασχέσεις στα χέρια της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, της κατ' αυτής απαιτήσεως της ΒΙΟΜΕΡ για καταβολή της εργολαβικής αμοιβής της από τη σύμβαση έργου, συνολικού ποσού 1.011.691,63 ευρώ. 10) Ότι στις 14/11/2011 η ΒΙΟΜΕΡ, με εξώδικη δήλωση που επέδωσε στην αναιρεσίβλητη και την οποία κοινοποίησε και στους υπεργολάβους, μεταξύ των οποίων και στην αναιρεσείουσα, γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι αξιώνει και πρόσθετη εργολαβική αμοιβή συνολικού ποσού 5.891.011,22 ευρώ, η δε αναιρεσίβλητη με την από 7/12/2011 εξώδικη απάντησή της, αφ' ενός της δήλωσε ότι από το ποσό αυτό αναγνωρίζει μόνο οφειλή της ποσού 168.963,60 ευρώ, αφ' ετέρου δε της γνωστοποίησε ότι έχει καταπέσει εις βάρος της(ΒΙΟΜΕΡ) ποινική ρήτρα ποσού 700.000 ευρώ. 11) Ότι η αναιρεσείουσα στηριζόμενη στη μακροχρόνια συνεργασία και φιλία των εταίρων της με τον νόμιμο εκπρόσωπο της ΒΙΟΜΕΡ και στις μεταχρονολογημένες επιταγές, που είχε εκδώσει εις διαταγήν της η ΒΙΟΜΕΡ χάριν καταβολής του υπολοίπου της υπεργολαβικής αμοιβής της, οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν, πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις της ΒΙΟΜΕΡ και από την ανωτέρω εξώδικη δήλωση αυτής ότι η ΒΙΟΜΕΡ είχε πολλαπλάσιες αξιώσεις κατά της αναιρεσίβλητης από τις δικές της κατά της ΒΙΟΜΕΡ και δε φρόντισε να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο και να επιβάλει κατάσχεση κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ, όπως οι ανωτέρω υπεργολάβοι, μόνο δε κοινοποίησε στη ΒΙΟΜΕΡ και στην αναιρεσίβλητη την από 12/12/2011 εξώδικη δήλωση, με την οποία γνωστοποίησε ότι το υπόλοιπο της οφειλόμενης υπεργολαβικής αμοιβής της ανέρχεται σε 773.492,47 ευρώ και κάλεσε την αναιρεσίβλητη να μην προβεί σε συμβιβασμό η πληρωμή προς τη ΒΙΟΜΕΡ χωρίς τη δική της συμμετοχή ή συγκατάθεση. 12) Ότι η ΒΙΟΜΕΡ δύο έτη μετά τη συμφωνηθείσα παράδοση του έργου, στις 26/11/2012, κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη - εργοδότρια "Δήλωση παραίτησης από τις αξιώσεις" που είχε προβάλει με την ανωτέρω από 14/11/2011 εξώδικη δήλωση και δήλωσε ότι η τελική αμοιβή της από τη σύμβαση ανέρχεται σε 7.964.183 ευρώ πλέον ΦΠΑ, η δε αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε τη δήλωση αυτή και την επομένη ημέρα 27/11/2022 έγινε δεύτερη αναθεώρηση της σύμβασης εργολαβίας, με την οποία η συνολική εργολαβική αμοιβή της σύμβασης καθορίστηκε στο ποσό των 7.178.180,01 ευρώ και η αμοιβή για πρόσθετες εργασίες, που εκτέλεσε η ΒΙΟΜΕΡ, στο ποσό των 799.736,55 ευρώ. 13) Ότι ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΒΙΟΜΕΡ, της αναιρεσίβλητης και των δανειστών της ΒΙΟΜΕΡ, που είχαν επιβάλει κατάσχεση κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ, στις οποίες η αναιρεσείουσα, αν και κλήθηκε από τη ΒΙΟΜΕΡ να μετάσχει, δεν προσήλθε, οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία στις 19/12/2012, δυνάμει της οποίας οι μεν κατασχόντες δανειστές, πλην της Ευτυχίας Τρυφωνίδου, συμφώνησαν να περιορίσουν τις κατά της ΒΙΟΜΕΡ απαιτήσεις τους από το συνολικό ποσό των 1.006.404,83 ευρώ στο ποσό των 705.427 ευρώ, παραιτούμενοι των κατασχέσεων, όπως αναλυτικά αναφέρεται για έκαστο τούτων στην απόφαση, η δε αναιρεσίβλητη τους κατέβαλε το ποσό αυτό στους ιδίους αντί της ΒΙΟΜΕΡ, στην οποία το όφειλε, με επιταγές που εξέδωσε σε διαταγήν τους, οι οποίες και εισπράχθηκαν, ενώ κατέβαλε αμέσως στη ΒΙΟΜΕΡ με τρεις δίγραμμες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. συνολικού ποσού 561.560,36 ευρώ, οι οποίες εισπράχθηκαν από αυτήν, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό της εργολαβικής αμοιβής της και τέλος η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από την ποινική ρήτρα ποσού 700.000 ευρώ, που διεκδικούσε από τη ΒΙΟΜΕΡ για την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου. 14) Ότι η ανωτέρω συμφωνία της ΒΙΟΜΕΡ και της αναιρεσίβλητης δεν έγινε με εκμετάλλευση της υπέρτερης οικονομικής ισχύος της αναιρεσίβλητης έναντι της ΒΙΟΜΕΡ, ούτε σε συμπαιγνία με αυτήν "έναντι μυστικών μελλοντικών ανταλλαγμάτων" υπέρ των νομίμων εκπροσώπων της ΒΙΟΜΕΡ, προκειμένου να ματαιωθεί η καταβολή της οφειλόμενης υπεργολαβικής αμοιβής στην αναιρεσείουσα, ενόψει και του ότι από το αιτούμενο από τη ΒΙΟΜΕΡ επιπλέον ποσό αμοιβής ποσού 5.891.011,22 ευρώ, που ζητούσε, ποσό 4.000.000 ευρώ αφορούσε αποζημιώσεις για απεργίες και καθυστέρηση στην παράδοση υλικών, δηλαδή αξιώσεις που είχαν αποκλειστεί από τη σύμβαση, αλλά και δεν αποδείχθηκε η βασιμότητά τους και 15) Ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε πρόθεση να βλάψει με τις ανωτέρω ενέργειές της την αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν αποτελεί πράγματι κακόπιστη δηλαδή αντίθετη στην συναλλακτική ευθύτητα, την οποία πρέπει να επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος, ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί τη χαμηλότερη από τους άλλους νόμιμα μετασχόντες στον ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ, την οποία και βελτίωσε μετά από διαπραγματεύσεις με αυτήν πριν την υπογραφή της σύμβασης έργου, αφού η προσφορά αυτή ήταν εκτός από οικονομικότερη και τεχνικά επαρκής και τούτο ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε, αφού η ΒΙΟΜΕΡ εκτέλεσε το έργο, ενώ η εργολαβική αμοιβή της μετά από δύο αναθεωρήσεις του έργου ανήλθε στο συνολικό ποσό των 7.178.180,01 ευρώ (αφού το επιπλέον ποσό των 799.736,55 ευρώ αφορά σε εκτελεσθείσες πρόσθετες εργασίες), το οποίο είναι μεν μεγαλύτερο της προσφοράς της ΒΙΟΜΕΡ ποσού 5.946.000 ευρώ, (η οποία όμως προσφορά, κατά τη σύμβαση, μπορούσε να αναθεωρηθεί, όπως και πράγματι έγινε), αλλά είναι και μικρότερο της προεκτίμησης του έργου ποσού 7.600.000 ευρώ, στην οποία προέβησαν δύο ανεξάρτητοι φορείς. Επίσης δεν αποτελεί κακόπιστη και αντίθετη στα χρηστά ήθη η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει και επιτύχει την εκκαθάριση της σύμβασης έργου, μετά από διαπραγματεύσεις με τη ΒΙΟΜΕΡ και τους δανειστές της ΒΙΟΜΕΡ, οι οποίοι είχαν επιβάλει κατασχέσεις κατά το άρθρο 982 ΚΠολΔ, και στις οποίες διαπραγματεύσεις αρνήθηκε να μετάσχει η αναιρεσείουσα, ώστε, περιορίζοντας καθένας εξ αυτών τις απαιτήσεις του να έλθουν σε συνολική συμφωνία ρύθμισης των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων προς εκκαθάριση των εκατέρωθεν απαιτήσεων από τη σύμβαση έργου, η δε άσκηση της ευχέρειας αυτής της αναιρεσίβλητης δεν καθίσταται καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι γνώριζε τις κατά της ΒΙΟΜΕΡ απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης η αναιρεσείουσα, επειδή εξαπατήθηκε όχι από την αναιρεσίβλητη αλλά από τη ΒΙΟΜΕΡ, δεν φρόντισε η ίδια να εξασφαλίσει με εκτελεστό τίτλο τις απαιτήσεις αυτές και να επιβάλει και αυτή κατάσχεση, ενώ ακολούθως, παρότι προσκλήθηκε, δεν έλαβε μέρος στις ανωτέρω διαπραγματεύσεις. Επομένως ο δεύτερος έως και τέταρτος και έκτος έως και εικοστός λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 (όχι δε και από τον αριθμό 1 στους έβδομο, όγδοο, ενδέκατο και δέκατο έβδομο λόγους κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτών) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, αφού σημειωθεί: α) Ότι καμία αντίφαση δεν υπάρχει στις κρίσιμες αιτιολογίες του Εφετείου ως προς τους απόλυτους αριθμούς της αρχικής προσφοράς της ΒΙΟΜΕΡ, της μετά την έκπτωση προσφοράς και του τελικού ποσού της αμοιβής της μετά τις γενόμενες δύο αναθεωρήσεις της σύμβασης και την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, οι οποίοι αριθμοί αναφέρονται συγκεκριμένα και συνεπώς δεν ασκεί έννομη επιρροή η αναφορά στην απόφαση ότι η αρχική προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ προσέγγιζε την προεκτιμηθείσα κατά 85,52% και συνεπώς υπολειπόταν αυτής κατά (100 - 85,52 =) 14,48% με την έτερη αναφορά ότι η απόκλιση των δύο αυτών στοιχείων "της τάξεως του 10% είναι απολύτως δικαιολογημένη", αφού η δεύτερη αναφορά αφορά επιχείρημα του δικαστηρίου. β) Ότι επίσης καμία αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι η αρχική μετά την έκπτωση προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ των 5.946.000 ευρώ, που αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, κρίθηκε η οικονομικότερη και επαρκής από τεχνική άποψη, με την έτερη παραδοχή ότι η τελική αμοιβή υπερέβη το ποσό αυτό και ανήλθε στο ποσό των 7.964.183 ευρώ, αφού για την αύξηση της αμοιβής της ΒΙΟΜΕΡ μεσολάβησαν δύο αναθεωρήσεις της σύμβασης και εκτέλεση από αυτήν πρόσθετων εργασιών αξίας 799.736,55 ευρώ. γ) Ότι δεν υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία της απόφασης σχετικά με το υπόλοιπο ποσό της εργολαβικής αμοιβής της ΒΙΟΜΕΡ πέραν του ποσού των 705.427 ευρώ, που καταβλήθηκε στους επισπεύδοντες εκτέλεση υπεργολάβους και του ποσού των 561.560,36 ευρώ, που καταβλήθηκε με τις τρεις δίγραμμες επιταγές στη ΒΙΟΜΕΡ, αφού κατά τη νοηματική εκτίμηση των παραδοχών της απόφασης που αναφέρει ότι "με την είσπραξη ... εξοφλήθηκε το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα της συνολικής εργολαβικής αμοιβής" και ότι η ΒΙΟΜΕΡ "εξαρτάτο από τις εκταμιεύσεις (ακόμη και προκαταβολές) της δεύτερης εναγόμενης για την εκπλήρωση του έργου", γίνεται δεκτό ότι το πέραν των ανωτέρω ποσών δεν οφείλετο από την αναιρεσίβλητη στη ΒΙΟΜΕΡ, γιατί της είχε καταβληθεί πριν την ανωτέρω συμφωνία εκκαθάρισης της εργολαβίας και κατά την εκτέλεση αυτής και συνεπώς δεν της χαρίστηκε, από τη ΒΙΟΜΕΡ, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα, και δ) Ότι δεν υπάρχει αντιφατική αιτιολογία της απόφασης για τη σχέση της αναιρεσείουσας με την αναιρεσίβλητη, αφού το Εφετείο δέχεται σαφώς ότι η σύμβαση υπεργολαβίας της αναιρεσείουσας καταρτίστηκε μόνο με τη ΒΙΟΜΕΡ και ότι το έργο αυτής δεν το παρέλαβε η αναιρεσίβλητη, αλλά μόνο η ΒΙΟΜΕΡ, ο δε έλεγχος αυτού από τις εταιρείες Foster και Lloyds έγινε στα πλαίσια της σύμβασης έργου που συνέδεε τη ΒΙΟΜΕΡ και την αναιρεσίβλητη.
Με τους πέμπτο και εικοστό δεύτερο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέβη αντιστοίχως: α) Το δίδαγμα κοινής πείρας ότι η κατά 21,77% απόκλιση της τελικής μετά την έκπτωση προσφοράς της εργολάβου από το πραγματικό κόστος του έργου είναι αδικαιολόγητη και συνεπώς η αποδοχή της συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και β) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι κανείς εργολάβος δε συνάπτει συμφωνία εκκαθάρισης λαμβάνοντας μόνο τα ανωτέρω ποσά των 705.427 ευρώ και 561.560,36 ευρώ και παραιτούμενος από το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής του ποσού 6.697.195,64 ευρώ χωρίς την εξώθησή του και τη συμπαικτική σύμπραξη της εργοδότριας και έτσι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι γιατί τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας που συνάπτονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και γιατί, υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι η μετά την έκπτωση προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ ήταν η οικονομικότερη και τεχνικά αποδεκτή και ότι το ανωτέρω ποσό αμοιβής των 6.697.195,64 ευρώ δεν χαρίστηκε από τη ΒΙΟΜΕΡ στην αναιρεσίβλητη, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, της είχε καταβληθεί σε προγενέστερο της συμφωνίας εκκαθάρισης χρόνο.
Με σκέλη των δευτέρου, δεκάτου έκτου, δεκάτου ενάτου και εικοστού λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς, που προέβαλε με την αγωγή και επανέφερε με την έφεση, τους οποίους, αν ελάμβανε υπόψη, θα έκανε δεκτή την αγωγή κατά τη βάση της αδικοπραξίας και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη αντιστοίχως: α) τον πραγματικό ισχυρισμό ότι ενώ το κόστος του έργου υπερέβαινε τα 11.000.000 ευρώ η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την οικονομικά ακατάλληλη προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ ποσού 5.946.000 ευρώ, β) τον πραγματικό ισχυρισμό ότι έγινε παραίτηση της ΒΙΟΜΕΡ από το μεγαλύτερο μέρος των απαιτήσεών της κατά της αναιρεσίβλητης από το έργο, που ανερχόταν σε περίπου 6.000.000 ευρώ, γ) τον πραγματικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε κατά κατάχρηση δικαιώματος 1) αποδεχόμενη την εκ ποσού 5.946.000 ευρώ αρχική προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ, ενώ γνώριζε ότι λόγω της οικονομικής ακαταλληλότητάς της θα επέφερε οικονομική καταστροφή της ΒΙΟΜΕΡ και αναγκαίως και της ιδίας ως υπεργολάβου και 2) τη συμπαικτική σύμπραξη της αναιρεσίβλητης στην παραίτηση της ΒΙΟΜΕΡ από το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής της και δ) τον πραγματικό ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται σύμφωνα με την καλή πίστη να της καταβάλει απευθείας την αμοιβή της από τη σύμβαση υπεργολαβίας. Οι τρεις πρώτοι των ανωτέρω λόγων είναι αβάσιμοι γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας δεχόμενο ότι το κόστος του έργου δεν ήταν μεγαλύτερο από τις 7.600.000 ευρώ, που προεκτιμήθηκε από τους δύο ανεξάρτητους φορείς, το οποίο κόστος η αναιρεσίβλητη θεωρούσε ορθό όπως και τελικά επιβεβαιώθηκε, ότι η ΒΙΟΜΕΡ όντως παραιτήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος των εκ ποσού 5.891.011,22 ευρώ πρόσθετων αξιώσεών της κατά της ΒΙΟΜΕΡ, από τις οποίες όμως ποσό 4.000.000 ευρώ περίπου δεν της οφείλετο, γιατί δεν προβλεπόταν από τη σύμβαση και γιατί σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε, ενώ αντίστοιχα η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από την εκ ποσού 700.000 ευρώ αξίωσή της για καταβολή ποινικής ρήτρας και ότι δεν υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ αναιρεσίβλητης και ΒΙΟΜΕΡ, υπό την επίκληση δε της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικά ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Ο τέταρτος των ανωτέρω λόγων είναι επίσης αβάσιμος, γιατί από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, με την οποία αιτιολογημένα, όπως προαναφέρθηκε κρίνεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε αντίθετα προς την καλή πίστη, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε εν τοις πράγμασι και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό δεχόμενο τα αντίθετα προς όσα περιλαμβάνει.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Με τον εικοστό πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο και έτσι δεν δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι η μετά την έκπτωση προσφορά της ΒΙΟΜΕΡ για σύναψη της επίδικης σύμβασης έργου ήταν οικονομικά ακατάλληλη και έτσι απέρριψε την αγωγή της κατά την αδικοπρακτική της βάση και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την 14.318/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που περιέχει την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Μ., β) τα 17.559/2015 πρακτικά συνεδρίασης του ιδίου δικαστηρίου, που περιέχουν κατάθεση της νομίμου εκπροσώπου της ΒΙΟΜΕΡ Ε. Μ., γ) τις από 20/8/2010, 27/5/2011, 3/11/2011, 5/11/2010, 28/3/2011, 30/4/2011 και 5/3/2011 επιστολές της ΒΙΟΜΕΡ προς την επιβλέπουσα το έργο εταιρεία Forest και τις από 20/8/2010, 4/3/2011, 8/3/2011 και 26/9/2011 επιστολές της ΒΙΟΜΕΡ προς την εταιρεία Forest και προς την αναιρεσίβλητη και δ) ως δικαστικό τεκμήριο την 12.832/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Γ. στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Α. Β. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, αλλά και την ρητή αναφορά στην απόφαση ότι λαμβάνει υπόψη τα πρώτο, δεύτερο και τέταρτο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων και "τον μεγάλο αριθμό επιστολών, που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα. Κατά το άρθρο 183 ΚΠολΔ, τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 ΚΠολΔ) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό όλων των δικαστικών εξόδων ή μέρους τους, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ (ΑΠ 1230/2020, ΑΠ 99/2019), σε όλες τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, συνεπώς και διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, αφού η παραδοχή αυτή εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου και δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ (ΑΠ 959/2022, ΑΠ 992/2021, ΑΠ 192/2016). Εξάλλου, τα οριζόμενα στο Ν.4194/2013 " Κώδικας Δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο (ΑΠ 99/2019, Α.Π. 1437/2012). Τέλος, κατά το άρθρο 189 του ΚΠολΔ αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα, τα οποία απαριθμούνται ενδεικτικά στη διάταξη αυτή και στα οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν. Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται σε χρήμα, γίνεται, από την έναρξη ισχύος του, με βάση τα άρθρα 63 επ. του Ν. 4194/2013(ΑΠ 1230/2020). Κατά το άρθρο 68 του τελευταίου Κώδικα η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου για σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης είναι ίση με την αμοιβή της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Κώδικα, ενώ, κατά το άρθρο 69 του ίδιου Κώδικα για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αμοιβή των δικηγόρων όλων των διαδίκων είναι διπλάσια από την αμοιβή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Τέλος, κατά το άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, δ)....Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εικοστό τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κυρίως μεν επικαλούμενη ότι το Εφετείο κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 179 ΚΠολΔ, δεν συμψήφισε εν όλω, άλλως εν μέρει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, αλλά επέβαλε στην ίδια, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθόρισε στο ποσό των 8.500 ευρώ, παρότι η ερμηνεία των νομικών διατάξεων, που εφάρμοσε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και επικουρικώς ότι καθορίζοντας την δικαστική δαπάνη στο ανωτέρω υπέρμετρο ποσό, αντί του ποσού των 500 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού με την επιδίκαση αυτή περιορίζεται εμμέσως το δικαίωμά της για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, την οποία προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του (παραβίαση της διάταξης του άρθρου 179 του ΚΠολΔ) ως απαράδεκτος, γιατί η κρίση του Εφετείου περί μη συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου και κατά το δεύτερο σκέλος (παραβίαση των αναφερομένων στο λόγο αυτό διατάξεων) ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο καθόρισε την δικαστική δαπάνη εις βάρος της εναγουσας-εκκαλούσας- αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, αφού απορρίφθηκε η έφεσή της στο ποσό των 8.500 ευρώ, το ύψος του οποίου κείται εντός των προβλεπομένων ορίων του Ν. 4194/2013 και δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητα, ούτε πλήττει το δικαίωμά της αναιρεσίουσαςγια παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, ενόψει και του ότι το αντικείμενο της διαφοράς, που εισήχθη προς εκδίκαση στο Εφετείο με την έφεση της αναιρεσείουσας, υπερβαίνει το ποσό των 800.000 ευρώ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 21-2-2022 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε.-Δ. Α. Ο.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 915/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή