Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 870 / 2025    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 870/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Αστικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΣ ΣΥΝ. ΠΕ". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Νοτόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ο ως άνω συνεταιρισμός έχει μετονομασθεί σε "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΟΛΥΜΠΟΣ ΣΥΝ.ΠΕ με τον διακριτικό τίτλο (Olympos Bank)", η οποία έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και ειδικός εκκαθαριστής της έχει διορισθεί η ανώνυμη εταιρεία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 100/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-02-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν. 4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ. αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...". Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς. Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ` της περίπτωσης α`, της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ` και γγ` της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή...... γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". Ακολούθως, κατ` εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 11 παρ. 5 του Ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ` αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β` 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β` της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού, για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες. Στις περιπτώσεις που, έστω και εκ των υστέρων, κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του Ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών. Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής. δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης(ΑΠ 797/2023). Περαιτέρω, κατ` εξουσιοδότηση του ως άνω Ν. 2322/1995 και μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής, παρασχεθείσα, με την υπ` αριθ. 25/18.4.2006 απόφασή της, εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ` αριθ. 2/18.875/0025/2006(ΦΕΚ Β' 579/09.05.2006) Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τη ρύθμιση οφειλών προερχομένων από δάνεια βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Νομό Δράμας", με την οποία ορίστηκαν, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο σημεία της, τα ακόλουθα: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στο Νομό Δράμας σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2006 και τελευταία την 31.12.2016. Επιτόκιο ρύθμισης των οφειλών, ορίστηκε το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης (το επιτόκιο των Ε.Γ.Ε.Δ. είναι κυμαινόμενο - 2,68 % η τελευταία έκδοση ) πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένου κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975 (0,60 %). Σε περίπτωση μη καταβολής δύο συνεχόμενων δόσεων με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι: Η σύνταξη μελέτης βιωσιμότητας από την εταιρεία, ούτως ώστε στη μελέτη αυτή οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται: α) οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά τη ρύθμιση των οφειλών προς το πιστωτικό σύστημα, τους προμηθευτές της, τα ασφαλιστικά ταμεία, το Δημόσιο και την αγορά γενικότερα, καθώς και οι συμφωνίες ρυθμίσεις αποπληρωμής των υποχρεώσεων αυτών... β) Το ταμειακό πρόγραμμα της εταιρείας για μία τριετία. γ) Οι προβλέψεις εσόδων και κερδών της εταιρείας για μία τριετία. δ) Τα κεφάλαια κίνησης που θα απαιτηθούν για την λειτουργία της εταιρείας και τις πηγές άντλησής τους. ε) Οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι τυχόν προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις ρυθμιζόμενες οφειλές. Η μελέτη βιωσιμότητας, η οποία δύναται να περιλαμβάνει και σχέδιο επιχειρηματικής εξυγίανσης μέσω της υπαγωγής της εταιρείας σε συμφωνία πιστωτών του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, υποβάλλεται προς τη Δ25/ Τμ. Δ', όπου και αξιολογείται πριν την τελική έγκριση για την παροχή της εγγύησης με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία ( Άρθρο 87 και 88 της συνθήκης των Ε.Κ.) σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις. Μαζί με την αξιολόγηση της μελέτης βιωσιμότητας θα εγκρίνεται και το σχέδιο επιχειρηματικής εξυγίανσης περιλαμβανομένων της αναδιάρθρωσης των οφειλών της εταιρίας προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα, της αναδιάρθρωσης των υφισταμένων εξασφαλίσεων και της λήψης νέων εξασφαλίσεων. Η 25η Δνση/Τμήμα Δ' δύναται να παρέχει συμπληρωματικά την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε αυτή την περίπτωση χωρίς επιδότηση επιτοκίου, τόσο για τις οφειλές που υπήχθησαν στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, καθώς και για τα τυχόν νέα κεφάλαια κίνησης που θα απαιτηθούν σε ποσοστό μικρότερο ή ίσο του 80% των κεφαλαίων αυτών και με την απαραίτητη προϋπόθεση τη λήψη επαρκών εμπραγμάτων εξασφαλίσεων. Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά. Τελευταία ημερομηνία υποβολής αιτήσεων 31.12. 2006. Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες δόσεις με τους αναλογούντες τόκους ή δύο τοκοχρεολυτικές δόσεις, και μέσα ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 ΦΕΚ16/τ.Β'/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού...Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ. Δ.25 -Τμ. Δ'). Σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου για όλα τα δάνεια που θα χορηγηθούν, η συνολική δαπάνη της οποίας το ύψος δεν δύναται να προσδιορισθεί, θα καλυφθεί από τον ειδικό λογαριασμό εκτός Π/Υ ... "Γ.Λ.Κ. Δ25 "Κεφάλαιον Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου". Επακολούθησε η έκδοση των τροποποιητικών του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου της ανωτέρω απόφασης υπ` Αριθ. ΥΑ 2/64.129/0025/2008(ΦΕΚ Β 1807/9.9.2008) και ΥΑ 2/77.509/0025/2009(ΦΕΚ Β' 76/22.01.2009), αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με τη τελευταία των οποίων ορίστηκε ότι "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στο Νομό Δράμας σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του πρώτου εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση την 30.6.2009 και τελευταία την 31.12.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος, που αφορούν στο χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2007, κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007, ενώ οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της υπ` αριθμ. 2/18.875/0025/19.4.2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιημένη ισχύει".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' Αριθμ. 2/38.330/0025/2009 (ΦΕΚ Β 1298/30.6.2009) Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών " Τροποποίηση των όρων παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τα πιστωτικά ιδρύματα για τη ρύθμιση οφειλών προερχομένων από δάνεια βιοτεχνικών, βιομηχανικών, μεταλλευτικών, κτηνοτροφικών επιχειρήσεων βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Νομό Δράμας σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 2/18.875/0025/19.4.2006 (ΦΕΚ Β' 579/9.5.2006), 2/64.129/0025/1.9.2008 (ΦΕΚ Β' 1807/9.9.2008) και 2/77.509/0025/16.1.2009 (ΦΕΚ Β' 76/22.1.2009) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών" και στο τέλος της υπ' αριθ. 2/18.875/0025/19.4.2006 ΥΑ προστέθηκε Β' μέρος στο οποίο ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των μέχρι 30.6.2009 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει των υπ` αριθμ. 2/18875/0025/19.4.2006, 2/64129/0025/1.9.2008 και 2/77509/0025/16.1.2009 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Νομό Δράμας, σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλόμενων τόκων από 1.1.2008 έως 30.6.2009. Το νέο αυτό δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018. Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου από έκαστο δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά υπολοίπου του δανείου. Η πρώτη καταβολή γίνεται με την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης. Οι επιχειρήσεις, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, υποχρεούνται να καταβάλουν το 20% των οφειλόμενων τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009, καθώς και την ανωτέρω προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 έως 31.12.2009, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%, βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 31.12.2009, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 31.12.2009. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2010 έως 30.6.2010, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 30.6.2010, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 30.6.2010. Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου...Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι: 1. Η υποβολή αίτησης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στις διατάξεις της παρούσας με καταληκτική ημερομηνία την 30.9.2009. 2. Η καταβολή του 20% των τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009. 3. Η καταβολή της προμήθειας ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30.6.2009. 4. Οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμένουν ισχυρές. ...Σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεολυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεολυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεολυτικής ή τοκοχρεολυτικής δόσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ` αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ Β` 16/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύηση του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού. Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στο πλαίσιο αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ. - Δ.25 - Τμήμα Δ`)... Τέλος εκδόθηκε η 2/20.087/0025/2010(ΦΕΚ Β 974/ 2010) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, στο Β' μέρος της οποίας ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "...ιιι) Παρέχεται η ευχέρεια στις βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιοτεχνικού και βιομηχανικού τύπου, στις οποίες χορηγήθηκαν δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της αριθ. 2/38330/0025/30.6.2009 (ΦΕΚ Β' 1298/30.6.2009), απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών να ζητήσουν την αναστολή καταβολής της πρώτης δόσης κατά τρία έτη, η οποία θα είναι καταβλητέα την 31.12.2013 με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας των δανείων μέχρι την 31.12.2022. Η καταβολή των συμβατικών τόκων που θα προκύψουν στο διάστημα της αναστολής γίνεται από τις επιχειρήσεις κατά το μέρος που τις βαρύνει και καταβάλλονται κατά την ημερομηνία εκτοκισμού. Σημειώνεται ότι δεν παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τους ανωτέρω τόκους. Οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να ενταχθούν στο Β μέρος της παρούσας θα πρέπει να υποβάλλουν τα ακόλουθα δικαιολογητικά:...". Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, οι προαναφερόμενες εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου διέπονται, κατ' αρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων(ΑΠ 237/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022), με την παροχή δε της εν λόγω εγγυήσεως γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση. Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως. Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006), εκτός αν, σύμφωνα με τους όρους υπό τους οποίους δόθηκε η εγγύηση, ολόκληρο το χρέος γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό με μόνη την καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο μίας η περισσοτέρων δόσεων. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α,6 της Υ.Α 2/478/0025/4.1.2006), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης(άρθρο 11 § 4 του ν. 2322/1995 ) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ` εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 757/2003), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων(ΑΠ 237/2024, ΑΠ 797/2023). Ειδικότερα, στο άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 2322/1995 προβλέπεται ειδική, αναγκαστικού δικαίου, διάταξη για την ελευθέρωση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου από τη δοθείσα εγγύηση, δυναμένου, σε περίπτωση που ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, να προβάλει σχετική ένσταση εφόσον: α) δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο που δόθηκε η εγγύηση ή εξέλιπαν εκ των υστέρων οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες χορηγήθηκε αυτή, β) η παράβαση αυτή έγινε από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) της δανείστριας Τράπεζας, γ) η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνει από την αρμόδια κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη πιστωτή δικαιώματα του δανειστή 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία αποτελεί την αρμόδια υπηρεσία διαπίστωσης της πλήρωσης ή μη των όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες δόθηκε η εγγύηση και δ) υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας(ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022). Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ( άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ) (ΑΠ 797/2023). Στο άρθρο αυτό (11 παρ. 4) δεν τίθεται ως πρόσθετη προϋπόθεση, για την άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου να επικαλεστεί την ρήτρα ελευθέρωσής του από την εγγυητική του ευθύνη, η ανάκληση της Υπουργικής Απόφασης, με την οποία δόθηκε αυτή καθώς και των ατομικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες υλοποιήθηκε η Υπουργική Απόφαση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε και υφίσταται χρονικό όριο για την επίκληση αυτή, η οποία συνεπώς είναι δυνατή, ακόμη και αν το Δημόσιο έχει ήδη προβεί στην πληρωμή του πιστωτικού ιδρύματος(ΑΠ 1903/2022). H τυχόν προβλεπόμενη στην οικεία απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υποχρέωση των τραπεζών να επιδιώκουν μέσα στον οριζόμενο στις αποφάσεις αυτές χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της αγωγής από τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά μπορεί η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης να θεμελιώσει, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση(ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022).
Σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα στην 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα. Κατά συνέπεια, στοιχεία της βάσεως της αγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, που χορήγησε την πίστωση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου, με την οποία ζητείται η καταβολή από το Δημόσιο του ποσού, που εγγυήθηκε αυτό, γιατί ο υπέρ ου η εγγύηση πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της πίστωσης είναι α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή πίστωσης και το περιεχόμενό της, β) η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του πιστούχου με Υπουργική Απόφαση, εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις και γ) η κατάπτωση της εγγύησης, λόγω μη τήρησης από τον πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων(ΑΠ 797/2023).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος( ΑΠ 1903/2022).
Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 707/2023, ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 850/2004). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 797/2023, AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 797/2023, ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 100/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός, ο οποίος ήδη άλλαξε επωνυμία και έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση, όπως προαναφέρθηκε, άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας κατά του αναιρεσείοντος την από 20-12-2018 αγωγή του, στην οποία εκθέτει τα ακόλουθα: "Ότι με βάση την με αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και την από 12-11-2001 σύμβαση αύξησης πίστωσης, που υπογράφηκαν στη Δράμα, χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία "Κ. Χ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", εδρεύουσα στη ..., πίστωση μέχρι του ποσού των 150.000.000 δρχ. και ήδη των 440.205,43 ευρώ, την τήρηση των όρων των οποίων συμβάσεων εγγυήθηκαν οι Κ. Χ., Ι. Κ. και Χ. Μ. Ότι επίσης, με βάση την με αριθ. 1086/15-07-2003 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και την από 07-10-2004 σύμβαση αύξησης πίστωσης, καθώς και την με αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που υπογράφηκαν όλες στη Δράμα, χορήγησε στην ίδια ανωτέρω εταιρεία με την εγγύηση των ιδίων εγγυητών νέες πιστώσεις, μέχρι του ποσού των 390.000 και των 240.000 ευρώ αντιστοίχως. Ότι, με βάση την με αριθ. 1320/05-04-2004 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που υπογράφηκε στη Δράμα, χορήγησε στην ίδια εταιρία τέταρτη πίστωση μέχρι του ποσού των 60.000 ευρώ, την τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ο Μιχαήλ Παταβός. Ότι σε εφαρμογή των υπ' αρ. ... και ... αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την ... απόφαση της 25ης Δνσης - Τμήμα Δ' του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους(ΓΛΚ), εγκρίθηκε η παροχή εγγύησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% στις οφειλές της ως άνω πιστούχου προς τον ενάγοντα, με υπόλοιπο στις 30.06.2006 ποσού 757.528,20 ευρώ, με διατήρηση των υφισταμένων εξασφαλίσεων και επιπλέον προσημείωση ποσού 600.000 επί του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου, σε εκτέλεση της οποίας απόφασης υπογράφηκαν α)η υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών συνολικού ποσού 720.144,20 ευρώ, μεταξύ της πιστούχου, του ενάγοντος και των εγγυητών Χ. Κ., Κ. Ι. και Μ. Χ., η οποία αφορούσε τις τρεις πρώτες συμβάσεις πίστωσης και η υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών ποσού 37.384 ευρώ, μεταξύ της πιστούχου, του ενάγοντος και του εγγυητή Μ. Π., η οποία αφορούσε την τέταρτη σύμβαση πίστωσης, αφού τηρήθηκαν από τον ενάγοντα όλοι οι όροι και οι προϋποθέσεις, που τέθηκαν από το ΓΛΚ με την ανωτέρω απόφασή του για την παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι αρχικά, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που τροποποίησε την ανωτέρω ΥΑ..., υπογράφηκαν μεταξύ των ανωτέρω α) η υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής απορρέουσας από την ανωτέρω υπ' αριθ. 6/14-12-2006 σύμβαση ρύθμισης οφειλών και β) η υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής απορρέουσας από την ανωτέρω υπ' αριθ. ... σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με τις οποίες επήλθαν οι αναφερόμενες στην αγωγή τροποποιήσεις στις πρόσθετες πράξεις και τελικά, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. ... απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που τροποποίησε την ίδια ανωτέρω ΥΑ ... και αφού δόθηκε η έγκριση με την με την ... απόφαση της 25ης Δνσης τμήμα Δ' του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους(ΓΛΚ), υπογράφηκε μεταξύ όλων των ανωτέρω η υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, με την οποία συμφωνήθηκε η ρύθμιση της συνολικής οφειλής της πιστούχου προς τον ενάγοντα, της προερχόμενης από όλες τις προαναφερθείσες δανειακές συμβάσεις ως ένα νέο δάνειο, ανερχόμενο στο ποσό των 831.727,66 ευρώ, η εξόφληση του οποίου θα πραγματοποιούνταν σε ίσες συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες την 30- 6 και την 31-12 κάθε έτους, καταβλητέας της πρώτης την 31-12-2010 και της τελευταίας την 31-12- 2018 και επίσης συμφωνήθηκε ότι το εν λόγω δάνειο παρεχόταν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που παρασχέθηκε δυνάμει των υπ' αριθ. Οικ ... και ... αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκαν και ίσχυαν, κατόπιν της τελικής έγκρισης με την υπ' αρ. πρωτ. ... απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με τον όρο οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμείνουν ισχυρές και να καταβληθεί με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης το 20% των οφειλόμενων τόκων για το χρονικό διάστημα από 01- 01-2008 έως 30-06-2009 και η προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30-06-2009, όροι οι οποίοι και τηρήθηκαν, και με τους περαιτέρω όρους, που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή. Ότι, σε εκτέλεση της υπ' αρ. ... απόφασης του Υπουργού Οικονομικών εκδόθηκε η υπ' αρ. ... απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Διεύθυνση 25η- Τμήμα Δ'), με την οποία γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου είχε κάνει δεκτή σχετική αίτηση της πιστούχου και είχε εγκρίνει την αναστολή καταβολής της πρώτης δόσης κατά τρία έτη, καθιστώντας πλέον αυτή καταβλητέα την 31.12.2013, με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας του δανείου μέχρι την 31.12.2022, ενώ η πιστούχος θα κατέβαλλε στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου, προμήθεια ασφαλείας, σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά εγγυημένου κεφαλαίου, με την ίδια δε απόφαση εγκρίθηκε η απαλλαγή του εγγυητή Κ. Χ., όσον αφορά στα εγγυημένα από το Ελληνικό Δημόσιο δάνεια της πιστούχου, υπό τον όρο ότι θα τον αντικαθιστούσε άλλος, φερέγγυος εγγυητής. Ότι, παρόλο που η πιστούχος κατέβαλε στις 31.12.2011 στον ενάγοντα τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, αντιστοιχούντα: α) στο 20% των τόκων της 31.12.2009 και 30.06.2010, με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, β) στο 100% των τόκων της 31.12.2010 και γ) στο 100% των τόκων της 30.06.2011, παρά τις συνεχείς εκ μέρους του οχλήσεις και ιδίως την υπ' αρ. πρωτ. ... έγγραφη επιστολή του, με την οποία καλούσε την πιστούχο και τους εγγυητές να συμπράξουν για την υλοποίηση της εγκριτικής απόφασης αναστολής καταβολής των δόσεων, οι αντισυμβαλλόμενοί του (πιστούχος και εγγυητές) απέφευγαν την υπόδειξη νέου φερέγγυου εγγυητή και την υπογραφή της νέας πρόσθετης πράξης ρύθμισης της οφειλής. Ότι κατόπιν όλων των ανωτέρω και επειδή η πιστούχος δεν είχε καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις, που όφειλε να καταβάλει στις 31-12-2010, 30-6-2011, 31-12-2011, 30-6-2012 και 31-12-2012, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις και τους σύμφωνους με αυτές όρους της ... πρόσθετης πράξης, με την πάροδο τριών μηνών από την προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης στις 31-12-2010, να καταστεί ολόκληρο το ποσό της οφειλής ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ο ενάγων υπέβαλε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (25η Διεύθυνση, Τμήμα Δ') την υπ' αρ. πρωτ. ... αίτησή του, αιτούμενος την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 713.013,05 ευρώ, που αφορούσε στο καλυπτόμενο από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσοστό 80% του συνολικά ανεξόφλητου υπολοίπου του προαναφερόμενου δανείου την 25-4- 2013, όπως ρυθμίστηκε με την ... πρόσθετη πράξη αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, ανερχόμενου στο ποσό των 891.266,31 ευρώ, προσκομίζοντας παράλληλα όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως αυτά λεπτομερώς εκτίθενται στην αγωγή. Ότι το ΓΛΚ απάντησε με το υπ' αρ. πρωτ. ... έγγραφό του, με το οποίο γνωστοποίησε στον ενάγοντα την επίδοση στο ίδιο της από 9-7-2015 εξώδικης όχλησης- πρόσκλησης της πιστούχου και του εκ των εγγυητών Κ. Χ. περί απόρριψης του υποβληθέντος και από άλλα τραπεζικά ιδρύματα αιτήματος κατάπτωσης των εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου και ζητούσε διευκρινίσεις τις οποίες εν τέλει ο ενάγων παρέσχε με την υπ' αρ. πρωτ. ...-2015 επιστολή του. Ότι, στη συνέχεια το ΓΛΚ, με την υπ' αρ. πρωτ. Οικ. ... επιστολή, ζήτησε από τον ενάγοντα τη συμπλήρωση του φακέλου του αιτήματος κατάπτωσης, αναγνωρίζοντας ότι "η εγγύηση κατέπεσε την 31.12.2010, ημερομηνία κατά την οποίαν δεν εξεπλήρωσε η επιχείρηση τις συμβατικές της υποχρεώσεις", και πάλι ο ενάγων συμμορφώθηκε σχετικά, με την υπ' αρ. πρωτ. 236/11-4-2016 επιστολή του, χωρίς έκτοτε να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, αφού παραθέτει στην αγωγή του την κίνηση του τηρηθέντος λογαριασμού της πίστωσης από την σύναψη της ... πρόσθετης πράξης και μέχρι τις 31-12-2012 και την ανωτέρω 975/26-4-2023 αίτησή του, ζήτησε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο υποχρεούται να του καταβάλλει το ανωτέρω ποσό των 713.013,05 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το ανωτέρω δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή και η απόφασή του αυτή επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος.
Η έχουσα το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, αφού περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, που δικαιολογούν την ευθύνη του αναιρεσείοντος προς καταβολή στον αναιρεσίβλητο του αιτούμενου ποσού εγγύησης, και συγκεκριμένα περιλαμβάνει: α) τη σύναψη και τους όρους των αρχικών δανειακών συμβάσεων καθώς και της τελικής ... πρόσθετης πράξης αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής, β) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ της πιστούχου σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην αγωγή Υπουργικές Αποφάσεις, εκδοθείσες κατ` εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στις αποφάσεις αυτές προϋποθέσεις, οι οποίες τηρήθηκαν, αφού εγκρίθηκαν οι αιτήσεις της πιστούχου για υπαγωγή στις αποφάσεις αυτές με τις αναφερόμενες στην αγωγή αποφάσεις της 25ης Δνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους γ) η κατάπτωση της εγγύησης, λόγω μη τήρησης από την πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων και ειδικότερα η πάροδος τριών μηνών από τις 31-12-2010 χωρίς η πιστούχος να καταβάλει την καταβλητέα την ημερομηνία αυτή χρεολυτική δόση, με αποτέλεσμα όλο το ποσό του δανείου να γίνει αμέσως και χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της σύμβασης ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και να ενεργοποιηθεί η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, δ) η αναλυτική κίνηση του λογαριασμού της πίστωσης κατά κεφάλαιο και αναλογούντες τόκους από την υπογραφή της ... πρόσθετης πράξης και μέχρι την υποβολή της ... αίτησης του ενάγοντος προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (25η Διεύθυνση, Δ' Τμήμα), με την οποία ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 713.013,05 ευρώ, που αφορούσε στο καλυπτόμενο από την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ποσοστό 80% του συνολικά ανεξόφλητου υπολοίπου του προαναφερόμενου δανείου την 25-4- 2013, οφειλή η οποία υφίσταται και για το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο εκκρεμούσε η υλοποίηση από την πιστούχο και τους εγγυητές της εκδοθείσας με βάση την υπ' αρ. ... απόφαση του Υπουργού Οικονομικών υπ' αριθ. ... απόφασης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Διεύθυνση 25η- Τμήμα Δ'), με την οποία είχε γίνει δεκτή σχετική αίτηση της πιστούχου και είχε εγκριθεί η αναστολή καταβολής της πρώτης δόσης της πίστωσης κατά τρία έτη, καθιστώντας πλέον αυτή καταβλητέα την 31.12.2013, με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας του δανείου μέχρι την 31.12.2022 και ε) η υποβολή της ... αίτησης του ενάγοντος προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (25η Διεύθυνση, Δ' Τμήμα), συνοδευόμενη από όλα τα αναγκαία στοιχεία, με την οποία ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 713.013,05 ευρώ, και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην αγωγή και πρόσθετα στοιχεία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, κρίνοντας με την ίδια αιτιολογία ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, απέρριψε τον δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτό παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η αγωγή είναι αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, αφ' ενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 έως 12 του Ν. 2322/1995 και των εκδοθεισών κατ' εξουσιοδότησή του, δημοσιευμένων στο ΦΕΚ και εχουσών κανονιστική ισχύ Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ Β` 16/13.1.2006), 2/18875/0025 (ΦΕΚ Β' 579/09.05.2006), ΥΑ 2/77509/0025(ΦΕΚ Β' 76/22.01.2009), 2/38330/0025(ΦΕΚ Β' 1298/30.6.2009) και 2/20087/0025/2010(ΦΕΚ Β 974/ 2010), χωρίς να απαιτήσει λιγότερα στοιχεία για την εφαρμογή τους, αφ' ετέρου δε σύμφωνα με το νόμο δεν κήρυξε αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη την αγωγή και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, εφαρμόζεται συμπληρωματικά και στην ένδικη περίπτωση, εφόσον τούτο δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων, "Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη". Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων, που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή της αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα ο πρωτοφειλέτης αναξιόχρεος ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο, από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1216/2019, ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1073/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 4 Ν. 2322/1995 και 862 ΑΚ απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση ελευθερώσεως του από την επίδικη εγγύηση, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του, εκθέτοντας σε αυτήν ότι "μολονότι η δανειολήπτρια εταιρία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από το ληφθέν δάνειο, η ενάγουσα τράπεζα παρέλειψε, τουλάχιστον από βαριά αμέλεια, την είσπραξη της απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρία, καθώς ενώ είχε εγγράψει προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητα κυριότητας, τόσο της πρωτοφειλέτιδας, όσο και των εγγυητών των δανείων της και ενώ είχε ενδείξεις ότι η πρώτη (πρωτοφειλέτρια) δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από την ως άνω σύμβαση, παρέλειψε να κλείσει εγκαίρως τους επίδικους λογαριασμούς, ενώ ήταν ακόμη φερέγγυα και να προβεί σε πράξεις εκτέλεσης εναντίον αυτής και των εγγυητών". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση και κατά τα δύο σκέλη της ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην ένσταση, δεν ήταν εφαρμοστέες, γιατί ως προς μεν την διάταξη του άρθρου11 παρ. 4 Ν. 2322/1995 το αναιρεσείον δεν επικαλείται καθόλου ότι από υπαιτιότητα του δανειστή αναιρεσιβλήτου ή της πιστώτριας ανώνυμης εταιρείας δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της επίδικης εγγύησης, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο αυτό, ως προς δε την διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ δεν επικαλείται ρητά ότι η οφειλόμενη σε βαρειά αμέλεια του καθυστέρηση του αναιρεσιβλήτου να κλείσει εγκαίρως τους επίδικους λογαριασμούς και να επιδιώξει άμεσα την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, ενεργώντας πράξεις εκτέλεσης εναντίον της πιστώτριας και των εγγυητών της σύμβασης, είχε ως αιτιωδώς συνδεόμενο αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή της απαιτήσεώς του από αυτούς και να πληρούται έτσι το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, ενόψει και του ότι, ενώ στους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η εγγύηση του αναιρεσείοντος, περιλαμβανόταν, όπως και το αναιρεσείον αναφέρει στην ένστασή του, η έγγραφή προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητα της πιστώτριας και των εγγυητών προς ασφάλεια της σύμβασης πίστωσης, ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένσταση περί της τύχης αυτών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Απορρίπτει την από 20-2-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 100/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
-Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ