ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 871/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 871/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 871/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 871 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 871/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. - Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούτσικο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7594/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3412/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21/5/2021 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1788/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2022 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, εκδοθείσα ερήμην του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, υπ` αριθ. 3412/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 7594/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η από 23-6-2016 αγωγή της, κατά το αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, εργολάβος, να προβεί, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως, στη διόρθωση των αναφερομένων σε αυτή ελλείψεων και πραγματικών ελαττωμάτων επί της ευρισκομένης στο Χαλάνδρι Αττικής πολυώροφης οικοδομής, ενώ απορρίφθηκε το αίτημά της για προκαταβολή στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα της δαπάνης εκτελέσεως από την ίδια των ως άνω διορθώσεων σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου εντός της ταχθείσας σε αυτόν προθεσμίας. Από την προσκομιζόμενη υπ' αρ. ...-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 12-2-2021, ενώ η αναίρεση ασκήθηκε, εμπροθέσμως, στις 24-5-2021, μετά την άπρακτη (βλ. το υπ' αρ. 788/23-11-2022 πιστοποιητικό του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) παρέλευση της οριζόμενης στο άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, λαμβανομένης υπόψη και της αναστολής προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων, που προβλέφθηκε εντός του άνω διαστήματος με το άρθρο 83 του Ν. 4790/2021 στο πλαίσιο λήψεως έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, 83 του Ν. 4790/2021), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του ΑΚ, που καθορίζουν λεπτομερώς την, μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη, ευθύνη του εργολάβου, αναλόγως με την φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει: α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία κάνουν το έργο άχρηστο ή ελλείψεως των συμφωνημένων ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί υπαναχωρήσεως ή μειώσεως της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε από υπαιτιότητά του, στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα. Διαγράφεται δηλαδή από τα άρθρα αυτά διαζευκτικά συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έχει έτσι το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, όταν δε κάνει την επιλογή του, ασκώντας ένα από αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει το άλλο. Αυτό δε, διότι σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 306 ΑΚ, ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, που μπορεί να γίνει με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα. Εξάλλου, επί ασκήσεως του δικαιώματος διορθώσεως, εάν η προθεσμία που έταξε ο εργοδότης στον εργολάβο προς διόρθωση των ελαττωμάτων παρέλθει άπρακτη, ο εργολάβος καθίσταται υπερήμερος. Το ίδιο συμβαίνει και αν αρνηθεί τη διόρθωση, εξαιτίας δε της υπερημερίας ο εργοδότης δικαιούται να εκτελέσει ο ίδιος τη διόρθωση με δικές του δαπάνες, κατ` ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 687ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 945 ΚΠολΔ, τις οποίες (δαπάνες) δικαιούται να απαιτήσει από τον εργολάβο μαζί με τις οποιεσδήποτε υπόλοιπες αξιώσεις αποζημιώσεως, που συνδέονται με την ύπαρξη των ελαττωμάτων και ελλείψεων (ΑΠ 935/2019, 1229/2017).

Περαιτέρω, με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 945 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1525/2010), που ορίζει ότι "αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να ενεργήσει πράξη που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη", παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την υλική πράξη, μετά τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του οφειλέτη, εφόσον αυτή μπορεί να γίνει και από τρίτο, με δαπάνη του οφειλέτη. Αν πρόκειται για δικαστική απόφαση καταδικάζεται ο οφειλέτης να επιχειρήσει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας και συγχρόνως με την ίδια απόφαση, παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να επιχειρήσει την πράξη, με δαπάνη του οφειλέτη, αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή αν στη διάρκεια αυτής ο οφειλέτης εκδηλώνει ρητά την άρνησή του για την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του. Η επιχείρηση της πράξεως από το δανειστή, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτελέσεως. Έτσι με την παρ. 1 της προαναφερόμενης διατάξεως παρέχεται το δικαίωμα στο δανειστή να προβεί στην πράξη με δαπάνη του οφειλέτη, εφόσον ο οφειλέτης μετά την κοινοποίηση της επιταγής δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Προς τούτο με την παρ. 2 της ίδιας διατάξεως παρασχέθηκε η εξουσία στο δικαστήριο να καταδικάσει τον οφειλέτη με αίτηση του δανειστή και στην προκαταβολή του ποσού της δαπάνης. Εάν δεν έλαβε χώρα καταδίκη στην προκαταβολή, ή εάν το προσδιορισθέν προκαταβολικά ποσό δεν αποδείχθηκε τελικά αρκετό για την επίτευξη της εκτελέσεως, μπορεί ο δανειστής μετά την επιχείρηση απ` αυτόν της πράξεως να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την καταδίκη του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη στην καταβολή των δαπανηθέντων (ΑΠ 478/2023). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε, κατ' ορθή εκτίμηση, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 306, 688 και 689 ΑΚ και 945 παρ.2 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους με το να απορρίψει, ως μη νόμιμο, το αίτημα της αγωγής της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, στην περίπτωση που δεν προβεί εντός της ταχθείσας σε αυτόν προθεσμίας σε διόρθωση των ελαττωμάτων της επίδικης οικοδομής, να της προκαταβάλει τη δαπάνη που θα απαιτηθεί για την άρση των ελαττωμάτων από την ίδια. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 23-6-2016 αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ιστορούσε σε αυτή: Ότι δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Π. - Β., νομίμως μεταγραφέντος, αγόρασε από τον εναγόμενο, πολιτικό μηχανικό και κατασκευαστή με το σύστημα της αντιπαροχής, τις περιγραφόμενες στο δικόγραφο οριζόντιες ιδιοκτησίες της ευρισκομένης στο Χαλάνδρι Αττικής, πολυώροφης οικοδομής μετά των αναλογούντων σε αυτές ποσοστών εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο της οικοδομής και στα κοινόχρηστα μέρη αυτής, με την ειδικότερη αναφερόμενη στο άνω συμβόλαιο συμφωνία ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως του εναγομένου - εργολήπτη να αποπερατώσει κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης τους κοινόχρηστους χώρους, πράγματα και εγκαταστάσεις της οικοδομής, θα δικαιούται μόνη της, ούσα και αυτή πολιτικός μηχανικός, να προβεί στην αποπεράτωσή τους, στην οποία περιλαμβάνονται η αποκατάσταση (άρση) των ελλείψεων και διόρθωση των ελαττωμάτων τους, με δαπάνη του εναγομένου. Ότι κατά το χρόνο παραδόσεως σε αυτή των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής αυτά είχαν τα ειδικότερα περιγραφόμενα στην αγωγή πραγματικά ελαττώματα και κατασκευαστικές ελλείψεις, που και ο ίδιος αναγνώρισε, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται δαπάνη συνολικού ύψους 147.017,78 ευρώ, όπως εξειδικεύεται το ποσό αυτό, ανά απαιτούμενη εργασία, στο δικόγραφο. Με βάση αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προβεί, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την επίδοση σε αυτόν της εκδοθησομένης αποφάσεως, στην άρση των άνω ελαττωμάτων και ελλείψεων και, σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας αυτής, να υποχρεωθεί να της προκαταβάλει το παραπάνω ποσό που αναγκαίως θα δαπανήσει η ίδια για την άρση των άνω ελαττωμάτων και ελλείψεων. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή το αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του εντός της τασσομένης σε αυτόν προθεσμίας, να προκαταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 147.017,78 ευρώ, που αναγκαίως θα δαπανήσει η ίδια για την άρση των άνω ελαττωμάτων και ελλείψεων, είναι, σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 688, 689 ΑΚ και 945 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, ως μη νόμιμο, το παραπάνω αίτημα της ένδικης αγωγής, δεχόμενο ότι η αιτηθείσα προκαταβολή στην ενάγουσα των σχετικών δαπανών εξομοιώνεται με αποζημίωση, που αποκλείεται από την επιλογή της για την άσκηση του δικαιώματος διορθώσεως των ελαττωμάτων και ελλείψεων και ότι δεν αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτελέσεως, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 688, 689 ΑΚ και 945 παρ.2, ΚΠολΔ, οι οποίες, εν προκειμένω, ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο παραπάνω μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3β ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ 3412/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος απ' αυτήν παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή