ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 877/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 877/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 877/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 877 / 2025    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 877/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την από 18-11-2024 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Β. του Ι. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση (ΑΜ ΔΣΑ 5242) με την από 29-10-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 2108/9-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1345/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το ήδη αναιρεσείον με την με ΓΑΚ 571/ΕΑΚ 64/30-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρεσίβλητος με την με αρ.κατ. 2108/9-3-2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στρεφόμενος κατά του νυν αναιρεσείοντος, ζήτησε την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητάς του κατά ποσοστό 100% επί του με ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου, που απέκτησε με παράγωγο τρόπο και την διόρθωση της σχετικής πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, που ανακριβώς φέρει ως δικαιούχο κυριότητας το νυν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Εκδόθηκαν οι α) 1345/11-3-2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που δέχθηκε την αγωγή και β) 506/9-9-2019 τελεσίδικη αντιμωλία απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με ΓΑΚ 571/ΕΑΚ 64/30-6-2021 του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου, που ουδόλως επιδόθηκε, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018,Ολ.ΑΠ 4/2016,Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018).

ΙΙβ. Αν όμως οι παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ταυτίζονται με το πραγματικό περιεχόμενο (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλ. όταν το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989).Ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003)

ΙΙγ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, που εφαρμόζεται στις περιοχές του πρώτου ελληνικού κράτους (δηλ. το Παλαιό Βασίλειο , στις οποίες περιλαμβάνονται και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, μεταξύ των οποίων και η Σαλαμίνα , που ενδιαφέρει εν προκειμένω) αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτάσεων που κατά το χρόνο εκείνο αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας, οι εκδοθέντες νομίμως από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές, αναγνωρίσθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο οι ιδιώτες έπρεπε να υποβάλουν τούτους (τίτλους) μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος. Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του τότε Ελληνικού Κράτους, κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ιδίου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου τούτου είναι η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του διατάγματος (ΑΠ 111/2023,ΑΠ 481/2021). Για το τι ήταν δάσος και δασική έκταση εκείνο το χρονικό σημείο εφαρμόζεται ο ορισμός που δίνεται το πρώτον στο άρθρο 1 του ν. ΑΧΝ'/1888 "Περί διακρίσεως και οροθεσίας των δασών", που περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στον ν. 3077/1924 "Περί δασικού κώδικος" και επαναλήφθηκε στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1, 2, 3 του ν. 998/1979 με ακόμη πιο διευρυμένο περιεχόμενο . Συγκεκριμένα στο άρθρο 1 του ν. ΑΧΝ'/1888 ορίζεται ότι "Δάσος είναι πάσα έκτασις εδάφους εν όλω ή εν μέρει υπ' αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας καλυπτομένη και προς παραγωγήν ξυλείας ή και άλλων προϊόντων προορισμένη. Δασικά δε εδάφη αι εντός των δασών ασκεπείς εκτάσεις, αι ασκεπείς κορυφαί των ορέων και αι πλευραί αυτών αι έχουσαι κλιτύν κατωφερεστέραν των 36 τοις εκατόν". Το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου προβλέφθηκε και στα επόμενα νομοθετήματα που αφορούν τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, ήτοι στο άρθρο 46 ν.4173/1929, στο άρθρο 2§2 του ν.δ.86/1969 (που ήδη καταργήθηκαν) και στο άρθρο 62 του ν.998/1979. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των ν. 76 §1 Πανδ. (18.1), 12 Πανδ. (2.53), 9 §1, 2 §20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ.(44.3), 7 §3 Πανδ. (23.3),ν. Κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4) και ν. 8 §1 Κώδ. (7.39), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν (δηλ. από την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας σε μία περιοχή έως την ισχύ του ΑΚ) , ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας από ιδιώτη επί ακινήτου εκτός από σύμβαση και κληρονομική διαδοχή, υπό την προϋπόθεση ο μεταβιβάσας ή ο κληρονομούμενος, αντίστοιχα, να ήταν κύριος του μεταβιβαζόμενου, αλλά και με χρησικτησία (ΑΠ 1780/2024, ΑΠ 729/2014), έστω και αν αυτό ανήκε στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτό ήταν δάσος. Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 384/2021). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις αποκτήθηκε κυριότητα σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από τις 11-9-1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν. 192/1946, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ' αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δε θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής (ΑΠ 97/2007, ΑΠ 303/2004). Αντίθετα και επί ιδιωτικών δασών είτε εξ αρχής αναγνωρισθέντων ως τέτοιων, είτε κτηθέντων με χρησικτησία έως τις 11-9-1915, ισχύει η διάταξη του άρθρου 60 § 1 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", που ορίζει " Απαγορεύεται η κατάτμησις της δασικής ιδιοκτησίας, είτε δια διανομής μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε δια πωλήσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργού Γεωργίας, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της σχετικής δικαιοπραξίας. Η άδεια του Υπουργού συνάπτεται εις την σχετικήν συμβολαιογραφικήν πράξιν, εν τη οποία γίνεται μνεία αυτής. Η διάταξις αύτη ισχύει αναλόγως και προκειμένου περί δημοσίων δασών, επί των οποίων τρίτοι ασκούν περιωρισμένα δικαιώματα δουλείας, ως ρητινοσυλλογής, βοσκής κλπ.".. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 §1 του ν.3208/2003 "Τα δάση και οι δασικές εν γένει εκτάσεις των περιοχών των τέως δήμων Σολυγείας του νομού Κορινθίας, Ειδυλίας του νομού Αττικής, της νήσου Σαλαμίνας του νομού Αττικής, καθώς και της νήσου Σκύρου του νομού Ευβοίας, τα οποία υπέκειντο σε διαχείριση ως ιδιωτικά σύμφωνα με τις 102746/1889/1318/ 6.6.1890, 96855/ 1.11.1894, 6419/23.6. 1909 και 70534/30.11.1894 αντίστοιχες διαταγές του Υπουργείου Οικονομικών, αναγνωρίζονται ως ιδιωτικά.", κατά δε την διάταξη του άρθρου 43§9 του ν.4280/2014 προστέθηκε στο ως άνω άρθρο και δεύτερο εδάφιο , κατά το οποίο " Ομοίως αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές οι εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει, των ανωτέρω περιοχών" εννοώντας προφανώς το άρθρο 3 § 5 περ.α και β του ν.998/1979 δηλ. τις α) χορτολιβαδικές εκτάσεις που βρίσκονται επί ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών και συγκροτούν φυσικά οικοσυστήματα αποτελούμενα από φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά δασοβιοκοινότητα και β) βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις των ημιορεινών, ορεινών και ανώμαλων εδαφών. Επίσης κατά το τρίτο εδάφιο του άρθρου 15 § 1 του ν.3208/2003 " Στις ανωτέρω εκτάσεις δεν περιλαμβάνονται ως ανήκοντα στο Δημόσιο: α) Το ελατόδασος Κιθαιρώνος μετά των αναδασωθεισών κλιτύων του, της περιοχής Ειδυλλίας. β) Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις της διαλυμένης Μονής του Αγίου Νικολάου και της περιοχής "Κολώνας" της νήσου Σαλαμίνας." Κατά την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, η συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 15 του ν.3208/2003 τέθηκε για να ρυθμισθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς δασών και δασικών εκτάσεων των ανωτέρω περιοχών, που κατά μεν το Υπουργείο Οικονομικών θεωρούνται ιδιωτικά κατά δε το Υπουργείο Γεωργίας διακατεχόμενα. Στο πνεύμα αυτό κινείται και η μεταβατική διάταξη του άρθρου 21§13 του ν.3208/2003, που ορίζει "Στις ιδιοκτησιακές ρυθμίσεις του παρόντος νόμου δεν υπάγονται οι εκτάσεις που είναι καταγραμμένες στα βιβλία δημόσιων κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών ως δημόσια κτήματα."

ΙΙδ. Στην παρούσα περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) επισκόπηση του ενδιαφέροντος περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο αποτελεί αγροτεμάχιο, εμβαδού 280 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Σεληνίων, κατά το Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας, του Δήμου Σαλαμίνας, στην ειδικότερη θέση "...",.....έχει καταχωριστεί με ΚΑΕΚ ........Το ακίνητο αυτό στο κτηματολόγιο Σαλαμίνας φέρεται ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ως τμήμα του με αρ. ΒΚ 61 Δημόσιου κτήματος, έκτασης 280.180 τμ., ......

Το ακίνητο αυτό κατά το τίτλο κτήσεως του, απέκτησε ο ενάγων από αγορά από τον Η. Π., δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... Ο προηγούμενος είχε αποκτήσει το άνω ακίνητο από αγορά από τον Α. Κ. με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Μ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... και ο Α. Κ., από αγορά από την Ε. Κ. με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... Η Ε. Κ. είχε καταστεί κυρία ευρύτερης έκτασης 95.987 τ.μ. δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., αμέσως μετά την αγορά της οποίας προέβη σε κατάτμηση αυτής σε περισσότερα, αυτοτελή, αγροτεμάχια, σύμφωνα με το από Ιουλίου 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ο., τα οποία διαχωρίζονταν από ιδιωτικές οδούς , και ακολούθως, μεταβίβασε αυτά, λόγω πώλησης, στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Η. Π., ένα από τα οποία απέκτησε ο ενάγων. Οι δικαιοπάροχοι της Ε. Κ. είναι 25 άτομα, τέκνα, διάδοχοι λόγω κληρονομικής διαδοχής του αρχικού - απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών Π. Σ. του Α., που απεβίωσε αδιάθετος το έτος ... και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. Σ. και τα δέκα τέκνα του 1) Α. Σ., 2) Δ. Σ., 3) Ν. Σ., 4) Σ. Σ., 5) Λ. Σ., 6) Α. Σ., 7) Φ. συζ. Π. Π., 8) Ε. συζ. Ε. Β., 9) Π. συζ. Κ. Σ., και 10) Α. συζ. Ν. Γ., οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά ασκώντας τις υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου. Ειδικότερα, η Π. Σ. κατέστη, κατά τα ανωτέρω συγκυρία κατά ποσοστό 450/1800 και κατά ποσοστό 135/1800, οι λοιποί κληρονόμοι, εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Όταν, κατά το έτος 1937, απεβίωσε και η Π. Σ., οι ανωτέρω, τέκνα αυτής και του Π. Σ. κατέστησαν κληρονόμοι αυτής στο από 450/1800 ποσοστό συγκυριότητας της και συγκύριοι μεταξύ τους κατά ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομιά και ασκώντας τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής. Στη συνέχεια απεβίωσε από τους συγκύριους ο Σ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ζ. Σ., το γένος Ν. Φ., και τα πέντε (5) τέκνα του: 1) Π. Σ., 2) Π. Σ., 3) Φ. Σ., 4) Α. Σ., και 5) Ν. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Σ. Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου και πατρός τους (1951), συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Κατά το έτος ..., απεβίωσε από τους συγκύριους ο Α. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και συνεπώς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Λ. Σ., το γένος Μ. Π., και τα έξι (6) τέκνα του: 1) Π. συζ. Γ. Φ., 2) Π. Σ., 3) Μ. Σ., 4) Α. Σ., 5) Κ. Σ. και 6) Π. Σ., ενώ, κατά το έτος ... απεβίωσε και ο υιός του Π. Σ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και εξ αδιαθέτου κληρονόμους τον, τη μητέρα του Λ. Σ., και τα πέντε [5] αδέλφια του, Π. συζ. Γ. Φ., Π.. Σ.., Μ. Σ., Α. Σ. και Κ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν, καταρχήν, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, Α. Σ., για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος υιού τους και αδελφού, αντίστοιχα, Π. Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, αποτελούμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Α. Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 21564/1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και ακολούθως, αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του υιού και αδελφού τους, Π. Σ., συγκείμενη από το 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι το ποσοστό (συγκυριότητας τους επί του ακινήτου αυτού, ανήλθε σε 48,75/1800 (48,75/1800 = 45/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800 (26,25/1800 = 22,50/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800, 26,25/1800, 26,25/1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου των κληρονομούμενων συζύγου και πατρός τους και υιού και αδελφού τους ... και ...), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Κατά το έτος 1958, απεβίωσε από τους συγκυρίους ο Λ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κατ' επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ε. Σ., το γένος Ι. Ζ., τα επτά (7) εν ζωή αδέλφια του: 1) Α. Σ. του Π., 2) Δ. Σ. του Π., 3) Ν. Σ. του Π., 4) Φ. συζ. Π. Π., 5) Ε. συζ. Ε. Β., 6) Π. συζ. Κ. Σ. και 7) Α. συζ. Ν. Γ., τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1951) αδελφού του Σ. Σ. του Π.: α) Π. Σ. του Σ., β) Π. Σ. του Σ., γ) Φ. Σ. του Σ., δ) Α. Σ. του Σ. και ε) Ν. Σ. του Σ., και τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1952) αδελφού του Α. Σ. του Π.: α) Π. συζ. Γ. Φ., β) Π.. Σ.. του Α., γ) Μ. Σ. του Α., δ) Α. Σ. του Α. και ε) Κ. Σ. του Α., οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Λ. Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού , κατά ποσοστό 90/1800, 190/1800 (190/1800 = 180/1800 + 10/1800, όπου 10/1800 = 180/1800 : 2 : 9), 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800,190/1800, 29/1800 (29/1800 = 27/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800: 5), 28,25/1800 (28,25/1800 = 26,25/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1800, 28,25/1800, 28,25/1800 και 28,25/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου, αδελφού και θείου τους (1958), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Το έτος ... απεβίωσε από τους συγκύριους η Α. συζ. Ν. Γ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς, και κατ' επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγο της, Ν. Γ. του Ι., και τα πέντε (5) τέκνα της: 1) Ι. Γ. του Ν., 2) Μ. συζ. Α. Δ., 3) Π. Γ. του Ν., 4) Γ. Γ. του Ν. και 5) Μ. Γ. του Ν., οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 190/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομούμενης Α. συζ. Ν. Γ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 21568/1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 47,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800 και 28,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης συζύγου και μητέρας τους [1960], αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Όπως ήδη προαναφέρθηκε οι ανωτέρω συγκύριοι δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., δηλαδή οι: 1) Α. Σ. του Π. (190/1800), 2) Δ. Σ. του Π. (190/1800),
3) Ν. Σ. του Π. (190/1800), 4) Φ. συζ. Π. Π. (190/1800), 5) Ε. συζ. Ε. Β. (190/1800), 6) Π. συζ. Κ. Σ. (190/1800), 7) Ζ. χήρα Σ. Σ., το γένος Ν. Φ. (45/1800), 8) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 9) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 10) Φ. Σ. του Σ. (29/1800), 11) Α. Σ. του Σ. (29/1800), 12) Ν. Σ. του Σ. (29/1800), 13) Λ. χήρα Α. Σ., το γένος Μ. Π. (48,75/1800), 14) Π. συζ. Γ. Φ. (28,25/1800), 15) Π. Σ. του Α. (28,25/1800), 16) Μ. Σ. του Α. (28,25/1800), 17) Α. Σ. του Α. (28,25/1800), 18) Κ. Σ. του Α. (128,25/1800), 19) Ε. χήρα Λ. Σ., το γένος Ι. Ζ. (90/1800), 20) Ν. Γ. του Ι. (47,50/1800), 21) Ι. Γ. Ν. (28,50/1800), 22) Μ. συζ. Α. Δ. (28,50/1800), 23) Π. Γ. του Ν. [28,50/1800] και 25] Μ. Γ. του Ν. [28,50/1800], μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 τ.μ., στην Ε. [ή Λ.] συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Μ. και της παρέδωσαν τη νομή αυτού. Ο δικαιοπάροχος των ανωτέρω Π. Σ. του Α. ή Α. είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό ως ευρύτερη έκταση 111.987 τμ, κατά ποσοστό 1/2 % εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά από τον πατέρα του Αναστάσιο, που απεβίωσε το έτος 1899, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως μοναδικός ενήλικος κληρονόμος του, που αναμίχθηκε στην κληρονομιά, ασκώντας τη συννομή επ' αυτού, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως ο κληρονομούμενος πατέρας του, και, μάλιστα, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου. Λίγα χρόνια μετά, ο ανωτέρω Π. Σ. του Α. ή Α., αποκτά και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ακινήτου αυτού, με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω αγοράς από τους συγκυρίους - λόγω κληρονομικής διαδοχής, με βάση τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου-, υιούς του Ι. Σ., Γ. και Δ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... Εδαφικό τμήμα 16.000 τμ. πώλησε το έτος 1925 στον Α. Θ., οπότε απέμεινε το ακίνητο των 95.987 τμ., που όπως προεκτέθηκε, απέκτησε το έτος 1961 η Ε. Μ. - Κ. Οι δικαιοπάροχοι αυτού Α. ή Α. Σ. πατέρας των Π. και Ι. και ο αδελφός του Ι. είχαν καταστεί κύριοι, κατά ποσοστό 1/2 % εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της ανωτέρω μείζονος έκτασης, η οποία συνορεύει ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Π., δυτικά με ακίνητο κληρονόμων Μ. Κ., κλπ. και βόρεια με θάλασσα (Κόλπο Αμπελακίων) και ακίνητα αγνώστων, επιφάνειας 111.987 τμ, καθώς, είχαν εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια, τη χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο και καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της (όπως και όλοι οι μετέπειτα διάδοχοι αυτών), στους οποίους είχε περιέλθει, πριν από το 1845, τις ίδιες δε πράξεις νομής αυτών συνέχισε ο Π. Σ., αρχικά ως συννομέας και τελικώς ως αποκλειστικός κύριος και νομέας. Το έτος 1845 ολοκληρώθηκαν στη νήσο Σαλαμίνα οι εργασίες της αρμόδιας, επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής, η οποία, με την υπ' αριθ. ...-1845 απόφαση της, αναγνώρισε αυτά (δάση) ως ιδιωτικά, εκτός εκείνων που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου (καθώς και εκείνων που είχαν καταχωριστεί στα βιβλία δημόσιων κτημάτων), στα οποία όμως, δεν περιλαμβανόταν το προπεριγραφόμενο ακίνητο εμβαδού 111.987 τ.μ., καθώς περί αυτού δεν υπάρχει και ισχυρισμός από πλευράς του εκκαλούντος. Τα όρια του ακινήτου, το 1/2 του οποίου αγόρασε ο Π. Σ., ενώ ήδη κατείχε το υπόλοιπο 1/2 , όπως αναφέρονται στο με αρ. ... συμβόλαιο είναι ανατολικώς αγρός Σ. Π., δυτικώς ... και αγρός Π. Μ., αρκτικώς και μεσημβρινώς θάλασσα. Ως έκταση αναφέρεται έκταση 50 περίπου στρέμματα, όμως την εποχή εκείνη ήταν συνήθης πρακτική η έκταση να αναφέρεται κατά προσέγγιση (ώστε μπορεί να είναι και παραπάνω) με απλή αναφορά των ορίων. Το ίδιο ανατολικό όριο (κληρονόμοι Π.) αναφέρεται και στον τίτλο κτήσεως της Ε. Κ., ταυτίζονται επίσης το βόρειο και νότιο όριο (αρκτικώς - μεσημβρινώς), που είναι η θάλασσα (προς βορράν κόλπος Αμπελακίων και νότο θάλασσα Σεληνίων). Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο νοτιοανατολικό κτήμα της ιδιοκτησίας της Ε. Κ. και του δημοσίου κτήματος με αρ. ΑΒΚ 61, εντός του οποίου αυτή οριοθετείται, πλησίον της θάλασσας (προέκταση ανατολικού ορίου, βλ. την τοποθέτηση του επιδίκου ακινήτου από την κτηματική υπηρεσία Πειραιά στο από 16.10.1970 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ξ.), ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι περιλαμβάνεται στο τίτλο κτήσεως του απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Π. Σ., χωρίς την ανάγκη αποσαφήνισης του δυτικού ορίου. Στο από 27.3.1939 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Σ. Τ., απεικονίζεται με αύξοντα αριθμό ... το δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ ..., το οποίο έχει εμβαδό 288.190 τ.μ., εντός του οποίου, όπως εκτέθηκε οριοθετείται ιδιοκτησία της Ε. Κ., όπου καταγράφεται ανατολικώς επίσης η ιδιοκτησία Σ. Π. και στη συνέχεια, προς νότον, (όπως είναι η διαμόρφωση της Χερσονήσου) ακολουθεί η θάλασσα. ....Εξάλλου το εκκαλούν προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (θα σχολιασθεί και παρακάτω) προσκομίζει τα εξής έγγραφα: - δημοπρασίες εκποίησης ετών 1928-1934 - παραγγελία του Οικονομικού Εφόρου προς Αστυνομικό σταθμάρχη (αρ. πρωτ. 2111/18.11.1939) για φύλαξη της έκτασης, πρωτόκολλα αποζημίωσης (μισθώματος) που εκδόθηκαν από τον Οικονομικό Έφορο σε βάρος του Σ. (και όχι Π.) Σ. για τα έτη 1928-1939 και πρακτικά γνωμοδοτήσεως για το καταβλητέο μίσθωμα έκτασης 18,280 στρεμμάτων του Δημοσίου στη θέση "..." από την Κ. Κ. Όμως πρέπει να σημειωθεί ότι τα πρωτόκολλα αποζημίωσης ακυρώθηκαν δυνάμει της υπ'αριθ. 27/23.7.1940 απόφασης του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας, η δε μίσθωση από την Κ. Κ. δεν προκύπτει ότι αφορούσε την έκταση που αγόρασε η Ε. Κ. και κατ' επέκταση το επίδικο ακίνητο, καθώς αναφέρονται στα πρακτικά γνωμοδοτήσεως έκταση 18 στρεμμάτων στον κόλπο "..." (όπου όμως υπάρχει και το δημόσιο κτήμα 59) και όχι 280,190 τ.μ. που αφορούν το ΑΒΚ ... ....Διενεργήθηκε επίσης απαλλοτρίωση και στο νότιο τμήμα με την ΚΥΑ 342/175/16-2-1972 (ΦΕΚ 45/25-1-1972), η οποία ανακλήθηκε με την με αρ. ΚΥΑ 4159/2170/Ν 11549/20-4-1975. Οι αποφάσεις κήρυξης απαλλοτρίωσης μεταγράφηκαν κανονικά στις μερίδες των φερόμενων ως ιδιοκτητών και μεταξύ αυτών και της Ε. Κ., η οποία αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την με αρ. 44/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων (πρώτη απαλλοτρίωση). Αν δε επρόκειτο για αδιαμφισβήτητη έκταση που ανήκε στο Δημόσιο, δεν θα παρίστατο ανάγκη καθόλου να κηρυχθούν οι άνω απαλλοτριώσεις. Με αφορμή την πρώτη απαλλοτρίωση διενεργήθηκε έρευνα για τα δικαιώματα του Δημοσίου και τις καταπατήσεις εκτάσεων στη Χερσόνησο Κυνόσουρας, από την οποία προέκυψε ότι, εκτός από τις ίδιες τις καταχωρήσεις στα βιβλία δημοσίων κτημάτων, δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθούν με άλλο τρόπο δικαιώματα του Δημοσίου, καθώς δεν υπήρχε καταχωρημένος τίτλος κτήσεως του Δημοσίου, ούτε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ούτε στο υποθηκοφυλακείο ...Κατόπιν αυτών η καταχώρηση του επιδίκου (και της ευρύτερης έκτασης που αυτό βρίσκεται) ως Δημοσίου κτήματος δεν τεκμηριώνει την κυριότητα του Δημοσίου και δεν αναιρεί τις πράξεις νομής του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων αυτού, οι οποίες ήταν συνεχείς και αδιάλλειπτες με αφετηρία, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, το έτος 1845, (νομή από τους απώτερους δικαιοπαρόχους ευρύτερης έκτασης 111.987 τμ και μετά πώληση τμήματος αυτής 16.000 τμ, έκτασης 95.987 τμ, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο). Έτσι, στις 11.9.1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Π. Σ. είχε καταστεί κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής και πώλησης, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τριακονταετή νομή με καλή πίστη, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του...... Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επαναφέρει με την έφεσή του, ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει και πρωτοδίκως, επικαλούμενο ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ως τμήμα του υπ' αριθ. ΑΒΚ ... δημοσίου κτήματος συνολικής έκτασης 288.190 μ2, απέκτησε α) "δικαιώματι πολέμου", διότι αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, β) άλλως ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και κατελήφθη από αυτό την 21-1/3-2-1830, γ) άλλως ως δημόσια δασική έκταση, δ) άλλως, διότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο κατά την 3/15-12-1833, ε) άλλως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενο αυτό με καλή πίστη από την Ελληνική Επανάσταση του έτους 1821 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, στ) άλλως, διότι ήταν αδέσποτο κατά την 21-6/10-7-1837, χωρίς να απαιτείτο η κατάληψή του. Όμως, ο άνω ισχυρισμός είναι απορριπτέος : κατά το (α) σκέλος του ως μη νόμιμος, με δεδομένο ότι η Αττική και η νήσος Σαλαμίνα δεν κατακτήθηκε διά των όπλων, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά τα (δ), (ε) και (στ) σκέλη του ως αόριστος, διότι το εναγόμενο δεν επικαλείται τα αναγκαία για την θεμελίωση αυτών περιστατικά (ποιος ήταν ο Οθωμανός κύριος του επιδίκου ή πότε έγινε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο με πρόθεση παραιτήσεως από του δικαιώματος κυριότητας). Ο ισχυρισμός του επίσης ότι αποτελούσε δασική έκταση δεν επάγει σ' αυτό κυριότητα, αφού με την προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής όλα τα δάση της νήσου Σαλαμίνας εκτός αυτών που ανήκαν στη διαλελυμένη μονή Αγίου Νικολάου, που δεν ανήκε το επίδικο αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά, γεγονός που επικυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 3208/2003. ....Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω ισχυρισμοί, όπως και ο ισχυρισμός για κτήση κυριότητας από αυτό με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικώς αβάσιμοι, αφού από το αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν οθωμανικό κτήμα ή ότι υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος κατά την ημερομηνία της 3/15-12-1833 ή ότι ήταν αδέσποτο. Εξάλλου, η περιοχή κηρύχθηκε σε κτηματογράφηση στο πλαίσιο εργασιών για την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα προς τον ν. 2308/1995 και κατά την κτηματογράφηση το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε με ΚΑΕΚ ... ως ιδιοκτησία του εναγομένου. Η αρχική, όμως, αυτή εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου, η οποία αφορά στο επίδικο ακίνητο είναι ανακριβής ως προς το καθεστώς κυριότητας, αφού, βάσει των προαναφερθέντων, αυτό ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος. ...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1345/11-3-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, που αναγνώρισε τον νυν αναιρεσίβλητο ως κύριο του με ΚΑΕΚ ... γεωτεμαχίου, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", 46 του ν.4173/1929, 2§2 , 58 και 60 του ν.δ. 86/1969, 62 του ν.998/1979 και 15 του ν.3208/2003, διότι δεν συνέτρεχε η βασική προϋπόθεση εφαρμογής των, ήτοι το επίδικο να ήταν δάσος ή δασική έκταση, κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρονται τα ανωτέρω νομοθετήματα. Το Εφετείο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δεν δέχθηκε ότι επρόκειτο περί δάσους ή δασικής έκτασης και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο 1ος αναιρετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης κατά το σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην αναιρεσιβαλλομένη περί εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα , κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτα παραδοχές της, το επίδικο με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο αποτελεί αγροτεμάχιο, κείμενο στο νοτιοανατολικό μέρος μείζονος έκτασης 111.987 τ.μ., στη νήσο Σαλαμίνα στην κτηματική περιοχή Σεληνίων, που οριοθετείτο ανατολικά με αγρό Σ. Π., δυτικά με περιοχή ... και αγρό Π. Μ., βόρεια και νότια με θάλασσα( αντίστοιχα κόλπο Αμπελακίων και κόλπο Σεληνίων), την οποία (μείζονα έκταση) νέμονταν ήδη από το 1845 ο Α. ή Α. Σ. και μετέπειτα οι υιοί του Π. και Ι. Σ., μετά δε το 1908 και έως το θάνατό του το 1932 μόνο ο Π. Σ. δυνάμει κληρονομικής διαδοχής κατά το 1/2 του αποβιώσαντος το 1899 πατρός του και εξ αγοράς από τον αδελφό του Ι. δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π., νομίμως μεταγραφέντος, κατά το υπόλοιπο 1/2 , με συνέπεια να αποκτήσει την κυριότητα αυτού αφενός με παράγωγο τρόπο, αφετέρου με χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ ήδη πριν την 11η-9-1915. Η νομή τους συνίστατο στην με διάνοια κυρίου και καλή πίστη εγκατάσταση εντός αυτής ποιμνιοστασίων, τη χρήση της ως βοσκότοπο και την καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων -λόγω μορφολογίας του εδάφους- τμημάτων. Πολύ αργότερα, οι κληρονόμοι του Π. Σ., δηλ. μετά το 1932, διέθεσαν την ανωτέρω έκταση και για ξύλευση (προφανώς λόγω στο μεταξύ της αναπτυχθείσας δασικής βλάστησης). Το ότι η ανωτέρω έκταση δεν ήταν δάσος ή δασική κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος του β.δ.της 17/29-11-1836 επιβεβαιώνεται από το ότι στην ...-1845 απόφαση της Επιτροπής επί των διαφιλονικούμενων δασών της νήσου Σαλαμίνας δεν περιελήφθη ταύτη ως ιδιωτικό δάσος, ούτε ως δημόσιο ανήκον στην διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Εξάλλου, η καταχώριση της ως άνω έκτασης ότι εμπίπτει στο ΑΒΚ ... δημόσιο κτήμα, μείζονος έκτασης 280.180 τμ έγινε πολύ μεταγενέστερα περί το 1928, η δε καταχώριση αυτή ουδεμία έννομη συνέπεια επέφερε ως προς την κυριότητα και νομή, διότι δεν αποτελεί καν διατάραξη (ΑΠ 629/2024, ΑΠ 166/2023,ΑΠ 369/2022 ad hoc, ΑΠ 1023/2023).

Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η ως άνω αγροτική έκταση των 111.987 τ.μ. ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και σε κάθε περίπτωση (ακόμη δηλ. και αν ήθελε υποτεθεί ότι περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο το 1830 , ισχυρισμό που ρητά απέρριψε ως μη νόμιμο κατ' ένα σκέλος του και ως αόριστο κατ' άλλο η αναιρεσιβαλλομένη) είχε εκφύγει της δημόσιας κτήσης ήδη πριν την 11η-9-1915 λόγω της υπερτριακονταετούς καλόπιστης νομής του Π. Σ. και των δικαιοπαρόχων του.

Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο 1ος αναιρετικός λόγος της κρινόμενης αίτησης και κατά το σκέλος του (υπό στοιχείο 1Γ) με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλομένη εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που προτάθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε ως λόγος έφεσης ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση επειδή αφενός εμπίπτει στο ΑΒΚ ... δημόσιο κτήμα, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 21§13 του ν.3208/2013(με την οποία εξαιρούνται των ιδιωτικών δασών της νήσου Σαλαμίνας, όσα έχουν καταχωριστεί ως δημόσια κτήματα) και αφετέρου επειδή το επίδικο εμπίπτει στον δασικό χάρτη Σεληνίων Σαλαμίνας κατά 208 τμ σε ευρύτερη εκχερσωμένη δασική έκταση με την ένδειξη ΔΔ 7204 και κατά 70 τμ σε ευρύτερη δασική έκταση με την ένδειξη ..., ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι τόσο στις αεροφωτογραφίες λήψης του 1945, όσο και σε αυτές του 1998, εμφανίζεται ως δασική έκταση. Και τούτο διότι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί δάσους, αλλά τον απέρριψε κατ' ουσίαν με το να δεχθεί ότι πρόκειται για αγρό κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος του β.δ. της 17/29-11-1836, στις διατάξεις του οποίου εδράζει το Ελληνικό Δημόσιο την κατά τεκμήριο κυριότητά του, η δε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο καταχώριση της μείζονος έκτασης εντός της οποίας κείται το επίδικο ως δημόσιο κτήμα και η αποτύπωση της ως δάσος σε μη κυρωμένους δασικούς χάρτες δεν αναιρούν την κυριότητα του αναιρεσίβλητου και των δικαιοπαρόχων του. Ομοίως και τα έτερα σκέλη (υπό στοιχεία ΙΔ και ΙΕ) του ως άνω αναιρετικού λόγου περί νομής δασικής έκτασης συνιστάμενη σε υλοτομία και σχετική εκμετάλλευση χωρίς ειδική άδεια της δασικής αρχής (κατά παράβαση των άρθρων 2§2 του α.ν. 1539/1938 και 58 του ν.δ.89/68) και περί ακυρότητας του ... συμβολαίου μεταβίβασης λόγω κατάτμησης δασικής έκτασης χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής (κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 60 του ν.δ.89/1968) τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα, επειδή εδράζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, ότι δηλ. πρόκειται για δάσος και δασική έκταση, που όμως το Εφετείο κατά τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του απέρριψε, δεχόμενο ότι πρόκειται για αγρό.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 388, 339 και 346 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από επίκληση, η οποία αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσκομίζει για να κάνει χρήση αυτών κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 §1 εδαφ. β', 346 και 453 §1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Αν το Δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ναι μεν η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλην όμως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 1087/2015,ΑΠ 649/2012,ΑΠ 1824/2009).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος Σ. Σ., Α. Σ., Π. Σ., Λ. Σ. και Α. συζ. Ν. Γ. απέκτησαν την κυριότητα μείζονος ακινήτου, του οποίου αποτελεί τμήμα το επίδικο, με κληρονομική διαδοχή και δη με τις .../1961 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., νομίμως μεταγραφείσες στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη του τις ανωτέρω δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας, τις οποίες δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν οι διάδικοι. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ανωτέρω δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας αναφέρονται ρητά ως τίτλοι κτήσης των δικαιοπαρόχων της αγοράστριας Ε. Κ. το γένος Γ. Μ. (που στη συνέχεια κατάτμησε το μείζον ακίνητο και μεταβίβασε λόγω πώλησης το επίδικο στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Π. Κ. και αυτός με την σειρά του στον άμεσο δικαιοπάροχο του Η. Π.) στον δικό της τίτλο κτήσης, ήτοι το ... συμβόλαιο αγοράς του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέν στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο ... με αριθμό ..., του οποίου έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο (ενάγοντα-εφεσίβλητο), με τις από 16-11-2018 προτάσεις του κατά τη συζήτηση στο Εφετείο (που κατατέθηκαν στις 19-11-2018) μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και το οποίο συμβόλαιο λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ως κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 ΚΠολΔ) και συνεπώς δεν απαιτείτο να γίνει ειδική επίκλησή τους και προσκόμιση από τον αναιρεσίβλητο.

IV. Με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο "Αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", ελέγχεται το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής και ειδικότερα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής.Από το δε άρθρο 216 §1 στοιχείο β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, διαφορετικά το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του Δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί αγωγής διόρθωσης πρώτων κτηματολογικών εγγραφών κατ' άρθρο 6§2 του ν.2664/1998, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, μεταξύ των άλλων και ακριβής περιγραφή του ακινήτου που αφορά η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή. Στην περίπτωση που το ακίνητο αυτό ταυτίζεται με το γεωτεμάχιο που είναι αποτυπωμένο στο κτηματολογικό διάγραμμα (δηλ. δεν υπάρχει ανακρίβεια ως προς την αποτύπωση του γεωτεμαχίου, ώστε να υπάρξουν χωρικές μεταβολές) αρκεί και μόνη η αναφορά του ΚΑΕΚ για τον προσδιορισμό του, χωρίς περαιτέρω περιγραφή του επιδίκου κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια. Και τούτο διότι ο ΚΑΕΚ (Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) είναι ο 12ψήφιος αποκλειστικός και μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο που προσδιορίζει τούτο κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, ώστε ουδεμία αμφιβολία να δημιουργείται ως προς την ταυτότητά του, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 11 παρ. 3-4 του ν.2664/1998). Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα το πρώτο διψήφιο το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, το επόμενο τριψήφιο το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα ή Κοινότητα (πριν τον Καλλικράτη), το επόμενο διψήφιο τον "κτηματολογικό τομέα" (που στις μεν αστικές περιοχές ορίζεται σαν ένα σύνολο από 10-15 περίπου οικοδομικά τετράγωνα που περιβάλλονται από κύριους οδικούς άξονες ή άλλου είδους χαρακτηριστικά του αστικού χώρου ,π.χ. πάρκα, πρόκειται δηλ. για συνοικία, στις δε αγροτικές περιοχές ορίζεται σαν ένα σύνολο γεωτεμαχίων με συνολική έκταση από 200 έως 2000 στρέμματα τα οποία περιβάλλονται από φυσικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά, π.χ. δρόμους, ποτάμια), το επόμενο διψήφιο την "κτηματολογική ενότητα" (πρόκειται για σύνολο συνεχόμενων γεωτεμαχίων που περιβάλλονται από κάποιο φυσικό ή τεχνητό χαρακτηριστικό, δηλ. δρόμο, ποτάμι, κανάλι, κτλ, ειδικά δε στις αστικές περιοχές ταυτίζεται με το οικοδομικό τετράγωνο, χωρίς τους περιβάλλοντες δρόμους) και τέλος ο αύξων αριθμός του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο), ο δε μοναδικός αυτός ΚΑΕΚ παραπέμπει και σε συγκεκριμένες συντεταγμένες κορυφών κατά το σύστημα ΕΓΣΑ 87 που αποτυπώνονται στο αντίστοιχο κτηματολογικό διάγραμμα και προσδιορίζουν με τον μέγιστο δυνατό τρόπο την ακριβή θέση του (ΑΠ 94/2024, ΑΠ 1620/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτής, της οποίας αντικείμενο είναι η διόρθωση ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής ως προς τον δικαιούχο κυριότητας και μόνο, αναφέρεται ο ΚΑΕΚ του επίδικου γεωτεμαχίου και επιπλέον-εκ του περισσού- γίνεται αναφορά της θέσης, των ορίων, των πλευρικών διαστάσεων και του εμβαδού αυτού καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών με τους αντίστοιχους αριθμούς ΚΑΕΚ, ώστε να εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του και να μην επέρχεται σύγχυση και αμφιβολία ως προς αυτή και κατά συνέπεια χωρίς να επέρχεται αοριστία της αγωγής, ούσας αδιάφορης για το ορισμένο της συγκεκριμένης αγωγής η περιγραφή του μείζονος ακινήτου, από το οποίο προήλθε το επίδικο. Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο, το σχετικό λόγο έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της αγωγής, γιατί δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου εντός της ευρύτερης έκτασης, ούτε τα όρια, οι πλευρικές διαστάσεις και η θέση της ευρύτερης έκτασης εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της, παρά τον νόμο, μη κήρυξης απαραδέκτου, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην αγωγή εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητα του επιδίκου και, συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Vα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 32/1996). Vβ. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 §1 Κωδ. (7.39), 9 §1 Βασ. (50.14), 2 § 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 §1 Πανδ. (18.1) και 7 §3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Η ειδική διαδοχή επί ακινήτου επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, κατά την ισχύουσα πριν από την εισαγωγή του ΑΚ διάταξη του άρθρου 45 του Κώδικα Χαρτοσήμου, η οποία αποτελεί απαραίτητο κατά νόμο σύνδεσμο μεταξύ του ήδη νομέα και των προκτητόρων του για τον ως άνω συνυπολογισμό του χρόνου χρησικτησίας και η οποία, αν λείπει, αποκλείει το συνυπολογισμό αυτό, ενώ η καθολική διαδοχή επερχόταν, ανάλογα με το αν ο κληρονόμος ήταν, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία ή με το αν αυτός ήταν ενήλικος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 §8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν υπέκειτο σε προθεσμία, επειδή δε, ήταν προσωπικό, χάνονταν με το θάνατο του κληρονόμου. Επίσης, κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Περαιτέρω, "καλή πίστη" ως προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία νοείται κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ [ν.20 §12 Πανδ. (5-8), ν.27 Πανδ. (18-1), ν. 10, 17 και 48 (Πανδ. 11.41), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 109 πανδ. (50.16)], η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου επ' αυτού. Τη συνδρομή της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος, δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Η κρίση του δε ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοιά της (ΑΠ 369/2022, ΑΠ 1018/2018, ΑΠ 1182/2012). Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης που δέχεται κτήση κυριότητας με χρησικτησία, αρκεί η παράθεση σε αυτή των αποδειχθεισών διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στην μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία ή του ΒΡΔ), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 358/2016, ΑΠ1420/2014).

Vγ. Στην προκείμενη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε (και εκτίθενται στην παράγραφο ΙΙδ της παρούσας) το Εφετείο και έτσι που έκρινε , δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της, διέλαβε σε αυτήν αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους καθολικούς διαδόχους του αποβιώσαντος το 1932 απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος Π. Σ. του Α. ή Α., δηλαδή τη σύζυγό του Π., που απεβίωσε το 1937 και τα τέκνα τους κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ. Ειδικότερα, παρά τα αντιθέτως επικαλούμενα από το αναιρεσείον με τον 4ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ότι μετά το θάνατό του κατά το παραπάνω έτος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Π. και τα δέκα τέκνα του 1) Α. Σ., 2) Δ. Σ., 3) Ν. Σ., 4) Σ. Σ., 5) Λ. Σ., 6) Α. Σ., 7) Φ. συζ. Π. Π., 8) Ε. συζ. Ε. Β., 9) Π. συζ. Κ. Σ., και 10) Α. συζ. Ν. Γ., οι οποίοι αναμείχθηκαν στην κληρονομία του, ασκώντας τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου και ότι το έτος 1937 απεβίωσε η σύζυγος του Π. Σ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερόμενα δέκα τέκνα της, που αναμείχθηκαν στην κληρονομία, ασκώντας τις αυτές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του με καλή πίστη και την πεποίθηση, τόσο κατά την κτήση όσο και καθ' όλη τη διάρκεια, ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου. Για τη νομική πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται ρητά αν τα δέκα τέκνα του Π. Σ. ήταν ενήλικα ή ανήλικα κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα τους, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι άμεσα αναμείχθηκαν στην διοίκηση και διαχείριση της κληρονομίας, επαρκώς δε , προσδιορίζονται οι πράξεις νομής που ασκούσαν τα ως άνω τέκνα του προαναφερομένου κληρονομούμενου στο μεγαλύτερο ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο (επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος βόσκησης και ξύλευσης) από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή τους ως κληρονόμων να αποκτήσουν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά στην οποία και αναμείχθηκαν. Περαιτέρω, όσον αφορά την Π. Σ., που απεβίωσε το έτος 1937 και κληρονομήθηκε από τα ως άνω δέκα τέκνα της, για τον ίδιο λόγο δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται αν αυτά ήταν ανήλικα ή ενήλικα κατά το χρόνο του θανάτου της, λαμβανομένου υπόψη ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι άμεσα αναμείχθηκαν στην διοίκηση και διαχείριση της κληρονομίας αυτής ασκώντας τις αυτές πράξεις φυσικής εξουσίασης από τις οποίες εμφαίνεται η βούλησή τους ως κληρονόμων να αποκτήσουν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά στην οποία και αναμείχθηκαν. Περαιτέρω, όσον αφορά τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ. (αναφορικά με την παραδοχή ότι είχαν στη νομή τους το επίδικο και λόγω κληρονομικής και ειδικής διαδοχής, αντίστοιχα, αυτών από τον Π. Σ., προσμετράται ο χρόνος νομής τους), για τους οποίους η αναιρεσιβαλλόμενη δέχθηκε ότι καλλιεργούσαν το μεγαλύτερο ακίνητο των 111.987 τ.μ, ως προς ορισμένα τμήματά του και το χρησιμοποιούσαν και ως βοσκότοπο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις νομής εντός του επιδίκου ακινήτου των 280 τ.μ, το οποίο αποτελούσε τμήμα της έκτασης των 111.987 τ.μ, ούτε αν στα τμήματα που καλλιεργήθηκαν από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου, περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα των 280 τ.μ, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα. Τέλος, όσον αφορά την ύπαρξη της καλής πίστης στο πρόσωπο των νεμηθέντων το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να επεξηγείται ειδικά, με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, αρκούσης της μνείας αυτής ως έννοιας κοινώς γνωστής. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών σχετικά με το ζήτημα α) της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσίβλητου δηλ. τους καθολικούς διαδόχους του Π. Σ. και της συζύγου του Π., β) της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το ΒΡΔ από τον απώτατο δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου Π. Σ., που προσμέτρησε στο χρόνο νομής του και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ. και γ) ως προς τη συνδρομή των συγκροτούντων τη νομική έννοια της καλής πίστης, στοιχείων. VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1527/2010, ΑΠ 219/2009), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο. Έτσι, δεν εφαρμόζεται η διάταξη όταν το δικαστήριο εκτιμά συμβόλαιο διαφορετικά από τον διάδικο (ΑΠ 219/2009, ΑΠ 1353/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του ... πωλητηρίου συμβολαίου του τ. συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Σ. Π., με το οποίο ο απώτατος δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου Π. Σ. αγόρασε από τον αδελφό του Ι. Σ. ποσοστό 50% ενός αγρού "έκτασης πεντήκοντα (50) ως έγγιστα στρεμμάτων", συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με το να δεχτεί ότι ο μεταβιβασθείς αγρός ήταν 111.987 τμ. αντί του ορθού και αληθινού ότι ήταν 50 στρέμματα, ενώ αν το Δικαστήριο είχε αναγνώσει ορθά το έγγραφο αυτό θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Π. Σ. δεν απέκτησε την κυριότητα της ως άνω έκτασης, ούτε θα μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και θα δεχόταν την έφεση του νυν αναιρεσείοντος και στην συνέχεια, αφού εξαφάνιζε την εκκαλουμένη, θα απέρριπτε την αγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο του παραπάνω συμβολαίου, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, την οποία μάλιστα αιτιολογεί, παραπέμποντας στα όρια με όμορα ακίνητα και ιδίως στην αποτύπωση του ΑΒΚ ... δημοσίου κτήματος με επιμέλεια των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος στο από 16.10.1970 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Ξ. και στο από 27.3.1939 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Σ. Τ. Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται εν προκειμένω ο παρών λόγος αναίρεσης.

VII. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 §1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 §12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με ΓΑΚ 571/ΕΑΚ 64/30-6-2021 αίτηση για αναίρεση της 506/9-9-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή