ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 879/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 879/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 879/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 879 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 879/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και Φωτεινή - Μαρία Μαυρομάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/2017 μη οριστική και 350/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 243/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/8/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 243/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που δίκασε ως Εφετείο, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 350/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 1287/2021). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).

Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β' ΚΠολΔ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.8/2005). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Ολ.Α.Π.9-13/2005, Α.Π 690/2018).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 334/2023ζ). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρθμ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του Ν. 1650/86, 17παρ. 8 Ν 1337/1983, Ν 2690/1999, 1003, 1004 -1032 του ΑΚ, 914, 919, 330, 932, 57, 59, 281, 288 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η αναιρεσίβλητη ουδόλως ενήργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος του, δεδομένου ότι σε σύντομο χρόνο, μετά την εξώδικη όχληση του αναιρεσείοντος, μερίμνησε προκειμένου να καταργηθεί η δεξαμενή που υπήρχε στο ακίνητο της, ενώ προέβη στην κατασκευή νέας που πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος της, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<... ... Η πρώτη εκκαλούσα έχει υπό την πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή της μία αυτοτελή και ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία, ήτοι το υπό στοιχείο Β τμήμα ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οικισμού Ασίνης του τέως δήμου Ασίνης και ήδη Δήμου Ναυπλιέων του νομού Αργολίδας, συνολικού εμβαδού του οικοπέδου 800,6 τ.μ., όπως αποτυπώνεται υπό περιμετρικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-1 στο προσκομισθέν και στο δεύτερο βαθμό από Απριλίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Π., μετά της επ' αυτού ισόγειας κατοικίας εμβαδού 97,53 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Λ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Σ. και ήδη με αναγνωρισμένο δημοτικό δρόμο, δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Γ. Μ. και ήδη εν μέρει με ιδιοκτησία της εφεσίβλητης και νότια με ιδιοκτησία Χ. Χ. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην πρώτη εφεσίβλητη με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ν. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου στον τόμο 685 με α/α 34, ενώ εντός της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας υφίσταται πηγάδι το οποίο είναι συνδεδεμένο με το σύστημα ύδρευσης της οικίας της, ως εναλλακτική πηγή ύδατος του οποίου, όμως, τόσο ο χρόνος της κατασκευής του καθώς και της σύνδεσής του με το σύστημα ύδρευσης της οικίας της πρώτης εκκαλούσας ουδόλως αποδείχτηκε και στο δεύτερο βαθμό, δεδομένου ότι ήδη από το έτος 2016 με την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2016 απάντηση του τμήματος περιβάλλοντος και πρασίνου του Δήμου Ναυπλιέων προς την εφεσίβλητη, αναφέρεται ότι ουδέποτε, μέχρι το έτος 2016, δεν υποβλήθηκε αίτηση για χορήγηση άδειας χρήσης νερού από την πρώτη εκκαλούσα για το συγκεκριμένο πηγάδι, τίτλους ιδιοκτησίας. Σε κάθε περίπτωση για το συγκεκριμένο πηγάδι και την νομική και πραγματική φύση αυτού ουδόλως αποδείχθηκε ότι η πρώτη εκκαλούσα έχει προβεί στην εγγραφή αυτού στο συσταθέν υπό της ΚΥΑ 145026/2014 (ΦΕΚ 31Β/14-12014) εθνικό μητρώο σημείων υδροληψίας (όπου στο άρθρο 3 αυτής αναγράφεται ρητά ότι είναι υποχρεωτική η δήλωση των συγκεκριμένων υδάτινων πόρων από τους ιδιοκτήτες αυτών, ώστε να έχουν άδεια της χρήσης του νερού), ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο πηγάδι έχει δηλωθεί και στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ο δεύτερος εκκαλών είναι ιδιοκτήτης όμορου, με το ανωτέρω, ακινήτου και ειδικότερα με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Άργους Θ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου στον τόμο ... με α/α ..., περιήλθε σε αυτόν η υπό στοιχείο Α κάθετη Ιδιοκτησία επί του προαναφερθέντος οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 800,6 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα υπό περιμετρικά στοιχεία 1 - 2 - 8 - 9 - 1, με το δικαίωμα ανέγερσης οικοδομής καθ' όλη την επιτρεπόμενη επιφάνεια, ενώ αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. ... περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Δ. Θ., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου στον τόμο ... με α/α ... περιήλθε στην εφεσίβλητη η υπό στοιχείο Δ, όμορη με την ανωτέρω υπό στοιχείο Β, κάθετη ιδιοκτησία εμβαδού 407,52 τ,μ., όπου έχει ανεγερθεί κατοικία εμβαδού 99,60 τ.μ. Αποδείχτηκε, ακόμη, ότι εντός του ακινήτου ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης υφίστατο από πολλών ετών απορροφητική σηπτική δεξαμενή, την οποία ουδόλως προέκυψε ότι κατασκεύασε η ίδια, αλλά προϋπήρχε του έτους 2010 όταν και περιήλθε το ακίνητο ιδιοκτησίας της στην εφεσίβλητη και ότι οι εκκαλούντες με την από 28/3/2014 εξώδικη όχληση - διαμαρτυρία - πρόσκληση τους προς την εφεσίβλητη δήλωσαν προς την τελευταία ότι στο ακίνητο ιδιοκτησίας της υπάρχει απορροφητική σηπτική δεξαμενή και ότι τα λύματα από αυτήν εισέρχονται στο ανωτέρω πηγάδι που βρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας της πρώτης εκκαλούσας με συνέπεια να μολύνεται το νερό που αντλείται από το υπέδαφος και να μην μπορεί να το χρησιμοποιήσει για τις οικιακές της ανάγκες. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε το συγκεκριμένο πηγάδι βρίσκεται εντός του ακινήτου της πρώτης εκκαλούσας και ο δεύτερος εκκαλών μόνο ως σύνοικος βλάπτεται και επομένως, όπως ορθά πρωτοδίκως κρίθηκε, δεκτής γενομένης εν μέρει της ένστασης περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο του δεύτερου εκκαλούντος που επανυποβάλλεται και στο δεύτερο βαθμό από την εφεσίβλητη, ο δεύτερος εκκαλών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, παρά μόνο ως προς το αίτημα για επιδίκαση ηθικής βλάβης και συνακόλουθα και της έφεσης. Ακολούθως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη ενήργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος των εκκαλούντων, δεδομένου ότι σε σύντομο χρόνο μετά την ανωτέρω εξώδικη όχληση των εκκαλούντων, μερίμνησε προκειμένου να καταργηθεί η δεξαμενή που υπήρχε στο ακίνητο ιδιοκτησίας της, ενώ προέβη στην κατασκευή καινούριας που πληρούσε τις τεχνικές προϋποθέσεις όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα με ημερομηνία 10/9/2015 τεχνική έκθεση του μηχανικού Κ. Κ. Το γεγονός ότι από την ανωτέρω εξώδικη δήλωση των εκκαλούντων μέχρι την αντικατάσταση της δεξαμενής από την εφεσίβλητη μεσολάβησε χρονικό διάστημα ενός και πλέον έτους, δεν αποδεικνύει, από μόνο του, ότι η ίδια η εφεσίβλητη δεν μερίμνησε για τις απαιτούμενες ενέργειες, αλλά είναι προφανές ότι οφείλεται σε καθυστέρηση της έγκρισης εργασιών από την αρμόδια υπηρεσία αφού με την έκδοση της υπ' αριθ. πρωτ. ...-2015 άδειας για συντήρηση και επισκευή που εκδόθηκε από το τμήμα έκδοσης αδειών δόμησης του δήμου Ναυπλιέων η εφεσίβλητη προέβη άμεσα στην κατάργηση της παλαιάς και στην δημιουργία νέας δεξαμενής, για την οποία, μάλιστα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι είναι επιζήμια τόσο για τον υδροφόρο όσο και για τον εναέριο ορίζοντα της περιοχής, απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών των εφεσιβλήτων. Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην περιοχή των επιδίκων ακινήτων υπάρχουν πολλά πηγάδια στο εσωτερικό της γης, τα οποία προφανώς επικοινωνούν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή, η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες μόλυνση, από οιοδήποτε άλλο σημείο και όχι μόνο από την δεξαμενή που βρισκόταν στο ακίνητο της εφεσίβλητης, καθώς και ουδόλως αποδείχθηκε τόσο η ζημία που τυχόν υπέστησαν οι εκκαλούντες και το είδος και το μέγεθος αυτής, αφού δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό μέσο (χημική ανάλυση, λήψη μετρήσεων επί του ύδατος και του εδάφους της περιοχής κλπ) το οποίο να αποδεικνύει το είδος της μόλυνσης του νερού του πηγαδιού που βρίσκεται στο ακίνητο της πρώτης εκκαλούσας καθώς και αν η μόλυνση αυτή συνδέεται αιτιακά με την δεξαμενή που προϋπήρχε στο ακίνητο της εφεσίβλητης, καθώς και αν η μόλυνση αυτή ήταν επικίνδυνη για την δημόσια υγεία ή για την ποιότητα του νερού εν γένει. Συνακόλουθα αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη απέκτησε το ακίνητο ιδιοκτησίας της με πλειστηριασμό και ουδέποτε αναμείχθηκε στην κατασκευή ή βελτίωση ή αναμόρφωση της συγκεκριμένης οικίας, ενώ μετά την εξώδικη δήλωση των εκκαλούντων προέβη άμεσα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες τόσο για την κατάργηση της παλαιάς δεξαμενής όσο και για την κατασκευή καινούριας και επομένως ουδόλως αποδείχθηκε ότι ενήργησε παράνομα κι υπαίτια σε βάρος των εκκαλούντων με σκοπό να προκαλέσει σε αυτούς οιαδήποτε βλάβη, ενώ για τους ίδιους τους εκκαλούντες ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχαν ποτέ το δικαίωμα χρήσης του συγκεκριμένου πηγαδιού και επομένως η υπό κρίση αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. ... ...>>. Έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28, 29 Ν 1650/1986, 17 παρ. 8 Ν 1337/1983, Ν 2690/1999, 1003, 1004 -1032, 914, 919, 330, 932, 57, 59, 281 και 288 του ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, μετά την από 28-3-2014 εξώδικη όχληση - διαμαρτυρία - πρόσκληση του αναιρεσείοντος και της συζύγου του προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία της δήλωσαν ότι στο ακίνητό της υπάρχει απορροφητική σηπτική δεξαμενή και τα λύματα αυτής εισέρχονται στο πηγάδι που βρίσκεται εντός της ιδιοκτησίας τους, με συνέπεια να μολύνεται το νερό που αντλείται από το υπέδαφος, η αναιρεσίβλητη σε σύντομο χρόνο μερίμνησε προκειμένου να καταργηθεί η δεξαμενή και προέβη στην κατασκευή καινούργιας που πληρούσε τις τεχνικές προϋποθέσεις, ο δε αναιρεσείων και η σύζυγός του δεν υπέστησαν ζημία, αφού δεν προέκυψε η επικαλούμενη απ' αυτούς μόλυνση του ύδατος του πηγαδιού τους από την δεξαμενή της αναιρεσίβλητης και ότι η μόλυνση αυτή ήταν επικίνδυνη για την υγεία τους και την ποιότητα του ύδατος, ενόψει και του ότι στην επίδικη περιοχή υπάρχουν πολλά πηγάδια εντός της γης που επικοινωνούν μεταξύ τους και είναι δυνατόν η επικαλούμενη μόλυνση να προκλήθηκε από άλλο σημείο.

Περαιτέρω, το δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους αναιρετικούς λόγους, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθορίζει τον ακριβή χρόνο που η αναιρεσίβλητη απευθύνθηκε στην Πολεοδομία Ναυπλίου για τη χορήγηση της σχετικής αδείας, ότι ενώ δέχθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση για την άρση της παράνομης πράξεως και συνέχιζαν οι επιβλαβείς επενέργειες σε βάρος του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δέχθηκε ότι, εφόσον δεν προσκομίστηκε αποδεικτικό μέσο, η χρήση της απορροφητικής δεξαμενής δεν ήταν επιβλαβής για το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία και για τον αναιρεσείοντα, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι.

Το άρθρο 560 ΚΠολΔ ορίζει τα εξής : "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο δέχθηκε ή δεν δέχθηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 334/2023, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται επί αποφάσεων ειρηνοδικείων και αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ. αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν (ΑΠ 394/2021, ΑΠ 1721/2012). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο: α) δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι εξαιτίας της υψομετρικής διαφοράς των ακινήτων των διαδίκων, τα λύματα από τον απορροφητικό βόθρο της αναιρεσίβλητης εισέρχοντο και στο υπέδαφος των ακινήτων του αναιρεσείοντος και της συζύγου του, μολύνοντας και διαβρώνοντας αυτό με ακαθαρσίες, με αποτέλεσμα από την υπερχείλιση των λυμάτων όλος ο περιβάλλων χώρος να είναι πηγή μικροβίων, με άμεσο κίνδυνο για την υγεία τους και β) έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα ότι η καθυστέρηση των 18 μηνών για την αντικατάσταση της παράνομης απορροφητικής δεξαμενής δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο υπό στοιχ. α) ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα και συμπέρασμα του αναιρεσείοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ως προς τον υπό στοιχ. β) ισχυρισμό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος, προέβη άμεσα σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες, τόσο για την κατάργηση της παλαιάς δεξαμενής, όσο και για την κατασκευή καινούργιας και ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτή ενήργησε παράνομα και υπαίτια σε βάρος του αναιρεσείοντος και της συζύγου του, με σκοπό να προκαλέσει σ' αυτούς οποιαδήποτε βλάβη. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ...-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα D. - H. του W., διότι έκρινε ότι λήφθηκε εκπρόθεσμα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επιχειρείται η θεμελίωση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 11 άρθρο 559 ΚΠολΔ η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 29.8.2022 αίτηση για αναίρεση της 243/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε στο δικαστήριο και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.8.2022 αίτηση για αναίρεση της 243/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή