Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 885 / 2025    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 885/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ο. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπότσαρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "REGENCY ENTERTAINMENT ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυτίμη Παπαθανασοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/1017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14074/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 608/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/9/2021 αίτησή του και τους από 29/5/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 17-9-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από, 29-5-2024 πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 608/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος κατά της 14074/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 24-3-2017 αγωγή του, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης (προσβολή προσωπικότητας, από την καταχρηστική απαγόρευση της εισόδου του, στο καζίνο της αναιρεσίβλητης). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτοί είναι και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις 14-6-2024, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. τη με αριθμό ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Π.). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 841/2024, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στη προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του, καθώς και η ελευθερία (σωματική, ψυχική και οικονομική), η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης, κάθε ανθρώπινης ενέργειας (ΑΠ 981/2024, ΑΠ 825/2022). Η ανθρώπινη ενέργεια μπορεί να συνίσταται στην ελεύθερη τέλεση κάθε πράξης που ανάγεται στην επαγγελματική, οικονομική, επιστημονική και λοιπή κοινωνική δράση (ΑΠ 719/2012, ΑΠ 855/2011, ΑΠ 846/2010). Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ως άνω άρθρων, είναι, α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος, το οποίο, όμως, είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΑΠ 981/2024, ΑΠ 777/2023). Στο προστατευόμενο εξάλλου, με την ως άνω διάταξη γενικό δικαίωμα της προσωπικότητας μπορούν να συμπεριληφθούν και άλλοι τομείς (εκφάνσεις) της, που αναγνωρίζονται από τις σύγχρονες κοινωνικές και συναλλακτικές αντιλήψεις, των οποίων την προστασία καθιστά επιβεβλημένη η εξέλιξη της ζωής και των σύγχρονων τεχνικών μέσων (ΑΠ 719/2007).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. δ του ν. 2160/1993, ''Ρυθμίσεις για τον τουρισμό και άλλες διατάξεις'', που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 4 του ν. 2206/1994, με τον οποίο καταργήθηκαν οι λοιπές διατάξεις του Β' κεφαλαίου του ν. 2160/1993, προκύπτει ότι τα καζίνα, που ιδρύονται με άδεια της αρμόδιας κρατικής αρχής (Επιτροπής Καζίνων) που εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού, εποπτεύονται και ελέγχονται ως προς τη λειτουργία τους από την προαναφερόμενη επιτροπή, με σκοπό την τήρηση των βασικών αρχών που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και σύμφωνα με το νόμο λειτουργία τους και ιδίως, α) την εντιμότητα και ανταγωνισμό των φορέων τους, β) τον αυστηρό έλεγχο των προσώπων, χώρων, χρησιμοποιούμενων μέσων και δραστηριοτήτων, ώστε η λειτουργία τους να είναι απαλλαγμένη από ύποπτα, επικίνδυνα ή εγκληματικά στοιχεία, γ) στον αυστηρό έλεγχο των κατασκευαστών, προμηθευτών και ιδία των διαφόρων μέσων και υλικών διεξαγωγής παιχνιδιού, που προμηθεύονται τα καζίνο και δ) την ελευθερία πρόσβασης του κοινού στα καζίνο και τη συμμετοχή του στα διενεργούμενα εντός αυτών νομίμως παίγνια. Η ελεύθερη, όμως, αυτή πρόσβαση του κοινού στα καζίνα και η συμμετοχή του στα διενεργούμενα παίγνια μπορεί να απαγορευθεί ή περιορισθεί για λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, όπως ρητά ορίζεται στη παραπάνω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. δ του ν. 2160/1993. Ακολούθως, με το άρθρο 3 παρ. 10 του επακολουθήσαντος ν. 2206/1994, με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, καταργήθηκαν οι διατάξεις του Β' Κεφαλαίου του ν. 2160/1993, εκτός εκείνων του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 εδ.α, β και γ, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (πριν την ισχύ του ν. 4512/2018), οριζόταν ότι, ''στο καζίνο επιτρέπεται η είσοδος ατόμων, που έχουν συμπληρώσει το 23ο έτος της ηλικίας τους. Η διεύθυνση του καζίνου υποχρεούται να καταχωρεί την ταυτότητα κάθε εισερχομένου στο χώρο των παιγνιδιών σε ειδικά θεωρημένα βιβλία και δικαιούται να απαγορεύει την είσοδο ή να επιβάλλει την αποχώρηση οποιουδήποτε προσώπου κρίνει, χωρίς να έχει υποχρέωση να δικαιολογήσει την απόφαση της αυτή''. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, α) ότι με απόφαση της εποπτεύουσας τη λειτουργία των καζίνων αρχής, που είναι υποχρεωτική για τους φορείς των καζίνων, μπορεί να απαγορευθεί, μόνο για λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, η είσοδος σ' αυτά και η συμμετοχή σε διενεργούμενα παίγνια, σε ορισμένης κατηγορίας πρόσωπα και β) η διεύθυνση του καζίνου μπορεί να απαγορεύσει την είσοδο ή να επιβάλει την αποχώρηση οποιουδήποτε προσώπου, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να δικαιολογήσει την απόφαση της αυτή. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού της διεύθυνσης του καζίνο, να απαγορεύει την είσοδο ή να επιβάλει την αποχώρηση συγκεκριμένου προσώπου και συνακόλουθα τον αποκλεισμό του από την παρεχόμενη σ' αυτό από το νόμο δυνατότητα του να συμμετάσχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή, με τη συμμετοχή του στην επιτρεπόμενη από τον νόμο διενέργεια των διενεργούμενων εντός του καζίνο, νομίμως, παιγνίων, αποκομίζοντας ή όχι από αυτή κέρδη, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, είναι καταχρηστική και αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 281 ΑΚ, και επομένως παράνομη, αν δε ασκείται υπαίτια και προκαλείται αιτιωδώς στο αποβαλλόμενο πρόσωπο προσβολή της προσωπικότητας του, παρέχονται σ' αυτό οι κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 846/2010, ΑΠ 719/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, ''αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών''. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, ''ανεπαρκής αιτιολογία'', ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 782/2023, ΑΠ 667/2023). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1284/2023). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την ''παράβαση νόμου'', δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (AΠ 483/2024, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1282/2018). Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των όρων του δεδικασμένου. Επομένως, απαιτείται η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 1397/2021, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 370/2019). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη, νομικής διάταξης (ΑΠ 483/2024, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019). Το δεδικασμένο, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 1559/2017) καλύπτει δε, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης. Η ιστορική αιτία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε, από μόνα τους, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο. Με άλλες λέξεις, το δεδικασμένο δεν καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς λαμβανόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από το δικανικό συλλογισμό της πρώτης απόφασης (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 653/2020, ΑΠ 39/2020). Για να είναι δε ορισμένος o άνω λόγος αναίρεσης (από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1740/2023, ΑΠ 1574/2021, 1504/2021, 988/2019, 563/2017). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγόµενη εταιρεία ίδρυσε, διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην περιοχή του αεροδρομίου Θεσσαλονίκης επιχείρηση "καζίνο", από το έτος 1996. Ο ενάγων ήταν τακτικός παίκτης στο πιο πάνω καζίνο σχεδόν από την αρχή της λειτουργίας αυτού και δη από τον Σεπτέμβριο του 1996, όταν η εναγόµενη του χορήγησε "χρυσή κάρτα μέλους", η οποία παρείχε στον ενάγοντα τη δυνατότητα να εισέρχεται σε όλους τους χώρους του καζίνου, μεταξύ των οποίων και στους ιδιαίτερους (prive), που προορίζονταν για τακτικούς, πιο ευκατάστατους οικονομικά και διακεκριμένους για τις ικανότητές τους πελάτες και παίκτες, όπου και παίζονταν ποσά μεγαλύτερα και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται να διαπιστώνεται κάθε φορά, κατά την είσοδό τους, η ταυτότητά τους από τις αρμόδιες προς τούτο υπηρεσίες της εναγοµένης. Έτσι, ο ενάγων επισκεπτόταν πολύ συχνά το καζίνο της εναγοµένης, όπου και έπαιζε διάφορα παιχνίδια, κυρίως, όµως, ''μπλακ τζακ'', χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα στις σχέσεις του, είτε µε την επιχείρηση, είτε µε τους προστηθέντες εκ της εναγοµένης υπαλλήλους της, έως και την 21-06-2000, όταν η τελευταία του απαγόρευσε την είσοδό του σε αυτό (καζίνο). Για την απαγόρευση αυτή, η εναγόµενη επικαλέστηκε την εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 10β του Ν. 2206/94, κατά την οποία, ''δικαιούται να απαγορεύει την είσοδο ή να επιβάλλει την αποχώρηση οποιουδήποτε προσώπου κρίνει, χωρίς να έχει υποχρέωση να δικαιολογήσει την απόφασή της αυτή''. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων άσκησε κατά της εναγοµένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη µε αριθµό κατάθεσης 20822/2001 αγωγή του, µε την οποία ισχυρίστηκε ότι η ως άνω απαγόρευση της εισόδου του στο καζίνο έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος και συνιστούσε παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, και ζήτησε να διαταχθεί, α) η άρση της προσβολής, ώστε να επιτραπεί η είσοδός του στις εγκαταστάσεις του καζίνου και β) η παράλειψή της στο μέλλον µε την απειλή χρηματικής ποινής 2.000.000 δραχμών για κάθε μελλοντική παραβίαση της απόφασης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το άνω Δικαστήριο η µε αριθµό 34089/2002 οριστική απόφαση, µε την οποία έκανε δεκτή την αγωγή και, α) υποχρέωσε την εναγόµενη να άρει την προσβολή της απαγόρευσης της εισόδου του ενάγοντος στις εγκαταστάσεις ''καζίνο'' της ιδίας στο Νέο Ρύσιο Θεσσαλονίκης και να την παραλείπει στο µέλλον, επιτρέποντας την είσοδό του στις εγκαταστάσεις αυτές και β) καταδίκασε την εναγόµενη σε χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για κάθε στο µέλλον παραβίαση, εκ µέρους της, της υποχρέωσής της να επιτρέψει στον ενάγοντα την είσοδο στις εγκαταστάσεις του καζίνου. Η άνω απόφαση κατέστη, τελικώς, αµετάκλητη, καθόσον, α) η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η εναγόµενη απορρίφθηκε ως αβάσιμη, µε τη µε αριθµό 568/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και β) η αναίρεση που άσκησε κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η εναγόµενη απορρίφθηκε ως αβάσιμη, µε τη µε αριθµό 719/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Μόλις εκδόθηκε η πιο και πάνω µε αριθµό 568/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρεπόμενα απέκτησε ισχύ δεδικασµένου (λόγω τελεσιδικίας) η µε αριθµό 34089/ 2002 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων επέδωσε στην εναγόµενη, στις 12-05-2005, την ως άνω µε αριθµό 34089/2002 τελεσίδικη (τότε) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, µε παρά πόδας επιταγή προς εκτέλεσή της, προκειμένου, ασκώντας το νόμιμο δικαίωμά του, να επιτρέπεται σ' αυτόν η είσοδος στις εγκαταστάσεις του καζίνου της εναγόµενης, η οποία και επιτράπηκε από την ανωτέρω ηµεροµηνία, πλην του χώρου prive, όπου επιτράπηκε από 01-06-2005.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρά τη συμμόρφωση της εναγόµενης στην ανωτέρω µε αριθµό 34089/2002 απόφαση, η τελευταία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τη µε αριθµό κατάθεσης 81091/ 4434/2005 ανακοπή και τους µε αριθµό κατάθεσης 83871/4434/2005 πρόσθετους λόγους, µε αντικείµενο την αμφισβήτηση του κύρους της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης της ως άνω απόφασης. Επί των ανωτέρω εκδόθηκε η µε αριθμό 3759/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ακυρώθηκε από 09-05-2005 επιταγή προς εκτέλεση, οπότε η εναγόµενη από 08-10-2007 απαγόρευσε εκ νέου την είσοδο του ενάγοντος στις εγκαταστάσεις της επιχείρησής της. Η εναγόµενη άσκησε κατά του ενάγοντος και τη µε αριθμό κατάθεσης 9586/27-02-2007 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τη λήψη ασφαλιστικών µέτρων, µε την οποία επιδίωξε να υποχρεωθεί ο ενάγων να παραλείπει να επισκέπτεται την επιχείρησή της. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε µε τη µε αριθμό 22193/2007 απόφαση του άνω δικαστηρίου, ενώ µε τη µε αριθµό 2188/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εξαφανίστηκε η ως άνω µε αριθμό 3759/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η προαναφερθείσα ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Μετά την ανωτέρω εξέλιξη, η εναγόµενη επέτρεψε και πάλι από 06-07-2010 την είσοδο του ενάγοντος στο καζίνο, η οποία και πάλι απαγορεύθηκε από 13-07-2010 έως 26-07-2010 και στη συνέχεια, αφού επιτράπηκε από 27-07-2010 έως 08-11-2010, απαγορεύθηκε εκ νέου από 09-11-2010 έως τουλάχιστον και το χρονικό σημείο της κατάθεσης των προτάσεων των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου. Ο ενάγων, µετά την επίδοση της πιο πάνω επιταγής προς εκτέλεση, μετέβη πολλές φορές στο καζίνο της εναγόµενης, επιδιώκοντας να λάβει µέρος στα παιγνίδια που διενεργούνται µέσα σ' αυτό. Με την κάθε είσοδό του στο καζίνο όλα τα παίγνιά του ήταν προσιτά σ' αυτόν, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε παίγνιο της επιλογής του. Όμως, η συμμετοχή του στο παίγνιο του "µπλακ τζακ", στο οποίο είχε ιδιαίτερη προτίµηση, δεν εξελισσόταν πάντα ομαλά. Ο ενάγων δεν αξιοποίησε την πρόσβαση στο καζίνο, που πέτυχε µε την άνω µε αριθµό 34089/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ώστε να αποκαταστήσει την "επιτυχημένη" συµµετοχή του στο παίγνιο "μπλακ τζακ", αλλά επιδόθηκε σε μια συστηματική προσπάθεια ανάδειξης των παρατυπιών, οι οποίες κατά τη γνώµη του ελάμβαναν χώρα κατά τη διεξαγωγή των τυχερών παιχνιδιών (και µπλακ τζακ), που διενεργούνταν υπό την αιγίδα της εναγόµενης. Η στόχευση αυτή του ενάγοντος, σε συνδυασμό µε τα αισθήματα αγανάκτησης και πικρίας που δημιουργούνταν στην εναγόµενη, επέφεραν ως αποτέλεσµα την υιοθέτηση µιας ιδιαίτερα εριστικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, τόσο προς το προσωπικό της εναγόµενης, όσο και έναντι των υπαλλήλων του Κλιμακίου Ελέγχου και Εποπτείας Καζίνο Θεσσαλονίκης, όταν αυτοί αρνούνταν να υιοθετήσουν τις αιτιάσεις του. Μάλιστα η ιδιαίτερη ένταση, µε την οποία ο ενάγων διατύπωνε τις παρατηρήσεις και τις αιτιάσεις του σχετικά µε τον κατά την άποψή του ορθό τρόπο διεξαγωγής των τυχερών παιγνίων, η οποία ιδιαίτερα συχνά εκτρεπόταν στην εκτόξευση υβριστικών χαρακτηρισµών, όχι µόνο σε βάρος του προσωπικού της εναγόµενης και των παρισταµένων υπαλλήλων του Κλιμακίου Ελέγχου και Εποπτείας Καζίνο Θεσσαλονίκης, αλλά και σε βάρος και των απόντων µελών της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο, είχε ως συνέπεια την επεισοδιακή κατάληξη των περισσότερων επισκέψεων του ενάγοντος στο καζίνο, καθώς η προκαλούµεν? απ' αυτόν αναστάτωση επέφερε τη διατάραξη της οµαλής λειτουργίας της επιχείρησης καζίνο της εναγόµενης. Ο ενάγων, µετά την έναρξη της αντιδικίας του µε την εναγόµενη, άρχισε να προβαίνει και σε πλήθος καταγγελιών ενώπιον των αρμόδιων Αρχών, µε αντικείµενο όχι µόνο τον τρόπο διεξαγωγής των τυχερών παιγνίων, αλλά και αναφορικά με τον γενικότερο τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης εναγόµενης, όπως η από 14-12-2005 καταγγελία προς το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, µε αντικείµενο φορολογικές παραβάσεις της εναγόµενης, η οποία είχε ως αποτέλεσµα την επιβολή προστίμου σε βάρος της τελευταίας. Από τις 06-07-2010, οπότε επιτράπηκε ξανά στον ενάγοντα η είσοδος στο καζίνο (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, και πάλι απαγορεύθηκε από 13-07-2010 έως 26-07-2010), µέχρι τις 09-11-2010, οπότε του απαγορεύθηκε εκ νέου η είσοδός του, κατά τα προεκτεθέντα, μεσολάβησαν διάφορα περιστατικά, που οδήγησαν την εναγόµενη να του απαγορεύσει την είσοδό του και ενδιαφέρουν την κρινόµενη υπόθεση. Έτσι, την 06:00 ώρα της 7ης Ιουλίου 2010 ο ενάγων εισήλθε στο καζίνο, συνοδευόμενος από τον Β. Β. και απευθυνόμενος προς τον τελευταίο σε τόνο που να γίνεται αντιληπτός από τους παρευρισκομένους είπε: "Δες πως επιτράπηκε εκ νέου Β. Είδες πως επιτράπηκε επιτέλους", ενώ μόλις κάθισε στο τραπέζι µπλακ τζακ, δήλωσε µεγαλόφωνα: "Αύριο θα σου φέρω και την κατάσταση µε τα ποσοστά, µε τα ποσοστά από τα μηχανήματα", απευθυνόμενος δε σε παρακαθήµενη παίκτρια: "Με την απόφαση τώρα. Με την απόφαση τώρα. Με την απόφαση. Πήραμε μαζί µας και την απόφαση. Την πήραμε για αύριο το πρωί. Πρωί πρωί για αυτόφωρο.... Επειγόντως το ανοίξανε το κομπιούτερ, επειγόντως Β.". Αμέσως δε και χωρίς να έχει πρόθεση να συμμετάσχει στο παιχνίδι, ρώτησε την κρουπιέρισσα. "Τι είναι αυτό το τραπέζι;" εννοώντας ποιο το ελάχιστο στοίχημα. Η κρουπιέρισσα του απάντησε "25άρι" και αµέσως ο εναγόµενος είπε: "Μάλιστα. Φωνάξτε τον έλεγχο του Υπουργείου παρακαλώ. Τι ώρα είναι, 5:07 ... Η διασφάλιση του παίκτη είναι να βγει όλη η τράπουλα κάτω, έτσι λέει ο Κανονισμός. Αυτό απαιτώ. Καταγγέλλω και απαιτώ ...... Οι κύριοι (εννοεί τους αρμόδιους ελεγκτές-δηµοσίους υπαλλήλους που ελέγχουν σε 24ωρη βάση το καζίνο) δεν τους επιβάλλουν τους κανονισμούς ...... Οι κύριοι εντεταλµένοι. Το µόνο που δεν διασφαλίζουν είναι τα συμφέροντα των πελατών". Σε ερώτηση του επιθεωρητή αν επιθυμεί κυβερνητικό, ο ενάγων ζήτησε τον έλεγχο του Υπουργείου, αναμένοντας δε τον ελεγκτή, άρχισε να λέει σε πελάτισσα: "Παίζαν παράνομα µέχρι 3 και... αυτό έγινε ύστερα από δική µου καταγγελία. Τώρα θα έχουµε και άλλα. Ας ελπίσουµε ότι δεν θα κάνουν καµιά ώρα. Δεν θα έρθουν από κανένα ξενοδοχείο. 3 πρέπει να είναι βάρδια εδώ και επιτόπου γίνεται ο έλεγχος λέει", υπονοώντας ότι οι ελεγκτές του δηµοσίου δεν παρευρίσκονται στο καζίνο, όπως επιβάλλεται από τον κανονισµό. Όταν εμφανίσθηκε ο ελεγκτής, ο εναγόµενος άρχισε να φωνάζει: "Θέλω να εφαρμοστεί πιστά το άρθρο 14 του παιχνιδιού, όσον αφορά όταν φεύγει ο τελευταίος παίκτης και όταν έρχεται νέος παίκτης στο τραπέζι. Να ακολουθηθεί η διαδικασία όπως στις παραγράφους 1 και 2, δηλαδή στο άνοιγμα και στο κλείσιμο. Για τη διασφάλιση των παικτών δεν πρέπει να γίνει;" και µε ακόμη πιο έντονη φωνή, ώστε να τον ακούν οι παίκτες:. "Οι κύριοι δεν τους επιβάλλουν τους Κανονισμούς. Και οι κύριοι εντεταλμένοι τόσα χρόνια. Όπως δεν τους επέβαλαν τα τρία κουτιά. Να δω εγώ τώρα τι θα κάνουν. Οι κύριοι εντεταλµένοι. Να διασφαλίζουν τα συμφέροντα και του κράτους και της επιχείρησης και των πελατών. Το µόνο που δεν διασφαλίζουν είναι τα συμφέροντα των πελατών. Όπως κάνουν και στα slot machines που κλέβουν. Θα φέρω αύριο τα χαρτιά μαζί µου για τα ποσοστά που δίνουν. Από αύριο όλα τα χαρτιά. 2%, 85% και πάνω λέει ο Κανονισμός. Όποιος θέλει θα του στείλω χαρτιά αύριο. Από αύριο θα φέρουμε και τα χαρτιά Β., εκείνα που έγινε έλεγχος, το δύο τοις εκατό. Αυτά τα λαμόγια. Αυτά τα λαμόγια. Τίποτα δεν ζητάμε, το νόµο ζητάμε. Κι αν δεν τους αρέσει πρόβλημά τους. Μάθανε τόσα χρόνια, µε τη συμβολή αυτών των κυρίων". Με τα ανωτέρω, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η εναγόµενη εξαπατά και κλέβει τους πελάτες της, µη αποδίδοντάς τους το νόμιμο ποσοστό κέρδους, παραβιάζοντας το νόµο και ότι τις παρανοµίες αυτές τις διαπράττει εξακολουθητικά επί σειρά ετών µε τη συνέργεια και τη συγκάλυψη των ελεγκτών του Δημοσίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας (07-07-2010), ο ενάγων το επισκέφθηκε και πάλι το καζίνο και πλησίασε αρκετούς παίκτες για να τους επιδείξει έγγραφα µε ποσοστά απόδοσης των μηχανημάτων ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα οποία κατά την άποψή του ήταν μικρότερα των νόμιμα προβλεπομένων, ώστε να καταστούν πειστικοί οι ισχυρισμοί του. Σε νέα του επίσκεψη στο καζίνο στις 09-07-2010 ο ενάγων προκάλεσε επεισόδιο, επί του θέματος της επαλήθευσης της ορθής σύνθεσης της τράπουλας, αποκαλώντας τους ελεγκτές "επίορκους", τον Πρόεδρο της Επιτροπής Καζίνο "λαμόγιο", το Ελληνικό Δημόσιο "οίκο ανοχής" και εις επήκοον όλων των παρευρισκόµενων, απευθυνόμενος στον ελεγκτή, είπε: "Εσείς είστε οι επίορκοι. Ναι εσείς. Κάντε µου μήνυση, τώρα φέρτε την αστυνομία. Επίορκοι, το ακούσατε, είστε επίορκοι κύριοι, Το ακούσατε; Να εκτελείτε τον κανονισμό του κράτους, εντάξει;". Επίσης, αργότερα σε υψηλό τόνο ο ενάγων δήλωσε τα εξής; "Το λαμόγιο ο Πρόεδρος της Επιτροπής. Αυτά που γράφει είναι λαμογίστικα. Ο Πρόεδρος τη Επιτροπής, τέως Αρεοπαγίτης ας γράψει και η κάµερα να το δει και να με κάνει μήνυση, δώσε την κάµερα στον πρόεδρο της επιτροπής και ο τέως Αρεοπαγίτης να την δει, να δει την κάµερα ότι δεν εκτέλεσε τον κανονισμό και ο κύριος αυτός, ρε εκτελέστε τον κανονισμό. Λένε τον τηρούν τον κανονισμό, µου έκαναν και μήνυση. Ότι λέει τους είπαν δήθεν ότι σέβονται τους κανονισμούς. Ψέματα είναι; Ψέματα είναι ότι δεν σέβονται τους κανονισμούς; Ψέματα είναι; Ακόμα και τώρα αποδεδειγμένα ψέματα είναι. Θα τα κάνω φέϊγ βολάν τώρα. Θα τα βγάλω υπό µορφή προκήρυξης. Θα τα ρίξω µε ελικόπτερο. Θα τα ρίξω αυτά τα ποσοστά εδώ και τώρα, αυτά τα ποσοστά εδώ. Οι εντεταλµένοι ελεγκτές του Δημοσίου αυτά εδώ τα ποσοστά που δίνουν, θα τα ρίξω µε ελικόπτερο. 2,76% πραγµατικό ποσοστό απόδοσης, περίοδος 1-6 µε 31-7 έγινε έλεγχος. Τους εντεταλµένους αυτούς ελεγκτές του δηµοσίου, τους νονούς, βαφτίσια έχουμε, βαφτίσια. Ξέρω εγώ περιμένουν. Αύριο θα πάρουν εγγράφως κιόλας την καταγγελία. Εγγράφως θα τη φέρουμε εδώ την καταγγελία. Είναι µπουρδέλο το κράτος, κοίταξε εκεί, συνεχίζουν και δουλεύουν έτσι τον κόσµο ..." (βλ. µε αριθµό 16600/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της µε αριθµό κατάθεσης 22540/2014 αγωγής της εδώ εναγόµενης κατά του εδώ ενάγοντας, µε την οποία η εκεί ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι ο εκεί εναγόµενος έχει υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από των αδικοπρακτική συμπεριφορά του, συνιστάµενη στη συκοφαντική δυσφήµηση που υπέστη απ' αυτόν από τα ισχυριζόµενα ενώπιον τρίτων δυσφηµιστικά σε βάρος της γεγονότα εν γνώσει της αναλήθειάς τους µε πρόθεση να βλάψει τη φήμη και την εμπορική της πίστη, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, στις οποίες περιλαμβάνεται και το χρονικό διάστηµα από 06-07-2010 έως 06-11-2010, κατά το οποίο είχε αρθεί η απαγόρευση εισόδου, µε την οποία το ανωτέρω δικαστήριο έκανε εν µέρει δεκτή την αγωγή, αφού δέχθηκε ότι τελέσθηκε το αδίκηµα της δυσφήµησης, καθώς ο εναγόµενος δεν τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του και αναγνώρισε ότι ο εναγόµενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ). Από τις 26-07-2010, οπότε ήρθη η απαγόρευση εισόδου, ο ενάγων επισκεπτόταν τακτικά το καζίνο της εναγόµενης. Κατά τις επισκέψεις αυτές, σηµειώνονταν διάφορα επεισόδια, όπου ο ενάγων κατηγορούσε τη διοίκηση του τους υπαλλήλους καζίνου για παραβίαση των νόµιµων όρων λειτουργίας του καζίνου και τους υπαλλήλους του Κλιμακίου Ελέγχου και Εποπτείας του Καζίνο Θεσσαλονίκης για συγκάλυψη των ανωτέρω παραβιάσεων, χρησιμοποιώντας ενίοτε λέξεις και φράσεις καθ' υπέρβαση του προσήκοντος µέτρου, όπως στη με αριθμ. πρωτ. ...-2010 αναφορά του προς το άνω Κλιμάκιο Ελέγχου, όπου αναφέρει: "Σας κατηγορώ ότι είστε Συμμορία, ότι είστε Λαμόγια, ότι είστε Απατεώνες, ΟΤΙ ΕΙΣΤΕ ΕΠΙΟΡΚΟΙ. Κουκουλοφόροι εκ του κουκουλώµατος". Αλλά και οι υπάλληλοι του οικείου Κλιμακίου Ελέγχου προέβησαν σε αναφορές σε σχέση µε τη συμπεριφορά του ενάγοντος, που διατάρασσε την οµαλή λειτουργία του καζίνου (βλ. τη µε αριθµ. πρωτ. ...-2010 αναφορά του υπεύθυνου του άνω Κλιμακίου Ελέγχου Π. Κ., καθώς και τη µε αριθµ. πρωτ. 400/13-10:2010 αναφορά του εντεταλµένου υπαλλήλου του άνω Κλιμακίου Α. Τ.). Επίσης, στις 05-11-2010 ο ενάγων εισήλθε στο καζίνο στις 19:09, κόβοντας σχετικό εισιτήριο, που του παρείχε ελεύθερη πρόσβαση για 24 ώρες. Στις 18:31 στις 06-11-2010 ξαναμπήκε στο καζίνο, κάνοντας χρήση του ισχύοντος εισιτηρίου που είχε αγοράσει την προηγούµενη ηµέρα και στις 20:28 της ίδιας ημέρας αγόρασε νέο εισιτήριο 24ωρης διάρκειας. Περί ώρα 20:04 στο τραπέζι παιγνίων ... η αρμόδια υπάλληλος του καζίνου τοποθέτησε τις κάρτες της τράπουλας στο μηχάνημα αυτόματου ανακατέµατος. Κατά τη στιγµή εκείνη µία κάρτα άσσος μπαστούνι έφυγε από το µηχάνηµα, χωρίς να το αντιληφθεί η υπάλληλος. Ο ενάγων, ο οποίος καθόταν σε τραπέζι παιγνίων κοντά στο ανωτέρω τραπέζι, σηκώθηκε και πλησίασε τον χώρο του άλλου τραπεζιού, όπου και στάθηκε πίσω αριστερά από την άνω υπάλληλο, αντιλαμβανόμενος δε την κάρτα που έπεσε στο πάτωμα, την πάτησε µε το πόδι του και στη συνέχεια έσκυψε, τη σήκωσε και την τοποθέτησε στην τσέπη του, χωρίς να αναφέρει κάτι. Αμέσως µετά, ζήτησε να γίνει ξανά καταμέτρηση της τράπουλας στο άνω τραπέζι ..., γνωρίζοντας ασφαλώς ότι θα έλειπε µία κάρτα, όπως και διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε περί ώρα 1:53, µε συνέπεια να δημιουργηθεί µεγάλη αναστάτωση (βλ. υπ' αριθμ. 710/2013 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, οποία επισκόπησε τον ψηφιακό δίσκο, όπου καταγράφηκαν τα ανωτέρω). Μετά τα ανωτέρω γεγονότα, στις 09-11-2010 η εναγόµενη µε τη µε ίδια ηµεροµηνία εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία γνωστοποίησε στον ενάγοντα αυθημερόν ότι του απαγορεύει την είσοδο στο καζίνο, επικαλούµενη τόσο ανωτέρω περιστατικό στις 06-11-2010, όσο και τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά που επισυνέβησαν µετά τις 06-07-2010, οπότε επιτράπηκε στον ενάγοντα η είσοδος στο καζίνο. Μετά την από 09-11-2010 απαγόρευση της εισόδου του ο ενάγων επιχείρησε ανεπιτυχώς να εισέλθει στο καζίνο της εναγόµενης στις 10-11-2010, οπότε έκτοτε του απαγορεύθηκε είσοδος, καθώς και κατά τις ακόλουθες επίµαχες ημερομηνίες: 31-03-2012, ....... 02-07-2012 και 03-07-2012. Μετά από τις ανωτέρω επισκέψεις του και την άρνηση του προσωτικού της εναγόµενης να του επιτρέψει την είσοδο στον χώρο του καζίνο, ο ενάγων κατέθετε προς το Κλιμάκιο Ελέγχου και Εποπτείας του Καζίνο Θεσσαλονίκης της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού της Διεύθυνσης Καζίνο, του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού χειρόγραφη αίτηση - αναφορά, πανομοιότυπου περιεχοµένου, µε τις οποίες διαμαρτυρόταν για την επιβληθείσα σ’ αυτόν απαγόρευση εισόδου και ζητούσε από τους υπαλλήλους της άνω Υπηρεσίας τη γνωστοποίηση µιας σειράς δεδοµένων, τα οποία σχετίζονταν µε την ένδικη απαγόρευση. Από την αρχή της αντιδικίας µεταξύ των διαδίκων και µε αφορμή αυτήν εκδόθηκε πλήθος αποφάσεων, τόσο από τα πολιτικά, όσο και από τα ποινικά δικαστήρια, αλλά και πολυάριθμες απαφάσεις της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας των καζίνο, που καταδεικνύουν την ένταση και τη χρονική διάρκεια της μεταξύ τους αντιδικίας. Αφού λήφθηκαν υπόψη όλες οι αποφάσεις που προσκοµίστηκαν µε επίκληση από τους διαδίκους, ακολουθεί αναφορά στις κατωτέρω, οι οποίες αφορούν το επίδικο χρονικό διάστηµα της απαγόρευσης εισόδου, η οποία ξεκίνησε στις 09-11-2010. Με τη µε αριθµό 4726/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της με αριθμό κατάθεσης 14765/2012 αγωγής της εδώ εναγόµενης κατά του εδώ ενάγοντος, µε την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι επιβληθείσες στον ήδη ενάγοντα απαγορεύσεις εισόδου, που του γνωστοποιήθηκαν στις 13-07-2010 και 09-11-2016, ήταν σύννομες και, ειδικά ως προς την τελευταία, ότι τον υποχρεώνει να απέχει απ? κάθε επίσκεψή του στο καζίνο από την ανωτέρω ηµεροµηνία και διαρκώς στο μέλλον και να υποχρεωθεί να παραλείπει να προσέρχεται στις εγκαταστάσεις του καζίνου µε την απειλή χρηµατικής ποινής ποσού 5.000 ευρώ για κάθε παράβαση, κρίθηκε ότι αγωγή είναι µη νόµιµη, καθώς το άνω αίτημα δεν αναφέρεται σε έννοµη σχέση, αλλά σε νοµική κατάσταση, περαιτέρω, δε, ότι "..... στην ίδια την ενάγουσα (εδώ εναγόµενη) παρέχεται εκ του νόµου και δη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 10 Ν. 2206/1994 το κυριαρχικό δικαίωµα να απαγορεύει και, μάλιστα, αναιτιολόγητα την είσοδο οποιουδήποτε προσώπου στο χώρο του καζίνο ... η ενέργεια, όµως, περί απαγόρευσης εισόδου είναι ... κατ' αρχήν νόµιµη, με την επιφύλαξη της καταχρηστικότητας της εν λόγω αντίθεσής της στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και στις απορρέουσες από το άρθρο 281 ΑΚ αρχές ... Το εκ του νόµου παρεχόµενο κυριαρχικό δικαίωμα της ενάγουσας (εδώ εναγόμενης) να προβεί στην επίµαχη απαγόρευση εισόδου του ενανόµενου (εδώ ενάγοντος) στο χώρο του προοναφερόµενου καζίνου δεν θεμελιώνει οπωσδήποτε ενοχή του τελευταίου να απέχει από την εν γένει προσέλευση στις εγκαταστάσεις του καζίνου και, µάλιστα, µε την έννοια της υποχρεωτικότητας και της δυνατότητας εξαναγκασμού του σε συμμόρφωση ... Αντιθέτως, η ενάγουσα δύναται να αποκρούει την είσοδό του, εφόσον αυτός προσέρχεται µε σκοπό να εισέλθει εντός του καζίνου, επί τη βάσει της εκ µέρους της ληφθείσας απόφασης περί απαγόρευσης εισόδου του µέχρι του χρονικού εκείνου σημείου κατά το οποίο, είτε η ίδια προχωρήσει αυτοβούλως στην άρση της απαγόρευσης αυτής, δοθέντος ότι η απόφασή της περί απαγόρευσης είναι ελεύθερα ανακλητή από αυτή σε οποιαδήποτε χρονική στιγµή, είτε ανατραπεί η εν λόγω απ?φασή της κατόπιν θετικής δικαστικής διάγνωσης περί της καταχρηστικότητάς της και της συνεπεία αυτής παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του εναγόµενου ...". Επίσης, µε τη µε αριθµό 5369/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσολονίκης επί αγωγής µε όμοιο µε την κρινόµενη περιεχόμενο, που αφορούσε την απαγόρευση εισόδου του ενάγοντος σε μεταγενέστερες των επίδικων ημερομηνίες, σύµφωνα µε την από 09-11-2010 απαγόρευση εισόδου, κρίθηκε ότι η απαγόρευση αυτή έλαβε χώρα για να προστατευθεί η ομαλή λειπουργία της επιχείρησης της εναγόµενης, µε την αποφυγή της αναστάτωσης και της διατάραξης, που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ένταση, χρονική διάρκεια και επανάληψη, καθώς και ότι η συμπεριφορά αυτή, σε συνδυασμό µε τη διαιώνιση της δικαστικής διαμάχης του ενάγοντος µε την εναγόµενη, καθιστά βάσιµο τον αποκλεισμό του ενάγοντος από οποιαδήποτε πρόσβαση στην επιχείρησή της, προκειµένου να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της και απέρριψε την αγωγή. Με τις µε αριθµό 20280, 20281 και 20282/2016 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που αφορούσαν παραβίαση του άρθρου 232 ΠΚ από τους κατηγορούμενους που είχαν τις ιδιότητες του διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, του γενικού διευθυντή του καζίνο, του διευθυντή ασφαλείας, του αναπληρωτή γενικού διευθυντή, του υπαλλήλου υποδοχής, του προϊσταμένου ασφαλείας, του διευθυντή της αίθουσας του καζίνο, του διευθυντή ηλεκτρονικών παιγνίων, κατά περίπτωση, ήτοι, µη συμμόρφωση σε διάταξη δικαστικής απόφασης και συγκεκριµένα στην ανωτέρω µε αριθµό 34089/2002 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τις ημερομηνίες 10-11-2010, 16-11-2010, 19-11-2010, 14-7-2010 και από 5-7-2012 έως 2-10-2012, όπου παραστάθηκε ο εδώ ενάγων ως πολιτικώς ενάγων, άπαντες οι κατηγορούµενοι κηρύχθηκαν αθώοι, µε το σκεπτικό ότι η απ? 09-11-2010 απαγόρευση εισόδου του ενάγοντος στο καζίνο επιβλήθηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 10 εδ. β'του ν. 2206/1994 και του άρθρου 5 παρ. 1 περ. γ της µε αριθµό Τ/6736/01.07.2003 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος που προηγήθηκε της άνω απαγόρευσης συνιστά σπουδαίο λόγο, για τον οποίο δικαιολογούταν, αλλά και επιβαλλόταν η απαγόρευση εισόδου για το επόμενο διάστηµα, δεδομένου ότι τα γεγονότα που επισυνέβησαν στις 06-11-2010, αλλά και μεταξύ 6 και 13-07-2010, δεν καλύπτονται από το δεδικασµένο της ανωτέρω απόφασης, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας μεταξύ της διαφοράς που ανέκυψε από την από 21-06-2000 απαγόρευση εισόδου και της διαφοράς που ανέκυψε από την από 09-11-2010 απαγόρευση εισόδου. Τέλος, με τις με αριθμό 3176 και 3178/2018 αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι οι εκεί κατηγορούμενοι που είχαν τις προαναφερθείσες ιδιότητες, κατά περίπτωση, σε σχέση με την επιχείρηση της εναγομένης, για το ίδιο ως άνω αδίκημα, αλλά για διαφορετικές ημερομηνίες (07-09-2011, 15-03-2014, 15-11-2013), µε το ίδιο ως άνω σκεπτικό των µε αριθµό 20280, 20281 και 20282/2016 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η απαγόρευση εισόδου που επιβλήθηκε σε βάρος του ενάγοντος από την εναγόµενη στις 09-11-2010, κατ' εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 10 εδ. β' του Ν. 2206/1994 και καταλαμβάνει και τις επίδικες ημερομηνίες απαγόρευσης εισόδου έλαβε χώρα προς τον σκοπό προστασίας της οµαλής λεπουργίας της επιχείρησης της ενανόµενης, µε την αποφυγή της αναστάτωσης και της διατάραξης, που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ένταση, χρονική διάρκεια και επανάληψη, η δε συµπεριφορά αυτή, σε συνδυασμό µε διαιώνιση της δικαστικής διαμάχης του ενάγοντος µε την εναγόµενη, καθιστά βάσιµο τον αποκλεισμό του ενάγοντος από οποιαδήποτε πρόσβαση στην επιχείρησή της, προκειµένου να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της, ενώ δεν αποδείχθηκε κανένα πραγµατικό γεγονός, από το οποίο να προκύπτει καταχρηστικός χαρακτήρας της ανωτέρω απανόρευσης. Κατά συνέπεια, η επιβολή της τελευταίας από την εναγόµενη έλαβε χώρα στο πλαίσιο της άσκησης νόμιμου δικαιώματός της και δεν συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη και, ως εκ τούτου, προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, σύµφωνα µε τα εκτιθέµενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή του, κατά της αναιρεσίβλητης, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, από την απαγόρευση εισόδου του στο καζίνο της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, από τις 6-7-2010, οπότε σε εκτέλεση της 34089/2002 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επιτράπηκε από την αναιρεσίβλητη ξανά στον αναιρεσείοντα η είσοδος στο καζίνο της, µέχρι τις 09-11-2010, όταν του απαγορεύθηκε η είσοδος, μεσολάβησαν διάφορα επεισόδια στις εγκαταστάσεις του καζίνο της τελευταίας, που προκάλεσε ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων τα αναφερόμενα αναλυτικά στις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, που έλαβαν χώρα στις 7-7-2010, 9-7-2010 και στις 6-11-2010, από τα οποία προκλήθηκε αναστάτωση και διατάραξη στη λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης και τα οποία οδήγησαν την τελευταία να του απαγορεύσει την είσοδο, στις 9-11-2010, με την υπό την ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση, με σκοπό την προστασία της οµαλής λειτουργίας της επιχείρησης της, µε την αποφυγή της αναστάτωσης και της διατάραξης, που προκαλούνταν από την περιγραφόμενη συμπεριφορά του, για την οποία δέχθηκε ότι χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ένταση, χρονική διάρκεια και επανάληψη, μετά δε την παράθεση των άνω περιστατικών, το Εφετείο δέχθηκε ότι η επιβολή της απαγόρευσης εισόδου από την αναιρεσίβλητη έλαβε χώρα στο πλαίσιο της άσκησης νόμιμου δικαιώματός της και δεν συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη και, ως εκ τούτου, προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε τις προεκτεθείσες διατάξεις, μεταξύ των οποίων αυτές του άρθρου, 8 παρ. 1 ν. 2160/1993 και του άρθρου 3 παρ. 10 του επακολουθήσαντος ν. 2206/1994, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, λόγω της απαγόρευσης της εισόδου του, στο καζίνο της αναιρεσίβλητης, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη συμπεριφορά. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν καταφάσκεται η συνδρομή της εκ των θεμελιωτικών της από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, προϋπόθεσης, της παράνομης δηλαδή ενέργειας της τελευταίας, με την απαγόρευση της εισόδου του στο καζίνο, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως αντικείμενη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ως καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, προσέβαλε την προσωπικότητά του. Και τούτο διότι, με βάση όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το Εφετείο, σχετικά με τα πιο πάνω επεισόδια, τα οποία προηγήθηκαν της απαγόρευσης εισόδου του αναιρεσείοντος στο καζίνο της αναιρεσίβλητης, που έλαβε χώρα στις 9-11-2010, όπως παρατέθηκαν στις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά τις ίδιες παραδοχές δεν αποδείχθηκε κανένα πραγµατικό γεγονός, από το οποίο να προκύπτει καταχρηστικός χαρακτήρας της εν λόγω απαγόρευσης, η άσκηση του δικαιώματος της τελευταίας (της απαγόρευσης εισόδου στο καζίνο της), σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 10 εδ.β ν. 2206/1994, πράγματι δεν έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεν είναι καταχρηστική, ούτε αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 281 ΑΚ, και επομένως δεν είναι παράνομη, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος και να παρέχονται σ' αυτόν οι κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 αξιώσεις. Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παρα-δοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σε αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο διότι, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία θεμελιώνεται, πλήρως, το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η απαγόρευση εισόδου που επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 10 εβ. β του ν. 2206/2004, έλαβε χώρα στο πλαίσιο άσκησης νομίμου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και δεν υφίσταται παράνομη και υπαίτια ενέργειά της, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος από την επιβληθείσα σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη απαγόρευση της εισόδου του στο καζίνο της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η απαγόρευση εισόδου που επέβαλε σε βάρος του η αναιρεσίβλητη στο καζίνο της, έλαβε χώρα στο πλαίσιο της ενάσκησης νομίμου δικαιώματός της και δεν συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη και ως εκ τούτου προσβολή της προσωπικότητάς του, απορρίπτοντας κατόπιν τούτου την έφεσή του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις αυτές και κυρίως αυτές των άρθρων, 8 παρ. 1 εδ. δ ν. 2160/1993 και 3 παρ. 10 του επακολουθήσαντος ν. 2206/1994, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος, α) από τη με αριθμό, 2188/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της εκτέλεσης, με εκτελεστό τίτλο την 34089/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που καταδίκασε την αναιρεσίβλητη σε χρηματική ποινή, ποσού 5.000 ευρώ για κάθε στο μέλλον παραβίαση της υποχρέωσής της να επιτρέπει στον ίδιο (αναιρεσείοντα) την είσοδο στις εγκαταστάσεις της (καζίνο), με τις παραδοχές ότι η επιτασσόμενη άρση της προσβολής της προσωπικότητάς του από την άρνηση της αναιρεσίβλητης να του επιτρέπει την είσοδο στις εγκαταστάσεις της, καταλαμβάνει και το μέλλον και β) από την άνω με αριθμό 34089/2002 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η άρση της προσβολής της προσωπικότητάς του (αναιρεσείοντος) από την απαγόρευση της εισόδου του στις εγκαταστάσεις του άνω καζίνο και η παράλειψη της ίδιας συμπεριφοράς στο μέλλον, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλόμενη), ζήτημα, της καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας, εσφαλμένα, ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα αυτό από την τελευταία απόφαση. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια, αλλά μόνο αποσπασματικά το αντικείμενο των δικών που προηγήθηκαν, επί των οποίων εκδόθηκαν, η με αριθμό 2188/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί τελεσίδικη και η με αριθμό 34089/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχει καταστεί αμετάκλητη και τα ζητήματα που κρίθηκαν από τις αποφάσεις αυτές με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε διαλαμβάνονται όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, οι οποίες έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν συνέτρεχε περίπτωση δεδικασμένου ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα, που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, το δικαίωμα δηλαδή προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, από την απαγόρευση της εισόδου του στο καζίνο της αναιρεσίβλητης, στις 9-11-2010, που να δεσμεύει το δικαστήριο. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έχει διαφορετική ιστορική αιτία, δηλαδή στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, μεταγενέστερα εκείνων που στήριζαν την προηγούμενη αγωγή του, τα οποία απλώς αφηγηματικά αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από την προηγούμενη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 34089/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με το άνω διατακτικό και συνεπώς, το από την τελευταία απόφαση δεδικασμένο δεν εμποδίζει την έρευνα της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, από τη συγκριτική επισκόπηση των άνω δύο αποφάσεων, προκύπτει ότι η 34089/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έκρινε επί παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, από την απαγόρευση της εισόδου του στο καζίνο της αναιρεσίβλητης, στις 21-6-2000, η οποία κρίθηκε ως καταχρηστική, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της νέας προσβολής, που έλαβε χώρα, στις 9-11-2010, με τη νέα απαγόρευση εισόδου του (αναιρεσείοντος) στο καζίνο της αναιρεσίβλητης λόγω της προπεριγραφόμενης μεταγενέστερης συμπεριφοράς του, που εκδηλώθηκε σε χρονικό διάστημα κατά το οποίο του είχε επιτραπεί η είσοδος, σε εκτέλεση της 34089/2002 απόφασης. Επίσης, δεδικασμένο δεν υφίσταται ούτε από την 2188/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθόσον, το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, συνίσταται στο κύρος της εκτέλεσης, ως προς τις ποινές που επιβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα, με την 34089/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων, 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Έγγραφα δε, κατά την έννοια του άνω άρθρου, αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης, όπως αποφάσεις των πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους, τα οποία προσκομίζονται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 91/2023. AΠ 124/2022, ΑΠ 1086/2015). Δεν περιλαμβάνεται, όμως, στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 333/2023, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 272/2020). Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό 11687/2010 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από την απόφαση αυτή, προκύπτει ότι οι εκεί κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι, ενώ πράγματι με την απόφαση αυτή, ο Ν. Ζ. κηρύχθηκε ένοχος. Ο αναιρετικός, όμως, αυτός λόγος, με το παραπάνω περιεχόμενο είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν περιλαμβάνει τα αναγκαία, κατά τα εκτεθέντα στην άνω νομική σκέψη στοιχεία της επικαλούμενης πλημμέλειας. Και τούτο διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω έγγραφο, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν αποκλειστικά ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές παρατέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, ουδεμία αναφορά γίνεται στην άνω ποινική απόφαση ή στο περιεχόμενό της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραμόρφωση του περιεχομένου της, αλλά και διότι η κρίση του Εφετείου ότι η απαγόρευση εισόδου του αναιρεσείοντος στο καζίνο της αναιρεσίβλητης, έλαβε χώρα στο πλαίσιο νομίμου δικαιώματός της, για την προστασία της λειτουργίας της επιχείρησής της, με την αποφυγή αναστάτωσης και διατάραξης που προκαλούνταν από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, αλλά λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά προσκομιζόμενα έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017). Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα από αυτόν νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι: α) τη με αριθμό 218/2009 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή του (αναιρεσείοντος) κατά της Β07/1506/51/2009 Διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί έγκλησή του κατά του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, Γ. Δ. για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης του ίδιου, με το αναφερόμενο περιεχόμενο, β) τις με αριθμούς, 33684/2013 και 1857, 530/2014 αποφάσεις του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, με τις οποίες καταδικάστηκαν για συκοφαντική δυσφήμησή του, από κοινού, οι Γ. Γ. και Σ. Θ., με τις ιδιότητες του διευθύνοντος συμβούλου, νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης και γενικού Διευθυντή και Διευθυντή Ασφαλείας του καζίνο, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών καθένας, γ) Απόσπασμα Πρακτικού Απόφασης (24ης/2012) Συνεδρίασης της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο, της 29ης Οκτωβρίου 2012 που αφορούσε αναφορά, καταγγελία του και δ) Απόσπασμα Πρακτικού Απόφασης (20ης/2011) Συνεδρίασης της Επιτροπής Εποπτείας της Λειτουργίας των Καζίνο, της 16ης Ιουνίου 2011, με τις οποίες διαψεύονται όσα του καταλογίζονται σε βάρος του από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, ''και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που µε σαφή επίκληση νόµιµα προσκοµίζουν οι διάδικοι στο παρόν Δικαστήριο, τα οποία λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά µέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται και αποφάσεις επί άλλων πολιτικών και ποινικών υποθέσεων, που ανοίχθηκαν εξαιτίας της αντιδικίας που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων, μερικά από τα οποία έγγραφα θα μνημονευτούν στην παρούσα απόφαση, χωρίς όμως να παραληφθεί οποιοδήποτε κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης αυτής, και αφού γίνει υπόµνηση ότι όλα τα άνω αποδεικτικά µέσα συνεκτιµήθηκαν κατ' εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 106, 355, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, χωρίς να απαιτείται απ? το Δικαστήριο και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων (.....)'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγησή τους, καθορίζοντας τη βαρύτητα ή την επιρροή του καθενός στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από, 17-9-2021 αίτηση και τους από, 29-5-2024 πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της με αριθμό 608/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ