Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 891 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 891/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Φ. του Γ., 2) Δ. Φ. του Γ., 3) Π. Φ. του Δ. και 4) Ε. χας Γ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-5-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/2015 μη οριστική και 253/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 299/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2022 αίτησή τους και τους από 3-4-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 31-10-2022 (αριθμ. κατάθ. 48/8-11-2022) αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) το από 3-4-2022 (με αριθμ. καταθ. 68/11-4-2024) δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Με τα ως άνω δικόγραφα προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 299/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 299/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά των ήδη αναιρεσειόντων την από 23-5-2014 (με αριθμ. καταθ. 380/ΤΜ380/2014) αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 283/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου κατέβαλε στις 27/01/2011 στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους για επιδικασθέν κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων: α) στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 44.610,67 ευρώ, β) στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 44.610,67 ευρώ, γ) στον τρίτο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 11.028,69 ευρώ και δ) στην τέταρτη εναγόμενη και ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 3.583 ευρώ. Ότι, όμως, η ως άνω υπ' αριθμ. 283/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αναιρέθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 492/2012 απόφασης του Αρείου
ΙΙάγου (Δ' Πολιτικού Τμήματος). Ότι για το λόγο αυτό οι καταβολές, που έγιναν προς τους εναγόμενους, έχουν αποστερηθεί πλέον κάθε νόμιμης αιτίας και συνιστούν αδικαιολόγητο πλουτισμό αυτών, κατά το ποσό που εισέπραξε καθένας τους, σε βάρος της δικής της περιουσίας, τον οποίο (πλουτισμό) διατηρούν και έχουν αξιοποιήσει. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί έκαστος των εναγομένων να της καταβάλει το ποσό που εισέπραξε από εκείνη, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής (27/01/2011), άλλως από τη δημοσίευση της αναιρετικής απόφασης (23/03/2012) και άλλως, επικουρικώς, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η υπ'αριθμ. 326/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και εν συνεχεία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 253/2019 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 44.610,67 ευρώ, η πρώτη εναγομένη, το ποσό των 44.610,67 ευρώ ο δεύτερος εναγόμενος, το ποσό των 11.028,69 ο τρίτος εναγόμενος και το ποσό των 33.583 ευρώ η τέταρτη εναγομένη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής. Μετά την άσκηση έφεσης από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ'ουσίαν.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά, η αγωγή είναι αόριστη. Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή, πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δικαίου, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Η ανεπάρκεια, επομένως, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Η ποσοτική, δε, αοριστία της αγωγής ή η ποιοτική αοριστία αυτής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 14 του αυτού Κώδικα.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννάται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία η οποία δεν επακολούθησε ή έληξε ή είναι παράνομη ή ανήθικη. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Αντίθετα, δεν αποτελεί στοιχείο της ανωτέρω αγωγής ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός σώζεται, ο οποίος συνιστά ένσταση του εναγομένου, στηριζόμενη στο άρθρο 909 ΑΚ, όπως και ο ισχυρισμός ότι ο λήπτης γνώριζε ότι δεν υπήρχε χρέος, ο οποίος συνιστά ένσταση του εναγομένου, στηριζόμενη στο άρθρο 905 ΑΚ. Το δεύτερο, δε, εδάφιο της πρώτης παραγράφου του προπαρατεθέντος άρθρου 904 ΑΚ σημειώνει ενδεικτικά ορισμένες ειδικές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις, με τη μορφή παραλλαγών της άνω γενικής απαίτησης, οι οποίες δεν έχουν σημασία παρά μόνο για τα όρια εφαρμογής των ειδικών διατάξεων των άρθρων 905 έως 907 και 909, 911, 912 του ΑΚ. Μεταξύ, δε, αυτών είναι και εκείνες από αχρεώστητη παροχή και για αιτία λήξασα. Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου λόγω άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 726/2024, ΑΠ1524/2017,ΑΠ 577/2013,ΑΠ 1623/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το προπαρατεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1 ΑΚ, αφού περιείχε τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που έληξε. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, με το περιεχόμενο, που αναφέρεται πιο πάνω, δεν παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 904, 909,και 911 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτή απαράδεκτη (λόγω αοριστίας), ούτε έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις αναφορικά με το ότι αφενός μεν οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι δεν υπάρχει χρέος και αφετέρου ότι ο πλουτισμός σώζεται, δεν καθιστούν αόριστη την αγωγή αφού, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αποτελούν αναγκαίο του περιεχομένου της αγωγής, αλλά στοιχείο ενδεχόμενης ένστασης του εναγόμενου θεμελιούμενης στα άρθρα 905 και 909 ΑΚ, αντίστοιχα.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, που αποδίδουν, αντιστοίχως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ.1β`ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται άρρηκτα με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 745/2024,ΑΠ 1670/2023,ΑΠ 1220/2023 ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 679/2011). Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος, που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΑΠ 684/2024, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 1180/2022, ΑΠ 248/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες: 1) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 16, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση νόμου δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την υπ'αριθμ. 283/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, δεδομένου ότι αυτή αναιρέθηκε μερικά και όχι ολικά με την υπ'αριθμ. 492/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (Δ τμήμα ), και, επί πλέον, παρά το νόμο και με ελλιπείς αιτιολογίες δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την ως άνω υπ' αριθμ. 283/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μη αναιρεθέν τμήμα της το αφορών την αξίωσή τους από τη σύμβαση προαιρετικής ασφάλισης, 2) με τον τρίτο, δε, λόγο αναίρεσης προσάπτουν την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι α) λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την μερικώς αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 283/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, δεν εξέλιπε η αιτία για την οποία καταβλήθηκαν σε αυτούς τα αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, β) δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής δεν είχε εκδοθεί απόφαση από το δικαστήριο της παραπομπής μετά την αναίρεση της ως άνω απόφασης. Οι ως άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως εξής: Από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι, στην ερευνώμενη υπόθεση, οι εδώ αναιρεσείοντες, με αγωγή τους, την οποία έστρεφαν κατά της εδώ αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", ζητούσαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 44.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το περιγραφόμενο θανατηφόρο ατύχημα του συγγενούς τους Γ. Φ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 17/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις τόσο από τους ενάγοντες (εδώ εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες), όσο και από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (εδώ ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία άσκησε την έφεσή της υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης των εναγόντων. Το Εφετείο Ναυπλίου, με την υπ'αριθμ. 283/2010 απόφασή του, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της ως άνω εναγόμενης, ενώ δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, και αφού δέχθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 914 επ. και 932 ΑΚ, διότι, αφενός μεν η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ευθύνεται για τις προς τρίτους ζημίες δυνάμει σύμβασης προαιρετικής ασφάλισης και αφετέρου διότι οι ενάγοντες δεν θεωρούνται τρίτοι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 του ν. 489/1976, στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε αίτηση αναίρεσης και ο Άρειος Πάγος με την υπ'αριθμ. 492/2012 απόφαση του, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση, για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 2 παρ. 1,10 παρ. 1 του ν. 489/1976 και των άρθρων 1 παρ. 1, 25, 26 παρ. 1 ν. 2496/1971 (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ),και ειδικότερα διότι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην απόφαση "το γερανοφόρο όχημα το οποίο προκάλεσε το θανατηφόρο ατύχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος λειτουργούσε ως εργαλείο και όχι ως αυτοκίνητο και επομένως αυτό δεν υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα αλλά στην προαιρετική ασφάλιση αυτού ως εργαλείου, από την οποία ο τρίτος που ζημιώθηκε δεν έχει ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας". Το διατακτικό, δε, της ως άνω απόφασης ορίζει ότι "
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 283/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές".
Από τα ως άνω σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση της πιο πάνω απόφασης υπήρξε ολική, αφού με την παραδοχή του ως άνω λόγου, πλήττεται κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης.
Συνεπώς, η ως άνω αναιρεθείσα απόφαση απέβαλε την ισχύ της και, μετά ταύτα, έπαυσε να παράγει δεδικασμένο επί οιουδήποτε ζητήματος αυτή έκρινε, οι δε διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν την έκδοση αυτής (άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης. Ειδικότερα, αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος κρίνεται 1) ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης ο ερειδόμενος στους αριθμούς 16 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 623/2024, ΑΠ 1795/2023, ΑΠ 1006/2021,ΑΠ 685/2019, ΑΠ 166/2018) και ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου (ΑΠ 275/2024,ΑΠ 339/2023, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 1908/2008), 2) ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης ο ερειδόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στην ύπαρξη δεδικασμένου, που, κατά τα προαναφερθέντα, δεν απορρέει από την αναιρεθείσα υπ'αριθμ. 283/2010 απόφαση. Όσον αφορά, δε, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι, μετά την ολική, κατά τα άνω, αναίρεση της υπ αριθμ. 283/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, εξέλιπε ο λόγος, η αιτία, για την οποία καταβλήθηκαν τα επιδικασθέντα με αυτήν ποσά και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Επίσης, απορριπτέοι κρίνονται και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια 1) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι, η προσβαλλόμενη δεν ερεύνησε ισχυρισμό τους περί ύπαρξης δεδικασμένου, 2) από τους αριθμούς 16 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη πεπλανημένα θεώρησε ότι η ένσταση δεδικασμένου αφορούσε την υπ'αριθμ. 342/2016 απόφαση του Εφετείου, ενώ αφορούσε την υπ'αριθμ. 283/2010 απόφαση. Ειδικότερα, οι ως άνω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αντιφατικότητάς τους με τον ως άνω δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η πλημμέλεια της προσβαλλομένης συνίσταται στο ότι προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι δεν απορρέει δεδικασμένο από την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 283/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την πρωτοδίκως υποβληθείσα από αυτούς και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση συμψηφισμού της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από τον καθένα από αυτούς, με την απαίτηση που διατηρεί ο καθένας από αυτούς κατά της ενάγουσας, την οποία δύνανται να ασκήσουν πλαγιαστικά. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441 του ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, παρέχεται κατά νόμο η δυνατότητα αφενός στο δικαιούχο της ανταπαίτησης να αποσβέσει μονομερώς την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό, αφετέρου στους δανειστές και οφειλέτες να προβούν σε συμβατικό συμψηφισμό. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 221 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντα, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής. Δυνατότητα θεραπείας της αοριστίας της ένστασης με αναφορά σε άλλα έγγραφα, όπου αναφέρονται τα απαιτούμενα περιστατικά, δεν υφίσταται, κατ' ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή όσων ισχύουν για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 1701/2024, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 878/2021, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 84/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι τελευταίοι προς απόκρουση της αγωγής, πρόβαλαν, επικουρικά, την ένσταση συμψηφισμού απαίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από αδικαιολόγητο πλουτισμό με πλαγιαστική ανταπαίτησή τους κατά ίσης με τα ληφθέντα από αυτούς ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα , ότι με την αναίρεση της υπ'αριθμ. 283/2010 απόφασης δεν εθίγη το δικαίωμά τους να ασκήσουν πλαγιαστικά την αγωγή τους και επομένως προτείνουν σε συμψηφισμό την απαίτησή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης με τις ανταπαιτήσεις τους κατ αυτής, που συνίστανται στα ληφθέντα, από τον καθένα τους, χρηματικά ποσά. Την ένσταση αυτή επανέφεραν με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι "δεν γίνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, δηλαδή περιγραφή και ακριβές ποσό της ανταπαίτησης, που προτείνεται σε συμψηφισμό...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, με το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, η πιο πάνω ένσταση συμψηφισμού ήταν πράγματι αόριστη, αφού δεν γίνεται σαφής έκθεση των δικαιοπαραγωγικών γεγονότων της ανταπαίτησης που διατηρεί ο οφειλέτης τους έναντι της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία δύνανται οι ίδιοι να ασκήσουν πλαγιαστικά. Ειδικότερα , οι εναγόμενοι- εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν προσδιόρισαν με την ένδικη ένστασή τους αφενός τον οφειλέτη τους και την απαίτησή τους κατ αυτού και αφετέρου την απαίτηση του τελευταίου κατά της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία δύνανται να ασκήσουν οι ίδιοι πλαγιαστικά κατά της τελευταίας και την οποία προτείνουν σε συμψηφισμό.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ ορίζεται ότι, η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβέννυται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πλέον πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απόσβεση της υποχρέωσης προς απόδοση του πλουτισμού, ο οποίος επήλθε με τη λήψη χρημάτων χωρίς νόμιμη αιτία ή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε, επέρχεται και όταν ο λήπτης αναλίσκει το χρηματικό ποσό που έλαβε, πραγματοποιώντας δαπάνες για να αντιμετωπίσει ανάγκες, στις οποίες, άλλως, δεν θα προέβαινε. Η διάταξη του άρθρου 909 του ΑΚ, παρέχει στον εναγόμενο λήπτη της παροχής ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του ενάγοντος δότη για την επιστροφή της Ο κανόνας αυτός συμπορεύεται προς την αρχή της επιείκειας, επί της οποίας στηρίζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, η οποία, όπως, προϋποθέτει καλή πίστη του λήπτη έως το χρονικό σημείο που η ίδια η διάταξη θέτει, δηλαδή την επίδοση τη αγωγής. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου λήπτη ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά καταχρηστική ένσταση, καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος. Άρση ή μείωση του πλουτισμού και συνεπώς ολική ή μερική απόσβεση της υποχρέωσης απόδοσής του επιφέρει και η ανάλωσή του έως την επίδοση της αγωγής. Πρέπει, όμως, ο λήπτης να μην έλαβε αντάλλαγμα στη θέση του αρχικού πλουτισμού και να μην εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες αλλιώς θα είχε κάνει με ίδια μέσα, γιατί μόνον τότε αυτός δεν θα εξακολουθεί να είναι πλουσιότερος κατά το ως άνω απάλλαγμα ή την αξία των δαπανών που απέφυγε. Έτσι, ο πλουτισμός, θεωρείται ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες ούτως ή άλλως θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 450/2020, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 404/2016, ΑΠ 2167/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, αλλά αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία απέρριψε την θεμελιούμενη στο άρθρο 909ΑΚ ένσταση, την οποία πρόβαλαν παραδεκτά με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης οι αναιρεσείοντες, προς απόκρουση των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης πρόβαλαν πρωτοδίκως παραδεκτά, και επανέφεραν στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, την ένσταση ότι ο πλουτισμός τους δεν σώζεται διότι τον ανάλωσαν σε περιττές και πολυτελείς δαπάνες στις οποίες δεν θα προέβαιναν διαφορετικά. Ειδικότερα: 1) ότι η πρώτη εξ αυτών δαπάνησε τα αναφερόμενα ποσά σε ταξίδια αναψυχής και στην μη αναγκαία αντικατάσταση κουφωμάτων και θερμαντικών σωμάτων της οικίας της, 2) ο δεύτερος εξ αυτών δαπάνησε το ληφθέν ποσό δίδοντάς το στα παιδιά του για να το χρησιμοποιήσουν σε ταξίδια αναψυχής, 3) η τρίτη εξ αυτών δαπάνησε τα αναφερόμενα ποσά σε δωρεές σε μοναστήρια, ταξίδια διακοπών, νυκτερινές διασκεδάσεις, και αγορά πολυτελών ενδυμάτων και υποδημάτων, 4) ο τέταρτος εξ αυτών δαπάνησε τα αναφερόμενα ποσά για την ανακαίνιση ιερού ναού, αγορά πολυτελών ενδυμάτων και υποδημάτων για τη σύζυγό του, ταξίδια διακοπών και νυκτερινές διασκεδάσεις. Επί του ισχυρισμού αυτού, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "....Περαιτέρω, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τον έκτο λόγο της έφεσης την ένσταση του άρθρου 909 ΑΚ η οποία απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως αόριστη, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι ο ως άνω πλουτισμός τους δεν σώζεται, καθόσον, η πρώτη των εναγομένων τον δαπάνησε σε ταξίδια, πηγαίνοντας διακοπές μαζί με την αδελφή της Π. στην Τήνο και την Μυτιλήνη, αντικαθιστώντας τα κουφώματα και τα θερμαντικά σώματα, ο δεύτερος των εναγομένων τα έδωσε στα παιδιά του για να το χρησιμοποιήσουν σε ταξίδια διακοπών, όπως και έγινε, η τρίτη των εναγομένων μέρος των χρημάτων δώρισε σε μοναστήρια και εκκλησίες και το υπόλοιπο το ξόδεψε σε ταξίδια διακοπών και για νυχτερινή διασκέδαση στην Αθήνα και ο τέταρτος επίσης για ταξίδια, νυχτερινή διασκέδαση και αγορά πολυτελών ενδυμάτων και υποδημάτων στην σύζυγό του. Ωστόσο, οι ανωτέρω δαπάνες προκλήθηκαν στην περιουσία των ληπτών συγκυριακά, απλώς επειδή συνέπεσε να κατέχουν τον πλουτισμό και συνεπώς δεν υφίσταται λόγος απόσβεσης της ευθύνης τους, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την ένσταση απόσβεσης της υποχρέωσης απόδοσης του πλουτισμού στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 909 ΑΚ, την οποία, έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, το Εφετείο απέρριψε την σχετική ένσταση με την ασαφή, αόριστη και ελλιπή αιτιολογία ότι οι δαπάνες "προκλήθηκαν" "συγκυριακά" "απλώς επειδή συνέπεσε να κατέχουν τον πλουτισμό" χωρίς να προσδιορίζει για καθένα των ενισταμένων αφενός μεν αν αποδείχθηκε η πραγματοποίηση των συγκεκριμένων δαπανών για καθένα από αυτούς μέχρι την άσκηση της αγωγής, με τα ποσά που αυτοί έλαβαν για την κατά τα άνω αιτία που έληξε και αφετέρου αν οι τελευταίοι έλαβαν αντάλλαγμα στη θέση του αρχικού πλουτισμού, αν εξοικονόμησαν δαπάνες, στις οποίες αλλιώς θα είχαν προβεί με ίδια μέσα, ή αν αντίθετα τα ληφθέντα ποσά αναλώθηκαν σε δαπάνες οι οποίες δεν θα γίνονταν αν οι λήπτες δεν είχαν αποκτήσει τον πλουτισμό. Εξαιτίας, δε, των ελλείψεων αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν το Εφετείο εφάρμοσε ορθά ή όχι, την ανωτέρω κρίσιμη διάταξη ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο ως άνω πέμπτος αναιρετικός λόγος, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της.
Περαιτέρω, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 273/2024, ΑΠ 651/2022, ΑΠ 1126/2013, ΑΠ 1740/2012). Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει, προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, προς απόκρουση των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης πρόβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως, και επανέφεραν στο Εφετείο με σχετικό λόγο έφεσης, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκουμένου δικαιώματος της ήδη αναιρεσίβλητης, επικαλούμενοι για τη θεμελίωση αυτής το ότι : 1) "έχασαν τον αγαπημένο τους Γ. Φ.", 2) η ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου ομόρρυθμη εταιρεία κατέβαλε ανελλιπώς στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία τα ειδικά ασφάλιστρα για κινδύνους από την χρήση του γερανού στα πλαίσια προαιρετικής ασφάλισης 3) ότι αδυνατούν να επιστρέψουν και μάλιστα εν μέσω οικονομικής κρίσης τα ληφθέντα ποσά, τα οποία κατανάλωσαν σε περιττές δαπάνες έχοντας την πεποίθηση ότι δεν θα τα επιστρέψουν,4) ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει το νομικό και ηθικό δικαίωμα να ασκεί τις επίδικες αξιώσεις της αφενός διότι εισέπραττε ανελλιπώς τα ασφάλιστρα για το ζημιογόνο αυτοκίνητο και αφετέρου διότι αποδέχθηκε την ευθύνη της για αποζημίωση προσφέροντας το ποσό των 50.000 ευρώ πριν τη συζήτηση της ένδικης αγωγής. Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ένσταση της αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι τα εν λόγω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την ανωτέρω διάταξη, ως προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, την άσκηση των αγωγικών αξιώσεων, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς ο έκτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 αλλά αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται. Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι και τυχόν πρόσθετοι) έφεσης, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν η (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση της αγωγής ή το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1226/2023 ΑΠ 20/2023, ΑΠ 1446/2022,19/2020, ΑΠ 793/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό τους, τον οποίο πρόβαλαν πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και επανέφεραν με τον όγδοο λόγο της από 25-10-2019 έφεσής τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και με τον οποίο ισχυρίζονταν ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της καταβολής τόκου από τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, αφενός διότι είναι άκυρες οι προς αυτούς επιδόσεις και αφετέρου διότι, ενόψει του ότι η ευθύνη τους προς απόδοση του πλουτισμού γεννήθηκε μετά την έκδοση της επιμ 342/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, στην ένδικη αγωγή δεν αναφέρεται ότι η τελευταία τους επιδόθηκε. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες, δεν αποτελούν "πράγμα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε, αφού αποτελούν άρνηση της συνδρομής των προϋποθέσεων της υποχρέωσης καταβολής τόκου σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α' και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης της αγωγής και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε, ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη, να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της όχλησης που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον πέμπτο λόγο αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. β`, δ` ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ,λόγω της ήττας της, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 299/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ