ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 892 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 892/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. του Γ., 2) Π. Δ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η από 2-9-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της 168/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας δεν εισάγεται για συζήτηση, ως προς τους 1ο και 2ο των αναιρεσειόντων, Γ. Δ. και Π. Δ., αντίστοιχα.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Κλάδου Υγείας του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αλεξάνδρα Λαμπροπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-9-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 3η των αναιρεσειόντων και το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση τόσο γι' αυτόν, όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσότερους διαδίκους. Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου, η δήλωση του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του καλούντος διαδίκου, ότι δεν εισάγεται ως προς αυτόν η υπόθεση, μη προβλεπόμενη ειδικά από τον ΚΠολΔ, δεν έχει την έννοια παραίτησης από ασκηθείσα αγωγή, ένδικο μέσο κλπ, αλλά πρέπει να νοηθεί ως δήλωση παραίτησης του διαδίκου από το δικαίωμα της κλήσης προς συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον πληρούται ο τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, καταχώρηση δηλαδή στα πρακτικά, ή αναφορά στις προτάσεις, ή επίδοση δικογράφου στον αντίδικο, έχει ως αποτέλεσμα, εάν έχει γίνει κλήση να θεωρείται μη ασκηθείσα, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 παρ.1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξης. (ΑΠ 1370/2023, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 1080/2008, 148/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, φερόμενοι ως εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Σπυρίδωνα Κρίκο. Οι αναγραφόμενοι στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας απόφασης, ως απόντες αναιρεσείοντες Γ. Δ. και Π. Δ. δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο. Ο ανωτέρω,δε, δικηγόρος, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, με προφορική του δήλωση, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δήλωσε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται ως προς αυτούς. Πλην όμως, δεν προκύπτει η παροχή προς αυτόν οποιασδήποτε πληρεξουσιότητας από τους εν λόγω απολιπόμενους αναιρεσείοντες. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, δεν υφίσταται νόμιμη επίσπευση της συζήτησης από τους απολιπόμενους αναιρεσείοντες, ούτε νομότυπη παραίτηση αυτών από την αίτησή τους.

Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη και του ότι στην ένδικη υπόθεση υπάρχει απλή ομοδικία μεταξύ των περισσοτέρων αναιρεσειόντων, πρέπει, ως προς αυτούς, να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης (ΑΠ 44/2024,ΑΠ 89/2021, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 650/2016,ΑΠ 673/2013, ΑΠ 610/2011, ΑΠ 1080/2008).

Η κρινόμενη από 2-9-2022 (γεν. αριθμ. καταθ. 47/23-9-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 168/24-3-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη με αριθμό 168/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης : Το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας ( Ε.Ο.Π.Υ.Υ)" άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την υπ'αριθμ. έκθ. κατάθ. 60/1-10-2018, αγωγή του, με την οποία εξέθετε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων Γ. Δ. οδηγώντας το αναφερόμενο ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου Π. Δ. και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του Π. Ζ., ο οποίος κρίθηκε συνυπαίτιος κατά ποσοστό 40 % στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του δυνάμει της υπ' αριθμ. 104/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Ότι, το ίδιο, το οποίο είναι καθολικός διάδοχος του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων", στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο θανών, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 55.348,45 ευρώ για τα αναγκαία νοσήλεια περίθαλψης του τελευταίου, με αποτέλεσμα να υποκατασταθεί στα δικαιώματα αυτού και των νομίμων κληρονόμων αυτού. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενο ότι έλαβε γνώση του ζημιογόνου γεγονότος την 28-11-2016 ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το συνολικό ποσό των 55.348,45 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την υπ'αριθμ. 6/2020 οριστική απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχόμενο την ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντα, που πρότειναν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες. Μετά την άσκηση της από 4-2-2020 ( αρ. καταθ. 17/2020) έφεσης από το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατ' ουσίαν και το δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 6/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κράτησε την υπόθεση και αφού απέρριψε την ένσταση παραγραφής,δεχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ/τος 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 ορίζεται ότι "επιφυλασσόμενης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν 1846/1951, εφόσον ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειας του, δύνανται να αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωση δια ζημίαν προσγενομένη αυτοίς, συνεπεία ασθένειας, αναπηρίας η θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ δι' ό ποσόν οφείλει ασφαλιστικός παροχάς, εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' ά ειδικότερο θέλει ρυθμισθεί δια β.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμη του Δ. Σ. του ΙΚΑ".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του εκδοθέντος, κατά την παραπάνω εξουσιοδότηση, με αριθ. 226/1973 β.δ/γμα, "Περί τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ, οφειλομένων προς τους ασφαλισμένους ή τα μέλη της οικογένειας των εκ προσγενομένης αυτοίς ζημίας παρά του προς αποζημίωση υπόχρεου", ορίστηκε ότι, "το ποσόν μέχρι του οποίου τυχόν αξίωσις του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειας του προς αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς λόγω ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υπόχρεου μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ, συμφώνως με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. δ/τος 4104/1960 όπως αντικατεστάθη υπό του άρθρου 18 του ν. 4476/85, καθορίζεται δι' αποφάσεως του διοικητού του ΙΚΑ". Τέλος, με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 προστέθηκε στην παρ. 5 του άρθρου 10 ν. δ/τος 4104/1960 διάταξη με την οποία ορίζεται ότι, "Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμψηφισμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι αξιώσεις για αποζημίωση που γεννήθηκαν μετά την ισχύ τελευταίου νόμου (1654/1986), η οποία αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (24-11-1986), σύμφωνα με το άρθρο 43 αυτού, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, αρκεί, δε, το γεγονός ότι κατά το χρόνο της ζημιογόνου ενέργειας υπήρχε μεταξύ του ασφαλισμένου και του ΙΚΑ ενεργός σχέση κοινωνικής ασφάλισης, δυνάμει της οποίας ο ασφαλισμένος δικαιούτο παροχές, αδιάφορα αν αυτές έχουν καταβληθεί ή όχι από το ΙΚΑ. Προϋπόθεση, επίσης, της μεταβίβασης της αξίωσης του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ είναι να δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωση από τον τρίτο, να υφίσταται, δηλαδή, ζημία που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του τρίτου. Ακολούθως, με το άρθρο 17 του ν. 3918/2011 (A' 31/2.3.2011) συστάθηκε, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, νέος φορέας κοινωνικής ασφάλισης κατ' άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 1 του ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α' 41), με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με σκοπό την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και προστατευόμενα μέλη των οικογενειών, των μεταφερόμενων σε αυτόν φορέων, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 ορίζεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως ισχύει, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Η αξίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παραγράφεται μετά πενταετία, η οποία αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου". Η παράγραφος αυτή διαμορφώθηκε ως άνω μετά την θέση σε ισχύ του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, δηλαδή μετά την 11-7-2014. Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 55 του ν. 4272/2014, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του. Ο τελευταίος αυτός νόμος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 145/11-7-2014. Στο δε άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 ουδεμία ειδικότερη αναφορά γίνεται σχετικά με την ισχύ του. Έτσι, μετά την επέκταση των ως άνω διατάξεων (της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960, καθώς και των διατάξεων του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973) και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του Ι.Κ.Α.- ΟΠΑΔ, δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011), με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014 (ΦΕΚ A 145/11.7.2014 με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευση του), η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού (στις 11-7-2014) και δεν καταλαμβάνουν γεννημένες αξιώσεις πριν από αυτό το χρονικό σημείο.

Συνεπώς, το κρίσιμο χρονικό σημείο είναι η ημερομηνία που συνέβη το επίδικο ατύχημα, οπότε και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου δικαιούχου της αποζημίωσης (ΑΠ 313/2025, ΑΠ 266/2025,ΑΠ 702/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 738/2003).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω πενταετής παραγραφή, που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος, αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στην πενταετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της πενταετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1207/2023, ΑΠ 655/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν ( ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27,28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται ( ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 313/2025).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 168/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναίρεσης ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το εκκαλούν (ήδη αναιρεσίβλητο) με το μοναδικό λόγο της έφεσης παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι οι επίδικες αξιώσεις του ιδίου, το οποίο υποκαταστάθηκε στις αντίστοιχες απαιτήσεις του δικαιούχου της αποζημίωσης - ασφαλισμένου του και ήδη των νομίμων κληρονόμων του, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 κ.ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007, έναντι της τρίτης εναγομένης (και ήδη τρίτης αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρείας και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 εδάφ. α' ΑΚ, ως προς τον υπαίτιο οδηγό, που ορίζουν ως χρόνο έναρξης της παραγραφής τον χρόνο του ατυχήματος και, κατά παραδοχή της άνω προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης, απέρριψε την αγωγή του, εφόσον εφαρμοστέα τυγχάνει η ειδικότερη και νεώτερη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 29 του Ν. 3918/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 4272/2014 και ορίζει ότι "η αξίωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. παραγράφεται μετά πενταετία, η οποία αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό".

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, το εκκαλούν - ενάγον έλαβε γνώση του ζημιογόνου γεγονότος στις 28-11-2016, οπότε παραλήφθηκε από το ίδιο, με αριθμό πρωτ. ...-2016, το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Ι.Κ.Α. Βόλου, με θέμα "Αποστολή φακέλων ατυχημάτων υπαιτιότητας τρίτου Α' τριμήνου 2012", οπότε τότε αφετηριάζεται και ο χρόνος παραγραφής της αξίωσής του, που δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο άσκησης της υπ' αριθ. κατάθεσης 60/1-10-2018 αγωγής του και συνεπώς η αξίωσή του έναντι των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων δεν έχει παραγραφεί. Ο άνω λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος, σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, καθώς η παραγραφή της αξίωσης υποκατάστασης του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στην αξίωση αποζημίωσης του παθόντος ασφαλισμένου του έναντι των τρίτων, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4272/2014 άρχισε να τρέχει από την επομένη του ατυχήματος, ήτοι την 21-3-2012, εφόσον δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νεώτερου νόμου, ήτοι 11-7-2014, κατέστη σε κάθε περίπτωση πενταετής και αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον Οργανισμό. Συγκεκριμένα, η άνω πενταετής παραγραφή για το ενάγον και ήδη εκκαλούν άρχισε την 28-11-2016, οπότε περιήλθε στον Οργανισμό με αριθμό πρωτ. εισερχ. ...-2016, το υπ' αριθ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. Περιφερειακού Καταστήματος Βόλου, με θέμα "Αποστολή φακέλων ατυχημάτων υπαιτιότητας τρίτου Α' τριμήνου 2012", οπότε έλαβε γνώση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος σε βάρος του παθόντος, ασφαλισμένου του στο Ι.Κ.Α., Π. Ζ., το οποίο έλαβε χώρα την 20-3-2012 στον Βόλο, και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο άσκησης της υπ' αριθ. κατάθεσης 60/1-10-2018 αγωγής του εκκαλούντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και συνεπώς η αξίωσή του αποζημίωσης έναντι των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων λόγω υποκατάστασής του δεν αποσβέστηκε λόγω παραγραφής. Πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά στον δεύτερο εναγόμενο, Π. Δ., ο οποίος στην ένδικη αγωγή ενάγεται μόνο ως ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 του ν. ΓπΝ71911, και όχι ως προστήσας τον αδικοπραγήσαντα πρώτο εναγόμενο οδηγό (ΑΚ 914, 922), η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης του εκκαλούντος έναντι αυτού (δευτέρου εναγομένου) πριν την ισχύ της νεώτερης διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 29 του Ν. 3918/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 4272/2014, ρυθμιζόταν από το άρθρο 7 του Ν. ΓπΝ/1911, ήταν δηλαδή διετής και άρχιζε από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος, είχε δε αυτή συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νεώτερου νόμου στις 11-7-2014. Ωστόσο, ο άνω εναγόμενος προέβαλε στην πρωτοβάθμια δίκη την ένσταση πενταετούς παραγραφής εκ του άρθρου 937 ΑΚ και όχι την εφαρμοστέα εκ του άρθρου 7 του Ν. ΓπΝ/1911 ένσταση περί διετούς παραγραφής, η οποία, όμως δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΚ 277), ακόμη κι αν η παραγραφή προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής...).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτή την ένσταση πενταετούς παραγραφής, που προέβαλαν οι εναγόμενοι, και ως εκ τούτου απέρριψε την ένδικη αγωγή, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 29 του Ν. 3918/2011, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του Ν. 4272/2014. Συνακόλουθα, δεκτού γενομένου του μοναδικού λόγου της έφεσης ως ουσία βάσιμου, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη....". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, κατέληξε στο πόρισμα, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντα-αναιρεσίβλητου, έναντι της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας( ως προς την οποία ερευνάται η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης) για καταβολή του ποσού των 55.348,45 ευρώ, δεν υπέπεσε στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007) και ότι η παραγραφή αυτή άρχισε από την 28-11-2016, οπότε το ίδιο έλαβε γνώση του ζημιογόνου γεγονότος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως προστέθηκε με άρθρο 29 παρ. 2 ν. 4272/2014 σε συνδυασμό με άρθρο 18 ΕισΝ ΑΚ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 του ν.δ/τος 4106/1960 και 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως και την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 ν. 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007), η οποία ήταν εφαρμοστέα, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε, καθόσον από τον χρόνο του ατυχήματος, έως την άσκηση της υπ'αριθμ. καταθ. 60/7-10-2016 υπό κρίση αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι, είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, σύμφωνα με την οποία η πενταετής παραγραφή του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, αρχίζει από τη γνώση του ζημιογόνου γεγονότος από τον οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ, διότι κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού, ήτοι την 11-7-2014, δεν είχε συμπληρωθεί η μέχρι τότε ισχύουσα ( κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5 ν.δ 4104/1960, αρθρ. 18 ν. 4476/1965 , αρθρ. 18 ν. 1654/1986, αρθρ 17, 72 ν3984/2011, αρθρ. 10 ,13 ν. 4052/2011, αρθρ. 10 παρ. 1 και 2 ν.489/1976) για το ΙΚΑ και τον καθολικό αυτού διάδοχο ΕΟΠΥΥ πενταετής από τον χρόνο του ατυχήματος παραγραφή της ένδικης αξίωσης έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας. Πλην όμως, η ένδικη αξίωση του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", έναντι της τρίτης αναιρεσείουσας ασφαλίζουσας το ζημιογόνο αυτοκίνητο ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, έχει υποπέσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 5 ν.δ 4104/1960, αρθρ. 18 ν. 4476/1965 , αρθρ. 18 ν. 1654/1986, αρθρ 17, 72 ν3984/2011, αρθρ. 10 ,13 ν. 4052/2011, αρθρ. 10 παρ. 1 και 2 ν.489/1976, στην ισχύουσα για το ΙΚΑ και τον καθολικό αυτού διάδοχο ΕΟΠΥΥ πενταετή από τον χρόνο του ατυχήματος (20-3-2012) παραγραφή. Και αυτό γιατί σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας ο ν. 4272/2014 δημοσιεύτηκε στις 11-7-2014, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού (ν. 4272/2014) δεν γίνεται καμία αναφορά σχετικά με την ισχύ του και έτσι, μετά την επέκταση των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ν.δ/τος 4104/1960 και των διατάξεων του β.δ/τος 226/23.2/21.3.1973 και στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (καθολικό διάδοχο του κλάδου υγείας του ΙΚΑ με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 3918/2011), με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3918/2011, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, η ως άνω εκχώρηση υπέρ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καταλαμβάνει μόνο τις αξιώσεις του παθόντος για ατυχήματα, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού στις 11-7-2014 και δεν καταλαμβάνει γεννημένες αξιώσεις προγενέστερες του χρονικού αυτού σημείου. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια αυτή στην απόφαση εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ενόψει του ότι λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή μεταξύ των διαδίκων που μετέχουν στην αναιρετική δίκη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή. Τα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ' του ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 του ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 788/2022, ΑΠ 559/2021, ΑΠ 1441/2017), ενώ δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος αυτής που αφορά τον πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων , ως προς τους οποίους η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 1181/2023,ΑΠ 1558/2022,ΑΠ 1425/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων Γ. Δ. και Π. Δ. της από 2-9-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ.47/2022) αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 168/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας,

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες,

Δέχεται την από 2-9-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ.47/2022) αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΣ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων"

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 168/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα τρίτη αναιρεσείουσα

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή