ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 894/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 894/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 894/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 894 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 894/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παρασκευά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 5ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Α. Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Sunrise I NPL Finance DAC", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "doValue Greece" (πρώην "EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER ISSUER Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωφό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2021 αίτησή της και τον από 28-3-2023 πρόσθετο λόγο αυτής, η δε υπό στοιχ. Α προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 18-6-2024 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, το 5ο των αναιρεσιβλήτων και οι προσθέτως παρεμβαίνουσες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως στο ακροατήριο παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 4-2-2021(αριθμ. εκθ. καταθ. 5/24-6-2021 ) αίτηση αναίρεσης, β) οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με το από 28-3-2023 (αρ. καταθ. 65/29-3-2023) αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ'αριθμ. 59/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο και αφορά υπόθεση του Ν.3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", γ) η με ιδιαίτερο δικόγραφο από 18-6-2024 ( αριθμ. εκθ. καταθ. 35/19-6-2024) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", δ) η ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, με προφορική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και διατυπώθηκε και με τις προτάσεις της, ασκηθείσα αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece".

Από τη διάταξη του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-9-2024). Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και το πέμπτο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων". Όπως, δε, προκύπτει από 1) τις υπ'αριθμ. ...-2023,εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ι. Β., 2) την υπ'αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια Εφετείου Αθηνών Π. Γ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία και επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 4-2-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. 5/24-6-2021) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο 20-9-2024, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 4-2-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5/24-6-2021 ) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 59/2020 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό 739 επ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της πρώτης, τρίτης και τέταρτης των εφεσίβλητων και ήδη πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025,ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, οι από 28-3-2023 ( αριθμ.εκθ. καταθ.65/2023) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκήθηκαν παραδεκτά, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 29-3-2023 και επίδοση αυτού στις αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τις ίδιες ως άνω εκθέσεις επίδοσης με τις οποίες επιδόθηκαν τόσο η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης όσο και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).

Εξάλλου από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κύριας και της πρόσθετης παρέμβασης διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του ΚΠολΔ, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1886/2013). Εξάλλου στην παρ. 2 του άρθρου 752 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1741/2012).

Έτι περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 του ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008, ΑΠ 1145/2007).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης"(ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019). Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρίας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρίες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ`του ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών - καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιριών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος(ΟλΑΠ 1/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση 1) η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", όπως μετονομάστηκε η εταιρία με την επωνυμία "Alternative Financial Solutions Mονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-6-2024(αριθμ. εκθ. καταθ. 35/2024) και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά σύντμηση της προθεσμίας, στην αναιρεσείουσα και τους αναιρεσίβλητους (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα με αριθμ. ...-2024, ..., ..., ..., ..., ...-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην Περιφέρεια του Εφετείου Πατρών Κ. Κ. η πρώτη και του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια Εφετείου Πειραιά Α. Κ. οι λοιπές), άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατόπιν διάσπασης της τελευταίας δι'απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία-πιστωτικό ίδρυμα (επωφελούμενη), επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Finance Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 του ΚΠολΔ), ζήτησε, ως ειδική διάδοχος της ως άνω τραπεζικής εταιρίας, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2021 (τόμος ..., αριθμ. ...), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "SUNRISE I NPL Finance Designated Activity Company" ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα την Ιρλανδία, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αριθμ. πρωτ. ...-2021 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος ..., αριθμ. ...). Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τραπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε η πρώτη από αυτές με την αναιρεσείουσα, 2) η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία, "do Value Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της, ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, "FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΦΡΟΝΤΙΕΡ ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΑΚ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσίβλητης , υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (αρθρ. 325 ΚΠολΔ). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, υπό την προηγούμενη επωνυμία της, "EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" (απόφαση 220/1/13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ΦΕΚ Β 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα. Η τελευταία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεών της, δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην άνω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, "FRONTIER ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 4-2-2022 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε η πρώτη από αυτές με την αναιρεσείουσα. Επομένως, οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις, οι οποίες, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, είναι παραδεκτές και νόμιμες κατά τα άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ των κύριων διαδίκων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινουσών να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτές να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 59/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου από 20-11-2013 ( αρ. καταθ.174/2013) αίτησή της απευθυνόμενη κατά της πρώτης, δεύτερης τρίτης, τέταρτης, πέμπτου των ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε", ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή της στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, όπως και του ακινήτου το οποίο χρησιμοποιεί ως επαγγελματική στέγη (οδοντιατρείο), σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ.11/2016 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία της πρώτης , δεύτερης και έκτου των καθ'ών η αίτηση (ήδη πρώτης, δεύτερης και πέμπτου των αναιρεσίβλητων ) και ερήμην των λοιπών διαδίκων απέρριψε την αίτηση, δεχθείσα την ένσταση δόλου που υποβλήθηκε από τους παρασταθέντες καθ' ών πιστωτές. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 38/2017 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Το τελευταίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δίκασε αντιμωλία της δεύτερης και πέμπτου των εφεσίιβλητων και ήδη δεύτερης και πέμπτου των αναιρεσίβλητων και ερήμην των λοιπών διαδίκων, και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης (25-11-2013), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 604/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής ( ΑΠ 1338/2023 ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 1446/2018).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023 ,ΑΠ 758/2020). Ακολούθως, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 327/2024, ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 21/2023, ΑΠ 640/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019).

Τέλος , κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή, αν πρόκειται για προσβολή απόφασης του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από τους επίσης περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντα για την έννοια της διάταξης που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υπόθεσης και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της αίτησης. Τούτο, δε, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (άρθρο 578 ΚΠολΔ), και αυτό συνάπτεται κατά λογική ακολουθία, με τις ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι απαραίτητη προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 901/2010). Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχεται στο αναιρετήριο ένας τουλάχιστον τέτοιος λόγος αναίρεσης, υπάρχει αοριστία του αναιρετηρίου, η οποία καθιστά την αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη και εξαιτίας τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί (ΑΠ 1951/2022, 718/2020, 1488/2018, 901/2010, 1172/2008). Συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή στο δικόγραφο της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (ΟλΑΠ 20/2005).

Επίσης, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται ούτε με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, που υπάρχει στη δικογραφία, διότι, πλην άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα. Η αοριστία του αναιρετηρίου έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης ως απαράδεκτης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 59/2020 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "....Η εκκαλούσα -αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι πλέον διαζευγμένη από τον Κ. Δ. ο οποίος είναι ιδιώτης-φυσιοθεραπευτής. Με αυτόν έχουν αποκτήσει τρία τέκνα τα οποία πλέον είναι ενήλικα και σπουδάζουν. Η εκκαλούσα όταν υπέβαλε την ένδικη αίτηση εργαζόταν στο Ι.Κ.Α. ως οδοντίατρος και ελάμβανε μηνιαία μισθό 1200 Ευρώ και διατηρούσε και παράλληλα και ιδιωτικό οδοντιατρείο και αποκέρδαινε κατά τα λεγόμενό της ακόμα 614 ευρώ μηνιαία καθώς δεν έχει προσκομίσει σχετικά εκκαθαριστικά της σημειώματα ώστε τυχόν να αποδειχθεί αυτό ή κάτι άλλο σχετικό. Προκαλεί εντύπωση και λαμβάνεται υπόψη σε βάρος της εκκαλούσας ότι στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας η εκκαλούσα δεν έχει προσκομίσει, γενικώς, εκκαθαριστικά της σημειώματα παρά μόνο αυτά των φορολογικών ετών 2014, 2017 και μολονότι αυτή και ο σύζυγός της έχει ισχυριστεί ότι αποκέρδαινε όλα τα παλαιότερα έτη, πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα. Η εκκαλούσα δεν προσκομίζει εκκαθαριστικά της σημειώματα που να αποδεικνύουν ότι αυτή και ο σύζυγός της αποκέρδαιναν ανά τα έτη και προ της οικονομικής κρίσεως συνολικά μηνιαία π.χ. 5000 ευρώ όπως αυτή ισχυρίζεται και για αυτό αυτός ο ισχυρισμός της δεν κρίνεται ως ουσία βάσιμος. Το έτος 2013 η εκκαλούσα κατέθεσε την ένδικη αίτηση αναφέροντας σε αυτή ότι πλέον η εκκαλούσα αδυνατεί να εξυπηρετεί τις δόσεις για τα κατωτέρω δανειακά της προϊόντα. Τα έτη 2013 ή 2014 η εκκαλούσα αναγκάστηκε από τον νόμο να παύσει την δραστηριότητά της, στο ιδιωτικό της ιατρείο όπως αυτή αναφέρει στην στον πρώτο βαθμό ανωμοτί εξέτασή της και προφανώς κατά την κοινή πείρα τότε λόγω της οικονομικής κρίσης τα εισοδήματά της από το ιατρείο θα είχαν μειωθεί έτι περαιτέρω. Η εκκαλούσα αναφέρει ότι ανέκαθεν ο σύζυγός της αποκέρδαινε μηνιαία, πολύ μικρά, καθαρά εισοδήματα και οι δύο τους βαρύνονταν μηνιαία να καταβάλουν δαπάνες ενοικίου, τις δαπάνες για την συντήρησή τους και ανέθρεφαν και τρία τέκνα, ξοδεύοντας σχετικά. Παρ' όλα αυτά, παρά την ανωτέρω κατάστασή τους η εκκαλούσα απερίσκεπτα και σταδιακά ανέλαβε όλα τα κατωτέρω δανειακής φύσεως προϊόντα και πιστωτικές κάρτες, υψηλότατου συνολικού χρηματικού ποσού ήτοι που ανέρχονταν συνολικά τον Νοέμβριο του έτους 2012 στο συνολικό χρηματικό ποσό των 885.418,67 ευρώ για να κτίσει εξαρχής ολόκληρη διώροφη μονοκατοικία, σημαντικότατου εμβαδού, στην Ζάκυνθο, και για να επισκευάσει και την εξοχική της κατοικία. Η επιλογή της ήταν απερίσκεπτη και ανώριμη. Η εκκαλούσα δεν έχει τις αντίστοιχες οικονομικές δυνάμεις για να αναλάβει τέτοιου ύψους και τόσα δανειακής φύσεως προϊόντα και το γνώριζε αυτό. Προφανώς σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρούσα η υψηλού μορφωτικού επίπεδου εκκαλούσα γνώριζε ότι αναλαμβάνοντας τμηματικά, σταδιακά και κατ' εξακολούθηση, τόσα δάνεια και πιστωτικές κάρτες, για τόσο υψηλά χρηματικά ποσά που γνώριζε ότι αυτά θα επιβαρύνονται και με τόκους, ότι ενδέχεται επειδή αυτή είχε μόνο τα ανωτέρω εισοδήματα, με τον σύζυγό της και τα ανωτέρω λοιπά έξοδα, ότι τουλάχιστον, ενδέχεται αυτή μελλοντικά να αδυνατεί να εξυπηρετεί τις μηνιαίες δόσεις για την εξυπηρέτησή τους. Η εκκαλούσα-δανειζόμενη έχει την τελική ευθύνη για την μη πληρωμή τους, αυτή που ανέλαβε να λάβει τόσο ένδικα δάνεια και πιστωτικές κάρτες, τέτοιου συνολικού ύψους, ακόμη και αν οι πιστώτριες-εφεσίβλητες, της τα χορήγησαν. Αυτή ευθύνεται που αδυνατεί να εξοφλεί τις μηνιαίες δόσεις τους και όφειλε να έχει σκεφθεί περισσότερο πριν τα λάβει, πριν συνάψει τις σχετικές συμβάσεις και να μην υποθέτει εσφαλμένα ότι θα ανταπεξήρχετο στις από αυτά μηνιαίες υποχρεώσεις της. Όφειλε να σταθμίσει και να λάμβανε μόνο δάνεια και κάρτες τέτοιου ύψους που να δύναται να τα εξυπηρετήσει και όχι όλα τα ανωτέρω που υπερβαίνουν τις οικονομικές δυνάμεις της έστω και αν ο σύζυγός της συνεισέφερε σε αυτές. Η εκκαλούσα δεν προσκομίζει αποδεικτικώς, ούτε έγγραφα ώστε οι εφεσίβλητες-πιστώτριες και το Δικαστήριο να διαπίστωνε, επίσημα και εξ εγγράφων σε τι ποσό ανερχόταν η κάθε μηνιαία δόση για κάθε ένδικη κατωτέρω αναφερόμενη πίστωση της εκκαλούσας που χορηγήθηκε από τους πιστωτές της- εφεσίβλητους ούτε τις ένδικες συμβάσεις με τους πιστωτές της -εφεσιβλήτους στις οποίες να αναφέρονται τα επιτόκια των δανειακών συμβάσεών της με τους εφεσίβλητους και αυτές, για τα επιτόκια των πιστωτικών της καρτών.
Συνεπώς και οι εφεσίβλητες δεν θα μπορούσαν να αναλύσουν περισσότερο, σχετικώς τις ενστάσεις τους δόλιας περιελεύσεως της εκκαλούσας στην μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών της, προς αυτούς. Η ίδια η εκκαλούσα, εξεταζόμενη στο ακροατήριο, στον πρώτο βαθμό ανέφερε όπως προκύπτει από τα πρακτικά ότι "το ιατρείο συνεισέφερε κατά ένα μικρό μέρος" στα έσοδα της όπως συνάγεται από το σύνολο των πρακτικών. Δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα μελέτησε τα πρωτοβάθμια πρακτικά αναφορικά με τα εισοδήματα της εκκαλούσας. Η εκκαλούσα διεζεύχθη από τον ανωτέρω σύζυγό της πολλά έτη μετά από την κατάθεση της ένδικης αιτήσεώς της στο κείμενο της οποίας ομολογεί ότι ήδη πριν την κατάθεσή της είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ένδικων πιστωτών της-εφεσιβλήτων.

Συνεπώς αυτή η αδυναμία προϋπήρξε του διαζυγίου της και δεν συνετέλεσε αυτό στην πρόκληση της ανωτέρω οικονομικής αδυναμίας της. Άλλωστε και τα ανωτέρω εισοδήματα του νυν πρώην συζύγου της ήταν πολύ χαμηλά ώστε δεν επαρκούσαν προς στήριξή της ώστε αυτή να δύναται να εξοφλεί μηνιαία τα κατά πάρα πολύ υπέρτερα των οικονομικών δυνάμεών της, ένδικα χρέη της και σύμφωνα με τις στην παρούσα αναφορές. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης από την νυν εκκαλούσα για υπαγωγή στον νόμο περί υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων αυτή είχε δανεισθεί από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές τα κατωτέρω ποσά, τα οποία, κατά πλάσμα του νόμου, κατέστησαν με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα χρέη και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής, μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης κατ' άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010. Πιστωτές της εκκαλούσας είναι: 1) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές: α) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσό ύψους 401.300,15 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, η οποία είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης, β) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, ποσό ύψους 43.197,51 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, ποσό ύψους 244.599,65 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων και δ) από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυήτρια, ποσό ύψους 9.098,10 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων. 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", προς την οποία έχει τις εξής οφειλές: α) από τη με αριθμό ... σύμβαση επιχειρηματικού δανείου ποσό ύψους 7.893,92, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, β) από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης ποσό ύψους 40,16 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, γ) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης ποσό ύψους 37.588 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, δ) από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικής πίστης ποσό ύψους 13.294,17 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων και ε) από τη με αριθμό ... σύμβαση καταναλωτικής πίστης ποσό ύψους 4.851,73 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης. 3) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.", προς την οποία η εκκαλούσα έχει οφειλή από τη με αριθμό ... σύμβαση πίστωσης ύψους 27.201,73 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, η οποία απαίτηση είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης. 4) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος Α.Ε.", προς την οποία η εκκαλούσα έχει οφειλή από τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου ύψους 20.962,85 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, 5) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Alpha Τράπεζα Α.Ε.", προς την οποία έχει οφειλή από τη με αριθμό ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας ύψους 3.500,27 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων. 6) Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προς το οποίο έχει τις εξής οφειλές: α) από το με αριθμό λογαριασμού ... δάνειο μικροεπισκευών ποσό ύψους 12.076,23 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων και β) από το με αριθμό λογαριασμού ... δάνειο επισκευών, ποσό ύψους 59.814,20 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, το οποίο είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη. Το σύνολο των οφειλών της εκκαλούσας- αιτούσας προς τους έξι (6) παραπάνω πιστωτές της, από δεκατέσσερις (14) διαφορετικές συμβάσεις πιστωτικών προϊόντων, εκ των οποίων πέντε αφορούν (5) στεγαστικά δάνεια, δύο (2) επισκευαστικά δάνεια, μία (1) πιστωτική κάρτα, ένα (1) επιχειρηματικό δάνειο και πέντε (5) καταναλωτικά δάνεια, ανέρχεται συνολικά το ανωτέρω χρονικό διάστημα σε 885.418,67 ευρώ. Τα ανωτέρω περί των δανεισθέντων από την εκκαλούσα και του συνολικού ύψους αυτών αναφέρονται και στην πρωτόδικη απόφαση όπου γίνεται και διάκριση των αιτιών χορηγήσεως των εκάστοτε ένδικων πιστώσεων των εφεσίβλητων προς την εκκαλούσα (π.χ. από στεγαστικά δάνειο, από πιστωτική κάρτα). Έγινε ορθά ο υπολογισμός των ανωτέρω στην πρωτόδικη απόφαση, η εκκαλούσα, σχετικώς δεν αποδεικνύει κάτι αντίθετο. Βεβαίως και η εκκαλούσα προγνώριζε ή όφειλε να έχει ασχοληθεί με τις συμβάσεις που υπέγραφε και όφειλε να έχει προϋπολογίσει ότι ελάμβανε δάνεια που είναι τοκοφόρα και ότι αυτά σε περίπτωση μη εξυπηρετήσεώς τους θα επιβαρύνονταν με επαυξημένους τόκους υπερημερίας που θα επαύξαναν τις συνολικές οφειλές της προς τους εφεσίβλητους. Η ίδια η εκκαλούσα αναφέρει στην ένδικη αίτηση (και καθώς αδικαιολόγητα δεν προσκομίζει όλες τις πιστωτικές της συμβάσεις ώστε να αποδειχθούν μετά βεβαιότητας τα ποσά των πιστώσεων που αυτή έλαβε και ο χρόνος που τα έλαβε) ότι συνολικά πιστώθηκε από τις εφεσίβλητες στην εκκαλούσα το συνολικό χρηματικό ποσό των 782.297,69 ευρώ. Ούτε αυτό το ποσό σύμφωνα με τις ανωτέρω οικονομικές δυνάμεις αυτής και του συζύγου της και βάσει και των λοιπών ανωτέρω υποχρεώσεών της αυτή μπορούσε να το αποπληρώνει έστω και μηνιαία σε δόσεις και αυτή το γνώριζε τούτο το γεγονός εξαρχής ήτοι ότι τουλάχιστον αυτή ενδέχεται να αδυνατεί να αποπληρώσει το ανωτέρω συνολικό ποσό, έστω και σε μηνιαίες αλλά τοκοφόρες με μεγάλα ποσά τόκων, δόσεις, σε βάθος ετών. Η εκκαλούσα έλαβε τα ανωτέρω δάνεια και πιστωτικές κάρτες από το έτος 1998 έως και το 2009. Το 2009 η αιτούσα έλαβε από το νυν πέμπτο των εφεσίβλητων δάνειο ύψους 70.000 ευρώ, ενώ ήδη όφειλε στους εφεσιβλήτους τεραστίου ύψους χρηματικά ποσά και σε μηνιαία βάση, για την εξυπηρέτηση του οποίου συμφωνήθηκε η παρακράτηση της μηνιαίας δόσης αυτού, από το μισθό της. Από το μισθό της εκκαλούσας ήδη τότε παρακρατούνταν οι μηνιαίες δόσεις για προηγούμενα δάνεια από το ανωτέρω ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ και το νυν πέμπτο των εφεσίβλητων, με αποτέλεσμα να της απομένουν κατ'εκείνο το χρονικό διάστημα μόλις 34 ευρώ τον μήνα από τον μισθό της για να αυτοδιατρέφεται και για συμμετοχή της στις δαπάνες διαβίωσης των τριών τέκνων της όπως προκύπτει από την ανωτέρω πρωτόδικη, στο ακροατήριο εξέταση για αυτή την υπόθεση, της νυν εκκαλούσας. Ήτοι αυτή γνώριζε ήδη τότε, μερικά χρόνια ύστερα από την ανάληψη τους, ότι δεν είχε τις οικονομικές δυνάμεις για να τα εξυπηρετεί τα δανειακής της φύσεως προϊόντα αλλά αυτή έλαβε απερίσκεπτα και το ανωτέρω δάνειο. Το ύψος των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση όλων των δανειακών υποχρεώσεων της εκκαλούσας -αιτούσας έφτασε σταδιακά να ανέρχεται σε 6.000 ευρώ όπως η ίδια η αιτούσα- εκκαλούσα καταθέτει, στον πρώτο βαθμό και έφτασε να ανέρχεται σε τέτοιο ύψος διότι αυτή απερίσκεπτα ελάμβανε ολοένα και κάποιο δανειακής φύσεως προϊόν και ενώ το οικογενειακό της εισόδημα, κατ' αυτή την ίδια, τον ίδιο χρόνο δεν ξεπερνούσε τα 5.000 ευρώ και ενώ αυτή δεν έχει εισκομίσει κανένα εκκαθαριστικό της σημείωμα από το οποίο να προκύπτει έστω και εισόδημά των πρώην συζύγων που να προσεγγίσει έστω και λίγο τέτοιου ύψους αναφερόμενα από αυτή εισοδήματά τους. Ακόμη η ίδια η εκκαλούσα-αιτούσα εξεταζόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε "οι δυσκολίες, καλύπτονταν με τις κάρτες, ό,τι μπορούσα πλήρωνα" ήτοι συνάγεται εξ αυτών ότι ήδη από έτη πριν το έτος 2013 η εκκαλούσα δεν μπορούσε να εξυπηρετεί τις ανωτέρω υποχρεώσεις προς τους πιστωτές-εφεσιβλήτους, μόλις λίγα έτη και αφού σταδιακά αυτή είχε λάβει τις πιστώσεις από αυτούς και έλαβε από αυτούς τις ανωτέρω πιστωτικές κάρτες ώστε με ανατροφοδότηση, με ανακυκλούμενη πίστωση, να εξοφλεί τις μηνιαίες δόσεις των συνολικών υποχρεώσεών της προς τους πιστωτές της-εφεσιβλήτους. Ήτοι λίγα μόλις έτη μετά την λήψη των ανωτέρω τραπεζικών προϊόντων αποδεικνύεται η εξ αρχής αδυναμία της εκκαλούσας να αποπληρώνει τις μηνιαίες δόσεις τους. Έλαβε πιστωτικές κάρτες ώστε να δανείζεται από αυτές για να εξοφλεί τις μηνιαίες δόσεις των άλλων ανωτέρω προϊόντων. Η εκκαλούσα γνώριζε ότι υπερδανείστηκε, μάλιστα το έπραξε τούτο, σταδιακά και απερίσκεπτα. Επιθύμησε να επισκευάσει και το εξοχικό της και να κτίσει εξ αρχής διώροφη κατοικία και δανειζόταν μέχρι και το έτος 2009 οπότε φημολογούνταν ήδη ότι θα σοβήσει οικονομική κρίση στην Ελλάδα που θα επιφέρει και σημαντικότατη μείωση του κύκλου εργασιών. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα είχε ενδεχόμενο δόλο ότι σε βάθος χρόνου δεν θα δύναται να ανταποκριθεί στο σύνολο των ένδικων δανειακών υποχρεώσεων που σταδιακά ανέλαβε, ωστόσο έλαβε τις δανειακές υποχρεώσεις, σταδιακά, για τα ανωτέρω τεράστια για αυτή χρηματικά πόσα, με τεράστιες για αυτή καθ' ύψος μηνιαίες δόσεις αποδεχόμενη την πιθανότητα ότι σε βάθος χρόνου αυτή μπορεί να μην δύναται να τα αποπληρώνει και αποπληρώσει, γνώριζε δε αυτή όταν υπέγραφε όλες τις ένδικες δανειακής φύσεως συμβάσεις , την τοκοφορία αυτών των προϊόντων και το ύψος τους, όπως και τις συνέπειες υπερημερίας καταβολής των δόσεων αυτών. Οι ένδικες δανειακές υποχρεώσεις που δημιούργησε η εκκαλούσα- αιτούσα ήταν υπερβολικά δυσανάλογες, έστω και του οικογενειακού εισοδήματος της, υπερβαίνοντας έτσι αυτή το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή που συνήψε όλες αυτές τις ανωτέρω συμβάσεις με τις εφεσίβλητες και για τα ανωτέρω χρηματικά ποσά. Η εκκαλούσα ενώ γνώριζε ότι η περιουσιακή της κατάσταση και το εισόδημά της δεν της το επέτρεπαν, προέβαινε με τη λήψη νέων δανείων σε συνεχή δανεισμό και ανακύκλωση τραπεζικών προϊόντων και κατά τα ανωτέρω, αυξάνοντας συνεχώς τις οφειλές της και αποδεχόμενη το πιθανό αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής του συνόλου των χρεών της. Η εκκαλούσα συμφώνησε με έξι διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση δεκατεσσάρων πιστωτικών προϊόντων, απολαμβάνοντας και δημιουργώντας χρέη της, συνολικού ύψους 885.418,67 ευρώ, κατά τα ανωτέρω, ενώ αυτή γνώριζε ότι με βάση την περιουσιακή της κατάσταση και το οικογενειακό της εισόδημα κατά το χρόνο λήψης των εν λόγω δανείων δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή τους και ότι θα οδηγούνταν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και καθώς αυτή στην εξέτασή της στον πρώτο βαθμό κατέθεσε ότι τα ακίνητά της δεν ήταν σε κατάσταση για να τα μισθώνει και να αποκερδαίνει ενοίκια από την εκμετάλλευση τους.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και τον νόμο ορθά και κατέληξε στην κρίση του ότι η εκκαλούσα περιήλθε δολίως σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών της. Η εκκαλούσα δεν αποδεικνύει διά αποδεικτικών μέσων ότι η μηνιαία συνολική δόση της για τα ένδικα δανειακά προϊόντα ανερχόταν σε 3800 ευρώ ούτε ότι η εκκαλούσα είχε τα εισοδήματα για να εξοφλεί αυτή την συνολικού ύψους δόση. Η εκκαλούσα δεν περιήλθε απροσδόκητα και χωρίς δυνατότητα προβλέψεώς της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών της. Η εκκαλούσα παρά τα όσα ανωτέρω είχε δανειστεί δεν αποδεικνύει γιατί δεν αποπεράτωσε την διώροφη κατοικία της ώστε να ενοίκιαζε τμήμα αυτής προς αποπληρωμή των δόσεών της.
Εν προκειμένω η εκκαλούσα όφειλε να μην συνάψει τις ένδικες συμβάσεις της με τους εφεσιβλήτους διότι συνολικά αυτή είχε ενδεχόμενο δόλο ότι μπορεί να καταλήξει να μην αποπληρώνει τις δόσεις τους και ας έλαβαν κάποιοι από τους εφεσίβλητους εμπράγματες εξασφαλίσεις υπέρ της εφαρμογής των συμβάσεων. Σύννομα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσης της εκκαλούσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ένδικων πιστωτών της που είχε υποβληθεί στον πρώτο και επαναφέρθηκε στον δεύτερο βαθμό από τις νυν παρούσες εφεσιβλήτους. Στις ενστάσεις αυτές των εφεσίβλητων αναφέρονται στοιχεία από τα οποία συνάγεται δόλια προαίρεση της εκκαλούσας ώστε να περιέλθει μεταγενέστερα σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ένδικων πιστωτών της και κατά τα κατωτέρω.

Περαιτέρω στην εκκαλουμένη, όπως προκύπτει από την μελέτη της, αναφέρονται πραγματικά στοιχεία εκ των οποίων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανωτέρω ένσταση των ανωτέρω πιστωτών της εκκαλούσας έπρεπε να γίνει δεκτή από αυτό ως κατ' ουσία βάσιμη, ήτοι σε αυτή αναφέρεται η προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση της εκκαλούσας και της οικογένειάς της, το σύνολο των ένδικων πιστώσεών της και λεπτομέρειες, τα εισοδήματα αυτής και του συζύγου της τα οποία αρκούν για την κρίση της περί αποδοχής της ανωτέρω ενστάσεως ως και κατ' ουσία βάσιμης. Οι παρούσες εφεσίβλητες- πιστώτριες ανέφεραν στο περιεχόμενο της ανωτέρω ενστάσεως που προέβαλαν στον πρώτο βαθμό και που επαναφέρουν, η μεν δεύτερη εφεσίβλητη και το υπερβολικά υπέρογκο ποσό που συνολικά η εκκαλούσα δανείστηκε και την τεράστια συνολική μηνιαία δόση που η εκκαλούσα μηνιαία όφειλε να εξοφλεί και αυτά τα εξειδικεύει η δεύτερη των εφεσιβλήτων ονομαστικώς στην ένστασή της και αναφέρει ρητά και ότι η εκκαλούσα γνώριζε ότι δεν μπορούσε να καλύπτει μηνιαία την συνολική δόση για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω πιστώσεών της και η εκκαλούσα ότι το γνώριζε τούτο. Το πέμπτο των εφεσιβλήτων αναφέρει στην ένστασή του περί δόλιας περιελεύσεως την αδυναμία της εκκαλούσας να εξυπηρετεί τις ένδικες υποχρεώσεις προς τους εφεσίβλητους και αναφέρεται και στην αίτηση της εκκαλούσας και σε αναφερόμενα σε αυτή.

Συνεπώς, η ανωτέρω ορισμένη ένσταση που προβάλλεται και προβλήθηκε από τις ανωτέρω εφεσίβλητες ότι η εκκαλούσα -αιτούσα περιήλθε με δόλο σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών της πρέπει να γίνει δεκτή ως ορισμένη, νόμιμη και ως κατ' ουσία βάσιμη....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ως προς τη νομική και ουσιαστική του βασιμότητα τον ισχυρισμό των εφεσίβλητων πιστωτριών ότι η αιτούσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, που είχε κρίνει ομοίως.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, παραθέτοντας γενικές σκέψεις περί του ορθού τρόπου διερεύνησης εκ μέρους του εφαρμοστή του δικαίου της συνδρομής δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη, ότι, παρά τα όσα η ίδια αναλυτικά εξέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 1&1 του ν. 3869/2010 υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καταλήγοντας στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι περιέστη δολίως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος αφενός, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικές παραδοχές και αφετέρου διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010, ήτοι η αποδιδομένη πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος ελέγχεται και ως αβάσιμος, διότι με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το εν λόγω δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατιθέμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ν. 3869/ 2010, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, περί ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, κατόπιν παραδοχής, ως νόμιμης και βάσιμης, της ένστασης των αναιρεσίβλητων περί περιέλευσης της τελευταίας (αναιρεσείουσας) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από ενδεχόμενο δόλο της. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται με επάρκεια και σαφήνεια: α) όλα τα τραπεζικά προϊόντα ( 14 ως προς τον αριθμό από 6 πιστωτικά ιδρύματα), που έλαβε η αναιρεσείουσα, από τις αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" και τα οποία οφείλει με την ιδιότητα είτε της πρωτοφειλέτριας, είτε της εγγυήτριας, β) το χρονικό διάστημα (1998 έως 2009), κατά το οποίο, τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματα της αναιρεσείουσας καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά της δημιουργίας των οφειλών, δ) το ύψος των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλλει για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων, ε) η μη επάρκεια των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, στ) η αδυναμία αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, ζ) η περιέλευσή της στη μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής των χρεών της, από δικό της δόλο, διότι συμφώνησε με τους ως άνω καθ'ών-πιστωτές οφειλές ύψους 885.418,67 ευρώ, δυσανάλογου ποσού προς τα εισοδήματά της, για να κτίσει εξ 'αρχής διώροφη μονοκατοικία σημαντικότατου εμβαδού και να επισκευάσει και την εξοχική της κατοικία, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και η) συμπερασματικά, ότι η περιέλευση της αναιρεσείουσας σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς τις αναιρεσίβλητες τράπεζες οφείλεται σε δόλο της τελευταίας, καθώς κατά το χρόνο ανάληψης των επίδικων δανείων (καταναλωτικών, στεγαστικών, επιχειρηματικού και πιστωτικών καρτών ), αυτή γνώριζε και πάντως είχε τη δυνατότητα να προβλέψει ότι δεν θα μπορούσε στο μέλλον να τα εξυπηρετήσει. Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3896/2010, καθώς και αυτές των άρθρων 27 του ΠΚ και 330 του ΑΚ, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης , η αναιρεσείουσα-αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1εδ.α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε η δεύτερη και το έκτο των καθ'ών η αίτηση και ήδη δεύτερη και πέμπτο των αναιρεσίβλητων. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, η ένσταση δόλου που πρόβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η πρώτη των καθ'ών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως και η δεύτερη και έκτο των καθ'ών και ήδη δεύτερη και πέμπτο των αναιρεσίβλητων και επανέφεραν με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι τελευταίοι, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα, κατά τους αναφερόμενους χρόνους, συμφώνησε με τις καθ'ών και ήδη αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" υπέρογκα δάνεια (καταναλωτικά και στεγαστικά) συνολικού ύψους 720.000-782.297,69 ευρώ αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της αυτός, ενόψει αφενός των οικονομικών της δυνατοτήτων και αφετέρου των βιοτικών αναγκών της και των μηνιαίων δόσεων του δανείου ύψους 2.000-3000 ευρώ μηνιαίως, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Επομένως, αναφέρονται: α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων, τα οποία η αιτούσα-αναιρεσείουσα έλαβε από τα καθ'ων η αίτηση, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση καταβολής δόσεων ύψους τουλάχιστον 2.000-3.000 ευρώ μηνιαίως, β) προσδιορίζονται οι χρόνοι λήψης των δανείων, γ) αναφέρεται ότι, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες της αιτούσας, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται, σε συνδυασμό με τις αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης αυτής και της οικογένειάς της κατά τους χρόνους λήψης των δανείων, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών της προς τους πιστωτές έναντι των οποίων είχαν αναλάβει, όπως προελέχθη, την υποχρέωση καταβολής δόσεων ύψους 2.000- 3.000 ευρώ μηνιαίως, γνώριζε εξαρχής και σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις αναληφθείσες δανειακές υποχρεώσεις και ότι ο υπερδανεισμός της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης της αιτούσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδαφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 του ίδιου ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ1208/20).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 4-2-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5/24-6-2021) αίτηση αναίρεσης, τους πρόσθετους λόγους αυτής και τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις α) της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π.", και β) της εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece".

Απορρίπτει την από 4-2-2021 (αριθμ.εκθ.καταθ. 5/24-6-2021) αίτηση αναίρεσης, και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 59/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή