Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 895 / 2025    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 895/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Μ., χας Χ. Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ν. Μ. του Χ. και Λ. Μ. του Χ., 2) Κ. Μ. του Χ., 3) Β. συζ. Κ. Μ., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου ... και 4) Ε. θυγ. Κ. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 3η και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζημιχάλη, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με σχετικό σημείωμα που κατέθεσε στον Γραμματέα, ότι: ο Κ. Μ. του Χ. (2ος) απεβίωσε στις 13-9-2024 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, α) Β. χα Κ. Μ., το γένος Γ. Ρ. (3η ως άνω), β) Ε. θυγ. Κ. Μ. (4η ως άνω) και γ) i. Ν. Μ. του Χ. και ii. Λ. Μ. του Χ., όπως εκπροσωπούνται από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτών, μητέρα τους, Ε. Μ. του Μ. (1η ως άνω), εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ο. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Δ. Ν. του Θ., κατοίκου ... και 4) Ε. Λ. του Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2017 αγωγή των 1ης, 3ης και 4ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Κ. Μ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 433/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-1-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους. Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου, όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνον, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτά, άμεση συζήτηση της υπόθεσης. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. ΑΠ 22/2000, ΑΠ 575/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10/1/2025), εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Νικόλαος Χατζημιχάλης, πληρεξούσιος δικηγόρος των πρώτης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων (Ε. Μ., παρισταμένης ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ν. Μ. και Λ. Μ., Β. συζ. Κ. Μ. και Ε. Μ., αντιστοίχως) ο οποίος, με προφορική δήλωσή του, στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε, ότι ο δεύτερος ενάγων της από 21/11/2017 (αριθμ. καταθ. 101/2017) αγωγής και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, Κ. Μ. του Χ., του οποίου ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, απεβίωσε στις 13/9/2024 και κατέθεσε επί της έδρας σημείωμα και έγγραφα, μεταξύ των οποίων και απόσπασμα της υπ' αριθμ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Α.Ε. Αλμυρού Μαγνησίας. Επίσης δήλωσε, ότι τη διακοπείσα δίκη συνεχίζουν εκούσια, ως καθολικοί διάδοχοι του θανόντος δεύτερου αναιρεσείοντος, οι ανήλικες Ν. Μ. και Λ. Μ., που εκπροσωπούνται στη δίκη από την ασκούσα τη γονική τους μέριμνα πρώτη των αναιρεσειόντων, καθώς και οι τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων. Η γνωστοποίηση του θανάτου του ως άνω διαδίκου, που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 17/2/2022, ως και η δήλωση συνέχισης της δίκης, ενόψει του ότι προσκομίζονται από τις προαναφερθείσες δηλούσες τη συνέχιση της δίκης όλα τα αναγκαία προς απόδειξη της κληρονομικής τους ιδιότητας πιστοποιητικά και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεδομένου ότι, η παριστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν αμφισβητεί την κληρονομική ιδιότητα των ανωτέρω αναιρεσειουσών ως κληρονόμων του αποβιώσαντος, είναι παραδεκτή και νόμιμη και επάγεται τη συνέχιση της δίκης από τις κληρονόμους του θανόντος δεύτερου αναιρεσείοντος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, Χ. Γ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 19/5/2023, οπότε ματαιώθηκε, λόγω των βουλευτικών εκλογών της 21/5/2023 και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 7/6/2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 § 2 και 573 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, αφού δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η οίκοθεν εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 260 § 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ. Με την από 7/1/2022 (με αριθμό κατάθεσης 16/17.2.2022) αίτηση αναίρεσης των 1. Ε. Μ., παρισταμένης ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Ν. Μ. και Λ. Μ., 2. Κ. Μ. (ήδη αποβιώσανος, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι προαναφερθείσες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του που συνεχίζουν τη δίκη). 3. Β. συζ. Κ. Μ. και 4. Ε. Μ., προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 433/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (13/9/2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 433/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 21/11/2017 (αριθμ. καταθ. 101/2017) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ζήτησαν την επιδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, επικαλούμενοι ότι, από αμέλεια του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... τράκτορα ελκυστήρα ΔΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκλήθηκε τροχαίο δυστύχημα, στο οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο Χ. Μ., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και στενός συγγενής των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την υπ' αριθμ. 24/2019 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν α) η από 27/1/2020 (αριθμ. καταθ. 20/5.2.2020) έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και β) η από 6/3/2020 (αριθμ. καταθ. 61/10.3.2020) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 433/2021 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 6/3/2020 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 27/1/2020 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ1706/2023, ΑΠ1542/2023, ΑΠ163/2022, ΑΠ1492/2022, ΑΠ183/2021, ΑΠ68/2020, ΑΠ87/2019, ΑΠ66/2019). Περαιτέρω, στο άρθρο 34 §§ 2 περιπτ. ιβ'και ιγ', 12 και 12 Α του ΚΟΚ, ορίζονται τα εξής: "2. Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται: ιβ) στους αυτοκινητοδρόμους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση. ιγ) σε λωρίδες επιτάχυνσης και επιβράδυνσης"...12. Απαγορεύεται η κατάληψη με οποιοδήποτε μέσο και για οποιονδήποτε λόγο μέρους ή ολοκλήρου του οδοστρώματος των εθνικών, επαρχιακών, και δημοτικών ή κοινοτικών οδών δια των οποίων διεξάγεται η κυκλοφορία μηχανοκίνητων και μη οχημάτων. 12Α. Απαγορεύεται η καθ` οιονδήποτε τρόπο κατάληψη μέρους ή ολόκληρου του οδοστρώματος και των εγκατεστημένων σε αυτό σταθμών διοδίων των αυτοκινητοδρόμων, καθώς και η παρεμπόδιση ή διακοπή (μερική ή ολική) της λειτουργίας των σταθμών διοδίων με οποιονδήποτε τρόπο". Κατά δε το άρθρο 4 § 3 του ΚΟΚ "3. Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι:.. Ρ-40 Απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά με πρόσθετη πινακίδα κ.λπ.. οι απαγορεύσεις των πινακίδων Ρ-39 και Ρ-40 ισχύουν από τη θέση των πινακίδων μέχρι του επόμενου σημείου συνάντησης με οδό και στην πλευρά του οδοστρώματος στην οποία είναι τοποθετημένες αυτές", ενώ, κατά το άρθρο 29 § 3 του ΚΟΚ "Εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ` άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης". Κατά δε το άρθρο 5 παρ. 5 εδ. α' του ΚΟΚ "Οι ειδικές διαγραμμίσεις είναι: α) η αποτελούμενη από παράλληλες λοξές λωρίδες, οι οποίες πλαισιώνονται από μία συνεχή ή διακεκομμένη γραμμή επί τμήματος ή επί ελαφρώς ανυψωμένης περιοχής του οδοστρώματος και η οποία σημαίνει απαγόρευση ή περιορισμό εισόδου οχημάτων στις περιοχές αυτές". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΠΔ 118/2006, που ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την κυκλοφοριακή σύνδεση με τις οδούς των πρατηρίων υγρών καυσίμων και άλλων εγκαταστάσεων, στα πρατήρια και εγκαταστάσεις που ιδρύονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών περιοχές, "στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, η κυκλοφοριακή σύνδεση ορίζεται ως εξής: Στο κέντρο της σύνδεσης κατασκευάζεται τραπεζοειδής νησίδα πλάτους 4.00μ. με τις συγκλίνουσες πλευρές υπό γωνία 30ο προς τον άξονα της οδού και την κάτω βάση μήκους εξαρτώμενου από το πρόσωπο του γηπέδου και ελάχιστου μήκους 30.00 μ. και σε απόσταση 3.00 μ. από το άκρο του κυκλοφορούμενου τμήματος της οδού. Η ζώνη αυτή διαμορφώνεται με διαγράμμιση". Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ2/2019, ΑΠ1492/2022, ΑΠ1034/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ8/2018, ΟλΑΠ7/2006, ΑΠ1492/2022, ΑΠ3/2020, ΑΠ192/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ1492/2022, ΑΠ85/2020, ΑΠ38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ. ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ1492/2022, ΑΠ354/2022, ΑΠ183/2021, ΑΠ53/2021, ΑΠ414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ1492/2022, ΑΠ354/2022, ΑΠ182/2021, ΑΠ1112/2020, ΑΠ797/2020, ΑΠ882/2019, ΑΠ565/2018, ΑΠ813/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ1492/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα, αφενός της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό δυστύχημα οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, αφετέρου της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στις 30 Δεκεμβρίου 2015, ημέρα Τετάρτη και ώρα 16.00 μ.μ., ο Χ. Μ. του Κ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δύο ανηλίκων, που αυτή εκπροσωπεί, γιος του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων και αδελφός της τέταρτης των εναγόντων, οδηγούσε το με στοιχεία κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SKODA, τύπου OCTAVIA 5 RS, 1781cc, ιδιοκτησίας κατά ποσοστό 30% του ιδίου και κατά ποσοστό 70% του δεύτερου ενάγοντος πατρός του, Κ. Μ. (βλ. υπ'αριθ. ... άδεια κυκλοφορίας), κινούμενος επί της Εθνικής Οδού ..., στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς Λάρισα. Η ανωτέρω οδός έχει χαρακτηριστεί ως Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο (βλ ΦΕΚ ...-1996) και εν συνεχεία, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2015 απόφασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (βλ. υπ' αριθ. 2δ3/21-12-2015 ΦΕΚ, Τευχ. Αναγκ. Απαλλ. Και Πολεοδ. Θεμ.) χαρακτηρίστηκε ως αυτοκινητόδρομος και έλαβε αρίθμηση Α12. Συγκεκριμένα, πρόκειται για οδό διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα, ευθεία με μικρή ανωφέρεια, με πλάτος οδοστρώματος 13,10 μ, έρεισμα πλάτους 2,40 μ και δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, η αριστερή με πλάτος 3,8 μ και η δεξιά με πλάτος 4,00 μ.. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο του ατυχήματος είναι 60 χλμ/ώρα, βάσει πινακίδας Ρ-32, ενώ δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες. Επίσης, υφίσταται πινακίδα Κ- 25, η οποία προειδοποιεί για την ύπαρξη άλλων κινδύνων, που δεν δηλούνται στις πινακίδες Κ-1 έως Κ-24, καθώς και πινακίδα Κ-12, η οποία προειδοποιεί για ολισθηρό οδόστρωμα. Κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ημέρα, η ορατότητα ήταν καλή και το οδόστρωμα ήταν υγρό και ολισθηρό λόγω συνεχόμενης βροχόπτωσης, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Στο 4° χλμ της ως άνω οδού, στο ρεύμα πορείας προς Λάρισα, λειτουργεί Πρατήριο Υγρών Καυσίμων με την επωνυμία "JET OIL", έμπροσθεν του οποίου βρίσκεται λωρίδα επιτάχυνσης - επιβράδυνσης προ της εισόδου του ανωτέρω πρατηρίου (βλ. από 30-12-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με το συνημμένο πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Επί της λωρίδας αυτής, πλάτους 5,3μ, βρισκόταν σταθμευμένος, με αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης, καταλαμβάνοντας τμήμα της λωρίδας πλάτους 2,9 μ, ο με στοιχεία κυκλοφορίας ... ελκυστήρας ΔΧΦ, εργοστασίου κατασκευής VOLVO, τύπου ..., ιδιοκτησίας του τρίτου των εναγομένων, με το επ' αυτού ημιρυμουλκούμενο DA (επικαθήμενο), με στοιχεία κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγόμενης, οδηγός του οποίου ήταν ο πρώτος εναγόμενος, ως προστηθείς στην οδήγηση από τον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων. Όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση της Ε. Μ., ιδιοκτήτριας καφέ στο χώρο του πρατηρίου καυσίμων, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, αλλά και από το απολογητικό υπόμνημα του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος είχε σταθμεύσει στο σημείο αυτό με αναμμένη τη μηχανή και τα φώτα έκτακτης ανάγκης για πολύ λίγο, προκειμένου να ελέγξει το όχημά του για τυχόν βλάβη, λόγω κάποιου ήχου και αστάθειας του οχήματος κατά την κίνησή του που τον ανησύχησε και ο οποίος, όπως διαπίστωσε, οφείλετο σε ένα χαρτόνι που είχε σφηνωθεί στη μάσκα, όμως δεν αποχώρησε άμεσα μετά από αυτό, αλλά παρήγγειλε και πήρε καφέ από το κατάστημα που λειτουργούσε εντός του πρατηρίου υγρών καυσίμων. Το σημείο όπου ο πρώτος εναγόμενος στάθμευσε το όχημά του, βρίσκεται εκτός των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Λάρισα, στο χώρο που, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ΠΔ 118/2006, οι ιδιοκτήτες πρατηρίων καυσίμων οφείλουν να διαμορφώσουν, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ασφαλής είσοδος και έξοδος των οχημάτων στο πρατήριο, με δημιουργία λωρίδας επιβράδυνσης και επιτάχυνσης, ελάχιστου μήκους 100 μέτρων και ελάχιστου πλάτους 3 μ, όπως προβλέπει το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, για πρατήρια που ιδρύονται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμών. Η συγκεκριμένη λωρίδα έχει πλάτος από το άκρο της οδού 5,3 μ, μέρος (2,9 μ) του οποίου κατέλαβε με το όχημα, που στάθμευσε ο πρώτος εναγόμενος, χωρίς όμως να παρεμποδίζει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού, ούτε την ορατότητα αυτών, αφού βρισκόταν σε απόσταση 2,4 μ από το άκρο της οδού. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο Χ. Μ., λίγο πριν φτάσει στο ύψος του ως άνω πρατηρίου υγρών καυσίμων, επέπεσε σε σωρευμένα ύδατα λόγω της προηγηθείσας έντονης βροχόπτωσης, πρόβλημα που επέτειναν οι κακοτεχνίες στο συγκεκριμένο αυτό σημείο του αυτοκινητοδρόμου, και εξετράπη της πορείας του προς δεξιά, με αρχική περιστροφή 90 μοιρών περί τον άξονά του, που ανάγκασε το όχημα να κινείται μεν με κατεύθυνση προς Λάρισα, ευρισκόμενο, όμως, σε κάθετη θέση προς αυτή της ροής της κυκλοφορίας του, και στη συνέχεια, και αφού συμπληρώθηκε η περιστροφή του κατά 180 μοίρες γύρω από τον άξονα του, να βρεθεί εκτός των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της οδού, επί της προαναφερθείσας λωρίδας επιβράδυνσης του πρατηρίου βενζίνης, κινούμενο με το οπίσθιο τμήμα του, και τελικά να προσκρούσει στο πίσω αριστερό μέρος του σταθμευμένου οχήματος του πρώτου εναγομένου και να εισχωρήσει κάτω από αυτό. Η ταχύτητα του επιβατικού οχήματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν περίπου 95 Km/h, παρά τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγόντων, παρόλο που ο οδηγός, στην προσπάθεια του να ακινητοποιήσει το όχημα και να επανακτήσει τον έλεγχό του είχε τραβήξει το χειρόφρενο (βλ. από 30-12-2015 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Βόλου, σε συνδυασμό με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και με την επισκόπηση των φωτογραφιών και του αρχείου που περιλαμβάνεται στο προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως απ' τους ενάγοντες μέσο μηχανικής καταγραφής). Η παραπάνω πρόσκρουση είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του επιβατικού οχήματος. Αιτία, δε, θανάτου του ανωτέρω προσώπου ήταν η βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα (βλ. την με αριθ.πρωτ.1459/18-03-2016 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής που διενήργησε η Ρ. Λ., ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λάρισας). Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα αποκλειστικά υπαίτιος του προπεριγραφέντος τροχαίου δυστυχήματος, ήταν ο ίδιος ο παθών, Χ. Μ., ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρα 12 παρ.1,19 παρ. 1 και 2, 20 ΚΟΚ) και ειδικότερα : α) οδηγούσε, υπό τις παραπάνω συνθήκες, δηλαδή μετά από βροχόπτωση, δηλαδή επί ολισθηρού οδοστρώματος και επί οδού με σήμανση που προειδοποιεί για κινδύνους επ' αυτής, με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ τη νόμιμη των 60 χιλ./ωρα και δη με ταχύτητα περίπου 95 χιλ/ώρα, προσπερνώντας μάλιστα, λίγο πριν χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, δύο άλλα ομορρόπως κινούμενα οχήματα, β) το όχημά του έφερε ελαστικά μεγάλης παλαιότητας (..., ήτοι χρόνος κατασκευής τελευταία εβδομάδα 2008 και τοποθέτηση στο όχημα εντός του έτους 2009), με εμφανή σημεία φθοράς και πολύ μικρό πέλμα (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης Π. Δ., Β. Τ. και προσκομιζόμενες φωτογραφίες), γ) είχε προβεί σε μη εργοστασιακές μετατροπές του οχήματος του, με σκοπό την αύξηση της αποδιδόμενης ισχύος του κινητήρα (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης), δ) όταν επέπεσε στο σημείο όπου ήταν συγκεντρωμένη μεγάλη ποσότητα υδάτων και απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, αρχίζοντας να πλαγιολισθαίνει κάθετα στο οδόστρωμα, χρησιμοποίησε το χειρόφρενο για να ακινητοποιήσει το όχημα, επιφέροντας όμως αντίθετο αποτέλεσμα, γιατί το όχημα άρχισε να περιστρέφεται και τελικά κατευθύνθηκε ανεξέλεγκτα με οπισθοπορεία στο σημείο πρόσκρουσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο συγκεκριμένο σημείο της οδού είχαν προκληθεί κατά καιρούς πολλά τροχαία ατυχήματα, κάτι που είχε γίνει ευρύτερα γνωστό στην περιοχή και το οποίο είχε προβληθεί επανειλημμένως από τον τοπικό Τύπο (βλ. προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες φύλλα της εφημερίδας "Ταχυδρόμος"), Ο ισχυρισμός των εναγόντων περί αποκλεισμού του παράνομου χαρακτήρα της ως άνω οδικής συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού, λόγω της συνδρομής κατάστασης έκτακτης ανάγκης, κατ' άρθρο 285ΑΚ, εξαιτίας των κακοτεχνιών στην κατασκευή του οδοστρώματος σε συνδυασμό με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του στο ως άνω σταθμευμένο όχημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, εκ της συνεκτίμησης όλων των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, αποδείχθηκε ότι, υπήρχε δυνατότητα απόκρουσης του κινδύνου από τον θανόντα, αν είχε καταβάλει τη δέουσα προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε, και είχε εξ αρχής προσαρμόσει την ταχύτητά του εντός των επιτρεπόμενων ορίων και λαμβανομένων υπόψη των καιρικών συνθηκών και των κακοτεχνιών του οδοστρώματος σε εκείνο το σημείο, κατάσταση η οποία, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, του ήταν γνωστή αλλά σε κάθε περίπτωση, ήταν προφανής, αφού υπήρχαν οι σχετικές προειδοποιητικές πινακίδες επί της οδού. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του σταθμευμένου ΔΧΦ οχήματος, καθότι είχε σταθμεύσει εκτός του οδοστρώματος και δεν εμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων ούτε και την ορατότητα αυτών. Ακόμα δε και αν υποτεθεί ότι στο συγκεκριμένο σημείο απαγορευόταν η στάση και η στάθμευση και ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέπεσε στην σχετική παράβαση του ΚΟΚ, το γεγονός αυτό δεν επέφερε το παραπάνω ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού αυτό προκλήθηκε από την αλληλουχία των παραπάνω σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε ο Χ. Μ., τα οποία ακόμα και αν δεν υπήρχε το ΔΧΦ του πρώτου εναγομένου, θα είχαν και πάλι οδηγήσει στο θάνατό του, αφού η ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματος του θα κατέληγε σε κάποιο άλλο σταθερό σημείο (είτε σε κολώνα φωτισμού, είτε στα φοινικόδεντρα, που υπήρχαν μπροστά στο πρατήριο βενζίνης, είτε σε άλλο όχημα που κινούνταν κανονικά αλλά ενδεχομένως και στις αντλίες του πρατηρίου βενζίνης, προκαλώντας ακόμα και έκρηξη), με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι ενάγοντες, που περιέχουν στοιχεία σχετικά με άλλα τροχαία δυστυχήματα στο ίδιο σημείο, λόγω των προαναφερθεισών κακοτεχνιών της οδού, σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις επήλθε επίσης θάνατος του οδηγού λόγω πρόσκρουσης σε άλλα σταθερά σημεία, χωρίς να υπάρχει σταθμευμένο όχημα στο ίδιο σημείο. Εξάλλου το γεγονός ότι η στάθμευση στο συγκεκριμένο σημείο, του ΔΧΦ παρεμπόδιζε μερικώς την ορατότητα των εξερχομένων από το πρατήριο βενζίνης οχημάτων, επίσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, αφού αυτό δεν προκλήθηκε από όχημα που εξερχόταν εκ του πρατηρίου, ούτε από όχημα που εμποδίστηκε η ορατότητά του με άλλον τρόπο, αλλά από όχημα που είχε απωλέσει πλήρως τον έλεγχό του ο οδηγός του (Χ. Μ.)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 21/11/2017 (αριθμ. καταθ. 101/2017 αγωγή των αναιρεσειόντων, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του θανάσιμου, εξαιτίας αυτού, τραυματισμού του, ήταν ο σύζυγος της πρώτης και στενός συγγενής των λοιπών αναιρεσειόντων, Χ. Μ., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκινήτου. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 του Α.Κ. (σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 12 § 1, 19 §§ 1 και 2, 20 και 34 § 2 ιγ ΚΟΚ), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δη, το μεν ότι η πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά στην, κατά τα ως άνω, αμελή συμπεριφορά του ιδίου του θανόντος Χ. Μ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... αυτοκινήτου, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ειδικότερα: α) οδηγούσε μετά από βροχόπτωση, επί ολισθηρού οδοστρώματος και επί οδού με σήμανση που προειδοποιεί για κινδύνους επ' αυτής, με ταχύτητα υπερβαίνουσα κατά πολύ τη νόμιμη των 60 χιλ./ωρα και δη με ταχύτητα περίπου 95 χιλ/ώρα, προσπερνώντας μάλιστα, λίγο πριν χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, δύο άλλα ομορρόπως κινούμενα οχήματα, β) το όχημά του έφερε ελαστικά μεγάλης παλαιότητας, με χρόνο κατασκευής την τελευταία εβδομάδα 2008 και τοποθέτηση στο όχημα εντός του έτους 2009), με εμφανή σημεία φθοράς και πολύ μικρό πέλμα γ) είχε προβεί σε μη εργοστασιακές μετατροπές του οχήματος του, με σκοπό την αύξηση της αποδιδόμενης ισχύος του κινητήρα και δ) όταν επέπεσε στο σημείο όπου ήταν συγκεντρωμένη μεγάλη ποσότητα υδάτων και απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, αρχίζοντας να πλαγιολισθαίνει κάθετα στο οδόστρωμα, χρησιμοποίησε το χειρόφρενο για να ακινητοποιήσει το όχημα, επιφέροντας όμως αντίθετο αποτέλεσμα, γιατί το όχημα άρχισε να περιστρέφεται και τελικά κατευθύνθηκε ανεξέλεγκτα με οπισθοπορεία στο σημείο πρόσκρουσης, το δε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του σταθμευμένου ΔΦΧ αυτοκινήτου, δεν συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος, αφού είχε σταθμεύσει εκτός του οδοστρώματος και δεν εμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων ούτε και την ορατότητα αυτών, ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι στο συγκεκριμένο σημείο απαγορευόταν η στάση και η στάθμευση και ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέπεσε στη σχετική παράβαση του ΚΟΚ, το γεγονός αυτό δεν επέφερε το παραπάνω αποτέλεσμα, αφού αυτό προκλήθηκε από την αλληλουχία των παραπάνω σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσε ο Χ. Μ., τα οποία, ακόμη και αν δεν υπήρχε το ΔΧΦ αυτοκίνητο, θα είχαν και πάλι οδηγήσει στο θάνατό του, αφού η ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματός του θα κατέληγε σε κάποιο άλλο σταθερό σημείο, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του και ότι το γεγονός ότι η στάθμευση στο συγκεκριμένο σημείο του ΔΧΦ, παρεμπόδιζε μερικώς την ορατότητα των εξερχομένων από το πρατήριο βενζίνης οχημάτων, επίσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, αφού αυτό δεν προκλήθηκε από όχημα που εξερχόταν εκ του πρατηρίου, ούτε από όχημα που εμποδίστηκε η ορατότητά του με άλλον τρόπο, αλλά από όχημα που είχε απωλέσει πλήρως τον έλεγχό του ο οδηγός του (Χ. Μ.), πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του προαναφερόμενου οδηγού στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του και περί έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ, περαιτέρω, ορθά δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 Α.Κ. και 4 § 3 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης η παρ. 2 του άρθρου 4, αφού γίνεται σαφής αναφορά σε μη συμμόρφωση προς τη ρυθμιστική πινακίδα Ρ 40), 5 § 5α, 29 § 3 και 34 §§ 2 περιπτ. ιβ, 12, 12Α του ΚΟΚ και του άρθρου 5 του ΠΔ 118/2006, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, τις οποίες επικαλούνται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, προκειμένου να θεμελιώσουν σ' αυτές την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος. Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων, της συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων ως προς το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του θανόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης που επακολούθησε, καθώς και της έλλειψης οποιασδήποτε συμβολής του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ΔΧΦ αυτοκινήτου στο επελθόν αποτέλεσμα, ακόμη και αν με την εκ μέρους του στάθμευση του οχήματός του σε σημείο όπου τούτο απαγορευόταν, υπέπεσε στη σχετική παράβαση του ΚΟΚ , αφού το γεγονός αυτό δεν επέφερε το παραπάνω αποτέλεσμα, που προκλήθηκε από την αλληλουχία των παραπάνω σφαλμάτων, στα οποία υπέπεσε ο θανών οδηγός, τα οποία, ακόμη και αν δεν υπήρχε το ΔΧΦ αυτοκίνητο, θα είχαν και πάλι οδηγήσει στο θάνατό του, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, όπως και εκείνων ανωτέρω που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, αναφορικά με τις περιεχόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης ειδικότερες αιτιάσεις περί αντιφατικής αιτιολογίας, επισημαίνεται ότι: α) δεν υπάρχει αντίφαση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το σημείο στάθμευσης του ΔΧΦ αυτοκινήτου και ιδίως από την αναφορά ότι αυτό "είχε σταθμεύσει εκτός οδοστρώματος", ενώ σε άλλο σημείο δέχεται ότι το πλάτος του οδοστρώματος του αυτοκινητόδρομου ήταν 13,10 μ. συνολικά και ότι το σημείο στάθμευσης του ΔΧΦ αυτοκινήτου βρισκόταν εντός της λωρίδας επιβράδυνσης-επιτάχυνσης, πλάτους 5,3 μ., από τα οποία είχε καταλάβει 2,9 μ., αφού, από τις ως άνω παραδοχές, σε συνδυασμό και με τις λοιπές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το ζήτημα αυτό, σαφώς προκύπτει ότι το ΔΧΦ αυτοκίνητο βρισκόταν σταθμευμένο εκτός των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του ρεύματος της Εθνικής Οδού προς Λάρισα και εντός της λωρίδας επιβράδυνσης-επιτάχυνσης έμπροσθεν του πρατηρίου υγρών καυσίμων "JET OIL", πλάτους 5,3 μ., από την οποία καταλάμβανε 2,9 μ. και δεν εμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ούτε την ορατότητα αυτών, αφού βρισκόταν σε απόσταση 2,4 μ. από το άκρο της οδού και αυτή την έννοια είχε και η αναφορά ότι το ΔΧΦ αυτοκίνητο "είχε σταθμεύσει εκτός οδοστρώματος", δηλαδή εκτός των λωρίδων κυκλοφορίας του ρεύματος της οδού προς Λάρισα και β) δεν υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ΔΧΦ αυτοκινήτου" και ότι "ακόμη και αν υποτεθεί ότι στο συγκεκριμένο σημείο απαγορευόταν η στάση και η στάθμευση και ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέπεσε στην σχετική παράβαση του ΚΟΚ, το γεγονός αυτό δεν επέφερε το παραπάνω ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού αυτό προκλήθηκε από την αλληλουχία των παραπάνω σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε ο Χ. Μ., τα οποία, ακόμα κι αν δεν υπήρχε το ΔΧΦ του πρώτου εναγομένου, θα είχαν και πάλι οδηγήσει στο θάνατό του, αφού η ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματος του θα κατέληγε σε κάποιο άλλο σταθερό σημείο (είτε σε κολώνα φωτισμού, είτε στα φοινικόδεντρα, που υπήρχαν μπροστά στο πρατήριο βενζίνης, είτε σε άλλο όχημα που κινούνταν κανονικά αλλά ενδεχομένως και στις αντλίες του πρατηρίου βενζίνης, προκαλώντας ακόμα και έκρηξη), με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του", αφού, όπως προεκτέθηκε, η απαγορευμένη στάση και στάθμευση του ΔΧΦ αυτοκινήτου επί της λωρίδας επιβράδυνσης-επιτάχυνσης, ανεξαρτήτως αν αποτελεί παράβαση του άρθρου 34 § 2 περιπτ. ιγ του Κ.Ο.Κ., δεν αρκεί για να θεμελιώσει, αυτή καθ' εαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού δυστυχήματος, σταθμίσθηκε όμως από το δικαστήριο της ουσίας, που έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, συνεπώς δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με τις λοιπές μερικότερες αιτιάσεις που περιέχονται τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα για το ότι: α) η αιτιολογία ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα θα επερχόταν ακόμη και αν δεν υπήρχε το ΔΧΦ του πρώτου εναγομένου, αφού η ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματος του θανόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου θα κατέληγε σε κάποιο άλλο σταθερό σημείο, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του, αναφέρεται σε ενδεχόμενα και υποθετικά, ως προς την επέλευσή τους, γεγονότα και είναι αλυσιτελής, καθόσον η υποχρέωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται στην περίπτωση που η προκληθείσα από ένα ζημιογόνο γεγονός ζημία θα επερχόταν ούτως ή άλλως μεταγενέστερα συνεπεία άλλου γεγονότος, β) δεν αιτιολογείται πώς προκλήθηκε η βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση στον αποβιώσαντα και πώς δικαιολογείται αυτή, αν και ο παθών, κατά τη σχετική παραδοχή της, φορούσε ζώνη ασφαλείας, γ) δεν περιγράφονται οι ζημίες του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο παθών, σε ποια σημεία του αυτοκινήτου του επήλθαν, από ποια αίτια δημιουργήθηκαν και πώς αυτές επέδρασαν στην πρόκληση των ανωτέρω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεών του και δ) το Εφετείο δέχθηκε ότι το ΔΧΦ (τράκτορας με επικαθήμενο) του πρώτου αναιρεσίβλητου "δεν εμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων και την ορατότητα αυτών", χωρίς να αιτιολογεί πώς δεν εμποδίστηκε η κίνηση του αυτοκινήτου του παθόντος και δεν απετράπη η σύγκρουση στην ένδικη περίπτωση. Όλες οι ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη των προβληθέντων από αυτούς ισχυρισμών περί των συνθηκών του ένδικου δυστυχήματος, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου δυστυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ261/2022, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ98/2020). Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ242/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ827/2020, ΑΠ760/2020, ΑΠ633/2019). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ376/2022, ΑΠ261/2022, ΑΠ7/2020). Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενοι ότι, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους και με τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις τους, προέβαλαν παραδεκτώς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί διακοπής της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως του αποβιώσαντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ζημιογόνου αποτελέσματος, επικαλούμενοι, κατά πιστή αντιγραφή από την αίτηση αναίρεσης, ότι: "από όλα τα προαναφερθέντα περιστατικά, που ήταν πρόσφορα για την επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος, η πράξη του α'εναγομένου-α'εφεσιβλήτου οδηγού να σταθμεύσει παράνομα έμπροσθεν του Πρατηρίου υγρών καυσίμων κατά παράβαση όλων των σχετικών απαγορεύσεων του ΚΟΚ που προαναφέρθηκαν (οράτε σελ. 13-14 την ένδικης αγωγής μας), τις οποίες όλως απαραδέκτως δεν συμπεριέλαβε η εκκαλουμένη στη μείζονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, είναι, κατά την κοινή αντίληψη, εκείνη που άμεσα και αποκλειστικά προκάλεσε το θανατηφόρο αποτέλεσμα και βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό". Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του επιβλαβούς αποτελέσματος (και όχι περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου με την παρεμβολή άλλου, άσχετου και απρόβλεπτου μεταγενέστερου γεγονότος, όπως αβασίμως θεωρούν οι αναιρεσείοντες), λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ρητά από το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του σταθμευμένου ΔΧΦ οχήματος, καθότι είχε σταθμεύσει εκτός του οδοστρώματος και δεν εμπόδιζε την κίνηση των οχημάτων ούτε και την ορατότητα αυτών. Ακόμα δε και αν υποτεθεί ότι στο συγκεκριμένο σημείο απαγορευόταν η στάση και η στάθμευση και ότι ο πρώτος εναγόμενος υπέπεσε στην σχετική παράβαση του ΚΟΚ, το γεγονός αυτό δεν επέφερε το παραπάνω ζημιογόνο αποτέλεσμα, αφού αυτό προκλήθηκε από την αλληλουχία των παραπάνω σφαλμάτων στα οποία υπέπεσε ο Χ. Μ., τα οποία ακόμα και αν δεν υπήρχε το ΔΧΦ του πρώτου εναγομένου, θα είχαν και πάλι οδηγήσει στο θάνατό του, αφού η ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματος του θα κατέληγε σε κάποιο άλλο σταθερό σημείο (είτε σε κολώνα φωτισμού, είτε στα φοινικόδεντρα, που υπήρχαν μπροστά στο πρατήριο βενζίνης, είτε σε άλλο όχημα που κινούνταν κανονικά αλλά ενδεχομένως και στις αντλίες του πρατηρίου βενζίνης, προκαλώντας ακόμα και έκρηξη), με αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζουν οι ενάγοντες, που περιέχουν στοιχεία σχετικά με άλλα τροχαία δυστυχήματα στο ίδιο σημείο, λόγω των προαναφερθεισών κακοτεχνιών της οδού, σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις επήλθε επίσης θάνατος του οδηγού λόγω πρόσκρουσης σε άλλα σταθερά σημεία, χωρίς να υπάρχει σταθμευμένο όχημα στο ίδιο σημείο. Εξάλλου το γεγονός ότι η στάθμευση στο συγκεκριμένο σημείο, του ΔΧΦ παρεμπόδιζε μερικώς την ορατότητα των εξερχομένων από το πρατήριο βενζίνης οχημάτων, επίσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, αφού αυτό δεν προκλήθηκε από όχημα που εξερχόταν εκ του πρατηρίου, ούτε από όχημα που εμποδίστηκε η ορατότητά του με άλλον τρόπο, αλλά από όχημα που είχε απωλέσει πλήρως τον έλεγχό του ο οδηγός του (Χ. Μ.)". Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ343/2023, ΑΠ1660/2022, ΑΠ1353/2022, ΑΠ1206/2019). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, παραδεκτώς επανέφεραν τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό τους ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι προέβαλαν ένσταση συνυπαιτιότητας του θανόντος συγγενούς τους μόνο στην πρόκληση του δυστυχήματος και όχι και στην έκταση της ζημίας του, ενώ πρόκειται για διαφορετικές ενστάσεις εκ του άρθρου 300ΑΚ, στηριζόμενες, εν όλω ή εν μέρει, σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, αφού η πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας και η δεύτερη στην έκτασή της. Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε στον ως άνω λόγο της έφεσής τους, αλλά απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή τους, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση μόνο του δυστυχήματος και έτσι, με την παραδοχή ότι "αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο ο πρώτος εναγόμενος...", χωρίς να έχει προβληθεί ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στην έκταση της ζημίας του θανόντος, υπέπεσε στις πλημμέλειες α) της λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ), β) της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της εν λόγω ενστάσεως (άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) και γ) της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 300 και 914 ΑΚ, με την αξίωση στοιχείων λιγότερων από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, αφού θεώρησε επαρκή την προβολή της ενστάσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος μόνο στην πρόκληση της ζημίας του και όχι και στην έκτασή της (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς όλες τις αιτιάσεις του, αφού, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος συγγενούς τους στην πρόκληση του δυστυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του και ουδόλως απασχόλησε το δικαστήριο συντρέχον πταίσμα αυτού στην έκταση της βλάβης του, κατά παραδοχή σχετικής κατ' άρθρο 300ΑΚ ένστασης, συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πράγματος που δεν προτάθηκε, δηλαδή της προαναφερόμενης ένστασης, ούτε για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή για παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της ένστασης αυτής (ανεξαρτήτως της αντίφασης της συγκεκριμένης αιτίασης προς την αμέσως προηγούμενη, περί ουδόλως προταθείσας ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην έκταση της ζημίας) ούτε, τέλος, για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 και 914 ΑΚ, με την αξίωση στοιχείων λιγότερων από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή τους και δη για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης ένστασης. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσής τους και ειδικότερα ότι, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ότι "σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα αποκλειστικά υπαίτιος του προπεριγραφέντος τροχαίου δυστυχήματος ήταν ο ίδιος ο παθών, Χ. Μ." και ότι "δεν αποδείχθηκε ότι στην πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο ο πρώτος εναγόμενος", απέρριψε κατ' ουσία την έφεση στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη των ως άνω λόγων της έφεσής τους, με τους οποίους παραπονέθηκαν για το ύψος της επιδικασθείσας πρωτοδίκως σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και για την απόρριψη ως αορίστου του αιτήματος αποζημίωσης για στέρηση διατροφής των ανηλίκων τέκνων της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αντιστοίχως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού, ενόψει της κρίσης του Εφετείου, ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων είναι ουσιαστικά αβάσιμη λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του ιδίου του θανόντος συγγενούς τους στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος, παρήλκε, ως άνευ αντικειμένου, η έρευνα των προαναφερόμενων λόγων της έφεσής τους, που αφορούσαν στα κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εφόσον αυτά συνέχονται αναγκαίως και είναι αρρήκτως συνδεδεμένα προς το κριθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας (άρθρο 914ΑΚ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους. Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ. ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019). Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ8/2016, ΑΠ1370/2023, ΑΠ1102/2023, ΑΠ1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ1370/2023, ΑΠ1102/2023, ΑΠ1126/2020, ΑΠ1034/2020, ΑΠ412/2019, ΑΠ705/2019). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος του ενδίκου δυστυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του Χ. Μ. ήταν ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Στέργιος Οικονόμου, δεν έλαβε υπόψη του α) την υπ' αριθμ. 1297/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, ήδη αμετάκλητη, με την οποία ο παραπάνω εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο ετών με τριετή αναστολή, ενώ έπαυσε υφ' όρον η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη για την πράξη της κατάληψης οδοστρώματος Εθνικής Οδού και β) το απόσπασμα της υπ'αριθμ. 342/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του κατά της προαναφερόμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στην κατ' έφεση δίκη. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (6η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων) "όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης", αλλά και από την ειδική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδες 7η και 8η) στην κατάθεση της μάρτυρος Ε. Μ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τις προαναφερόμενες ποινικές αποφάσεις, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αντικρούοντας αυτές (ποινικές αποφάσεις) με τις ανωτέρω αιτιολογίες του. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης (Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ"), που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ). Ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων στους πρώτο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν τίθεται, αφού αυτοί δεν παραστάθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/1/2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 16/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 433/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ