ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 900/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 900/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 900/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 900 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 900/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 38/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 4Η Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" ("4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουμάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Β. του Α., κατοίκου ..., 2) Ο. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6) Ζ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 8) Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ... εκ των οποίων ο με α/α 2ος δεν παραστάθηκε, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν η 554/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4428/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-10-2018 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 119/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 23-7-2024 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση) με την πράξη ορισμού δικασίμου, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντίθετα, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης ή της κλήσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 245/2022, ΑΠ 1121/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, 306/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσότερων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020).

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 23/7/2024 (αρ. κατ. 129/23.7.2024) κλήση των καλούντων-αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 16/10/2018 (αρ. κατ. 96292/151/17.10.2018) αίτηση του καθού η κλήση-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης (4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης)" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4428/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), μετά την έκδοση της υπ'αριθμ. 119/2024 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, με σκοπό να προσκομισθούν έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18/3/2025), άπαντες οι καλούντες-αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον Δικηγόρο Αθηνών Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος (2ος) αυτών, Ο. Φ. Κ., είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των καλούντων, την από 10/10/2024 παραγγελία προς επίδοση της από 23/7/2024 κλήσης προς το καθού η κλήση-αναιρεσείον με κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 18/3/2025, (υπ'αριθμ. ....2024 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ. να επισπεύσει και για λογαριασμό του τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εν λόγω καλούντος από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή προς τον ως άνω δικηγόρο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτός κλητεύθηκε από το καθού η κλήση-αναιρεσείον, αλλά ούτε και από τους απλούς ομοδίκους του καλούντες-αναιρεσίβλητους, για να παραστεί στη συζήτηση. Κατά συνέπεια, ακύρως ο ως άνω δεύτερος (2ος) των καλούντων-αναιρεσιβλήτων επέσπευσε με την από 23/7/2024 κλήση τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή του, προκειμένου να παραστεί για τη συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 18/3/2025, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον δεύτερο (2ο) των καλούντων-αναιρεσιβλήτων, που συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτόν.

ΙΙΙ. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τον αναιρετικό έλεγχο του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι επί της από 25/5/2015 (αρ. κατ. 375/4.6.2015) αγωγής των 2ης, 9ου, 10ης, 11ης, 13ης, 19ης και 20ου των εναγόντων και ήδη 1ης, 3ου, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης και 8ου των προσηκόντως παριστάμενων αναιρεσιβλήτων και των 1ης, 3ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 12ης, 14ης, 15ης, 16ης, 17ου, 18ης και 21ου των εναγόντων, μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη, κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης (4η ΔΥ.Π.Ε. Μακεδονίας και Θράκης) και κατά του δεύτερου εναγομένου (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), με την οποία, αφού εξέθεταν ότι απασχολούνταν ως ιατροί με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο πρώτο και στη συνέχεια στο δεύτερο εναγόμενο, ζητούσαν να τους καταβληθεί το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους εκτιθέμενους σ'αυτή λόγους, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμό 554/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και υποχρεώθηκε το πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, να καταβάλει σε έκαστο των 2ης, 9ου, 10ης, 11ης, 13ης, 19ης και 20ου των εναγόντων (ήδη 1η, 3ο, 4η, 5η, 6η, 7η και 8ο των προσηκόντως παριστάμενων αναιρεσιβλήτων) και στον 4ο ενάγοντα (ήδη 2ο αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση), το ποσό των 5.400 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και το δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) υποχρεώθηκε να καταβάλει στους λοιπούς ενάγοντες (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) τα σε αυτή αναφερόμενα ποσά, με τον νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. (4η ΔΥ.Π.Ε. Μακεδονίας και Θράκης) άσκησε την από 28/12/2016 (αρ. κατ. 4326/657/29.12.2016) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ως εφετείου) κατά των 2ης, 9ου, 10ης, 11ης, 13ης, 19ης και 20ου των εναγόντων (ήδη παρισταμένων προσηκόντως αναιρεσιβλήτων) και κατά του 4ου των εναγόντων (ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση), επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 4428/27.4.2018 απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, και ορίσθηκε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας, ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κατά της άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την ένδικη από 16/10/2018 (αρ. κατ. 96292/151/17.10.2018) αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα από τους καλούντες-αναιρεσίβλητους έγγραφα προκύπτει α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 24/9/2018 (βλ. την με ίδια ημερομηνία σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Ι. Μ. επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και την υπ'αριθμ. 7236Β/24.9.2018 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή), β) κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, όπως προκύπτει από το με αρ. πρωτ. 3507/2025 πιστοποιητικό του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών και, γ) η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 17/10/2018, ήτοι αφού είχε παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επομένη της επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του ερημοδικασθέντος με αυτήν εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, που έληξε στις 9/10/2018. Κατόπιν των προεκτεθέντων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4428/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως ανυποστήρικτη και στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 894/2022, ΑΠ 1824/2017), καθότι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1528/2021), ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 17/10/2018, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), που άρχισε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στις 10/10/2018, δηλαδή από την επομένη της παρόδου της προθεσμίας των δέκα πέντε (15) ημερών (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) από την επίδοση από τους αναιρεσίβλητους στο αναιρεσείον της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

IV. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και τον νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 957/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και πριν την κατάργησή του από 1/11/2016 με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015, ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011" (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011), που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες ... 5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ. δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019), το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφενός μέχρι την 17/2/2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφετέρου μετά την 18/2/2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 18/2020). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ, ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στον ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας). Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019,) πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.2.2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό, όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 827/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2/3/2011), στον οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 806/2015). Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 306/2020). Επακολούθησε ο ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών. Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας (ΑΠ 827/2024).

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 560 τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) και πριν την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 35 ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) και άρθρο 26 ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α 146), που εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πριν την 1/1/2022 (άρθρο 120 ν. 4842/2021), "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές". Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 560 ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης κατά τα προεκτεθέντα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία", ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 134/2021, ΑΠ 269/2020).

VI. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου) με την υπ' αριθμ. 554/2016 απόφασή του, που, όπως προεκτέθηκε, έχει ενσωματωθεί στην υπ' αριθμ. 4428/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως ανυποστήρικτη, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Οι ενάγοντες ιατροί είχαν προσληφθεί ο καθένας από αυτούς, κατά την ημερομηνία και την ειδικότητα που αναφέρονται στην αγωγή, από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο από 11/7/2002 μετονομάσθηκε σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρου 10 ν.δ. 1204/1972. Υπηρετούσαν ασκώντας τα συναρτημένα με την ειδικότητά τους καθήκοντα παρέχοντας στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος τις ιατρικές φροντίδες τους (προληπτικές, θεραπευτικές, διαγνωστικές), απασχολούμενοι στους αναφερόμενους στην αγωγή υγειονομικούς σχηματισμούς του (Νομαρχιακές Μονάδες και Τοπικές Μονάδες Υγείας ΙΚΑ).Οι μηνιαίες αποδοχές τους καθορίζονταν από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, ενώ από 1/1/2012 μεταφέρθηκαν στο δεύτερο εναγόμενο (ενν. ΕΟΠΠΥ) δυνάμει των σχετικών διατάξεων του Ν. 3918/2011, μετατασσόμενοι από 31/3/2014, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 στο πρώτο εναγόμενο (ενν. 4η ΔΥΠΕ, ήδη αναιρεσείον), στο οποίο συνεχίζουν να υπηρετούν μέχρι σήμερα... Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014, το πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ. συνεχίζει χωρίς διακοπή τις εκκρεμείς δίκες του προσωπικού που μεταφέρθηκε σ' αυτό, συνεπώς, νομιμοποιείται αποκλειστικά και για τις αγωγές που εγείρονται από 1/4/2014 από το προσωπικό που μετατάχθηκε σ' αυτό ανεξάρτητα από το εάν οι επίδικες απαιτήσεις αφορούν χρονικό διάστημα πριν από την 31/3/2014.
Συνεπώς, το πρώτο εναγόμενο νομιμοποιείται παθητικά και μάλιστα αποκλειστικά για την έγερση κατ'αυτού της προκείμενης δίκης ως προς τους μεταφερθέντες σε αυτό 2ο, 4ο, 9ο, 10ο, 11ο, 13ο, 15ο και 20ο από τους ενάγοντες... Οι ως άνω ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ..., δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στο απασχολούμενο στα δημόσια νοσοκομεία προσωπικό και στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. για την αποδοτικότερη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε και οι κατωτέρω ειδικώς αναφερόμενοι ενάγοντες ιατροί, οι οποίοι απασχολούνται στους υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης πρώτα του ΙΚΑ, μετέπειτα του δεύτερου εναγομένου και ύστερα κάποιοι εξ αυτών στο πρώτο εναγόμενο στην Περιφέρεια Μακεδονίας και Θράκης (όπως αυτοί οι σχηματισμοί αναφέρονται στην αγωγή), έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, που κάποιοι πάσχουν από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (όπως ηπατίτιδα, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματίωση κλπ), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και μπορεί να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μολύνσεως, σοβαρές βλάβες στην υγεία τους ακόμη και το θάνατο. Επομένως, οι ενάγοντες, κατά την προκείμενη απασχόλησή τους, λόγω της φύσεως της εργασίας τους, έρχονται καθημερινά σε άμεση επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματα ασθενών. Οι συνθήκες εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες, με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού της νοσηλευτικής υπηρεσίας, των εργαστηρίων και καθαριότητας, των οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων, των ιδίων υγειονομικών σχηματισμών όπου υπηρετούν και οι ενάγοντες, που λαμβάνει το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά και κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δικαιούνται και οι ενάγοντες με τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, που λαμβάνει το ως άνω προσωπικό, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται λεπτομερώς παρακάτω με βάση τη συνταγματική αρχής της ισότητας, καθόσον το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας.... δεν έχει σχέση μα την παροχή εργασίας καθεαυτήν, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες παρέχεται, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, υπό την προϋπόθεση ότι εργάζονται υπό τους ίδιους δυσμενείς όρους, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η μη καταβολή του επιδίκου επιδόματος στους ενάγοντες οφείλεται σε λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Κατόπιν τούτων πρέπει και στους ενάγοντες με τις παρακάτω αναφερόμενες διακρίσεις να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το επίδικο επίδομα...". Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε από 1/5/2012 και για χρονικό διάστημα τριάντα έξι (36) μηνών σε έκαστο ενάγοντα και ήδη παριστάμενο προσηκόντως αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.400 ευρώ (150 ευρώ Χ 36 μήνες). Όπως δε προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4428/2018 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ την από 28/12/2016 έφεσή του κατά των εφεσίβλητων, μεταξύ των οποίων και οι ήδη παριστάμενοι προσηκόντως αναιρεσίβλητοι, και κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο, με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, παραδοχές του ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης αρχικά στον ΕΟΠΥΥ και από 31/3/2014 στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με συνθήκες το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες με αυτές του προσωπικού της νοσηλευτικής υπηρεσίας, των εργαστηρίων και καθαριότητας, των οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων των ίδιων υγειονομικών σχηματισμών με αυτούς (αναιρεσίβλητους), που λαμβάνουν το ως άνω επίδομα και ότι, συνεπώς, και οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται, κατ'εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, το επίδομα αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της υπ'αριθμ. Οικ. 2/165/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.2.2012).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται, κατ'εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έρχονταν καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους, που έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης, σοβαρές βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατό τους, ότι οι συνθήκες αυτές της εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς και επικίνδυνες με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού της νοσηλευτικής υπηρεσίας, των εργαστηρίων και καθαριότητας, των οδηγών φορτηγών και βοηθών ασθενοφόρων των ίδιων υγειονομικών σχηματισμών, όπου υπηρετούν οι ενάγοντες, που λαμβάνει το επίδικο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και ότι η μη χορήγησή του και στους αναιρεσίβλητους συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, χωρίς να δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Επομένως, ο πρώτος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 του Συντάγματος, του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της υπ' αριθμ. Οικ. 2/165/0022 ΚΥΑ και ο δεύτερος εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης της παρ. 6 της υπ'αριθμ. Οικ. 2/165/0022 ΚΥΑ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η δε επί μέρους αιτίαση του αναιρεσείοντος στον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν πληρούσαν την τασσόμενη στην παρ. 6 της προαναφερόμενης ΚΥΑ προϋπόθεση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στους χώρους που απασχολούνταν στις Τοπικές Μονάδες ΙΚΑ, εφόσον ασχολούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα από Δευτέρα έως Πέμπτη επί 5 και 1/2 ώρες και την Παρασκευή επί 5 ώρες, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι η απασχόληση των αναιρεσιβλήτων στους παραπάνω υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης αρχικά του ΙΚΑ, στη συνέχεια του ΕΟΠΥΥ και από 31/3/2014 του αναιρεσείοντος, είναι αποκλειστική και πλήρης κατά το νόμιμο ωράριό τους, που ανερχόταν με βάση το άρθρο 4 παρ. 1 του από 30/3-3/4/1951 Β.Δ. "περί μισθολογίου του προσωπικού του ΙΚΑ" (ΦΕΚ Α 92), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του από 14.11.1956 Β.Δ "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 30/3-3/4/51 Β.Δ. περί μισθολογίου προσωπικού ΙΚΑ" (ΦΕΚ 272Α) σε 4 και 1/2 ώρες ημερησίως (ήτοι συνολικά επί εξαημέρου τότε απασχόλησης 27 ώρες την εβδομάδα), που αντιστοιχεί στο ωράριο εργασίας που ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι ασχολούνταν το επίδικο χρονικό διάστημα οι αναιρεσίβλητοι επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας (4 ημέρες Χ 5 1/2 ώρες + 1 ημέρα Χ 5 ώρες = 27 ώρες την εβδομάδα). Η ως άνω καταβολή του επίδικου επιδόματος στους αναιρεσείοντες δεν επηρεάζεται από το ότι αυτοί μέχρι 31/3/2014, πριν δηλαδή μεταφερθούν στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ, είχαν τη δυνατότητα υπό το καθεστώς του ν.δ. 1204/1972, παράλληλης άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος, εκτός του νομίμου ωραρίου τους, εφόσον η διάταξη της παρ. 6 της ως άνω ΚΥΑ αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και σε ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του επιδίκου επιδόματος, εντός του προβλεπόμενου νομίμου ωραρίου απασχόλησης. Από δε την ως άνω ημερομηνία (31/3/2014), που οι αναιρεσίβλητοι μεταφέρθηκαν-μετατάχθηκαν, κατ'εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του ν. 4238/2014, στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, απασχολούνται στο αναιρεσείον με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, χωρίς πλέον να έχουν τη δυνατότητα παράλληλης ενάσκησης δραστηριότητας ελευθέριου επαγγέλματος. Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν το επίδικο χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες τους αρχικά στον ΕΟΠΥΥ και από 31/3/2014 στο αναιρεσείον (4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας-Θράκης) με καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης εντός του νομίμου ωραρίου τους και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1η, 3ο, 4η, 5η, 6η, 7η και 8ο παριστάμενους προσηκόντως αναιρεσιβλήτους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 11/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 788/2022)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τον δεύτερο (2ο) αναιρεσίβλητο.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16/10/2018 (αρ. κατ. 96292/151/17.10.2018) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4428/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, ως προς τον δεύτερο (2ο) αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτη (1η), τρίτο (3ο), τέταρτη (4η), πέμπτη (5η), έκτη (6η), έβδομη (7η) και όγδοο (8ο) αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ως άνω παριστάμενων προσηκόντως αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή