ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 901/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 901/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 901/2025 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 901 / 2025    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 901/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 100/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTERSPORT ATHLETICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ζαχαρία Μέλεγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 217/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 11130/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 29-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 132122/195/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 11130/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 217/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 2 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνο μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία. Στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, ενδείξεις δε για τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου ως διευθύνοντος συνιστούν ο μισθός, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, η δυνατότητα πρόσληψης ή απόλυσης προσωπικού και γενικότερα η άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων επ' αυτού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επί του προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών έναντι τρίτων για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η ανεξαρτησία τους αναφορικά με τον χρόνο εργασίας τους και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων παρέχουν αυτή, η παραχώρηση εξουσίας εκπροσώπησης του εργοδότη προς τρίτους και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης. Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη όσο και στους λοιπούς εργαζομένους. Εφόσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και αυτός εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητώς η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 163/2024, 1065/2020, 1186/2020, 935/2017, 478/2014, 1467/2012, 978/2009). Η έννοια δε του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή του σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης αυτού, ως μισθωτού, από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρότερη μορφή (ΑΠ 869/2018, 1030/2005, 747/2007). Ο ιδιαιτέρως υψηλός μισθός είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μισθωτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου. Ο μισθός αυτός θα πρέπει να υπερβαίνει σημαντικά, τα εκάστοτε ελάχιστα όρια μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων της κατηγορίας του. Το ανωτέρω στοιχείο απορρέει από την ιδιαίτερη ευθύνη, την οποία υπέχουν οι διευθύνοντες υπάλληλοι, λόγω της καίριας θέσης τους στην επιχείρηση, καθώς και από τη δυνατότητα λήψης σημαντικών αποφάσεων στην εκτέλεση των προγραμμάτων, ικανών να επηρεάσουν την πορεία της επιχείρησης και αποφάσεων που αφορούν το προσωπικό, την ομαλή διεξαγωγή της εργασίας και τον έλεγχο της τήρησής τους (ΑΠ 163/2024, 1976/2022, ΑΠ 1388/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, 109/2020). Εξάλλου, κατά την έννοια του, ως άνω, άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 750/2025, 50/2024, 13/2024, 48/2022, 1285/2021, 79/2018, 1333/2018).

Πρέπει, συναφώς, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015).

Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει από αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 1054/2024, 885/2019, 1000/2017, 704/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 1480/2021, 491/2019). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 247/2022).

Εξάλλου, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1054/2024, 1266/2011).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "......Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη δυνάμει της από 09-03-2015 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν αρχικά ως υπάλληλος- πωλητής μέχρι τις 15-04-2015 και στη συνέχεια κατόπιν τροποποίησής της, έως τις 15-05-2015 και τέλος κατόπιν νέας τροποποίησης (παράτασης) μέχρι τις 14-08-2015. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, αρχικώς ασκούσε τα καθήκοντα του εκπαιδευόμενου Υποδιευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης επί της οδού ..., στην περιοχή της ..., ενώ μετά το πέρας της εκπαίδευσής του και κατόπιν μετατροπής της αρχικής σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε στην εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 15-08-2015 ως Υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της, στην περιοχή του ..., από την ...-2016 έως το μήνα ... του έτους ως Διευθυντής του καταστήματος αυτού και τέλος από τότε έως και τις ...2017 ως Διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγόμενης, στην ..., οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και η επίδικη σύμβαση εργασίας λύθηκε. Σύμφωνα με τις άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ο ενάγων θα απασχολείται στην επιχείρηση της εναγομένης επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα [πενθήμερη απασχόληση] από Δευτέρα έως και Παρασκευή, με πλήρη απασχόληση οκτώ (8) ωρών ημερησίως και σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, σύμφωνα με τα ισχύοντα και προβλεπόμενα στην Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.), στην οποία υπαγόταν η εν λόγω σύμβαση εργασίας. Κατά το χρονικό διάστημα από τις 09-03-2015 έως τις 14-08-2015, κατά το οποίο απασχολήθηκε ως υπάλληλος-πωλητής- εκπαιδευόμενος Υποδιευθυντής του καταστήματος της εναγόμενης στην περιοχή της ..., ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 828,00 ευρώ (μικτά). Στη συνέχεια, κατά το χρονικό διάστημα από τις 15-08-2015 έως τις 31-12-2015, κατά το οποίο ασκούσε τα καθήκοντα του Υποδιευθυντή του καταστήματος στην περιοχή του ..., ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ανήλθε στο ποσό των 1.114,00 ευρώ (μικτά), κατά το χρονικό διάστημα από ...-2016 έως τις 31-07-2016, κατά το οποίο ασκούσε τα καθήκοντα του Διευθυντή υποκαταστήματος της εναγομένης, οι συμφωνημένες μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1.400,00 ευρώ και τέλος κατά το χρονικό διάστημα από 01-08-2016 έως τις 05-09-2017, κατά το οποίο ασκούσε ομοίως τα καθήκοντα του Διευθυντή του υποκαταστήματος ... και υπό την ειδικότητα αυτή, οι συμφωνημένες μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1.561,00 ευρώ. Ωστόσο, παρά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, το γεγονός ότι ως μισθωτός υπαγόταν στο σύστημα της πενθήμερης εργασίας και τα προβλεπόμενα στην περίπτωση αυτή από την εργατική νομοθεσία, η εναγόμενη αμέσως μετά την πρόσληψή του τον απασχολούσε καθημερινώς στα ανωτέρω καταστήματά της, με ωράριο που υπερέβαινε τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως και σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως. καθώς και κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής καθ' υπέρβαση του νόμιμου και συμβατικού ημερήσιου ωραρίου των οκτώ (8) ωρών και των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως. Ήτοι, λόγω φόρτου εργασίας και των αυξημένων αναγκών της, η εναγόμενη τον υποχρέωνε, παρά τη συμφωνία τους κατά την πρόσληψή του, να απασχολείται χωρίς να του καταβάλλει αποδοχές πέραν των ανωτέρω συμφωνηθέντων για πενθήμερη εργασία σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, ενώ τον απασχολούσε και κατά την ημέρα του Σαββάτου και μάλιστα καθ' υπέρβαση του ανώτατου νόμιμου ορίου ημερήσιας απασχόλησης (οκτάωρο) και κατά την ημέρα Κυριακή. Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με το δεύτερο λόγο έφεσης επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό της ότι ο ενάγων ήταν διευθύνων υπάλληλος αυτής και κατά συνέπεια εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, περί αποζημίωσης ή προσαύξησης για υπερωριακή ή κατά Κυριακές και εορτές εργασία, περί εβδομαδιαίας ανάπαυσης και περί χορήγησης ετήσιας άδειας αναψυχής, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς τη διευθυντική θέση που κατείχε. Τον ως άνω ισχυρισμό της στηρίζει στο γεγονός ότι ο ενάγων ήταν κατ' ουσία αποκλειστικά υπεύθυνος για την καλή ή μη πορεία του καταστήματος στο Γέρακα, όπου εργάσθηκε ως Υποδιευθυντής και ακολούθως ως Διευθυντής, κατά το μεγαλύτερο μέρος του επίδικου χρονικού διαστήματος, ο ετήσιος τζίρος του οποίου (καταστήματος) ανερχόταν κατά μέσο όρο 1.700.000 ευρώ ετησίως. Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς της, ο ενάγων ήταν ο μόνος αρμόδιος για την επίτευξη των στόχων πωλήσεων του υποκαταστήματος, για την εκπόνηση του εσωτερικού εμπορικού πλάνου, για τη διαχείριση και τον έλεγχο των αποθεμάτων του καταστήματος, για τη διατύπωση προτάσεων προς την εταιρεία για νέα προϊόντα και την απομάκρυνση κωδικών με χαμηλή κίνηση, καθώς και το χειρισμό παραπόνων των πελατών. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ο ενάγων είχε την εποπτεία του συνόλου του προσωπικού, εννέα άτομα στον αριθμό και ήταν υπεύθυνος για την καθοδήγηση των υφισταμένων του, τον καταμερισμό των εργασιών, τη βελτίωση των ικανοτήτων τους, την ενδεχόμενη εφαρμογή της πειθαρχικής διαδικασίας για όποιον ήταν αναγκαίο και προβλεπόμενο, ενώ συγχρόνως καθόριζε σε εβδομαδιαία βάση το ωράριο, τις βάρδιες και τις άδειες του προσωπικού και ήλεγχε την τήρηση των προγραμμάτων αυτών. Τονίζει δε ως σημαντική αρμοδιότητα την αποφασιστική κρίση του για την ανανέωση ή τη διακοπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των προσώπων που εργάζονταν στο συγκεκριμένο υποκατάστημα. Συνακόλουθα, σύμφωνα με την εναγόμενη, ο ενάγων έχαιρε της πλήρους και αδιαπραγμάτευτης εμπιστοσύνης της και χειριζόταν εμπιστευτικές πληροφορίες, ενώ ο ίδιος είχε ελευθερία κινήσεων και δεν ακολουθούσε αυστηρά καθορισμένο ωράριο, αλλά αντίθετα το διαμόρφωνε ανάλογα με τις ανάγκες του καταστήματος, σε συνάρτηση με τις προσωπικές του ανάγκες. Τέλος, η εναγόμενη επικαλείται τη συμμετοχή του ενάγοντος στο ομαδικό ασφαλιστήριο ζωής και ευρείας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στο ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εταιρείας, τις υψηλότερες συγκριτικά με τους λοιπούς υπαλλήλους και υπέρτερες των νόμιμων μηνιαίες αποδοχές του και τη χρηματοδότηση της συμμετοχής του ενάγοντος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ομίλου Fourlis (MBA), προκειμένου να θεμελιώσει την ιδιότητά του ως διευθυντικού στελέχους μέσης κατηγορίας που προΐστατο σημαντικού τομέα της επιχείρησης και ασκούσε για λογαριασμό της εναγομένης εργοδοτική εξουσία επί του συνόλου του προσωπικού του καταστήματος. Ωστόσο, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αλλά και σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα, προέκυψε ότι ουδεμία εργοδοτική εξουσία είχε παρασχεθεί σε αυτόν ούτε αποφασιστικής σημασίας εξουσία για τη λειτουργία της επιχείρησης της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ούτε ο τελευταίος άσκησε ποτέ γενικότερη διεύθυνση ή εποπτεία που να επηρεάζει τις κατευθύνσεις και εξελίξεις αυτής. Αντίθετα, όση εξουσία διέθετε ήταν δοτή από τη διοίκηση της εναγόμενης, τις εντολές, οδηγίες και υποδείξεις της οποίας ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί. Συγκεκριμένα, τα καθήκοντα του ενάγοντος ως Διευθυντής υποκαταστήματος ήταν η πλήρης διαχείριση του καταστήματος, μεριμνώντας για την εύρυθμη λειτουργία του, η διοίκηση και ο συντονισμός της ομάδας των συνεργατών του, η διευθέτηση του ωραρίου του προσωπικού του καταστήματος, η σύνταξη του πλάνου των προμηθειών για τον ανεφοδιασμό του καταστήματος, η παραλαβή των εμπορευμάτων από τους προμηθευτές, η ταξινόμηση των εμπορευμάτων και η δημιουργία των προθηκών και βιτρινών του καταστήματος, η εξυπηρέτηση των πελατών και η μέριμνα για την άψογη εξυπηρέτησή τους, η χρηματοοικονομική διαχείριση του καταστήματος, ο σχεδιασμός των οικονομικών στόχων του καταστήματος, η επικοινωνία με τους εκπροσώπους της διοίκησης της εταιρείας και εν γένει η εξαιρετική εμφάνιση προς το κοινό και η εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος σύμφωνα με τους εκάστοτε σχεδιασμούς της διοίκησης. Τα καθήκοντά του ως Υποδιευθυντή υποκαταστήματος κατά το διάστημα της απασχόλησής του με την ειδικότητα αυτή, ήταν η αναπλήρωση του Διευθυντή του καταστήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά και η εκτέλεση όλων των ανωτέρω περιγραφέντων καθηκόντων του Διευθυντού του καταστήματος σε συνεργασία και από κοινού με αυτόν. Κατά δε την εκπαίδευσή του αρχικώς ως εκπαιδευόμενος Υποδιευθυντής του καταστήματός της στην περιοχή της Ν. Ερυθραίας, λάμβανε εκπαίδευση για την παραλαβή των εμπορευμάτων, αλλά και πραγματοποιούσε παραλαβές, εκπαίδευση για την εξυπηρέτηση πελατών και εξυπηρετούσε πελάτες. Περαιτέρω, καθ' όλο τον χρόνο της απασχόλησής του, ο ενάγων υποχρεωνόταν από την εναγομένη, κατά καιρούς, να συμμετέχει σε επιμορφωτικά και εκπαιδευτικά σεμινάρια που πραγματοποιούσε η ίδια σε επιλεγμένους απ' αυτή χώρους είτε στα κεντρικά γραφεία είτε εκτός αυτών και σε επαγγελματικές συναντήσεις (meetings) με στελέχη και εκπροσώπους της επιχείρησης, με αντικείμενο τον προγραμματισμό και τη σωστή λειτουργία του καταστήματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και τον κεντρικό σχεδίασμό της διοίκησης της εναγομένης, ώστε να καταστεί περισσότερο κερδοφόρος η επιχείρηση. Σημειωτέον, ότι όσοι κατέχουν εμπιστευτική θέση, για να χαρακτηρισθούν διευθύνοντες υπάλληλοι, πρέπει η θέση τους να έχει τέτοια σπουδαιότητα, ώστε να επηρεάζει την πορεία της επιχείρησης, όπως είναι οι επιτελικές ή συμβουλευτικές της διοίκησης θέσεις, εφόσον υπάρχουν συνθήκες ανεξαρτησίας, πρωτοβουλίας και αυξημένης ευθύνης, οι οποίες προϋποθέτουν ιδιαίτερα προσόντα υψηλής μόρφωσης και ειδίκευσης, που τους ξεχωρίζουν από τους άλλους υπαλλήλους. Διευθυντικά καθήκοντα δεν ασκούν, όμως, οι υπάλληλοι αυτοί που εποπτεύουν και διευθύνουν τομείς της επιχείρησης βάσει προγράμματος ή γενικών εντολών του εργοδότη, με περιορισμένη πρωτοβουλία στη λήψη των αποφάσεων, μέσα στο πλαίσιο των οδηγιών του εργοδότη ή ύστερα από έγκριση αυτού, όπως συνέβαινε εν προκειμένω, στην περίπτωση ενάγοντος και εναγομένης. Ειδικότερα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ο ενάγων δεν επηρέαζε αποφασιστικά την επιχείρηση της εναγόμενης ως προς τους οικονομικούς της στόχους, δεν ασκούσε τα δικαιώματα της εναγομένης ως εργοδότριας έναντι όλου ή σημαντικού μέρους του προσωπικού της επιχείρησής της, με αρμοδιότητα πρόσληψης ή απόλυσης αυτού, αφού δεν είχε τη δυνατότητα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου σε βάρος των υφισταμένων του, παρά μόνο έκανε απλές παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών και αντιμετώπισης των πελατών, ενώ επί της διακοπής ή ανανέωσης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου κάποιων υπαλλήλων εισηγείτο μόνο προτάσεις προς τους ανωτέρους του και ποτέ δεν λάμβανε σχετικές αποφάσεις επ' αυτών. Περαιτέρω, ο ενάγων δεν είχε ορισθεί αστικός ή ποινικός υπεύθυνος της εναγομένης ενώπιον δημοσίων αρχών, αλλά ούτε εκπροσωπούσε την εναγόμενη έναντι τρίτων ιδιωτών. Τέλος, το ποσό των 2.000 ευρώ που λάμβανε ετησίως ως μπόνους δεν είναι τόσο υψηλό, ώστε να θεωρηθεί κρίσιμο στοιχείο για το χαρακτηρισμό του ως διευθύνοντος υπαλλήλου. Με τα δεδομένα αυτά, αν και ο ενάγων ελάμβανε αποδοχές υπέρτερες από τις κατώτατες που προβλέπονταν από τις οικείες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των υπαλλήλων πώλησης εμπορικών επιχειρήσεων", δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπάλληλος που ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα, η φύση των οποίων καθιστά ασυμβίβαστη την τήρηση των χρονικών ορίων εργασίας, και ως τέτοιος (διευθύνων υπάλληλος) δεν εδικαιούτο αμοιβή και προσαυξήσεις για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία και αποζημίωση, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, για την απασχόλησή του κατά τις ημέρες Σαββάτου και για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα λόγω απασχόλησής του κατά την Κυριακή, καθόσον αυτός δεν διέθετε πρωτοβουλία και ανεξαρτησία σε τέτοιο υψηλό βαθμό, ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, με την κατάρτιση του προγράμματος δράσης, την προσέλκυση πελατών, την έρευνα των συνθηκών αγοράς, την επιλογή προμηθευτών, την οικονομική διαχείριση, ούτε εκπροσωπούσε την εναγομένη στις συναλλαγές της με τρίτους κατά τρόπο αποφασιστικό, ώστε να φαίνεται ότι ενασκεί δικαιώματα της εταιρείας, ούτε ασκούσε επί του προσωπικού δικαιώματα που αρμόζουν στον εργοδότη, όπως προσλήψεις, απολύσεις, ούτε τέλος ταυτιζόταν με το πρόσωπο της εναγόμενης. Εξάλλου, η εναγόμενη κατέβαλλε κανονικά στον ενάγοντα άδεια και επίδομα αδείας από την καταβολή του οποίου εξαιρούνται οι διευθύνοντες υπάλληλοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ωράριο του ενάγοντος, καθ' όλη τη διάρκεια απασχόλησής του στην εναγόμενη, καθοριζόταν με βάση τις γενικές εντολές των οργάνων της και, επίσης, εν γνώσει του Προϊσταμένου του, εκάστοτε Περιφερειακού Διευθυντή της επιχείρησης, ο οποίος μάλιστα έδινε κατευθύνσεις και οδηγίες, προφορικώς αλλά και μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σε όλους τους υπό την εποπτεία του Διευθυντές. Από τις ένορκες καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων και από τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις προέκυψε ότι το βασικό ωράριο του Διευθυντή υποκαταστήματος διαμορφωνόταν είτε από τις 8:00- 8:30 π.μ. μέχρι 17:00-17:30 μ.μ., είτε από τις 12:00 το μεσημέρι μέχρι το κλείσιμο του καταστήματος. Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα απασχόλησης του ενάγοντος τηρούσε απαρέγκλιτα ο ίδιος, ο οποίος αναλάμβανε ανάλογα με το πρόγραμμα τη μια βάρδια, ενώ η Υποδιευθύντρια του καταστήματος Γέρακα αναλάμβανε τη δεύτερη. Ο εκάστοτε δε Περιφερειακός Διευθυντής ήλεγχε την τήρηση του ωραρίου του ενάγοντος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο συναγερμός του καταστήματος κατέγραφε την ώρα ενεργοποίησης και απενεργοποίησής του και τυχόν καθυστέρηση ανοίγματός του ή σε περίπτωση μη κλεισίματός του γινόταν αμέσως αντιληπτή στον Προϊστάμενο. Τα ως άνω δε, αναφορικά με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων των ωρών της υπερεργασιακής και υπερωριακής του απασχόλησης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν αμφισβητήθηκαν ειδικώς από την εναγομένη. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο ενάγων ελάμβανε δικαιολογημένα, λόγω των διευρυμένων καθηκόντων του, μεγαλύτερο μισθό από τους λοιπούς υπαλλήλους της εναγόμενης..... Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εντολή για πραγματοποίηση υπερωριών δινόταν προφορικά και δεν αποδείχθηκε από την εναγόμενη ότι τηρείτο η σχετική εσωτερική διαδικασία με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων εγγράφων για την πληρωμή της υπερεργασίας και υπερωρίας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα και πρέπει να του καταβάλει για την υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση και την απασχόλησή του κατά τις ημέρες των Κυριακών τα κονδύλια που λεπτομερώς παρατίθενται στην εκκαλούμενη απόφαση και δεν προσβάλλονται ως προς το ύψος τους με ειδικό λόγο έφεσης. Σημειώνεται επίσης ότι δεν προσβάλλεται με ειδικό λόγο έφεσης το κονδύλιο της πρόσθετης απασχόλησης τις Κυριακές....

Περαιτέρω, όσον αφορά στο κονδύλιο της αμοιβής για εργασία έκτης ημέρας για την απασχόληση τα Σάββατα, κατά παράβαση του συστήματος της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας,..... είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο". Ακολούθως δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 7.703,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση και ως αποζημίωση λόγω πρόσθετης απασχόλησης τις Κυριακές, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διακρίσεις. Με αμφοτέρους τους αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται αντίστοιχα: α) σε ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρ. 2 εδ. α' της Σύμβασης της Ουάσιγκτον, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση (πρώτος και δεύτερος λόγος), καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας (δεύτερος λόγος), και β) σε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παραβίαση των ίδιων ουσιαστικών διατάξεων (πρώτος λόγος). Ειδικότερα, όσον αφορά την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την πρόσληψή του υπαγόταν, όσον αφορά τις αποδοχές του, στις διατάξεις της ΕΓΣΣΕ, που προέβλεπε κατώτατο μισθό 586,08 ευρώ, ο ίδιος ξεκίνησε να αμείβεται με μισθό 828 ευρώ (ήτοι με ποσό που υπερέβαινε κατά 41,30% τις νόμιμες ελάχιστες αποδοχές), και ακολούθως, μετά από 2,5 έτη απασχόλησης, κατέληξε να λαμβάνει αποδοχές ύψους 1.561 ευρώ (ήτοι ποσό που υπερέβαινε κατά 166,40% τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές), πλέον του ετήσιου ποσού που ελάμβανε ως bonus, ύψους 2.000 ευρώ, ωστόσο ουδεμία αναφορά γίνεται στις αποδοχές που ελάμβανε το υπόλοιπο προσωπικό του καταστήματος στο οποίο απασχολούνταν ο αναιρεσίβλητος, β) ότι τα καθήκοντα του τελευταίου ήταν η πλήρης διαχείριση του καταστήματος, η διοίκηση και ο συντονισμός της ομάδας των συνεργατών του, η διευθέτηση του ωραρίου του προσωπικού του καταστήματος, η σύνταξη του πλάνου των προμηθειών για τον ανεφοδιασμό του καταστήματος, η παραλαβή των εμπορευμάτων από τους προμηθευτές, η ταξινόμηση των εμπορευμάτων και η δημιουργία των προθηκών και βιτρινών του καταστήματος, η εξυπηρέτηση των πελατών και η μέριμνα για την άψογη εξυπηρέτησή τους, η χρηματοοικονομική διαχείριση του καταστήματος, ο σχεδιασμός των οικονομικών στόχων του καταστήματος, η επικοινωνία με τους εκπροσώπους της διοίκησης της εταιρείας και εν γένει η εξαιρετική εμφάνιση προς το κοινό και η εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος, σύμφωνα με τους εκάστοτε σχεδιασμούς της διοίκησης, του καταστήματος, περαιτέρω δέχεται δε, ότι ο αναιρεσίβλητος συμμετείχε σε σεμινάρια με αντικείμενο τον προγραμματισμό και τη σωστή λειτουργία του καταστήματος, παρά ταύτα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος δεν διέθετε πρωτοβουλία και ανεξαρτησία σε τέτοιο υψηλό βαθμό, ώστε να επηρεάζει τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη του καταστήματος, γ) ότι ο αναιρεσίβλητος έπαιρνε άδεια και επίδομα αδείας, ωστόσο αγνοεί το γεγονός ότι, αν υπάρχει συμφωνία, ως εν προκειμένω, και οι διευθύνοντες υπάλληλοι λαμβάνουν τις εν λόγω παροχές, δ) ότι το ωράριο που όφειλε να τηρεί ο αναιρεσίβλητος ήταν το οκτάωρο, ωστόσο παραβλέπει το γεγονός ότι η ύπαρξη του ωραρίου, εύλογη για τη λειτουργία του καταστήματος, δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως διευθύνοντος υπαλλήλου, ένεκα της οποίας η υπέρβαση αυτού (ωραρίου) δεν γεννά αξίωση αμοιβής για εργασία πέραν αυτού. Ότι οι λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο Περιφερειακός Διευθυντής είχε τη δυνατότητα να ελέγχει το άνοιγμα και το κλείσιμο του καταστήματος, ότι περαιτέρω υπήρχε δυνατότητα τροποποίησης του excel που αφορούσε το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού (το οποίο υποβαλλόταν στο ΣΕΠΕ) και ότι η εντολή για πραγματοποίηση υπερωριών δινόταν προφορικά, δεν αναιρούν την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου ως διευθύνοντος υπαλλήλου. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία δεν εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση αυτών. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, το (δικάσαν ως εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ορθά ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις του άρθρ. 2 εδ. α' της Σύμβασης της Ουάσιγκτον, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, καίτοι ελάμβανε αποδοχές υψηλότερες των κατώτατων νομίμων, ωστόσο τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητές του αφορούσαν την εύρυθμη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, τον σχεδιασμό και την επίτευξη των οικονομικών στόχων του και την εποπτεία αυτού με βάση τις γενικές εντολές της εργοδότριας εταιρείας, με περιορισμένη δυνατότητα ανάπτυξης από αυτόν πρωτοβουλίας και χωρίς η θέση του να έχει τέτοια σπουδαιότητα, ώστε να επηρεάζει αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης της αναιρεσείουσας εταιρείας ή σημαντικού τομέα αυτής.

Περαιτέρω, από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το (δικάσαν ως εφετείο) Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το Ν. 2269/1920 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 228/2024, 55/2023, 698/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή του ποσού των 10.732,70 ευρώ, το οποίο του έχει καταβάλει για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα που του επιδίκασε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Όμως, η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 132122/195/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 11130/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή