Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 902 / 2025    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 902/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρανάσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 16-1-2023 και υπόμνημα στις 18-1-2023.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή και Κωνσταντίνο Πηνιώτη, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 17-1-2023.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 478/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1350/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-3-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 17-1-2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 179/2024 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 265/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση, ο διάδικος που είχε καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση δεν απαιτείται να καταθέσει εκ νέου κατά την επαναλαμβανόμενη, ενώ εάν που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 179/2024 Πράξης αφαίρεσης δικογραφιών, της Προέδρου του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται, με την υπ' αριθμ. 265/2024 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της, από 31-3-2022 (αριθμ. καταθ. 2828/282/7-4-2022), αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 17ης Ιανουαρίου 2023, εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, Αρεοπαγίτη- Εισηγήτριας Όλγας Σχετάκη-Μπονάτου, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά την άνω αρχική συζήτηση, όσο και κατά την προκείμενη επαναλαμβανόμενη, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και κατέθεσαν προτάσεις κατά την πρώτη. Επομένως, η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης χωρεί αντιμωλία των διαδίκων. Με την από 31-3-2022 (αριθ. 2828/282/7-4-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1350/15-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-11-2021 (αριθμ.καταθ.ενδ.μέσου 6688/25-11-2021) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 478/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία, είχε απορρίψει την από 13-5-2015 (αριθμ. καταθ. 56073/1821/2015) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος στο σύνολό της και δη α) ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, θεμελιούμενη, σε μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης "ΟΠΑΠ ΑΕ", ρητού, άλλως σιωπηρού, κατόπιν επιχειρησιακής συνήθειας, όρου της μεταξύ τους ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και με αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών των, προ της βλαπτικής μεταβολής, δεδουλευμένων αποδοχών (αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων, μετά της αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας, και πριμ παραγωγικότητας, από Ιούνιο του 2011 έως και Δεκέμβριο του 2013), και διαφοράς αποζημίωσης λύσης της σύμβασης με αποχώρηση του ενάγοντος, συνολικού ποσού (73.213,64 +40.107,88+133.053,21=) 246.284,73 ευρώ και β) ως μη νόμιμη, ως προς τις δύο επικουρικές της βάσης, εκ των, περί αδικοπραξιών και αδικαιολογήτου πλουτισμού, διατάξεων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επιλαμβανόμενο στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματός της, μόνο της κύριας αγωγικής βάσης, αφού έκρινε ως προς αυτή ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, όπως και η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μετά από συμπλήρωση των αιτιολογιών της, απέρριψε την έφεση κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από την δημοσίευση της τελευταίας (15-3-2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (7-4-2022), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 395/2020, 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).
Εξ άλλου η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας". Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής (ΑΠ 1834/2023, ΑΠ 287/2022, ΑΠ 684/2020, ΑΠ 1158/2018, ΑΠ 1174/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 και 652 Α.Κ. μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και χωρίς ο εργοδότης να έχει τέτοια ευχέρεια από όρο της συμβάσεως ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως.
Στην περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ο μισθωτής, έχει διαζευκτικά, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 133/2021, ΑΠ 632/2020, ΑΠ 939/2015).
Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με το άρθρο 1 του Β.Δ. της 20/29-12-1958 "Περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου", εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.Δ. 3865/1958, ακολούθως δε, με το Π.Δ. 228/1999, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 21 του Ν. 4141/2013, αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία (ΑΠ 1356/2023), η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας διεπόμενη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν. Ο ΟΠΑΠ διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του Α.Ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 391/1974, εγκρίθηκε με την 2084/ 1986 απόφαση Υπ. Πολιτισμού και δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986) και συνεπώς έχει ισχύ νόμου (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 1671/2024, ΑΠ 198/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 485/2019). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσελήφθη από την εναγομένη την 10-8-1981, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αρχικώς, ορισμένου χρόνου, η οποία, στη συνέχεια, μετετράπη σε αορίστου χρόνου. Ο καθορισμός των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του πραγματοποιείτο βάσει των Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΕΣΣΕ), οι οποίες συνάπτονταν μεταξύ της εταιρείας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων της ("ΣΥ-ΟΠΑΠ") (βλ. το άρθρο 49 παρ.2 του Καταστατικού της εναγομένης). Κατά τα λοιπά, η σύμβαση εργασίας του διεπόταν από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της εναγομένης καθώς και του Κανονισμού Εργασίας της, όπως αυτοί ίσχυαν κάθε φορά (βλ. το άρθρο 49 παρ.1 του Καταστατικού της εναγομένης). Ο ενάγων αποτελούσε ένα από πλέον δραστήρια και αξιόλογα στελέχη της εναγομένης. Μάλιστα, διετέλεσε και Πρόεδρος της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων της επιχείρησης ("ΣΥ-ΟΠΑΠ"). Τον Νοέμβριο του 2006, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, κατά την 45η Συνεδρίασή του, βάσει των διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της επιχείρησης και του Καταστατικού της όρισε τον ενάγοντα Γενικό Διευθυντή Προώθησης Πωλήσεων (Μάρκετινγκ) της "ΟΠΑΠ ΑΕ". Έναν περίπου μήνα αργότερα (τον Δεκέμβριο του έτους 2006), το ΔΣ της εναγομένης, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της επιχείρησης και του Καταστατικού της, αποφάσισε να χορηγήθεί στους Γενικούς Διευθυντές της επιχείρησης αποζημίωση άσκησης καθηκόντων, ύψους 5.700 ευρώ μηνιαίως. Η συγκεκριμένη αποζημίωση, δεν σχετιζόταν με τις προβλεπόμενες από την εκάστοτε ισχύουσα ΕΣΣΕ της επιχείρησης αποδοχές τακτικών αποδοχών των Γενικών Διευθυντών. Επρόκειτο για ένα επιπλέον ποσό, πέραν των τακτικών αποδοχών τους, και αιτία για τον καθορισμό της αποτέλεσε η θεαματική αύξηση των πωλήσεων των παιχνιδιών της εναγομένης το έτος 2006 και η προοπτική περαιτέρω ανάπτυξης της το έτος 2007. Η αποζημίωση άσκησης καθηκόντων, ύψους 5.700 ευρώ μηνιαίως, καταβαλλόταν και στον ενάγοντα. Έτσι, ο ενάγων, λάμβανε μηνιαίως, ως τακτικές αποδοχές (βάσει ΕΣΣΕ), το ποσόν των 6.445,69 ευρώ και, επιπλέον, ως αποζημίωση άσκησης καθηκόντων, το ποσό των 5.700 ευρώ. Την 13-4-2010, κατόπιν σχετικής εγγράφου συμφωνίας δανεισμού μισθωτού, ο ενάγων "παραχωρήθηκε" στη θυγατρική εταιρεία της εναγομένης, με την επωνυμία "ΟΠΑΠ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε". Βάσει της παραγράφου 3 της συγκεκριμένης συμφωνίας, ο ενάγων, κατά τη διάρκεια του δανεισμού του στην "ΟΠΑΠ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε.", θα συνέχιζε να λαμβάνει, τόσο τις τακτικές αποδοχές, όσο και την "εκάστοτε" αποζημίωση άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή της εναγομένης "ΟΠΑΠ ΑΕ". Στα τέλη του έτους 2010-αρχές του 2011, τα οικονομικά μεγέθη της εναγομένης παρουσίασαν πτώση. Μάλιστα, για το λόγο αυτόν η ΕΣΣΕ που υπεγράφη τότε (το 2011) προέβλεπε μείωση συγκεκριμένων παροχών του προσωπικού. Στο πλαίσια αυτό, το ΔΣ της εναγομένης, την 9-5-2011, αποφάσισε την αναπροσαρμογή του ποσού της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων των Γενικών Διευθυντών, από 5.700 σε 3.600 ευρώ. Έτσι, από την 1-6-2011, μειώθηκε το ποσόν της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης των Γενικών Διευθυντών, μεταξύ αυτών και του ενάγοντος, του οποίου η θητεία είχε ανανεωθεί για τρία ακόμα έτη (οι Γενικοί Διευθυντές έχουν τριετή θητεία). Ο ενάγων, την 1-7-2011, απέστειλε στην εναγομένη το από 30-6-2011 εξώδικο, με το οποίο διαμαρτυρόταν για την μείωση της μηνιαίας αποζημίωσής του και στο οποίο δήλωνε ότι, στην περίπτωση που η επιχείρηση δεν συνέχιζε να του καταβάλει το ποσόν των 5.700 ευρώ, θα προέβαινε στις προβλεπόμενες από τον νόμο ενέργειες. Η εναγομένη τόσο στον ενάγοντα, όσο και στους λοιπούς Γενικούς Διευθυντές, συνέχισε να καταβάλει ως μηνιαία αποζημίωση άσκησης καθηκόντων το ποσό των 3.600 ευρώ. Την 22-4-2013, κατόπιν σχετικής εγγράφου συμφωνίας παρατάθηκε η από 13-4-2010 σύμβαση δανεισμού του ενάγοντος στην εταιρεία "ΟΠΑΠ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ". Πριν από την εν λόγω παράταση, είχε ανανεωθεί ακόμη μια φορά η θητεία του ενάγοντος ως Γενικού Διευθυντή Προώθησης Πωλήσεων (Μάρκετινγκ). Την 2-12-2013, ο ενάγων απέστειλε επιστολή προς την Διεύθυνση Διαχείρισης Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, με θέμα "Αίτηση Παραίτησης". Με την επιστολή αυτή, ζητούσε να γίνει δεκτή η παραίτησή του από την εναγομένη με ημερομηνία 5-12-2013, καθώς και να του καταβληθεί, αφενός η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό Εργασίας και την ΕΣΣΕ αποζημίωση και, αφετέρου, ένα επιπλέον ποσόν ύψους 10.000 ευρώ. Η εναγομένη αποδέχθηκε την παραίτηση του ενάγοντος και έτσι, στις 24-12-2013, ο ενάγων εισέπραξε από την εναγομένη το συνολικό μικτό ποσόν των 703.767,18 ευρώ (459.057,28 ευρώ καθαρά). Το ποσόν αυτό αφορούσε την αποζημίωση αποχώρησής του, το πριμ παραγωγικότητας που του αναλογούσε το έτος 2013 και την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του. Στην σχετική εξοφλητική απόδειξη που συντάχθηκε, ο ενάγων ανέφερε ότι "Αναγνωρίζω και αποδέχομαι ότι: α) το προαναφερόμενο ποσό περιλαμβάνει όλες τις τυχόν προβλεπόμενες από το νόμο, τη σύμβαση εργασίας μου και την πρακτική της Εταιρείας τακτικές και έκτακτες αποδοχές, bonus, επιδόματα, αποζημιώσεις του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 ή οποιεσδήποτε άλλες πληρωμές/παροχές οποιασδήποτε μορφής, εξαιρουμένων των αγωγών οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων και αφορούν σε υπολογισμό διαφοράς αμοιβών από υπερωριακή απασχόληση και β) έχω εξοφληθεί πλήρως για όλες τις τακτικές και έκτακτες υπηρεσίες τις οποίες προσέφερα στην "ΟΠΑΠ ΑΕ" μέχρι και σήμερα". Πριν θέσει την υπογραφή του στο προαναφερθέν έγγραφο, ανέγραψε τη φράση "Με κάθε επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου και πλην της απαίτησής μου που αναφέρω στο από 30-6-2011 εξώδικό μου". Από την ημερομηνία που ο ενάγων απέστειλε το από 30-6-2011 εξώδικό του (1-7-2011) μέχρι την 24-12-2013, δεν εξέφρασε ποτέ άλλη διαμαρτυρία για το ποσό της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων του, ούτε προέβη ποτέ σε κάποια νομική ενέργεια για την διεκδίκηση του καταβαλλόμενου, μέχρι τον Ιούνιο του 2011, ποσού των '5.700 ευρώ. Από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι η αναπροσαρμογή του ποσού της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων των Γενικών Διευθυντών, από 5.700 έως 3.600 ευρώ, που αποφασίστηκε την 9-5-2011 από το ΔΣ της εναγομένης, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος (κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920), διότι πραγματοποιήθηκε κατ'ενάσκηση δικαιώματος της εναγομένης αναγνωρισμένου από το Καταστατικό αυτής και τον Κανονισμό Εσωτερικής της Λειτουργίας της. [......]
Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν δεν μπορεί να γίνει λόγος για μονομερή μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη, διότι η μεταβολή των όρων εργασίας του έγινε κατ'ένάσκηση δικαιώματος της εναγομένης αναγνωρισμένου από Καταστατικό της και τον Κανονισμό Εσωτερικής της Λειτουργίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Καταστατικού της εναγομένης, το Διοικητικό Συμβούλιο καθορίζει τον αριθμό, τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες και τις αποδοχές των Γενικών Διευθυντών της εταιρείας. Επίσης, στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 49 του Καταστατικού, αναφέρεται ότι η πολιτική ως προς τις αμοιβές του τακτικού προσωπικού της επιχείρησης καθορίζεται κάθε φορά με τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που υπογράφονται από την Διοίκηση και τον σύλλογο εργαζομένων. Ο συνδυασμός των δύο αυτών διατάξεων καταδεικνύει ότι η μηνιαία αποζημίωση άσκησης καθηκόντων των Γενικών Διευθυντών, από την στιγμή που δεν αποτελεί περιεχόμενο καμίας από τις ΣΣΕ που έχουν υπογραφεί μεταξύ εναγομένης και σωματείου εργαζομένων, ανήκει στην απόλυτη ρυθμιστική εξουσία του ΔΣ της εναγομένης. Περαιτέρω, στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 49 του Καταστατικού αναφέρεται ότι οι εργασιακές σχέσεις μεταξύ του τακτικού προσωπικού της εταιρείας διέπονται από τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας και του Κανονισμού Εργασίας, όπως ισχύουν κάθε φορά. Ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας της εναγομένης περιλαμβάνει δεσμευτικές ρυθμίσεις σχετικά με τις αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης και των επιμέρους διευθυντικών στελεχών που στελεχώνουν τις επιμέρους διευθύνσεις, αρχές λειτουργίας και κανόνες συμπεριφοράς των υπόχρεων προσώπων τα οποία δεσμεύονται από αυτόν. Στο άρθρο 2 του Κανονισμού αναφέρεται ότι ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας συνιστά ένα πλέγμα δεσμευτικών αρχών και κανόνων συμπεριφοράς για τα μέλη του ΔΣ, τους Γενικούς Διευθυντές. Στη συνέχεια, στο άρθρο 3 του Κανονισμού προβλέπεται ότι οι εξουσίες και αρμοδιότητες του ΔΣ της εταιρείας είναι αυτές που περιγράφονται στο Καταστατικό αυτής, όπως επίσης και ότι ζητήματα που αφορούν τις κάθε είδους αμοιβές που καταβάλλονται στα διευθυντικά στελέχη της εταιρείας αποφασίζονται υποχρεωτικό από το ΔΣ.
Τέλος, στο άρθρο 7.3 του Κανονισμού αναφέρεται ότι οι αποδοχές των Γενικών Διευθυντών καθορίζονται από το ΔΣ της εταιρείας. Από τον συνδυασμό, λοιπόν, των προαναφερομένων διατάξεων του Καταστατικού της εταιρείας, αλλά και του Κανονισμού Εσωτερικής της Λειτουργίας, οι οποίες έχουν ισχύ νόμου [...], προκύπτει ότι, ειδικώς ως προς το ποσόν της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων των Γενικών Διευθυντών, αποκλειστική αρμοδιότητα καθορισμού (τόσο αυξήσεως, όσο και μειώσεως) έχει το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2006, το ΔΣ της εναγομένης, έχοντας το σχετικό δικαίωμα από τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποφάσισε να χορηγηθεί στους Γενικούς Διευθυντές της επιχείρησης αποζημίωση άσκησης καθηκόντων, ύψους 5.700 ευρώ μηνιαίως, λόγω της θεαματικής αύξηση των πωλήσεων των παιχνιδιών της εταιρείας το έτος 2006 και της προοπτικής περαιτέρω ανάπτυξής της στο έτος 2007. Στη συνέχεια, τον Μάιο του 2011, επειδή τα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησης παρουσίασαν πτώση, το ΔΣ της εναγομένης, πάλι, κατ'ενάσκηση του αναγνωρισμένου δικαιώματος του από το Καταστατικό της εταιρείας και τον Κανονισμό Εσωτερικής της Λειτουργίας, αποφάσισε την αναπροσαρμογή του ποσού της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων των Γενικών Διευθυντών, από 5.700 σε 3.600 ευρώ. Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ως οικειοθελής παροχή που βέβαια δεν αλλάζει το άνω σκεπτικό σε αυτή υπήρχε από την αρχή η "επιφύλαξη ελευθεριότητας" [...] συμπληρουμένης λοιπόν της αιτιολογίας της εκκαλουμένης στο σημείο αυτό.
Συνεπώς, εφόσον δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η μείωση της μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων του, από 5.700 σε 3.600 ευρώ, τα αιτήματα της αγωγής περί επιδίκασης του ποσού των 73.213,64 ευρώ, ως διαφοράς αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, του ποσού των 40.107,88 ευρώ, ως διαφοράς του πριμ παραγωγικότητας των ετών 2011, 2012 και 2013 (λόγω συνυπολογισμού του ποσού των 3.600 ευρώ, αντί των 5.700 ευρώ) και του ποσού των 133.053,21 ευρώ, ως διαφοράς αποζημίωσης λόγω παραίτησης του ενάγοντος (λόγω συνυπολογισμού του ποσού των 3.600 ευρώ, αντί των 5.700 ευρώ), θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Άρα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, συμπληρουμένης της αιτιολογίας κατά τα ανωτέρω, δεν έσφαλε σωστά εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επιλαμβανόμενο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, της κύριας βάσης της αγωγής, με αντικείμενο, κατά το εκτιμηθέν περιεχόμενο του δικογράφου της, την επιδίκαση διαφορών συμβατικών αποδοχών και αποζημίωσης αποχώρησης, λόγω της μείωσης από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη εργοδότρια, της καταβαλλόμενης από το Δεκέμβριο του 2006 μέχρι και τον Μάιο του 2011 μηνιαίας αποζημίωσης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, κατά μονομερή βλαπτική μεταβολή ρητού, άλλως σιωπηρού, κατόπιν επιχειρησιακής συνήθειας, όρου της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για την καταβολή της, έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της αγωγή, και μετά ταύτα απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας, μετά από συμπλήρωση των αιτιολογιών της, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955 και 7 παρ. 1 του ν.2112/1920, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν τη μη εφαρμογή τους και την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι: α) η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ΟΠΑΠ ΑΕ, απασχολώντας στην επιχείρησή της τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δυνάμει της μεταξύ τους, από 10-8-1981, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διεπόμενης από τις ισχύουσες ΕΣΣΕ, τον Κανονισμό Εργασίας και Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της, τον Νοέμβριο του 2006 τον όρισε, με απόφαση του ΔΣ της, Γενικό Διευθυντή Προώθησης Πωλήσεων Μάρκετινγκ, β) τον Δεκέμβριο του 2006, όταν οι τακτικές νόμιμες και ταυτόχρονα συμβατικές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 6.445,69 ευρώ μηνιαίως, πλέον τούτων του χορήγησε, όπως και σε όλους τους τότε Γενικούς Διευθυντές της επιχείρησής της, μηνιαία αποζημίωση άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, ποσού 5.700 ευρώ, μετά από σχετική απόφαση του ΔΣ της, το οποίο, ως αποκλειστικά αρμόδιο για τον καθορισμό της εν λόγω, μη προβλεπόμενης από τις ΕΣΣΕ και τη σύμβαση εργασίας, και συνακόλουθα οικειοθελούς παροχής (με αύξηση και μείωσή της), σύμφωνα με τα ιστορούμενα και έχοντα ισχύ νόμου άρθρα του Καταστατικού της και του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας της, την καθόρισε, λόγω της υφιστάμενης θεαματικής αύξησης των πωλήσεών της, στο ανωτέρω ποσό γ) τη μηνιαία αυτή αποζημίωση, ποσού 5.700 ευρώ, την κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα από τον Δεκέμβριο του 2006 έως και τον Μάιο του 2011, χωρίς να δεσμεύεται ως προς το ύψος του ποσού της, έχοντας η ίδια, εν γνώσει του αναιρεσείοντος, τη δυνατότητα του καθορισμού της σε οποιοδήποτε ποσό, κατά το συνδυασμό των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του Καταστατικού και του Κανονισμού της, η οποία διελήφθη και στην από 13-4-2010 έγγραφη συμφωνία τους περί δανεισμού του (του αναιρεσείοντος) στην θυγατρική της εταιρία "ΟΠΑΠ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ", με την πρόβλεψη της καταβολής σε αυτόν εκ μέρους της, της "εκάστοτε" αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή δ) στα πλαίσια της δυνατότητας αυτής το ΔΣ της αναιρεσίβλητης με την από 9-5-2011 απόφασή του, λόγω της πτώσης των οικονομικών της μεγεθών, μείωσε το ποσό της εν λόγω μηνιαίας αποζημίωσης των Γενικών Διευθυντών της στο ποσό των 3.600 ευρώ, το οποίο από τον Ιούνιο του 2011 καταβαλλόταν και στον αναιρεσείοντα, με την επιφύλαξη του τελευταίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης το ποσό των 5.700 ευρώ στο οποίο καθορίστηκε από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, δια των αρμοδίων οργάνων της, η αποζημίωση άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, που καταβαλλόταν και στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω διάστημα, δεν αποτελούσε σταθερή συμβατική μισθολογική μηνιαία παροχή του συμφωνημένη με την ένδικη σύμβαση εργασίας του ως σταθερό αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών του ως Γενικού Διευθυντή, αλλά αποτελούσε οικειοθελή παροχή της αναιρεσίβλητης στους Γενικούς Διευθυντές της, κυμαινόμενη ως προς το ποσό της με αυξομειώσεις του, ανάλογα με την εκάστοτε οικονομική της κατάσταση, μονομερώς και κατά την ελεύθερη βούληση των αρμοδίων οργάνων της, έχοντας, εν γνώσει του αναιρεσείοντος, με διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά και με σύμβαση, το δικαίωμα του εκάστοτε καθορισμού της, σε οποιοδήποτε ποσό ("επιφύλαξη ελευθεριότητας"), αποκλειομένης έτσι της δέσμευσής της για καταβολή του ανωτέρω ποσού της, των 5.700 ευρώ, σταθερά, με τη διαμόρφωση σχετικού σιωπηρού συμβατικού όρου, κατόπιν επιχειρησιακής συνήθειας από την μηνιαία καταβολή του το διάστημα από Δεκέμβριο του 2006 έως και Μάιο του 2011. Μετά ταύτα το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή όρου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά του, με την μείωση εκ μέρους της του ποσού της άνω οικειοθελούς παροχής, αλλά ήταν ενέργειά της κατ'ενάσκηση του σχετικού διευθυντικού της δικαιώματος, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων και να δικαιολογείται η κριθείσα αβασιμότητα της αγωγής του αναιρεσείοντος και η κατ'ουσία απόρριψη της έφεσής του. Συνακόλουθα δε, επειδή δεν πρόκειται για μείωση νόμιμων ή συμβατικών αποδοχών, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 680 παρ.3 ΑΚ 7 παρ.2 του ν.1876/1990, που προβλέπουν την αρχή της εύνοιας για τον εργαζόμενο, όπως θεωρεί ο αναιρεσείων, και συνεπώς με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάστηκαν με τη μη εφαρμογή τους ούτε οι διατάξεις αυτές. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις του για εσφαλμένη ερμηνεία, διαφορετική από την αληθινή, των ιστορούμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 21 και 49 του Καταστατικού και 2,3 και 7 παρ.3 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, που εφαρμόστηκαν, κατά την παραδοχή της δυνατότητάς της για καθορισμό του ποσού της ένδικης παροχής ελεύθερα ("επιφύλαξη ελευθεριότητας"), είναι απαράδεκτες, ως αλυσιτελείς. Και τούτο διότι δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον η ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς και στην, διαλαμβανόμενη στην ελάσσονα πρότασή της, αιτιολογία της συμβατικής ρύθμισης, με την από 13-4-2010 σύμβαση η οποία δεν πλήττεται (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 860/2022).
Σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω αιτιάσεις, με βάση τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, είναι αβάσιμες. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση όλων των προαναφερομένων διατάξεων, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές, διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για την ίδια (από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ίδιων ως άνω διατάξεων, με την επίκληση ότι διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές ότι η επίδικη παροχή, ποσού 5.700 ευρώ, χορηγήθηκε οικειοθελώς από την αναιρεσίβλητη με την πρόθεση να αποτελέσει σταθερό αντάλλαγμα της παροχής της εργασία του ως Γενικού Διευθυντή και ότι αυτή αποτελούσε τμήμα των τακτικών συμβατικών αποδοχών του, είναι αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, δεν περιλαμβάνεται τέτοια παραδοχή. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς και χωρίς οποιαδήποτε αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της νομικής φύσης της ένδικης μηνιαίας παροχής-αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή-ποσού 5.700 ευρώ, ως οικειοθελούς παροχής, χορηγούμενη από την αναιρεσίβλητη, με πρωτοβουλία και κατά την ελεύθερη βούληση των αρμοδίων οργάνων της, χωρίς δημιουργία συμβατικής της υποχρέωσης για καταβολή του ανωτέρω ποσού της σταθερά, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και όσα αντίθετα ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, διότι κατά τους ισχυρισμούς του το Εφετείο δέχθηκε ταυτόχρονα το μεν ότι η ένδικη μηνιαία παροχή ήταν ένα επιπλέον ποσό, το οποίο εχορηγείτο πλέον των τακτικών συμβατικών αποδοχών του, το δε ότι η ίδια μηνιαία παροχή συνυπολογίζεται κατά τον υπολογισμό της μηνιαίας, νόμιμης αλλά και συμβατικής, μισθολογικής του παροχής, του πριμ παραγωγικότητας, αλλά και της νόμιμης αποζημίωσης αποχώρησής του, και συνακόλουθα είναι και αυτή μηνιαία σταθερή συμβατική μισθολογική του παροχή. Στην προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν περιλαμβάνεται ως παραδοχή της ελάσσονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού ο επικαλούμενος συνυπολογισμός της ένδικης παροχής κατά τον υπολογισμό των αναφερόμενων λοιπών παροχών, αλλά αυτός αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ιστορούμενος στην αγωγή ισχυρισμός προς θεμελίωση των αιτημάτων της που κρίθηκαν αβάσιμα, και δεν περιλαμβάνεται στο αποδεικτικό της πόρισμα ως πραγματικό περιστατικό που απεδείχθη.
Επομένως, ο υπό κρίση τρίτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και για το λόγο αυτό είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 42/2002 ΑΠ 9/2023, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 194/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1770/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 249/2020). Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 188/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την ουσιαστική έρευνα της ένδικης αγωγής του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής του, λόγω του ότι η επίδικη παροχή, της αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, δεν περιλαμβανόταν στις τακτικές συμβατικές αποδοχές του και συνακόλουθα η μείωσή της από την αντίδικό του δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή όρου της σύμβασης εργασίας, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα έγγραφα, νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ενώπιον του από τον ίδιο, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: 1) φωτοτυπικά αντίγραφα εκκαθαριστικών μισθοδοσίας του, ενδεικτικά μηνών προ και εντός του επιδίκου διαστήματος, από τα οποία προκύπτουν οι μηνιαίως καταβαλλόμενες αποδοχές του, όπως και η ένδικη μηνιαία παροχή-αποζημίωση 2) αντίγραφο του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης μεταξύ άλλων και του άρθρου για τα bonus που χορηγούνται με απόφαση της αναιρεσίβλητης ετησίως 3) την υπ'αριθμ. 920/23-9-2003 απόφαση του ΔΣ της για την καταβολή μηνιαίας αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων, με τα αναφερόμενα ποσά, για προγενέστερο του επιδίκου και σε άλλους, υπηρετούντες τότε, Γενικούς Διευθυντές της και υπηρεσιακό Διευθυντή της και 4) φωτοτυπικά αντίγραφα των από 5-11-1997, 4-11-2005, 17-7-2006, 5-9-2007, 4-5-2009 και 17-5-2011 ΕΣΣΕ, εάν δε το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα θα κατέληγε σε αντίθετη ουσιαστική κρίση για τη φύση της ένδικης παροχής και κατά παραδοχή της έφεσής του θα έκανε δεκτή κατ'ουσία την αγωγή του. Σχετικά με τα αναφερόμενα υπό τους αριθμούς 1 και 3 έγγραφα, τόσο από τη ρητή βεβαίωση της προσβαλλόμενης (στο 3ο φύλλο), που παραδεκτά επισκοπείται (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), όπου εκτίθεται ότι για το αποδεικτικό της πόρισμα το Εφετείο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, όσο και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, την ανάλυση και το σχολιασμό των αποδείξεων, στον οποίο το Εφετείο προβαίνει για να αιτιολογήσει το πόρισμά του, αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο του αιτιολογικού του, δεν καταλείπεται αμφιβολία και καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του ως αποδεικτικά μέσα τα ανωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, μεταξύ άλλων, ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, εξάγοντας το αποδεικτικό του πόρισμα ότι, από τον συνδυασμό αυτών προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις και λοιπά έγγραφα) η ένδικη παροχή, της αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων Γενικού Διευθυντή, που καταβαλλόταν στον ήδη αναιρεσείοντα μηνιαίως, δεν αποτελούσε μέρος των συμβατικών μηνιαίων αποδοχών του με ρητό όρο της σύμβασης εργασίας, αλλά ούτε οικειοθελής παροχή, συμβατικά δεσμευτική για την αναιρεσίβλητη, με σιωπηρό της όρο κατόπιν εργασιακής συνήθειας, και μετά ταύτα το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, που θεμελιωνόταν στον χαρακτηρισμό αυτό της ένδικης παροχής και τη συνακόλουθη τούτου μονομερή βλαπτική όρου της σύμβασης εργασίας με τη μείωσή της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε απορρίψει κατά το μέρος τούτο την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, και μετά από συμπλήρωση των αιτιολογιών της απόφασης του τελευταίου, απέρριψε, την έφεση του αναιρεσείοντος κατ'ουσία. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα), και από ποια προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά ή με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ'αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη. Ούτε είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των προαναφερόμενων ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά (αρθ.340 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' του ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η άποψη δε του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τέλος, ο αναφερόμενος στον ίδιο λόγο, υπό τον αριθμό 2 Κανονισμός Εργασίας της αναιρεσίβλητης ΟΠΑΠ ΑΕ και οι υπό τον αριθμό 4 ιστορούμενες ΕΣΣΕ, δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, αλλά έχουν ισχύ νόμου (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 1671/2024) και συνεπώς η μη αυτών υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις στην αρχική συζήτηση, κατά ουσιαστική παραδοχή του νομίμου αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2022 και με αριθ. καταθ. 2828/282/7-4-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1350/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ